Σάββατο, 2 Αυγούστου 2014

Η αντιπροσώπευση [ΑΚ 211-215]

Από τα σεμινάρια μου στους ασκούμενους συναδέλφους στο Δικηγορικό Σύλλογο Ηρακλείου.
Αντιπροσώπευση είναι ο θεσμός με τον οποίο επιτυγχάνεται ώστε τα αποτελέσματα των δικαιοπραξιών να επέρχονται απευθείας στο πρόσωπο του αντιπροσωπευόμενου και όχι στου αντιπροσώπου. Οι δικαιοπραξίες δηλαδή που καταρτίζει ο αντιπρόσωπος δεν δεσμεύουν τον ίδιο αλλά τον αντιπροσωπευόμενο. Σπουδαιότητα του θεσμού. Πολλές φορές ο κύριος των υποθέσεων δεν μπορεί να επιχειρήσει αυτοπροσώπως τις δικαιοπραξίες του· η αντιπροσώπευση τότε βοηθά πάρα πολύ στην αναπλήρωση της ανικανότητας αυτής. Επίσης, αν δεν υπήρχε ο θεσμός αυτός, τότε οι ανίκανοι και οι περιορισμένα ικανοί θα ήταν αποκλεισμένοι από τις συναλλαγές. Είδη αντιπροσώπευσης: α) Νόμιμη και εκούσια. Νόμιμη είναι η αντιπροσώπευση όταν καθιερώνεται από τον ίδιο τον νόμο, π.χ. η αντιπροσώπευση των γονέων στα παιδιά τους [ΑΚ 1510, ο επίτροπος [ΑΚ 1603], ο δικαστικός συμπαραστάτης [ΑΚ 1680].


Η νόμιμη αντιπροσώπευση εξυπηρετεί κυρίως περιπτώσεις δικαιοπρακτικής ανικανότητας όπως καθίσταται φανερό από τα παραπάνω παραδείγματα. Εκούσια αντιπροσώπευση είναι αυτή που πηγάζει από τη βούληση του αντιπροσωπευόμενου βάσει μιας δικαιοπραξίας [πληρεξουσιότητας]. β) Άμεση και έμμεση. Άμεση είναι η αντιπροσώπευση όταν τα αποτελέσματα της δικαιοπραξίας επέρχονται απευθείας στο πρόσωπο του αντιπροσωπευόμενου, π.χ. ο Β που είναι υπάλληλος στο κατάστημα ηλεκτρικών ειδών πωλεί και παραδίδει ένα ηλεκτρικό ψυγείο στον Γ. Η αγοραπωλησία καταρτίζεται μεταξύ του καταστηματάρχη και του Γ. Ο ανήλικος Α κληρονόμησε από τη γιαγιά του 100.000.000 δρχ. Οι γονείς του αγοράζουν, κατόπιν σχετικής άδειας του δικαστηρίου, ένα ακίνητο [άμεση νόμιμη αντιπροσώπευση]. Έμμεση είναι η αντιπροσώπευση όταν τα αποτελέσματα της δικαιοπραξίας επέρχονται στο πρόσωπο του αντιπροσώπου ο οποίος κατόπιν είναι υποχρεωμένος με άλλη δικαιοπραξία να τα μεταβιβάσει στον αντιπρόσωπο. Δηλαδή, καταρτίζονται δυο δικαιοπραξίες, η μια μεταξύ τρίτου και αντιπροσώπου και η άλλη μεταξύ αντιπροσώπου και αντιπροσωπευόμενου. Κλασσική περίπτωση έμμεσης αντιπροσώπευσης αποτελεί η σύμβαση παραγγελίας. [άρθρο 90 Εμπορικού Νόμου].  Παραδείγματα: Ο Δ επειδή αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες αποφασίζει να πωλήσει ένα ζωγραφικό πίνακα από τη συλλογή του. Για να μη γίνει όμως γνωστό αυτό στον περίγυρο του, παρακαλεί τον φίλο του Φ να τον πωλήσει στο όνομα του [εκούσια έμμεση αντιπροσώπευση του πωλητή], ο γνωστός εφοπλιστής Ε θέλει να αγοράσει πολύτιμο ζωγραφικό πίνακα που πωλείται. Επειδή φοβάται ότι αν εμφανιστεί ο ίδιος να τον αγοράσει, θα ανέβει το τίμημα, παρακαλεί τον φίλο του Φ να τον αγοράσει για λογαριασμό του [Φ] και μετά να του τον δώσει [εκούσια έμμεση αντιπροσώπευση αγοραστή].
Προϋποθέσεις της άμεσης αντιπροσώπευσης
1)   Δήλωση βούλησης του αντιπροσώπου. Η δήλωση αυτή είναι δυνατή σε δικαιοπραξίες και σε οιονεί δικαιοπραξίες όχι όμως σε υλικές πράξεις και σε αδικοπραξίες. 2) η δικαιοπραξία να είναι δεκτική αντιπροσώπευσης, π.χ. η δικαιοπραξία του γάμου δεν επιδέχεται αντιπροσώπευση [ΑΚ 1350 § 1], η εκούσια αναγνώριση τέκνου εξώγαμου [ΑΚ 1476], η σύνταξη της διαθήκης [ΑΚ 1716]. Αν μια δικαιοπραξία επιχειρηθεί χωρίς όμως να είναι δεκτική αντιπροσώπευσης, τότε είναι άκυρη και δεν θεραπεύεται ούτε με έγκριση του αντιπροσωπευόμενου. Παράδειγμα: ο Α που κατοικεί στην Αυστραλία, πληρεξουσιοδοτεί τον αδερφό του Β να αναγνωρίσει στο συμβολαιογράφο την κόρη του Κ που ήταν τέκνο του εξώγαμο. Πραγματικά, ο Β αναγνωρίζει με συμβολαιογραφική δήλωση την Κ [ΑΚ 1476]. Μετά τον θάνατο του Α, η Κ ασκεί αγωγή κατά των κληρονόμων του και ζητά τη νόμιμη μοίρα της. Η αγωγή θα απορριφτεί σαν ενεργητικά ανομιμοποίητη γιατί η Κ δεν έχει αναγνωριστεί νόμιμα, δηλαδή είναι άκυρη η αναγνώριση. 3) Η δήλωση του αντιπροσώπου να γίνεται στο όνομα του αντιπροσωπευόμενου. Αυτό συμβαίνει όχι μόνο όταν η δήλωση γίνεται ρητά στο όνομα του αντιπροσωπευόμενου αλλά και όταν συνάγεται από τις περιστάσεις [σιωπηρή αντιπροσώπευση], π.χ. ο τρίτος γνωρίζει ότι ο αντιπρόσωπος είναι υπάλληλος του αντιπροσωπευόμενου και η δικαιοπραξία αφορά τον εργοδότη του. Αν όμως δεν μπορεί να συναχθεί ούτε από τις περιστάσεις ότι ο αντιπρόσωπος ενεργεί για λογαριασμό άλλου [αντιπροσωπευόμενου], τότε λογίζεται ότι ενεργεί επ ονόματι του [ΑΚ 212]. 4) να έχει παρασχεθεί η εξουσία αντιπροσώπευσης στον αντιπρόσωπο. Η εξουσία αντιπροσώπευσης παρέχεται με μια δικαιοπραξία που λέγεται πληρεξουσιότητα. Βάσει αυτής της δικαιοπραξίας καθορίζεται και το περιεχόμενο της εξουσίας αντιπροσώπευσης. Αν ο αντιπρόσωπος υπερβεί αυτά τα όρια, τότε ενεργεία όπως κι αυτός που δεν έχει εξουσία αντιπροσώπευσης, επομένως, δεν δεσμεύει τον αντιπροσωπευόμενο. Παράδειγμα: ο Α έδωσε εντολή και πληρεξουσιότητα στην Τράπεζα Τ να αγοράσει 10 ομόλογα του Δημοσίου αξίας 1.000.000 δρχ το καθένα με επιτόκιο 10 % ετησίως. Λίγο πριν η Τ εκτελέσει την εντολή του Α, το Δημόσιο εκδίδει νέα σειρά ομολόγων που περιέχουν όμως ρήτρα ΕCU. Η Τ αγοράζει τα νέα ομόλογα, ως συμφερότερα για τον Α. Ενεργώντας έτσι όπως ενήργησε η Τ, υπερέβη την εξουσία που της είχε δώσει ο Α, επομένως αυτός δεν δεσμεύεται από αυτή την αγορά. 5) τουλάχιστον περιορισμένη δικαιοπρακτική ικανότητα του αντιπρόσωπου. Κατά την ΑΚ 213 όποιος είναι περιορισμένα ικανός μπορεί να επιχειρήσει δικαιοπραξία σαν αντιπρόσωπος άλλου. Η δικαιολογία της ρύθμισης αυτής είναι ότι, ο αντιπρόσωπος δεν δεσμεύεται από τα αποτελέσματα της δικαιοπραξίας, επομένως δεν διατρέχει κανένα κίνδυνο ώστε να εφαρμοστούν οι ΑΚ 129, 133 επ. Παράδειγμα: ο δεκαεπτάχρονος Α που εργάζεται ως μαθητευόμενος στο ηλεκτρολογείο αυτοκινήτων του Β, αντικαθιστά τον Β στην πώληση διαφόρων ειδών [ραδιόφωνα, μπαταρίες κλπ]. Οι δικαιοπραξίες αυτές, εγκύρως καταρτίζονται στο όνομα του Β. 6) οι προϋποθέσεις της δικαιοπραξίας να συντρέχουν στο πρόσωπο του αντιπροσώπου [ΑΚ 214]. Η ΑΚ 214 αναφέρει μόνο τα ελαττώματα της βούλησης [πλάνη, απάτη, απειλή] καθώς και τη γνώση ή άγνοια ορισμένων περιστατικών. Η νμλγ μας όμως δέχεται ότι από το πρόσωπο του αντιπροσώπου θα κριθούν και η εικονικότητα, η κουφότητα ή απειρία, το προσυμβατικό πταίσμα [ΑΚ 197], η καλή πίστη κλπ. Δικαιολογία της ρύθμισης αυτής είναι το γεγονός ότι εφόσον τη δικαιοπρακτική βούληση της σχηματίζει ο αντιπρόσωπος, ό,τι σχετίζεται με την δικαιοπραξία πρέπει να κρίνεται από το πρόσωπο του. Παράδειγμα: α) ο Β αγοράζει ως αντιπρόσωπος του Α ένα ζωγραφικό πίνακα από τον Π που τον διαβεβαιώνει ότι ο πίνακας είναι γνήσιος πίνακας του Τσαρούχη. Αν αποδειχθεί ότι ο πίνακας ήταν μια απλή απομίμηση, τότε η πλάνη ή απάτη συντρέχει στο πρόσωπο του αντιπροσώπου, επομένως ο Α μπορεί να ακυρώσει την αγοραπωλησία. β) Ο άπειρος στις συναλλαγές Β πωλεί σαν αντιπρόσωπος του Π ένα παραλιακό ακίνητο έναντι πολύ χαμηλού τιμήματος στον Α ο οποίος εκμεταλλευόμενος την απειρία του Β αποκτά δυσανάλογα περιουσιακά ωφελήματα [ΑΚ 179]. Η αγοραπωλησία είναι άκυρη ως αισχροκερδής. γ) Ο ηλικιωμένος και άρρωστος Π δίδει εντολή στη σύζυγο του Σ να πωλήσει σαν αντιπρόσωπος του ένα ακίνητο του στον Α έναντι εξευτελιστικού ποσού επειδή έχει ανάγκη από χρήματα. Η δικαιοπραξία δεν είναι άκυρη κατά την ΑΚ 179 γιατί η ανάγκη δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο της αντιπροσώπου του αλλά στον ίδιο.
Πληρεξουσιότητα [ΑΚ 216]
Πληρεξουσιότητα είναι η δικαιοπραξία με την οποία παρέχεται η εξουσία αντιπροσώπευσης. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να δοθεί είτε προς τον εξουσιοδοτούμενο, οπότε μιλάμε για εσωτερική πληρεξουσιότητα είτε προς τον τρίτο, οπότε μιλάμε για εξωτερική πληρεξουσιότητα. Η δήλωση παροχής πληρεξουσιότητας στον αντιπρόσωπο είναι μονομερής δικαιοπραξία όπως και αυτή που δίδεται με δήλωση προς τον τρίτο με τον οποίο συναλλάσσεται ο εξουσιοδοτών. Η πληρεξουσιότητα διακρίνεται σε γενική και ειδική. Γενική είναι η πληρεξουσιότητα που αφορά όλες ή μεγάλο μέρος των δικαιοπραξιών του εξουσιοδοτούντος [εξουσιοδότη, του παρέχοντος την πληρεξουσιότητα], ενώ ειδική είναι αυτή που αφορά σε ορισμένες μόνο δικαιοπραξίες [ΑΚ 1379 αγωγή ακύρωσης γάμου από αντιπρόσωπο, 1469 προσβολή ιδιότητας γνήσιου τέκνου με ειδικό πληρεξούσιο]. Ρητή είναι η πληρεξουσιότητα που παρέχεται είτε με δήλωση στον τρίτο με τον οποίο συναλλάσσεται είτε με επίδειξη [ΑΚ 226] του πληρεξούσιου εγγράφου. Σιωπηρή είναι η πληρεξουσιότητα που συνάγεται είτε από την έννομη σχέση που συνδέει τον εξουσιοδοτούντα και τον πληρεξούσιο π.χ. σχέση εργασίας, είτε από τη συμπεριφορά του εξουσιοδοτούντος εξ αιτίας της οποίας οι τρίτοι συνάγουν ότι έχει χορηγήσει πληρεξουσιότητα σε κάποιον, π.χ. τοποθέτηση υπαλλήλου σε γραφείο όπου καταρτίζονται δικαιοπραξίες, π.χ. κατά την ΑΚ 426 αυτός που έχει μαζί του εξοφλητική απόδειξη του δανειστή, θεωρείται ότι έχει εξουσιοδοτηθεί για την είσπραξη. Υποπληρεξουσιότητα υπάρχει όταν ο πληρεξούσιος παρέχει σε άλλο τρίτο πρόσωπο εξουσία αντιπροσώπευσης του εξουσιοδοτούντος. Αν ο υποπληρεξούσιος αντιπροσωπεύει τον αρχικό αντιπροσωπευόμενο–εξουσιοδοτούντα ονομάζεται γνήσιος υποπληρεξούσιος, αν αντιπροσωπεύει τον αρχικό πληρεξούσιο τότε ονομάζεται απλός υποπληρεξούσιος. Παραδείγματα: 1) ο πτυχιούχος νομικής φεύγει για μετεκπαίδευση στην Γερμανία, αφήνει πληρεξούσιο με το οποίο παρέχει την γενική πληρεξουσιότητα στην αδερφή του να διαχειρίζεται την περιουσία του όσο καιρό θα σπουδάζει, 2) ο ομογενής από την Αμερική στέλνει ειδικό πληρεξούσιο στον Δικηγόρο του για να του αγοράσει ένα ακίνητο στην Αμουδάρα. Η πληρεξουσιότητα είναι άτυπη δικαιοπραξία, εκτός αν η πληρεξουσιότητα παρέχεται για δικαιοπραξία που είναι τυπική π.χ. πληρεξουσιότητα για αγορά ακινήτου.
Πληρεξουσιότητα και εσωτερική σχέση
Για να παρασχεθεί με πληρεξουσιότητα η εξουσία αντιπροσώπευσης από ένα πρόσωπο σε άλλο, πρέπει να υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα τους πάνω στην οποία [σχέση] στηρίζεται ο λόγος παροχής πληρεξουσιότητας. Συνήθως αυτή η σχέση είναι σύμβαση, π.χ. εντολή, σχέση εργασίας, σχέση εταιρίας, σύμβαση έργου. Αυτή λοιπόν η σχέση πάνω στην οποία στηρίζεται η παροχή πληρεξουσιότητας ονομάζεται εσωτερική σχέση. Η εγκυρότητα της πληρεξουσιότητας δεν εξαρτάται από το κύρος της εσωτερικής αυτής σχέσης [causa της πληρεξουσιότητας] εκτός κι αν η εγκυρότητα της έχει τεθεί από τα συμβαλλόμενα μέρη σαν αίρεση. Γι′ αυτό το λόγο η πληρεξουσιότητα ονομάζεται και είναι αφηρημένη δικαιοπραξία. Παράδειγμα, στα ανωτέρω αναφερθέντα παραδείγματα του φοιτητή και του ομογενή, η causa [εσωτερική σχέση] της πληρεξουσιότητας είναι η εντολή· επίσης, όταν ο Β εργάζεται σαν υπάλληλος στο συνεργείο αυτοκινήτων, η causa που δικαιολογεί την πληρεξουσιότητα προς τον Β να πουλά μπαταρίες κι άλλα αξεσουάρ είναι η σύμβαση εργασίας [ΑΚ 648].
Παύση της πληρεξουσιότητας
Κατά την ΑΚ 218, η πληρεξουσιότητα παύει με ανάκληση. Η ανάκληση γίνεται με δήλωση προς τον πληρεξούσιο ή προς τον τρίτο. Η παραίτηση από το δικαίωμα ανάκλησης είναι άκυρη αν αυτή [πληρεξουσιότητα] αφορά αποκλειστικά τα συμφέροντα του αντιπροσωπευόμενου– εξουσιοδότη, π.χ, πληρεξουσιότητα για αγορά πινάκων μεγάλης αξίας. Αν όμως η πληρεξουσιότητα αφορά μόνο το συμφέρον του αντιπροσώπου ή και το συμφέρον αυτού, τότε είναι έγκυρη η παραίτηση από το δικαίωμα ανάκλησης της πληρεξουσιότητας [ΑΚ 218], π.χ. παροχή πληρεξουσιότητας στον εργολάβο σε σύμβαση ανέγερσης πολυκατοικίας με το σύστημα της αντιπαροχής, να μεταβιβάσει ο ίδιος [εργολάβος] σε τρίτα πρόσωπα διάφορα διαμερίσματα για να ικανοποιηθεί οικονομικά. Λήξη της εσωτερικής σχέσης. Κατά την ΑΚ 222, η πληρεξουσιότητα παύει μόλις λήξει η έννομη σχέση πάνω στην οποία στηρίζεται αυτή, π.χ. όταν λήξει η σύμβαση εντολής, έργου, εταιρίας κλπ. Έννομη σχέση που μόλις λήξει επιφέρει την παύση της πληρεξουσιότητας νοείται, τόσο η συμβατική όσο και η προκύπτουσα από το νόμο, π.χ. σχέση οικογενειακού δικαίου όπως αυτή του επιτρόπου που χορήγησε σε κάποιον τρίτο πληρεξουσιότητα για να διαχειρίζεται κάποιες υποθέσεις του ανηλίκου. Μόλις λήξει η σχέση επιτροπείας [εσωτερική σχέση] λήξει και η πληρεξουσιότητα αυτή. Θάνατος του εξουσιοδότη ή του πληρεξουσίου. Κατά την ΑΚ 223, η πληρεξουσιότητα παύει με το θάνατο ή τη δικαιοπρακτική ανικανότητα του εξουσιοδότη ή του πληρεξούσιου. Η πληρεξουσιότητα παύει και με την κήρυξη σε αφάνεια του αντιπροσωπευόμενου καθώς επίσης και με την κήρυξη σε πτώχευση του αντιπροσωπευόμενου γιατί τότε χάνει την εξουσία διάθεσης της περιουσίας του [ο πτωχεύσας]. Πληρεξουσιότητα με μεταθανάτια ενέργεια. Είναι η πληρεξουσιότητα με την οποία παρέχεται η εξουσία στον αντιπρόσωπο να συνεχίζει την διαχείριση ορισμένων στοιχείων του αντιπροσωπευόμενου και μετά το θάνατο του. Οι σκοποί που εξυπηρετεί η πληρεξουσιότητα με μεταθανάτια ενέργεια είναι: η διαχείριση εν όλω ή εν μέρει της περιουσίας του αντιπροσωπευόμενου μέχρι να γίνει οριστική αποδοχή της κληρονομιάς από τους κληρονόμους ή για να διεκπεραιώσει ορισμένες ημιτελείς ενέργειες ο πληρεξούσιος, όπως, η εξόφληση χρέους του αείμνηστου ή τακτοποίηση άλλης εκκρεμότητας. Δικαιοπρακτική ανικανότητα του αντιπροσωπευόμενου ή του πληρεξούσιου. Κατά την ΑΚ 223, η πληρεξουσιότητα παύει και με την δικαιοπρακτική ανικανότητα του αντιπροσωπευόμενου ή του πληρεξούσιου. Πρέπει να διακρίνουμε ανάμεσα στον πληρεξούσιο και στον αντιπροσωπευόμενο· σε περίπτωση δικαιοπρακτικής ανικανότητας του αντιπροσωπευόμενου, παύει η πληρεξουσιότητα. Το ίδιο ισχύει και για τον πληρεξούσιο. Όταν όμως επέλθει περιορισμένη δικαιοπρακτική ανικανότητα, τότε η πληρεξουσιότητα παύει για μεν τον αντιπροσωπευόμενο για τις δικαιοπραξίες που είναι ανίκανος όχι όμως γι′ αυτές που είναι περιορισμένα ικανός· για τον πληρεξούσιο, λόγω της ΑΚ 213, η περιορισμένη δικαιοπρακτική ικανότητα δεν έχει κανένα αποτέλεσμα και έτσι δεν παύει αυτή.
Δικαιοπραξίες μετά την παύση της πληρεξουσιότητας
Ρυθμίζεται η τύχη τους από τις ΑΚ 224-225. α) Δικαιοπραξίες καλόπιστου πληρεξούσιου. Κατά την ΑΚ 224, δικαιοπραξίες που επιχείρησε ο πληρεξούσιος [αντιπρόσωπος] μετά την παύση της πληρεξουσιότητας χωρίς να γνωρίζει την παύση της, δεσμεύει τον αντιπροσωπευόμενο ή τους κληρονόμους του, εκτός αν ο τρίτος με τον οποίο συναλλάχθηκε ο πληρεξούσιος γνώριζε την παύση. Αν ο τρίτος γνώριζε την παύση, δεν δεσμεύεται ο αντιπροσωπευόμενος από την δικαιοπραξία του πληρεξούσιου, ούτε υποχρεούται σε αποζημίωση του τρίτου συναλλαγέντος που γνώριζε την παύση της πληρεξουσιότητας [ΑΚ 231 § 3]. β) Δικαιοπραξίες καλόπιστου πληρεξούσιου. Σύμφωνα με την ΑΚ 225, αν ο πληρεξούσιος γνώριζε την παύση της πληρεξουσιότητας, η δικαιοπραξία είναι άκυρη, δηλαδή δεν δεσμεύεται ο αντιπροσωπευόμενος. Αν όμως ο αντιπροσωπευόμενος μπορούσε να γνωστοποιήσει στον τρίτο καλόπιστο συναλλαγέντα με τον πληρεξούσιο ότι είχε παύσει η πληρεξουσιότητα και δεν το έπραξε, τότε ο αντιπροσωπευόμενος μπορεί να υποχρεωθεί σε καταβολή εύλογης αποζημίωσης.
Πληρεξουσιότητα βάσει φαινομένου δικαίου
Σε ορισμένες περιπτώσεις, παρότι ο αντιπροσωπευόμενος δεν έχει παράσχει πληρεξουσιότητα στον πληρεξούσιο, εν τούτοις η εμπιστοσύνη του τρίτου στην παροχή πληρεξουσιότητας κρίνεται άξια προστασίας. Αυτό συμβαίνει γιατί ο αντιπροσωπευόμενος με την συμπεριφορά του δημιούργησε την εύλογη εντύπωση της ύπαρξης πληρεξουσιότητας. Αυτό συμβαίνει στις περιπτώσεις της λεγόμενης πληρεξουσιότητας ανοχής και της φαινομένης πληρεξουσιότητας. 1) Πληρεξουσιότητα ανοχής. Θεωρείται υπάρχουσα η πληρεξουσιότητα όταν ο αντιπροσωπευόμενος γνωρίζει ότι κάποιος συναλλάσσεται στο όνομα του και το ανέχεται, π.χ. ο διαχειριστής μιας ΕΠΕ γνωρίζει ότι ένας υπάλληλος της εμφανίζεται στις συναλλαγές σαν εκπρόσωπος της και ενεργεί επ′ ονόματι της· εν τούτοις, ο διαχειριστής δεν κάνει τίποτα για να σταματήσει τον υπάλληλο αυτό. Ουσιαστικά εδώ πρόκειται για περίπτωση σιωπηρής πληρεξουσιότητας. 2) Φαινομένη πληρεξουσιότητα. Θεωρείται υπάρχουσα τέτοια πληρεξουσιότητα όταν ο αντιπροσωπευόμενος, ούτε γνώριζε ούτε ανέχθηκε τη συμπεριφορά του πληρεξούσιου, θα μπορούσε όμως να το γνωρίζει αν κατέβαλλε την επιβαλλόμενη στις συναλλαγές συμπεριφορά, από την άλλη δε ο τρίτος συναλλαγείς με τον “πληρεξούσιο” δικαιούνταν να πιστέψει ότι ο εμφανιζόμενος ως πληρεξούσιος έχει την σχετική πληρεξουσιότητα, π.χ. στο προηγούμενο παράδειγμα του υπαλλήλου της ΕΠΕ, ο διαχειριστής της θα μπορούσε αν κατέβαλλε την επιβαλλόμενη επιμέλεια, να εμποδίσει την δραστηριότητα του υπαλλήλου του. Εννοείται στο παράδειγμα μας ότι, για να θεωρηθεί ως υπάρχουσα η πληρεξουσιότητα, πρέπει η συμπεριφορά του “ αντιπροσώπου” να είναι επαναλαμβανόμενη. Προστασία του τρίτου. Προστατεύεται αυτός, είτε με τις διατάξεις περί παροχής σιωπηρής πληρεξουσιότητας, είτε με την κατάχρηση δικαιώματος σε βάρος του αντιπροσωπευόμενου. Άλλο ένα παράδειγμα: ο Α έχει παράσχει πληρεξουσιότητα στην γραμματέα του Β να αγοράζει αναλώσιμα για τους υπολογιστές του γραφείου του αν η αξία τους δεν υπερβαίνει τις 40.000 δρχ. Η Β αγοράζει συχνά και επαναλαμβανόμενα από το κατάστημα εμπορίας αναλωσίμων του Γ αναλώσιμα μεγαλύτερης αξίας των 40.000 δρχ χωρίς ποτέ ο Α να προβάλλει αντιρρήσεις. Μια μέρα η Β αγοράζει από τον Γ ένα εκτυπωτή αξίας 100.000 δρχ. Αν τώρα ο Α προβάλλει αντιρρήσεις για την αγορά αυτή, ο Γ δικαιούται να αντιτάξει την δημιουργία σ′ αυτόν εύλογης πεποίθησης ότι η Β είχε πληρεξουσιότητα να αγοράζει ο,τιδήποτε από το κατάστημα του.
Έλλειψη πληρεξουσιότητας
Οι συνέπειες της έλλειψης πληρεξουσιότητας ρυθμίζονται από τις ΑΚ 229-234. Αυτές διακρίνονται ανάλογα αν ο “αντιπρόσωπος” κατήρτισε σύμβαση ή μονομερή δικαιοπραξία.
Σύμβαση
 Έλλειψη πληρεξουσιότητας σε σύμβαση. Σε περίπτωση διενέργειας σύμβασης από τον ψευδοαντιπρόσωπο, το κύρος της είναι μετέωρο, εξαρτάται δηλαδή από την έγκριση ή μη από τον αντιπροσωπευόμενο [ΑΚ 229 εδάφιο α΄]. Η ελευθερία του αντιπροσωπευόμενου να εγκρίνει ή μη τη σύμβαση ελέγχεται με την ΑΚ 281. Ο τρίτος, επειδή δεν μπορεί να εξαρτάται από τις επιθυμίες του αντιπροσωπευόμενου για να εγκρίνει ή όχι τη σύμβαση του ψευδοαντιπρόσωπου, δικαιούται να ζητήσει από τον αντιπροσωπευόμενο να εγκρίνει ή όχι μέσα σε εύλογη προθεσμία την σύμβαση. Η άπρακτη πάροδος της εύλογης προθεσμίας καθιστά την σύμβαση άκυρη. Κατά την ΑΚ 230 εδάφιο α΄, αν ο τρίτος συναλλαγείς δεν γνώριζε κατά τη σύναψη της σύμβασης την έλλειψη την πληρεξουσιότητας, δικαιούται να υπαναχωρήσει· ουσιαστικά πρόκειται για δήλωση ανάκλησης της βούλησης του και όχι για υπαναχώρηση.
Σχέση τρίτου συναλλαγέντος-ψευδοαντιπροσώπου
Αυτή ρυθμίζεται από την ΑΚ 231. Αν η σύμβαση συνάπτεται χωρίς εξουσία αντιπροσώπευσης και ο αντιπροσωπευόμενος δεν εγκρίνει την σύμβαση, τότε ο τρίτος δικαιούται, διαζευκτικά, να ζητήσει από τον ψευδοαντιπρόσωπο, είτε πλήρη αποζημίωση για άκυρη δικαιοπραξία είτε να εκτελέσει αυτός [ψευδοαντιπρόσωπος] την σύμβαση. Αν ο ψευδοαντιπρόσωπος αγνοούσε την έλλειψη εξουσίας αντιπροσώπευσης, π.χ. ο αντιπροσωπευόμενος τέθηκε σε στερητική δικαστική συμπαράσταση, τότε υποχρεώνεται αυτός [ψευδοαντιπρόσωπος] να αποζημιώσει τον τρίτο συναλλαγέντα. Η αποζημίωση του συνίσταται στην καταβολή του αρνητικού διαφέροντος[1], δηλαδή ό,τι θα είχε αν δεν πίστευε ότι κατάρτιζε μια έγκυρη δικαιοπραξία. Παραδείγματα: α) ο Ε έδωσε εντολή στον Μ να διαπραγματευτεί την εκμίσθωση ενός διαμερίσματος του. Ο Μ διαπραγματεύθηκε τη σύμβαση και συμφώνησε τους όρους της σαν αντιπρόσωπος του Ε, παρότι αυτός [Ε] δεν του έδωσε πληρεξουσιότητα για την κατάρτιση της σύμβασης. Ο μισθωτής Α εγκαθίσταται στο μίσθιο αλλά είναι κακοπληρωτής. Ο Ε ασκεί αγωγή κατά του Α για καθυστέρηση μισθώματος, η δίκη όμως χάνεται για τον Ε. Στη συνέχεια ο ίδιος [Ε] καταθέτει αγωγή στηριζόμενης στην ακυρότητα της μισθωτικής σύμβασης γιατί καταρτίστηκε χωρίς πληρεξουσιότητα στον Μ. Η αγωγή απορρίπτεται γιατί η πρώτη αγωγή αποτέλεσε σιωπηρή έγκριση της μίσθωσης [ΑΚ 229 εδ· α΄]. β) αν στο ίδιο παράδειγμα ο Ε δεν είχε ασκήσει αγωγή απόδοσης λόγω καθυστέρησης μισθώματος, ο Α θα μπορούσε να του τάξει εύλογη προθεσμία για να εγκρίνει τη μισθωτική σύμβαση. Αν ο Ε δεν ενέκρινε μέσα στην ταχθείσα προθεσμία τη μισθωτική σύμβαση, ο Α θα μπορούσε να στραφεί κατά του Μ και να ζητήσει το θετικό διαφέρον, δηλαδή, τη διαφορά του μισθώματος που θα αναγκαστεί να καταβάλλει για τη μίσθωση άλλου διαμερίσματος, τις δαπάνες μεταφοράς στο άλλο διαμέρισμα κλπ.
Μονομερής δικαιοπραξία
α) Μονομερής μη απευθυντέα δικαιοπραξία. Τέτοια δικαιοπραξία, π.χ. προκήρυξη [ΑΚ 709] είναι άκυρη και η ακυρότητα αυτή δεν θεραπεύεται ακόμη και με έγκριση του αντιπροσωπευόμενου. Επομένως, δεν υπάρχει λόγος προστασίας του τρίτου.
β) Μονομερής απευθυντέα δικαιοπραξία. Τέτοια δικαιοπραξία, π.χ. η καταγγελία σύμβασης, εφόσον ο προς ον απευθύνεται αυτή δεν την απέκρουσε, το κύρος της είναι μετέωρο μέχρι την έγκριση της από τον αντιπροσωπευόμενο. Η έγκριση έχει αποτελέσματα για το μέλλον και όχι αναδρομικά· ενεργεί δηλαδή ex nunc και όχι ex tunc. Αν όμως ο προς ον η δικαιοπραξία την αποκρούσει, τότε το δικαίωμα της έγκρισης εκ μέρους του αντιπροσωπευόμενου καταλύεται.
Σχέση αντιπροσωπευόμενου–ψευδοαντιπροσώπου
Ο αντιπροσωπευόμενος δικαιούται να στραφεί κατά του ψευδοαντιπροσώπου βάσει των διατάξεων που διέπουν την εσωτερική τους σχέση [causa] π.χ. διατάξεις περί εντολής [ΑΚ 713 επ], των διατάξεων για τη διοίκηση αλλοτρίων υποθέσεων [ΑΚ 730 επ], είτε των διατάξεων για τις αδικοπραξίες [ΑΚ 914 επ].
Κατάχρηση πληρεξουσιότητας
Κατάχρηση πληρεξουσιότητας υπάρχει όταν, η αντιπροσώπευση κινείται μέσα στα όρια της πληρεξουσιότητας αλλά γίνεται αυτή ολοφάνερα σε αντίθεση προς τα συμφέροντα του αντιπροσωπευόμενου, έτσι ώστε ο αντιπροσωπευόμενος δεν θα κατάρτιζε ποτέ ο ίδιος την δικαιοπραξία αυτή. Όταν υπάρχει κατάχρηση πληρεξουσιότητας, ο αντιπροσωπευόμενος δεσμεύεται από την δικαιοπραξία φέροντας ο ίδιος την ευθύνη για την επιλογή του αντιπροσώπου του. Αν όμως ο τρίτος γνώριζε την κατάχρηση αυτή, η δικαιοπραξία δεν δεσμεύει τον αντιπροσωπευόμενο και εφαρμόζεται η ΑΚ 229· αν δε υπάρχει και συμπαιγνία ανάμεσα στον πληρεξούσιο και στον τρίτο, τότε η δικαιοπραξία είναι άκυρη ως αντίθετη στα χρηστά ήθη [ΑΚ 178]. Παράδειγμα, Ο Α έδωσε εντολή στον Β να πωλήσει το αυτοκίνητο του με ελάχιστο τίμημα το ποσό το 2.000.000 δρχ. Ο Β πώλησε το αυτοκίνητο στον φίλο του Φ με τίμημα 2.500.000 δρχ παρότι είχε συμφερότερη πρόταση από τον Γ να το πωλήσει στο ποσό των 3.000.000 δρχ. Αν ο Φ δεν γνώριζε το πως ενήργησε ο Β [δηλαδή αντί για 2.000.000 δρχ 2.500.000 δρχ τίμημα], είναι έγκυρη η αγοραπωλησία γιατί ο Β ενήργησε μέσα στα όρια της πληρεξουσιότητας. Αν όμως οι Φ και Β ενήργησαν σε συμπαιγνία, η αγοραπωλησία είναι άκυρη σαν αντίθετη στα χρηστά ήθη [ΑΚ 178].
Αυτοδικαιοπραξία [ΑΚ 235]
Κατά την ΑΚ 235, ο αντιπρόσωπος δεν μπορεί να καταρτίζει δικαιοπραξίες ανάμεσα στον αντιπροσωπευόμενο και τον εαυτό του ή αντιπροσωπεύοντας δυο αντιπροσωπευόμενους ταυτόχρονα, εκτός αν ο αντιπροσωπευόμενος είχε επιτρέψει την δικαιοπραξία ή η αυτοδικαιοπραξία συνίσταται σε εκπλήρωση υποχρέωσης του αντιπροσωπευόμενου. Για το κύρος της επιτρεπόμενης αυτοδικαιοπραξίας χρειάζεται πάντα η τήρηση συμβολαιογραφικού εγγράφου. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει την περίπτωση της λεγόμενης αυτοδικαιοπραξίας, δηλαδή την περίπτωση κατά την οποία ο αντιπρόσωπος ενεργεί ταυτόχρονα τόσο για τον εαυτό του όσο και για τον αντιπροσωπευόμενο ή για δυο αντιπροσωπευόμενους ταυτόχρονα. Στην μια περίπτωση υφίσταται σύγκρουση συμφερόντων ανάμεσα στον αντιπρόσωπο και τον αντιπροσωπευόμενο και στην άλλη περίπτωση σύγκρουση των συμφερόντων των δυο αντιπροσωπευομένων. Έτσι υπάρχει κίνδυνος, ο αντιπρόσωπος να μεροληπτήσει είτε εις βάρος του ενός αντιπροσωπευομένου και να ευνοήσει τον εαυτό του είτε να μεροληπτήσει υπέρ των συμφερόντων του ενός εκ των αντιπροσωπευομένων και να βλάψει τα συμφέροντα του άλλου αντιπροσωπευόμενου. Η απαγόρευση της ΑΚ 235 περιλαμβάνει, τόσο τη σύμβαση όσο και τη μονομερή δικαιοπραξία, τόσο τον εκούσιο όσο και τον νόμιμο αντιπρόσωπο. Παραδείγματα: 1) Ο Π δίδει την πληρεξουσιότητα στον Α να πωλήσει ένα ακίνητο του στην Αμμουδάρα. Ο Α που ενδιαφέρεται για το ακίνητο αυτό, καταρτίζει την αγοραπωλησία με τον εαυτό του. Η σύγκρουση συμφερόντων ανάμεσα στον Π και τον Α είναι προφανής· επομένως, η αγοραπωλησία αυτή είναι άκυρη. 2) ο Α δίδει εντολή στον μεσίτη Μ να του υποδείξει ένα ακίνητο και ταυτόχρονα την πληρεξουσιότητα να το αγοράσει για λογαριασμό του [Α]. Όμοια εντολή και πληρεξουσιότητα για πώληση όμως ενός ακινήτου του έχει δώσει στον Μ ο Β. Ο Μ καταρτίζει την αγοραπωλησία σαν αντιπρόσωπος, τόσο του Α όσο και του Β. Η σύγκρουση συμφερόντων ανάμεσα στους δυο αντιπροσωπευομένους είναι προφανής γιατί κάποιον θα ευνοήσει και κάποιον θα βλάψει ο Μ. Επομένως, η αγοραπωλησία αυτή είναι άκυρη.
Εξαιρέσεις της απαγόρευσης αυτοδικαιοπραξίας
1)   Όταν ο αντιπροσωπευόμενος επιτρέψει την δικαιοπραξία. Παράδειγμα: σε κατάρτιση προσυμφώνου [ΑΚ 166] αγοραπωλησίας, ο πωλητής παρέχει την εξουσία στον Β αγοραστή να τον αντιπροσωπεύσει κατά την κατάρτιση της οριστικής σύμβασης αγοραπωλησίας. 2) Όταν ο αντιπροσωπευόμενος ωφελείται από την αυτοδικαιοπραξία. Παράδειγμα: δωρεά από τους γονείς στο ανήλικο τέκνο τους την οποία δωρεά αποδέχονται ως αντιπρόσωποι του παιδιού τους [ΑΚ 1510 γονική μέριμνα]. 3) Όταν η αυτοδικαιοπραξία συνίσταται σε εκπλήρωση υποχρέωσης. Η εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής μπορεί να είναι, είτε εκ μέρους του αντιπροσώπου προς τον αντιπροσωπευόμενο ή αντιστρόφως, είτε του ενός αντιπροσωπευόμενου προς τον άλλο αντιπροσωπευόμενο. Παράδειγμα, σε εκπλήρωση προσυμφώνου ανάμεσα στον οικοπεδούχο και τον εργολάβο, αποκτά ο εργολάβος με αυτοσύμβαση την κυριότητα ενός διαμερίσματος του οικπεδούχου σε εξόφληση της οφειλόμενης αμοιβής του οικοπεδούχου προς τον εργολάβο. 4) Όταν η αυτοδικαιοπραξία επιτρέπεται από τον νόμο. Παράδειγμα η σύσταση πραγματικής δουλείας σε κοινό ακίνητο υπέρ του κυρίου άλλου ακινήτου, κυρίου που είναι συγκύριος στο κοινό δουλεύον ακίνητο.
Συνέπειες της απαγόρευσης
Η ακυρότητα είναι σχετική υπέρ του αντιπροσωπευόμενου. Η ακυρότητα εδώ είναι μετέωρη μέχρι να εγκρίνει την δικαιοπραξία ο αντιπροσωπευόμενος. Ο δε αντιπρόσωπος αντιμετωπίζεται όπως ο ψευδοαντιπρόσωπος.
Ηράκλειο, 22-11-2001.

[1] Η διάκριση ανάμεσα σε θετικό και αρνητικό διαφέρον στηρίζεται στη διάκριση της ευθύνης προς αποζημίωση σε πρωτογενή και δευτερογενή. Δευτερογενής ευθύνη προς αποζημίωση υπάρχει όταν δεν εκτελείται κανονικά μια σύμβαση. Η ευθύνη αυτή περιλαμβάνει ότι θα αποκτούσε ο ζημιωθείς αν εκτελούνταν κανονικά η σύμβαση, δηλαδή ότι θα αποκτούσε αν συνέβαινε ένα θετικό γεγονός. Πρωτογενής ευθύνη υπάρχει όταν τελείται αδικοπραξία. Στην περίπτωση αυτή, ο ζημιωθείς θα ζητήσει αυτό που θα αποκτούσε αν δεν μεσολαβούσε η ζημιογόνα συμπεριφορά του ζημιώσαντος οφειλέτη. Παραδείγματα: ο οικοπεδούχος Α συνάπτει σύμβαση έργου με τον εργολάβο Β. Κατά τη διάρκεια των μελετών ο Α αλλάζει γνώμη και καταργεί τη σύμβαση με τον Β γιατί νομίζει ότι αυτός καμακώνει τη σύζυγο του. Ο Β είναι έτοιμος να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του. Επομένως, ο Α πρέπει να αποζημιώσει τον Β, αποζημίωση που θα περιλαμβάνει το κέρδος του εργολάβου από την εκτέλεση της σύμβασης. Στο ίδιο παράδειγμα, έστω ότι ο Α εξαπατά τον Β λέγοντας του ότι το οικόπεδο του είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. Η σύμβαση είναι ακυρώσιμη λόγω απάτης [ΑΚ 147]. Ο εργολάβος θα δικαιούται σαν αποζημίωση τα έξοδα μελετών της οικοδομής, πρόσληψης εργατών κλπ όχι όμως και το εργολαβικό κέρδος αν εκτελούνταν η σύμβαση [αυτό αποτελεί θετικό διαφέρον], αφού χωρίς την απάτη δεν θα καταρτίζονταν η σύμβαση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...