Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2014

Κρίση θεσμών και Σύνταγμα. I

Αριστόβουλος Μάνεσης, Συνταγματική Θεωρία και Πράξη, τόμος Ι (1954-1979), 1980 [συλλογή άρθρων, σελίδες 543-550).
1. Οί συνταγματικές εξελίξεις τής εποχής μας, όπως ειδικότερα αποκρυσταλλώθηκαν στη χώρα μας μέ τή θέσπιση του νέου Συντάγματος του 1975, δέν μπορούν νά κατανοηθούν και εκτιμηθούν σωστά, αν δέν έξεταστούν ύπό το πρίσμα τών γενικότερων κοινωνικοοικονομικών εξελίξεων. Αυτό, βέβαια, δέν σημαίνει ότι οί συνταγματικοί θεσμοί αποτελούν απλή, μηχανική, αντανάκλαση τών εκάστοτε κοινωνικοοικονομικών δομών. Ανάμεσα σ' αυτές και στό πολιτικό σύστημα, πού εκφράζεται νομικά μέ τους συνταγματικούς θεσμούς, υπάρχει οργανική καί διαλεκτική ενότητα πού συνεπάγεται αμοιβαία επίδραση: οί σχέσεις τους είναι αμφίδρομες.

Τό νομικοπολιτικό εποικοδόμημα, έχοντας μία σχετική αυτονομία απέναντι στίς κοινωνικοοικονομικές δομές, επηρεάζει καί αυτό καθοριστικά τήν όλη ιστορική εξέλιξη. Τά Συντάγματα εκφράζουν, άλλά καί ρυθμίζουν κατά βάση τις κοινωνικές σχέσεις κυριαρχίας καί υποταγής. 
Η εποχή μας χαρακτηρίζεται άπό ένα βασικό πολιτικό σύμπτωμα: συνταγματικοί θεσμοί πού είχαν αρχίσει νά λειτουργούν σέ άλλες εύρωπαΐκές χώρες πρίν από δύο σχεδόν αιώνες, στην δέ Ελλάδα πρίν από εκατό και πλέον χρόνια—έστω μέ τρόπο πολλές φορές πλημμελή—, έχουν σήμερα σοβαρά αλλοιωθεί. Ουσιώδεις μεταβολές έχουν επέλθει και στό περιεχόμενο τους και στή μορφή τους και στή λειτουργία τους. Πρόκειται γιά τους θεσμούς του «φιλελεύθερου κράτους» καί αργότερα τής «φιλελεύθερης δημοκρατίας» πού καθιδρύθηκαν μέ τά Συντάγματα, στα οποία βρήκε τή νομική της έκφραση η κοινωνικοοικονομική και πολιτική άνοδος τής αστικής τάξης.
Αυτό πού αποκαλείται Σύνταγμα, δηλαδή ένα ένιαίο νομικό κείμενο μέ αυξημένη τυπική ισχύ—υπέρτερη άπό τους κοινούς νόμους—πού περιέχει τους θεμελιώδεις κανόνες πού ρυθμίζουν τή συγκρότηση καί τήν άσκηση τής κρατικής εξουσίας καί, βασικά, τήν όλη κρατικά οργανωμένη κοινωνική συμβίωση, είναι ιστορικό προϊόν τών τελευταίων διακοσίων χρόνων. Τέτοια κείμενα, όπου έχουν καταγραφεί οί αρμοδιότητες τών κυβερνώντων καί τά όρια τής εξουσίας τους, θεσπίστηκαν αρχικά στή Β. Αμερική μετά τό 1776, κατά τόν αγώνα τής ανεξαρτησίας, καί ύστερα στή Γαλλία, μετά τήν Επανάσταση του 1789, καί άπό έκεί διαδόθηκαν στην Ευρώπη. Η θέσπιση Συντάγματος—πού καθορίζει τόν τρόπο μέ τόν όποίο είναι «συντεταγμένη» η κρατική εξουσία (Constitution, άπό τό rem publicam constituere τών Ρωμαίων)—υπήρξε επιδίωξη και επίτευγμα τών αστών στον αγώνα τους κατά τής φεουδαρχίας καί τής μοναρχίας. Γενικότερα, τό Σύνταγμα αποτελεί τή νομική συνισταμένη ενός συγκεκριμένου συσχετισμού κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων, τόν όποίο ταυτόχρονα εκφράζει καί ρυθμίζει. Αρχικά, μέ τή θέσπιση Συνταγμάτων επιδιώχθηκε νά διατυπωθούν, μέ τρόπο σαφή καί συστηματικό, σταθερό και πάγιο, οί βασικοί κανόνες πού ρυθμίζουν τήν οργάνωση καί τή λειτουργία τής κρατικής εξουσίας καί τά όριά της απέναντι στους υπηκόους. Ύστερ' άπό τή βιομηχανική επανάσταση, η διατήρηση τών διοικητικών και συντεχνιακών περιορισμών τής οίκονομικής δραστηριότητας και η συνέχιση τής συγκεντρωτικής καί απολυταρχικής άσκησης τής εξουσίας άπό τόν μονάρχη δυσκόλευαν τή λειτουργία τής αγοράς καί τήν ανάπτυξη τών παραγωγικών δυνάμεων. Η διεύρυνση τών συναλλαγών καί ή πρόοδος του εμπορίου καί τής βιομηχανίας προυπέθεταν τήν ελευθερία τών συμβάσεων καί τήν ασφάλεια τών συναλλαγών, αλλά καί τήν ελευθερία κίνησης καί τήν προσωπική ασφάλεια τών ατόμων πού τίς ενεργούσαν. Η προστασία τής ατομικής ελευθερίας καί ιδιοκ τ η σ ί α ς ήταν λοιπόν πρωταρχικό αίτημα τών αστών. Επρόκειτο ουσιαστικά γιά τήν ελευθερία τής Ιδιοκτησίας πού άπέληξε στην Ιδιοκτησία τής ελευθερίας. Η σχετική μέριμνα εκφράστηκε νομικά μέ τήν καθίδρυση του φιλελεύθερου πολιτεύματος πού αντιστοιχεί ιστορικά στην ανταγωνιστική κοινωνία τής άγοράς, τήν οποία διείπε τό δόγμα τής σχολής τών «φυσιοκρατών» οικονομολόγων: «laisez faire, laisez passer; le monde va de lui meme». Μέ τήν ελευθερία του άνταγωνισμού—τήν «ελευθερία τών αγρίων» κατά τον Fichte—θά εξασφαλιζόταν δήθεν η αρμονία και τής οικονομίας και τής κοινωνικής συμβίωσης. Τό ουσιώδες ήταν: τό κράτος νά μή εμποδίζει τή δραστηριότητα τής ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Ετσι ό διαχωρισμός κράτους και κοινωνίας έγινε πάγιο στοιχείο τής ιδεολογίας του άστικού φιλελευθερισμού.
2. Κατά τό πρώτο στάδιο τής λειτουργίας του φιλελεύθερου πολιτεύματος η ελευθερία είχε αρνητικό περιεχόμενο. Και βρήκε τήν κατοχύρωση της στά ατομικά δικαιώματα πού θεμελιώνουν αξίωση γιά αποχή (nec facere) του κράτους άπό επεμβάσεις σέ ορισμένη σφαίρα τής ύπαρξης και δράσης τών ατόμων: προσωπική ελευθερία και ασφάλεια, απαραβίαστο τής ιδιοκτησίας, ελευθερία θρησκευτικής συνείδησης, άσυλο κατοικίας, απόρρητο επιστολών, ελευθερία έκφρασης γνώμης καί τύπου κτλ. Η αποχή του κράτους εξυπηρετούσε, σέ τελευταία ανάλυση, τήν ελευθερία τών συναλλαγών, συνεπαγόταν όμως και τήν ελευθερία τής άγοράς εργασίας πού σήμαινε, στην πράξη, ελευθερία εκμετάλλευσης τών μισθωτών άπό τους εργοδότες. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι ατομικά δικαιώματα ομαδικής δράσης—όπως συνάθροιση, ίδρυση ενώσεων, συνεταιρισμών, καθώς και η συνδικαλιστική δράση καί οργάνωση—όχι μόνο δ έ ν προστατεύτηκαν αρχικά άπό τό «φιλελεύθερο κράτος», αλλά απεναντίας τούτο επενέβαινε δραστικά γιά νά τά απαγορεύσει ή επιβάλει αυστηρούς περιορισμούς στην άσκηση τους.
Η κατοχύρωση τών άρνητικού περιεχομένου ατομικών δικαιωμάτων στο Σύνταγμα συνοδεύτηκε άπό τή θέσπιση θεσμών πού στοιχειοθετούν τήν αρχή του λεγόμενου «κράτους δικαίου». Ό τεχνικός αυτός όρος δέν σημαίνει «δίκαιο κράτος»· απλώς σημαίνει—άλλά και τούτο δέν είναι λίγο— ότι η κρατική εξουσία (αυτοπεριορίζεται μέ κανόνες δικαίου, διασφαλίζοντας τή νομική θέση τών υπηκόων της, ώστε η θέληση τών ασκούντων τήν κρατική εξουσία τότε μόνο νά ισχύει και επιβάλλεται σάν κρατική θέληση, όταν είναι σύμφωνη μέ τους κανόνες δικαίου πού καθορίζουν τήν αρμοδιότητα τους, τις προϋποθέσεις, τή διαδικασία, τά μέσα και τά όρια τών επεμβάσεων σέ βάρος τών κυβερνωμένων. Στό «κράτος δικαίου» ισχύει είδικότερα η «αρχή τής νομιμότητας» και κατοχυρώνεται η «ασφάλεια δικαίου» ή «νομική ασφάλεια» ώστε, όπως έγραφε ό Montesquieu, «κανείς νά μή εξαναγκάζεται νά κάνει κάτι πού ό νόμος δέν τόν υποχρεώνει, καί νά μή κάνει κάτι πού ό νόμος του επιτρέπει». "Ετσι γίνεται σαφής διάκριση  ανάμεσα στή νομιμότητα και στην παρανομία. Τόσο τά κρατικά όργανα, όσο καί οί πολίτες πρέπει νά γνωρίζουν πότε ένεργοΰν νόμιμα καί πότε παράνομα, ώστε νά είναι σέ θέση νά ρυθμίζουν τή συμπεριφορά τους ενόψει τών έννομων συνεπειών πού προβλέπονται αντίστοιχα. Μία ολόκληρη σειρά είδικών θεσμών θεσπίστηκαν βαθμιαία γι' αυτόν τό σκοπό: πρόβλεψη κυρώσεων—ποινικών, αστικών, πειθαρχικών—κατά τών παρανομούντων κρατικών οργάνων, δικαίωμα προσφυγής γιά ακύρωση τών έν γένει παρανόμων πράξεων τών διοικητικών άρχών άπό δικαστήρια, δικαστικός έλεγχος τής συνταγματικότητας τών νόμων, και συναφώς καθιέρωση τής λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας τών δικαστών, τής δημοσιότητας τών συνεδριάσεων τών δικαστηρίων, τής αίτιολογίας τών δικαστικών αποφάσεων, επίσης η απαγόρευση σύστασης δικαστικών επιτροπών καί έκτακτων δικαστηρίων, η μή αναδρομικότητα τών ποινικών νόμων, ό θεσμός τής μονιμότητας τών δημοσίων υπαλλήλων κτλ.
Ενα άλλο στοιχείο του φιλελεύθερου πολιτεύματος είναι η οργανική διάκριση τών εξουσιών. Δέν πρόκειται γιά τό θέμα πού ξεκινάει άπό τόν Αριστοτέλη, αν δηλαδή υπάρχουν τρεις ουσιαστικά διαφορετικές λειτουργίες τής κρατικής εξουσίας—η «πολιτική Τριάδα»: νομοθετική, εκτελεστική καί δικαστική—, άλλά γιά τήν κατανομή τής άσκησης της σέ διαφορετικά κρατικά όργανα, ώστε νά αποτρέπεται η κατάχρηση τής εξουσίας. Η ρήση του Montesquieu «κάθε άνθρωπος πού άσκεί εξουσία τείνει να τήν καταχραστεί, προχωρεί ώσπου να συναντήσει φραγμούς»· γι' αυτό πρέπει «τα πράγματα να είναι διευθετημένα έτσι ώστε η εξουσία να αναχαιτίζει τήν εξουσία» υλοποιήθηκε στην άποκληθείσα «οργανική» διάκριση τών εξουσιών: άλλοι νά νομοθετούν, άλλοι να κυβερνούν καί διοικούν, άλλοι νά δικάζουν. Ωστόσο, η αρχή αυτή ποτέ δέν εφαρμόστηκε κατά τρόπο απόλυτο, ιδίως ως προς τή νομοθετική καί τήν εκτελεστική εξουσία. Αντίθετα: η αλληλεξάρτηση καί η σύμπραξη τών οργάνων πού τίς ασκούν υπήρξε στή συνταγματική πράξη ό κανόνας. Η διάκριση τών εξουσιών δέν είναι ούτε πολιτικό «αξίωμα»—πρόταση άφεαυτής φανερή—ούτε «ύπερσυνταγματική» ή «προσυνταγματική» αρχή· είναι απλώς μία μέθοδος καταμερισμού καί μία «τεχνική» περιορισμού τής κρατικής εξουσίας πού επιτυγχάνεται μέ τόν αμοιβαίο έλεγχο τών οργάνων στά όποία έχει κατανεμηθεί η άσκηση της. Η «τεχνική» αυτή εξέφραζε τό συσχετισμό τών κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων ιδίως μεταξύ μοναρχίας καί αριστοκρατίας άπό τή μιά μεριά, καί αστών άπό τήν άλλη, κατά τους 17ο, 18ο καί 19ο αιώνες. Καί συνδέθηκε είδικότερα μέ ένα άλλο στοιχείο του φιλελεύθερου πολιτεύματος: τό αντιπροσωπευτικό σύστημα.
Η ανερχόμενη αστική τάξη δέν μπορούσε νά αρκεστεί μόνο στή θέσπιση νομικών φραγμών, περιοριστικών τής αυταρχικότητας τής κρατικής εξουσίας. Στό βαθμό πού μέ τήν οίκονομική εξέλιξη οί αστοί αποκτούσαν κοινωνική δύναμη, άρχισαν νά απαιτούν, εκτός άπό τήν αποχή του κράτους άπό επεμβάσεις στή δράση τους, καί τή συμμετοχή τους στην άσκηση τής κρατικής εξουσίας, ώστε αυτή νά καταστεί αντιπροσωπευτική. Πέρα λοιπόν άπό τήν αρνητική μορφή προστασίας τών συμφερόντων τους μέσω τών ατομικών δικαιωμάτων, διεκδίκησαν καί μία αποτελεσματικότερη προστασία, ενεργητικής μορφής, μέσω πολιτικών δικαιωμάτων πού τους επιτρέπουν νά συμμετέχουν στό σχηματισμό καί στην εκδήλωση τής κρατικής θέλησης. Καί τό επέτυχαν μέ τήν καθιέρωση του δικαιώματος νά εκλέγουν καί νά εκλέγονται μέλη ενός αντιπροσωπευτικού σώματος, του Κοινοβουλίου, πού μοιράστηκε μέ τόν μονάρχη καί τήν αριστοκρατία τήν άσκηση τής εξουσίας, συμπράττοντας είδικότερα στή νομοθετική διαδικασία. Έτσι, η οργανική διάκριση τών εξουσιών, η αλληλεξάρτηση καί αλληλεπίδραση τους, αποτέλεσε μέθοδο αμοιβαίας εξισορρόπησης τών δύο τότε κυρίαρχων τάξεων: τής γαιοκτημονικής αριστοκρατικής πού αποσυρόταν άπό τό ιστορικό προσκήνιο και τής αστικής πού ανέβαινε.
II

1. "Ολοι αυτοί οί θεσμοί—ατομικά δικαιώματα, «κράτος δικαίου», διάκριση τών εξουσιών, αντιπροσωπευτικό σύστημα—υπήρξαν στοιχεία ενός νέου πολιτεύματος, πού ήταν φιλελεύθερο, άλλ' όχι και δημοκρατικό. Τό φιλελεύθερο και τό δημοκρατικό πολίτευμα δέν συμπίπτουν ούτε εννοιολογικά ούτε ιστορικά. Άρκεί νά σημειωθεί ότι τό αντιπροσωπευτικό σύστημα λειτούργησε σέ διάφορες χώρες, τόν 18ο καί τόν 19ο αίώνα, στηριγμένο στην περιορισμένη «τιμηματική» ψήφο. Εκλογείς ήταν μόνον οί Ιδιοκτήτες. Η ιδιοκτησία αποτελούσε αναγκαίο καί επαρκές προσόν γιά νά γίνει κανείς μέλος του εκλογικού σώματος καί γιά νά εκλεγεί βουλευτής. Η ύπαρξη δέ του προσόντος τούτου αποδεικνυόταν μέ τήν καταβολή ορισμένου φόρου, πού άποτελούσε τό «τίμημα» τής ψήφου. Ετσι, π.χ. στή Γαλλία τό 1830, σέ πληθυσμό είκοσιπέντε εκατομμυρίων περίπου, ό αριθμός τών πολιτών πού είχαν δικαίωμα ψήφου («ενεργοί πολίτες») δέν ήταν πάνω άπό εκατό τριάντα χιλιάδες, καί ό αριθμός τών εκλόγιμων ήταν γύρω στίς δεκαέξη μόλις χιλιάδες. Η μεγάλη μάζα του λαού έμενε λοιπόν στο περιθώριο του πολιτικού βίου («παθητικοί πολίτες»). Τό πολίτευμα ήταν μέν φιλελεύθερο, άλλα η ελευθερία λειτουργοϋσε μόνο μεταξύ τών μελών τών κυρίαρχων τάξεων, ήταν συνάρτηση τών κτημάτων τους. Οί αστοί καί οί γαιοκτήμονες είχαν τό δικαίωμα του εκλέγειν, οί δέ πλουσιώτεροι άπ' αυτούς καί τό δικαίωμα του εκλέγεσθαι. Θεωρητικά, βέβαια, μέσα στην ανταγωνιστική κοινωνία τής άγοράς, ό καθένας ήταν ελεύθερος νά αποκτήσει αυτά τά πολιτικά δικαιώματα, άρκεί νά... πλούτιζε! Τό έλεγε μέ κυνισμό ή υποκρισία ό Guizot: «enrichissez-vous».
Αυτή η αντιδημοκρατική ύφή του άντιπροσωπευτικού συστήματος, τό όποίο στηριζόταν σ' ένα περιορισμένο καί κοινωνικά ομοιογενές εκλογικό σώμα, καθιστούσε καί τό Κοινοβούλιο ομοιογενές καί αποκλειστικό όργανο επιβολής τών κυρίαρχων τάξεων. Εκφραση αυτών τών κοινωνικοπολιτικών δεδομένων άποτελούσε η ιδεολογία τής «διακυβέρνησης μέ τόν (ορθό) Λόγο», η αντίληψη δηλαδή ότι μέ τή συζήτηση και τήν αντιπαράθεση απόψεων στό Κοινοβούλιο οί βουλευτές άναζητούν άπό κοινού τήν αλήθεια, τό «σωστό» και «δίκαιο», το «γενικό συμφέρον», ανταλλάσσοντας λογικά επιχειρήματα γιά νά καταλήξουν σε ορθά και κοινώς αποδεκτά συμπεράσματα.
2. Ο εκδημοκρατισμός του φιλελεύθερου πολιτεύματος δέν άρχισε παρά με τήν καθολική ψηφοφορία. Η καθιέρωση της αποτελεί τό ορόσημο πού σημαδεύει τήν είσοδο τών λαϊκών τάξεων στο πολιτικό προσκήνιο. Τό πολυπληθέστερο άπό τά δύο αντιμαχόμενα «έθνη» —γιά τά όποια μιλούσε ο Disraeli—, τό «έθνος» τών φτωχών, πού δέν τό θεωρούσαν ίκανό νά αυτοδιοικηθεί, άρχισε νά διεκδικεί τήν είσοδό του στην πολιτική αγορά, γιά νά μπορέσει νά βελτιώσει τή θέση του στην οικονομική αγορά. Η κατάκτηση του δικαιώματος τής καθολικής ψήφου δέν υπήρξε, βέβαια, εύκολη υπόθεση. Οί κρατούντες αντέδρασαν πεισματικά, όσο μπορούσαν, γιατί καταλάβαιναν ότι η χρησιμοποίηση τών αντιπροσωπευτικών διαδικασιών άπό τις λαϊκές τάξεις θά υπονόμευε βαθμιαία τό καθεστώς— καί ασφαλώς δέν είχαν άδικο. Οί διακηρύξεις όμως του άστικού φιλελευθερισμού γιά ελευθερία και ισότητα ήταν πάρα πολύ πρόσφατες γιά νά άγνοηθούν. Έξ άλλου, η ένταξη τών λαϊκών μαζών στή λειτουργία του συστήματος του παρείχε τότε μιά κάποια εξασφάλιση άπό βίαιες αμφισβητήσεις.
Τήν εποχή εκείνη, πού οί μεγάλες λαϊκές μάζες ήταν εξαθλιωμένες καί αναλφάβητες, η καθιέρωση τής καθολικής ψήφου ενείχε ασφαλώς κινδύνους γιά ενδεχόμενη ένταση τής πολιτικής τους αλλοτρίωσης. Γι' αυτό, ορισμένοι σοσιαλιστές τής εποχής είχαν διατυπώσει τό φόβο μήπως η καθολική ψηφοφορία οδηγήσει σε πλήρη χειραγώγηση και μεγαλύτερη εκμετάλλευση τής εργατικής τάξης άπό τους εργοδότες, πού θά μπορούσαν, μέ τήν απειλή τής απόλυσης—απέναντι στην οποία δέν υπήρχε τότε καμία κατοχύρωση—νά εξαναγκάζουν τους εργαζόμενους, πού βρίσκονταν σε σχέση εξάρτησης άπ' αυτούς, νά ψηφίζουν σχεδόν «κατ' έπιταγήν». Η δημοκρατία είναι, όμως, όπως έλεγε ό Jaures, «μία μεγάλη πράξη εμπιστοσύνης και μία μεγάλη πράξη τόλμης». Δέν υπάρχει αμφιβολία, ότι αν κάποτε οί πλατειές λαϊκές μάζες δέν άποκτούσαν πολιτικά δικαιώματα, ο φαύλος κύκλος—ο λογικά καί πολιτικά καί ηθικά φαύλος κύκλος—μέσα στον όποιο προσπαθούσαν νά τις κρατήσουν έγκλειστες οί κρατούντες, μέ τό επιχείρημα ότι ήταν ακόμη άνώριμες, θά μπορούσε ίσως να συνεχίζεται στους αιώνες τών αιώνων... Διερράγη μέ τήν καθιέρωση τής καθολικής ψήφου. Ετσι άρχισε η πολιτική διαπαιδαγώγηση, συνειδητοποίηση και χειραφέτηση τών λαϊκών τάξεων. Διότι δεν μαθαίνει κανείς κολύμπι έξω άπό τή θάλασσα...
Μέ τήν καθιέρωση τής καθολικής ψηφοφορίας διευρύνθηκε η πολιτική ισότητα καί επεκτάθηκε η πολιτική ελευθερία. Οί υπήκοοι τής κρατικής εξουσίας γίνονται πολίτες κατά τό μέτρο πού συμπράττουν στοιχειωδώς στην άσκηση της. Τό μέχρι τότε απλώς φιλελεύθερο πολίτευμα έξελλίσσεται σέ φιλελεύθερη δημοκρατία, πού αναγνωρίζει σέ όλους τους πολίτες, χωρίς νομικές διακρίσεις καί προνόμια, τα ίδια δικαιώματα, ατομικά καί πολιτικά. Μέ τήν είσοδο τών λαϊκών τάξεων στο ισχύον πολιτικό σύστημα ολοκληρώθηκε τό ανοδικό ίστορικό κύκλωμα τής αστικής κυριαρχίας. Τότε κυριάρχησε καί τό Κοινοβούλιο πάνω στή (μοναρχική) εκτελεστική εξουσία. Ταυτόχρονα όμως άρχισαν να δημιουργούνται καί οί προϋποθέσεις γιά τό ξεπέρασμα τόσο τής αστικής κυρκρχίας, όσο καί τής φιλελεύθερης δημοκρατίας ώς πολιτικού συστήματος.
Άπό τότε πού η άρχουσα τάξη τών ιδιοκτητών υποχρεώθηκε νά παραιτηθεί άπό τό πολιτικό της μονοπώλιο καθιερώνοντας τήν καθολική ψηφοφορία, οί λαϊκές μάζες, μέ τό ειδικό πολιτικό βάρος πού απέκτησαν, άρχισαν νά προωθούν κοινωνικές διεκδικήσεις (ελάττωση ωρών καί βελτίωση ορών εργασίας, μεγαλύτερα ημερομίσθια, ασφαλίσεις), αξιοποιώντας τα δικαιώματα ομαδικής δράσης, τήν ελευθερία τής γνώμης καί του τύπου καί τό εκλογικό δικαίωμα. Ιδρύθηκαν πολιτικά κόμματα μέ σαφή ταξικό χαρακτήρα καί κατέρρευσε τό πλάσμα τής πολιτικής ενότητας του Έθνους ή του Λαού καί τής δήθεν ενιαίας συνείδησης του. Καί οί ταξικοί ανταγωνισμοί μεταφέρθηκαν στό Κοινοβούλιο. Τότε έγινε φανερό ότι η συζήτηση έκεί μέσα δέν είναι αντιπαράθεση συλλογισμών, άλλα αντιπαράθεση συμφερόντων. Έτσι καί σήμερα προσέρχονται οί βουλευτές στή Βουλή προαποφασισμένοι ή καθοδηγημένοι άπό τήν κομματική ηγεσία τους γιά τό πώς θά ψηφίσουν, καί δέν εξαρτούν τήν ψήφο τους άπό τό αν θά πεισθούν—«ού μέ πείσεις καν μέ πείσης»—άπό τήν ανταλλαγή επιχειρημάτων πού γίνεται κατά τή συζήτηση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis