Παρασκευή, 15 Αυγούστου 2014

πειθαρχική δίωξη και θέση σε αργία για δημόσιο υπάλληλο.

Συμβούλιο της Επικρατείας, Ολομέλεια 1900/ 2014.
9. Επειδή, ο ν. 4093/2012 «’Εγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016» (Α΄ 222/12-11-2012), με την υποπαράγραφο Ζ.3 του άρθρου πρώτου με τίτλο «Αργία στο πλαίσιο της πειθαρχικής και ποινικής διαδικασίας» αντικατέστησε, μεταξύ άλλων, τις διατάξεις του άρθρου 103 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007, Α΄ 26), που αφορούν την αυτοδίκαιη θέση σε αργία των δημοσίων υπαλλήλων, όπως οι διατάξεις αυτές είχαν εν τω μεταξύ τροποποιηθεί με το άρθρο πρώτο του ν. 4057/2012 (Α΄ 54). Ειδικότερα, με την υποπαράγραφο αυτή ορίσθηκαν τα εξής:



«1. Το άρθρο 103 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (Υπαλληλικός Κώδικας, ν. 3528/2007), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4057/2012, αντικαθίσταται ως εξής: 1. Τίθεται αυτοδίκαια σε αργία: α) ο υπάλληλος που στερήθηκε την προσωπική του ελευθερία ύστερα από πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή ένταλμα προσωρινής κράτησης, β) ο υπάλληλος κατά του οποίου εκδόθηκε ένταλμα προσωρινής κράτησης και στη συνέχεια ήρθη η προσωρινή κράτησή του ή αντικαταστάθηκε με περιοριστικούς όρους, γ) ο υπάλληλος, ο οποίος παραπέμφθηκε αμετακλήτως ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου για κακούργημα. δ) ο υπάλληλος στον οποίο επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της οριστικής ή της προσωρινής παύσης, και ε) ο υπάλληλος ο οποίος έχει παραπεμφθεί στο αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο για τα παραπτώματα των περιπτώσεων α΄, γ΄, δ΄, ε΄, θ΄, ι΄, ιδ΄, ιη΄, κγ΄, κδ΄, κζ΄ και κθ΄ του άρθρου 107 ή αντίστοιχα παραπτώματα του ίδιου άρθρου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012, ή αντίστοιχα παραπτώματα του προϊσχύοντος Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 2683/1999). 2. Ο υπάλληλος επανέρχεται αυτοδίκαια στα καθήκοντά του, εάν εκλείψει ο λόγος για τον οποίο έχει τεθεί σε αργία. Ειδικότερα: α. Υπάλληλος ο οποίος τέθηκε σε αργία στις περιπτώσεις α΄ έως γ΄ της παραγράφου 1 ασκεί εκ νέου τα καθήκοντά του αν αθωωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση. β. Η αργία της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 1 αρχίζει από την κοινοποίηση στον υπάλληλο της πειθαρχικής απόφασης και λήγει με την έναρξη της εκτέλεσης της πειθαρχικής ποινής της οριστικής ή προσωρινής παύσης που του επιβλήθηκε ή με την έκδοση απόφασης σε δεύτερο βαθμό ή δικαστικής απόφασης που είτε απαλλάσσει τον υπάλληλο από την πειθαρχική ευθύνη είτε του επιβάλλει ποινή διαφορετική από την οριστική ή προσωρινή παύση. γ. Η αργία της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 1 αρχίζει από την κοινοποίηση στον υπάλληλο του παραπεμπτηρίου εγγράφου και λήγει με την έκδοση πρωτοβάθμιας πειθαρχικής απόφασης που τον απαλλάσσει ή του επιβάλλει ποινή διαφορετική από την οριστική ή προσωρινή παύση. Αν του επιβληθεί κάποια από τις ποινές αυτές η αργία συνεχίζεται και λήγει σύμφωνα με την προηγούμενη περίπτωση. 3. Η διαπιστωτική πράξη θέσης σε αργία εκδίδεται αμελλητί από το αρμόδιο για το διορισμό του υπαλλήλου όργανο. Η πράξη επανόδου του υπαλλήλου στην υπηρεσία εκδίδεται από το ίδιο όργανο: α) μετά από τελεσίδικη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, β) μετά από βεβαίωση της αρμόδιας μονάδας προσωπικού ότι εκτελέστηκε η πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης που έχει επιβληθεί ή μετά από απόφαση του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου ή του αρμόδιου δικαστηρίου που απαλλάσσει τον υπάλληλο ή του επιβάλλει ποινή διαφορετική από την οριστική ή προσωρινή παύση, ή μετά από σχετική βεβαίωση του προέδρου του οικείου δικαστικού σχηματισμού, και γ) μετά από απόφαση του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου με την οποία ο υπάλληλος απαλλάσσεται από την πειθαρχική ευθύνη ή του επιβάλλεται πειθαρχική ποινή διαφορετική από την οριστική ή προσωρινή παύση για πειθαρχικό παράπτωμα της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 1, ή μετά από σχετική βεβαίωση του προέδρου του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου. Ο υπάλληλος επανέρχεται στην υπηρεσία του από την κοινοποίηση σε αυτόν της αντίστοιχης διαπιστωτικής πράξης. Εφόσον έχει επιβληθεί αυτοδίκαιη αργία στις περιπτώσεις β΄, γ΄,δ΄ και ε΄ της παραγράφου 1, η οποία δεν έχει αρθεί σύμφωνα με την παράγραφο 2, και δεν έχει επιβληθεί στον υπάλληλο πειθαρχική ποινή οριστικής παύσης, το πειθαρχικό συμβούλιο στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση γνωμοδοτεί μετά την πάροδο ενός έτους από τη θέση του υπαλλήλου σε αυτοδίκαιη αργία και κάθε επόμενο έτος σχετικά με την τυχόν συνδρομή λόγων που καθιστούν μη αναγκαία τη συνέχισή της. Το όργανο που είναι αρμόδιο για το διορισμό του υπαλλήλου, εφόσον κρίνει, μετά την ανωτέρω γνωμοδότηση του πειθαρχικού συμβουλίου ή μετά από γνωμοδότηση του ίδιου συμβουλίου που μπορεί να ζητηθεί οποτεδήποτε, ότι με βάση τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης δεν είναι αναγκαία η συνέχιση της αργίας, μπορεί να διατάσσει την αναστολή της και την επάνοδο του υπαλλήλου στα καθήκοντά του ή τη μετακίνησή του σύμφωνα με το άρθρο 66. Για την προθεσμία εντός της οποίας οφείλει να γνωμοδοτήσει το πειθαρχικό συμβούλιο και τις συνέπειες της μη γνωμοδότησής του εντός της νόμιμης προθεσμίας εφαρμόζεται αναλόγως η παράγραφος 4 του επόμενου άρθρου. Η αναστολή της αργίας μπορεί να διατάσσεται και για ορισμένο χρόνο και να ανακαλείται οποτεδήποτε, εφόσον επιβάλλεται από το συμφέρον της υπηρεσίας και ιδίως σε περίπτωση υποτροπής, που οφείλεται στην τέλεση οποιουδήποτε νέου παραπτώματος από τον υπάλληλο». Περαιτέρω, στις παραγράφους 7, 8 και 9 της ιδίας υποπαραγράφου ορίσθηκαν τα εξής: «7. Οι διατάξεις των περιπτώσεων 1 έως 6 της παρούσας υποπαραγράφου εφαρμόζονται και στις υποθέσεις που είναι εκκρεμείς κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 8. Το αρμόδιο για την εκδίκαση αίτησης αναστολής εκτελέσεως δικαστήριο, η οποία στρέφεται κατά πράξης με την οποία διαπιστώνεται η θέση υπαλλήλου σε κατάσταση αυτοδίκαιης αργίας ή με την οποία ο υπάλληλος τίθεται σε δυνητική αργία, μπορεί, εφόσον πιθανολογείται σοβαρά κίνδυνος βιοπορισμού του υπαλλήλου ή της οικογένειας του, να διατάσσει, ως προσωρινό μέτρο, την αύξηση των αποδοχών της αργίας μέχρι το 75% των νόμιμων αποδοχών του υπαλλήλου. 9. Στις περιπτώσεις αυτοδίκαιης αργίας της παραγράφου 1 περίπτωση ε΄ του άρθρου 103 του Υπαλληλικού Κώδικα και της παραγράφου 1 περίπτωση ε΄ του άρθρου 107 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, όπως αντικαθίστανται με τις περιπτώσεις 1 και 3 της παρούσας υποπαραγράφου, οι αποδοχές της αργίας ορίζονται στο 75% των νομίμων αποδοχών των υπαλλήλων». Εξάλλου, στο άρθρο 107 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007) με τίτλο «Απαρίθμηση πειθαρχικών παραπτωμάτων», όπως το άρθρο αυτό συμπληρώθηκε με το άρθρο 23 παρ. 3 του ν. 3896/2010 (Α΄ 207) και εν συνεχεία αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012 (Α΄ 54/14-3-2012) ορίζονται τα εξής: «1. Πειθαρχικά παραπτώματα είναι: α) πράξεις με τις οποίες εκδηλώνεται άρνηση αναγνώρισης του Συντάγματος ή έλλειψη αφοσίωσης στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία, β) ... γ) η παράβαση καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα ή άλλους ειδικούς ποινικούς νόμους, δ) η απόκτηση οικονομικού οφέλους ή ανταλλάγματος προς όφελος του ιδίου του υπαλλήλου ή τρίτου προσώπου, κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή εξ αφορμής αυτών, ε) η αναξιοπρεπής ή ανάρμοστη ή ανάξια για υπάλληλο συμπεριφορά εντός ή εκτός υπηρεσίας, στ) ... ζ) ... η) ... θ) η σοβαρή απείθεια, ι) η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων, ια) … ιβ) ... ιγ) ... ιδ) η χρησιμοποίηση της δημοσιοϋπαλληλικής ιδιότητας ή πληροφοριών που κατέχει ο υπάλληλος λόγω της υπηρεσίας ή της θέσης του, για εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων του ίδιου ή τρίτων προσώπων, ιε) ... ιστ) ... ιζ) ... ιη) η άρνηση σύμπραξης, συνεργασίας, χορήγησης στοιχείων ή εγγράφων κατά τη διεξαγωγή έρευνας, επιθεώρησης ή ελέγχου από Ανεξάρτητες Διοικητικές Αρχές, τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης και τα ιδιαίτερα Σώματα και Υπηρεσίες Επιθεώρησης και Ελέγχου, ιθ) ... κ) ...
κα) ... κβ) ... κγ) η φθορά λόγω ασυνήθιστης χρήσης, η εγκατάλειψη ή η παράνομη χρήση πράγματος το οποίο ανήκει στην υπηρεσία, κδ) η παράλειψη από τα πειθαρχικά όργανα δίωξης και τιμωρίας πειθαρχικού παραπτώματος, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 110 του παρόντος, κε) ... κστ) ... κζ) η μη τήρηση του ωραρίου από τον υπάλληλο και η παράλειψη του προϊσταμένου να ελέγχει την τήρηση του, κη) ... κθ) τα ειδικά πειθαρχικά παραπτώματα που ορίζονται στο στοιχείο α΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 117 του παρόντος νόμου, λ) ... 2. Διατάξεις που ορίζουν ειδικά πειθαρχικά παραπτώματα διατηρούνται σε ισχύ».
 10. Επειδή, με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ν. 4093/2012 αναμορφώνεται ο θεσμός της αυτοδίκαιης αργίας των δημοσίων υπαλλήλων, ώστε, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού, να επιτυγχάνεται η άμεση και έγκαιρη απομάκρυνση όσων διώκονται ή τιμωρούνται για σοβαρά ποινικά και πειθαρχικά παραπτώματα. Προκειμένου, ειδικότερα, για τα πειθαρχικά παραπτώματα, η αυτοδίκαιη αργία ρυθμίζεται κατά τρόπο αυστηρότερο εν σχέσει με τις προγενέστερες διατάξεις, με τις νέες δε ρυθμίσεις διευρύνεται το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 103 του Υπαλληλικού Κώδικα ώστε να εμπίπτουν σ’ αυτό και περιπτώσεις τελέσεως παραπτωμάτων, για τα οποία ο υπάλληλος δεν έχει ακόμη τιμωρηθεί πειθαρχικώς. ΄Ετσι, εκτός από την επιβολή σε βάρος του υπαλλήλου της πειθαρχικής ποινής της οριστικής ή της προσωρινής παύσεως άνω των έξι μηνών, που αποτελούσε, πριν από τη θέση σε ισχύ των ανωτέρω διατάξεων του ν. 4093/2012, τη μοναδική περίπτωση θέσεως υπαλλήλου σε κατάσταση αυτοδίκαιης αργίας, το διοικητικό αυτό μέτρο επιβάλλεται πλέον και στις περιπτώσεις που ασκείται πειθαρχική δίωξη στον υπάλληλο για την διάπραξη κάποιου από τα απαριθμούμενα στην περίπτωση ε΄ της παραγράφου 1 της υποπαραγράφου Ζ3 του ως άνω νόμου πειθαρχικά παραπτώματα, για τα οποία η θέση του υπαλλήλου σε αυτοδίκαιη αργία επέρχεται με μόνη προϋπόθεση την άσκηση κατ’ αυτού πειθαρχικής διώξεως και την παραπομπή του στο αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο. Περαιτέρω, όμως, το μέτρο αυτό μπορεί να ανασταλεί και ο υπάλληλος να επανέλθει στα καθήκοντά του ή να μετακινηθεί σε άλλη υπηρεσία, εφόσον κριθεί αιτιολογημένα από το αρμόδιο για τον διορισμό όργανο, κατόπιν γνωμοδοτήσεως του οικείου πειθαρχικού συμβουλίου και μετά από εκτίμηση του συμφέροντος της υπηρεσίας και των ιδιαιτέρων περιστάσεων της υποθέσεως, ότι δεν είναι εξ αντικειμένου αναγκαία η συνέχιση της παραμονής του υπαλλήλου εκτός υπηρεσίας. Προς το σκοπό αυτό, το πειθαρχικό συμβούλιο γνωμοδοτεί μετά την πάροδο έτους από τη θέση του υπαλλήλου σε αυτοδίκαιη αργία και κάθε επόμενο έτος σχετικά με τη συνδρομή των πιο πάνω λόγων, ενώ και ο ίδιος ο υπάλληλος, του νόμου μη διακρίνοντος, δικαιούται να ζητήσει την αναστολή της αργίας κατά την ειδικότερα διαγραφόμενη στις προεκτεθείσες διατάξεις διαδικασία.
 11. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το φάκελλο της δικογραφίας, ο αιτών, εκπαιδευτικός του κλάδου ΠΕ12, διορίσθηκε σε μόνιμη θέση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης το έτος 2000 (φ. 251/31-8-2000 Γ΄), παράλληλα δε προσελήφθη και δίδασκε με συμβάσεις μισθώσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, από το έτος 2000 έως το έτος 2012, ως ωρομίσθιος καθηγητής στο Κέντρο Επιμόρφωσης Στελεχών Εμπορικού Ναυτικού (ΚΕΣΕΝ)/Μηχανικών και από το έτος 2000 έως το έτος 2004, στη Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών Ναυτικού (ΣΜΥΝ). Σύμφωνα με το από 31-5-2012 πόρισμα της διενεργηθείσας ένορκης διοικητικής εξέτασης (ΕΔΕ), ο αιτών δεν είχε ενημερώσει για την πρόσθετη αυτή απασχόληση την υπηρεσία του και δεν είχε λάβει την απαραίτητη προς τούτο άδεια, ενώ δεν υπέβαλε και την προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 1256/1982 περί πολυθεσίας (Α΄ 65) υπεύθυνη κατ’ έτος δήλωση στις αρμόδιες για τις κατεχόμενες θέσεις υπηρεσίες. Περαιτέρω, κατά τα έτη 2004-2010, σύμφωνα με το ίδιο πόρισμα, κατέθετε υπεύθυνες δηλώσεις του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 (Α΄ 75), με τις οποίες δήλωνε ψευδώς ότι δεν ενέπιπτε στις απαγορευτικές διατάξεις του ως άνω ν. 1256/1982 και του άρθρου 35 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 2683/1999 και εν συνεχεία ν. 3528/2007), καθώς και ότι ασκούσε «το επάγγελμα του Ηλεκτρολόγου-Μηχανικού». Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, με το ΕΠ117/14-9-2012 παραπεμπτήριο έγγραφο του Αναπληρωτή Διευθυντή της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Δ΄ Αθήνας παραπέμφθηκε στο οικείο Περιφερειακό Υπηρεσιακό Συμβούλιο για το πειθαρχικό παράπτωμα της παράβασης καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα ή άλλους ειδικούς ποινικούς νόμους (άρθρα 106 και 107 παρ. 1β΄ του ν. 3528/2007, όπως το τελευταίο αυτό άρθρο ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/12 - Α΄ 54/ 14-3-2012) σε συνδυασμό και με τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 του ίδιου νόμου καθώς και των άρθρων 1 παρ. 1-2 και 5, 2, 4 και 5 του ν. 1256/1982 και 8 παρ. 1 και 22 παρ. 6 εδαφ. α΄ του ν. 1599/1986. Ακολούθως, με την νυν προσβαλλόμενη Φ.277/487/161499/20.12.2012/19.12.2012 διαπιστωτική πράξη του Υφυπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού τέθηκε σε αυτοδίκαιη αργία, κατ΄εφαρμογή της περ. ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 103 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007, Α΄ 26), όπως το άρθρο αυτό είχε εν τω μεταξύ αντικατασταθεί με την παράγραφο 1 της υποπαραγράφου Ζ.3 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α΄ 222/12-11-2012), και από την έναρξη ισχύος του τελευταίου αυτού νόμου, δηλ. από 12-11-2012.
12. Επειδή, με την αίτηση ακυρώσεως που άσκησε ο αιτών κατά της ανωτέρω διαπιστωτικής πράξεως προβάλλεται ότι η πράξη αυτή δεν είναι νόμιμη, διότι η προεκτεθείσα παράγραφος 1 της υποπαραγράφου Ζ.3 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, επί της οποίας ερείδεται, αντίκειται προς τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 4 και 20 παρ. 2 του Συντάγματος και 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256), με την οποία κατοχυρώνεται το τεκμήριο αθωότητας, ενώ εμμέσως προβάλλεται και αντίθεση της εν λόγω διατάξεως προς την κατοχυρούμενη από το Σύνταγμα αρχή της αναλογικότητας.
13. Επειδή, στην παρ. 4 του άρθρου 103 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι εφόσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν. Αυτοί εξελίσσονται μισθολογικά σύμφωνα με τους όρους του νόμου και, εκτός από τις περιπτώσεις που αποχωρούν λόγω ορίου ηλικίας ή παύονται με δικαστική απόφαση, δεν μπορούν να μετατεθούν χωρίς γνωμοδότηση ούτε να υποβιβαστούν ή να παυθούν χωρίς απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου, που αποτελείται τουλάχιστον κατά τα δύο τρίτα από μόνιμους δημοσίους υπαλλήλους. Κατά των αποφάσεων των συμβουλίων αυτών επιτρέπεται προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας, όπως νόμος ορίζει».
14. Επειδή, όπως έχει γίνει παγίως δεκτό, υπό το κράτος των προϊσχυσασών διατάξεων, η αυτοδίκαιη θέση του υπαλλήλου σε κατάσταση αργίας δεν επιφέρει τη λύση της υπαλληλικής σχέσεως, ούτε την απώλεια της οργανικής θέσεως ή του κατεχομένου από τον υπάλληλο βαθμού ούτε αποτελεί πράξη απολύσεως από την υπηρεσία ή πράξη εκτελέσεως σχετικής αποφάσεως του υπηρεσιακού συμβουλίου, αλλά συνιστά προσωρινό διοικητικό μέτρο, το οποίο συνεπάγεται την για λόγους δημοσίου συμφέροντος διακοπή της ενεργού ασκήσεως των υπηρεσιακών καθηκόντων του υπαλλήλου κατά τη διάρκεια της εκκρεμότητας της πειθαρχικής ή ποινικής του υποθέσεως. Συνεπώς, η επιβολή του μέτρου αυτού δεν ισοδυναμεί από πλευράς εννόμων αποτελεσμάτων προς απόλυση ή υποβιβασμό (ΣτΕ 2163/2004 7μλ., 3727/1994, 1241/1993, 2363/1992, 649, 4635/1987, πρβλ. ΣτΕ 3376/2013 κ.ά.). Ως εκ τούτου, η θέση του υπαλλήλου σε κατάσταση αργίας, σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη της περ. ε΄ της παρ. 1 της υποπαραγράφου Ζ3 του ν. 4093/2012, η οποία έχει τα αυτά εννοιoλογικά χαρακτηριστικά, δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις για τις οποίες απαιτείται, κατά το προεκτεθέν άρθρο 103 παρ. 4 του Συντάγματος, προηγούμενη απόφαση του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου (πρβλ. ΣτΕ 3376/2013, 1480/1999, 1859-62/1997, 1409/1983, 1444/1966 κ.ά.). Επομένως, ο λόγος της αιτήσεως ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται, ειδικότερα, ότι η ρύθμιση της επίμαχης διατάξεως αντίκειται στην προαναφερθείσα συνταγματική διάταξη, διότι η θέση σε κατάσταση αυτοδίκαιης αργίας αποτελεί προσωρινή παύση και, επομένως, επιβάλλεται να προηγείται της σχετικής πράξεως δικαστική απόφαση ή απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
15. Επειδή, στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 ορίζεται ότι: «Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του». Mε την ανωτέρω διάταξη κατοχυρώνεται, ως διαδικαστική εγγύηση, το τεκμήριο αθωότητας, το οποίο αποτελεί, κατά την πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ειδικότερη έκφανση της καθιερούμενης από την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου δίκαιης δίκης, η οποία επιβάλλει να θεωρείται ένα πρόσωπο που κατηγορείται για αδίκημα «ποινικής φύσεως» αθώο μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή του από Δικαστήριο και, εν συνεχεία, να γίνεται σεβαστό και να μην αμφισβητείται, μετά την οριστική απαλλαγή του, το αποτέλεσμα αυτό, έστω και με την έκφραση αμφιβολιών, από οποιαδήποτε άλλη δικαστική ή δημόσια αρχή ή εκπρόσωπο του Κράτους (αποφάσεις ΕΔΔΑ της 25 Mαρτίου 1983 Minelli v. Switzerland, της 10-2-1995 Allenet de Ribemont v. France, της 28-1-2005 Y.B. et autres c. Turquie, της 19-9-2006 Matijasevic c. Serbie, της 12-2-2007 Pandy c. Belgique, της 27-9-2007 Σταυρόπουλος κατά Ελλάδας σκέψεις 28, 29 και 30, της 14-1-2010 Vanjak v. Croatia, της 15-7-2010 Sicik v. Croatia, κ.ά.). Το πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής δεν περιορίζεται όμως μόνον στην περίπτωση του προσώπου που έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιάς ποινικής δίκης, ως φερόμενο να έχει διαπράξει αδίκημα που εντάσσεται συστηματικά στο πλαίσιο της εθνικής ποινικής νομοθεσίας, περίπτωση που αποτελεί κατ΄αρχάς το πεδίο εφαρμογής της ανωτέρω διατάξεως, αλλά επεκτείνεται υπό προϋποθέσεις και εκτός του πλαισίου αυτού. Ειδικότερα, η ως άνω διάταξη, κατά την σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ, δεν αναφέρεται αποκλειστικώς και μόνον σε πράξεις που εντάσσονται, στα απαριθμούμενα από την ποινική νομοθεσία του εθνικού κράτους αδικήματα και τιμωρούμενα ως τοιαύτα από αυτήν, αλλά, υπό προϋποθέσεις, και σε πράξεις που ο εθνικός νομοθέτης χαρακτηρίζει πειθαρχικά παραπτώματα ή διοικητικές κυρώσεις, προβλέποντας την επιβολή τύποις πειθαρχικών κυρώσεων ή διοικητικών μέτρων. Έτσι, σύμφωνα με τη νομολογία του ανωτέρω Δικαστηρίου, μια συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά χαρακτήρα «ποινικής φύσεως», ώστε να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής εν γένει του άρθρου 6, εφόσον συγκεντρώνει τρία κριτήρια, που δεν είναι απαραίτητο να συντρέχουν σωρευτικά. Τα κριτήρια αυτά άπτονται του χαρακτηρισμού του αδικήματος από την εθνική έννομη τάξη, δηλ. του εάν το αδίκημα διέπεται από διατάξεις του ποινικού δικαίου, της φύσεως του αδικήματος και της βαρύτητας της μέγιστης προβλεπόμενης από τις οικείες διατάξεις κυρώσεως, η οποία θα πρέπει κατ’ αρχήν να οδηγεί σε στέρηση ή περιορισμό της προσωπικής ελευθερίας (βλ. αποφάσεις ΕΔΔΑ, κυρίως της 8-6-1976 Engel and others v. Netherlands, της 28-6-1984 Campbell and Fell v. The United Kingdom σκέψεις 66-73, της 24-9-1997 Γαρυφάλλου κατά Ελλάδας, της 5-1-2001 Phillips v. the United Kingdom , της 11-2-2003 Y. v. Norway, της 11-2-2003 Ringvold v. Norway, της 13-7-2007 Moulletc. France, της 23-8-2011 Βαγενάς κατά Ελλάδας, της 12-7-2013 Allen v. United Kingdom κ.ά., πρβλ. ΣτΕ 1405/2007).Συνεπώς, επί αμιγώς πειθαρχικών ή διοικητικών κυρώσεων ή μέτρων, τα οποία δεν έχουν οποιοδήποτε σύνδεσμο με παράλληλη ή προηγηθείσα ποινική διαδικασία και στις οποίες δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε τέτοια διαδικασία, δεν γεννάται ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (βλ. ΕΔΔΑ αποφ. της 13-7-2007 Moullet c. France, πρβλ. και αποφάσεις της 11-2-2003 Y. v. Norway σκέψη 39, της 27-9-2007 Σταυρόπουλος κατά Ελλάδας σκέψη 30, της 15-7-2010 Sicik v. Croatia σκέψη 43, της 14-1-2010 Vanjak v. Croatia σκέψη 37, της 12-7-2013 Allen v. United Kingdom σκέψεις κυρίως 92-94, 97-99, 100,101, 104, 119, 124, εξ αντιδιαστολής απόφαση της 12-4-2011 Celik (Bozkurt) v. Turkey σκέψη 34).
16. Επειδή, εν προκειμένω, η λήψη του προβλεπόμενου από την επίμαχη διάταξη της περ. ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 103 του Υπαλληλικού Κώδικα, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, διοικητικού μέτρου της αυτοδίκαιης αργίας, κατά τα προεκτεθέντα στη σκέψη 10 της παρούσης αποφάσεως, επιβάλλεται σε βάρος του υπαλλήλου για λόγους δημοσίου συμφέροντος και εύρυθμης λειτουργίας της υπηρεσίας, αποβλέπει στην προσωρινή απομάκρυνσή του από την άσκηση των καθηκόντων του, όταν, κατά την κρίση του αρμόδιου για την επιβολή του οργάνου, υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την εκ μέρους του διάπραξη κάποιου από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στην εν λόγω διάταξη πειθαρχικά παραπτώματα και λαμβάνεται ασυνδέτως με οποιαδήποτε ποινική διαδικασία που τυχόν εκκρεμεί σε βάρος του υπαλλήλου, ενώ δεν συνιστά πειθαρχική κύρωση ούτε έχει το χαρακτήρα πειθαρχικής διώξεως. Εξάλλου, το διοικητικό αυτό μέτρο, όπως διαμορφώνεται από το σύνολο των εκτιθέμενων στην σκέψη 9 της παρούσης αποφάσεως διατάξεων, ως εκ φύσεώς του, δεν πλήττει τον υπάλληλο με τέτοια σφοδρότητα, ώστε να προσλαμβάνει ποινική χροιά και να λογίζεται ως «ποινική κύρωση», κατά την προπαρατεθείσα έννοια του ανωτέρω άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, η οποία και θα ενεργοποιούσε ενδεχομένως την εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού. Συνεπώς, μη συντρεχούσης οποιασδήποτε από τις εκτιθέμενες στην προηγούμενη σκέψη προϋποθέσεις, η διάταξη αυτή δεν έχει έδαφος εφαρμογής εν προκειμένω, ο δε λόγος της αιτήσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι η ρύθμιση των ανωτέρω διατάξεων προσκρούει στο καθιερούμενο από το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ τεκμήριο αθωότητας, διότι συνεπάγεται την επιβολή σε βάρος του υπαλλήλου ανεπίτρεπτης υπηρεσιακής πειθαρχικής κυρώσεως, χωρίς όμως αντίστοιχη αποδεδειγμένη από θεσμικό όργανο υπαίτια συμπεριφορά, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
17. Επειδή, το ανωτέρω διοικητικό μέτρο, συνεπαγόμενο την άμεση απομάκρυνση του εγκαλούμενου υπαλλήλου από την υπηρεσία του, αποσκοπεί στη διασφάλιση της απρόσκοπτης διερευνήσεως των συνθηκών διαπράξεως του παραπτώματος και της ομαλής λειτουργίας της υπηρεσίας και κατατείνει στην ενίσχυση και στην διαφύλαξη του κύρους της δημόσιας διοίκησης, συναρτάται δε με την πειθαρχική δίωξη για την τέλεση ορισμένων πειθαρχικών παραπτωμάτων, τα οποία ενέχουν ιδιαίτερη σημασία για το συμφέρον της υπηρεσίας, το οποίο στάθμισε ο ίδιος ο νομοθέτης, που επέλεξε το μέτρο αυτό για την εξυπηρέτηση του ως άνω θεμιτού σκοπού. Εξάλλου, το μέτρο αυτό, ενόψει της φύσεώς του, έχει προσωρινό χαρακτήρα, καθόσον η λήψη του δεν συνεπάγεται τον μόνιμο αποκλεισμό του υπαλλήλου από την άσκηση των καθηκόντων του, δύναται δε να ανασταλεί οποτεδήποτε, είτε με πρωτοβουλία του οργάνου που είναι αρμόδιο για το διορισμό του υπαλλήλου, είτε, του νόμου μη διακρίνοντος, και με πρωτοβουλία του ιδίου του υπαλλήλου, εφόσον διαπιστωθεί, μετά από γνωμοδότηση του οικείου πειθαρχικού συμβουλίου, ότι συντρέχουν αποχρώντες λόγοι. Ενόψει των ανωτέρω, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί μέτρο καταφανώς απρόσφορο ή ότι υπερβαίνει προδήλως το αναγκαίο για την επίτευξη του ανωτέρω δημοσίου συμφέροντος σκοπού μέτρο. ΄Αλλωστε, κατά τη διάρκεια της αυτοδίκαιης αργίας ο υπάλληλος εξακολουθεί να λαμβάνει υψηλό ποσοστό των αποδοχών του (75%), ενώ και η αρξαμένη κατ’ αυτού πειθαρχική διαδικασία επιβάλλεται, κατά τις ισχύουσες σχετικές διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα, να ολοκληρώνεται εντός ιδιαιτέρως σύντομης προθεσμίας από την παραπομπή του, με την έκδοση αποφάσεως του πειθαρχικού συμβουλίου εντός δύο μηνών ή στην περίπτωση διενέργειας ανακρίσεως εντός τεσσάρων μηνών. Επομένως, ο εμμέσως προβαλλόμενος λόγος της αιτήσεως ακυρώσεως περί παραβιάσεως της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος (πρβλ. ΣτΕ 4648/2012, 2414/2009, 27/2008, 3238/2007, 4335/1996). Μειοψήφισαν οι σύμβουλοι Γεώργιος Παπαγεωργίου, Γεώργιος Τσιμέκας, Βασίλειος Αραβαντινός και Βασιλική Αναγνωστοπούλου - Σαρρή, οι οποίοι υποστήριξαν την ακόλουθη γνώμη: Η κατά την επίμαχη διάταξη της περ. ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 103 του Υπαλληλικού Κώδικα αυτοδίκαιη αργία του υπαλλήλου, που συνεπάγεται την άμεση απομάκρυνση του υπαλλήλου από την υπηρεσία εκ μόνου του γεγονότος της παραπομπής του στο πειθαρχικό συμβούλιο για ορισμένα παραπτώματα χωρίς τη συνδρομή οποιασδήποτε άλλης προϋποθέσεως, ενόψει των υπηρεσιακών, κοινωνικών και οικονομικών δυσμενών συνεπειών που επάγεται σε βάρος του υπαλλήλου, αντίκειται στην συνταγματικώς κατοχυρούμενη (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος) αρχή της αναλογικότητας. Και τούτο, διότι με την διάταξη αυτή η ίδια σοβαρότατη ως άνω έννομη συνέπεια, η οποία κατά τα λοιπά εδάφια της αυτής παραγράφου προβλέπεται για περιπτώσεις είτε διαπιστωμένης αρμοδίως αξιόποινης ή πειθαρχικώς κολάσιμης συμπεριφοράς υπαλλήλου (περ. α΄ και δ΄ αντιστοίχως της ιδίας παραγράφου) είτε πάντως αξιολογήσεως της συμπεριφοράς αυτού από όργανα της δικαστικής εξουσίας (βλ. περιπτώσεις προσωρινής κράτησης κατά τα εδαφ. α΄ και β΄ και παραπομπής για κακούργημα κατά το εδαφ. γ΄ της παραγράφου αυτής), προβλέπεται και στην περίπτωση της απλής παραπομπής του υπαλλήλου για πειθαρχικά παραπτώματα για τα οποία δεν καθορίζεται καμία προηγούμενη της παραπομπής, έστω διοικητική, διαδικασία συλλογής στοιχείων ή ενδείξεων για την αντικειμενική ή υποκειμενική υπόσταση του παραπτώματος, ώστε να καθίσταται εφικτή και η αξιολόγηση της συμπεριφοράς του υπαλλήλου. Εξάλλου, και στο πλαίσιο της εν λόγω ρυθμίσεως, η δυσμενής για τον υπάλληλο ως άνω έννομη συνέπεια επέρχεται επί παραπομπής του για παραπτώματα χαρακτηριστικώς άνισης μεταξύ τους απαξίας και βαρύτητας ως προς το συμφέρον της υπηρεσίας, όπως π.χ. για πράξεις με τις οποίες εκδηλώνεται άρνηση αναγνώρισης του Συντάγματος ή έλλειψης αφοσίωσης στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία, αλλά και για τη μη τήρηση του ωραρίου ή για την άρνηση συνεργασίας με τα Κ.Ε.Π. (άρθρο 117 παρ. 4 στοιχ. α΄ του Υ.Κ.) Με τα χαρακτηριστικά αυτά η θέσπιση του μέτρου αυτού υπερακοντίζει το σκοπό δημοσίου συμφέροντος κατ΄επίκληση του οποίου και προβλέφθηκε η επιβολή του, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη του ότι η απομάκρυνση του υπαλλήλου από την ενεργό άσκηση των καθηκόντων του μπορεί να επιτευχθεί και με την τήρηση της προβλεπόμενης από τις διατάξεις του άρθρου 104 του Υπαλληλικού Κώδικα διαδικασίας περί θέσεως αυτού σε δυνητική αργία και, συνεπώς, κατά τη μειοψηφούσα γνώμη, ο λόγος αυτός της αιτήσεως είναι βάσιμος και θα έπρεπε να γίνει δεκτός.
18. Επειδή, περαιτέρω, κατά το άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος, "το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης του ενδιαφερομένου ισχύει και για κάθε διοικητική ενέργεια ή μέτρο που λαμβάνεται σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του".
19. Επειδή, κατά τα προεκτεθέντα, ο θεσμός της αυτοδίκαιης αργίας του υπαλλήλου που διώκεται πειθαρχικώς, όπως διαμορφώνεται από τις μνημονευθείσες διατάξεις από απόψεως δικαιολογητικών αιτίων και διαδικασίας και ενόψει της φύσεώς του ως προσωρινού και επείγοντος διοικητικού μέτρου, αποτελεί προκαταρτική της πειθαρχικής διώξεως του υπαλλήλου ενέργεια, μέχρις ότου το αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο ενώπιον του οποίου έχει παραπεμφθεί, αποφανθεί τελικώς υπό τις πλήρεις εγγυήσεις της πειθαρχικής διαδικασίας (κλήση σε απολογία κ.λ.π.) για την ευθύνη του επί των αποδιδομένων σ’ αυτόν πειθαρχικών παραπτωμάτων. Το μέτρο αυτό λαμβάνεται όταν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος του υπαλλήλου για την τέλεση του παραπτώματος και με τις θεσμικές εγγυήσεις του πειθαρχικού δικαίου, αφού έχει προηγηθεί η διερεύνηση και αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών που προκάλεσαν την πειθαρχική του δίωξη κατά το στάδιο διενέργειας είτε προκαταρτικής εξετάσεως είτε ένορκης διοικητικής εξετάσεως (ΕΔΕ), οι οποίες διεξάγονται κατά κανόνα σε όλες τις περιπτώσεις διαπράξεως πειθαρχικών παραπτωμάτων, όπως είναι και τα απαριθμούμενα στην ανωτέρω διάταξη παραπτώματα. Κατά τη διοικητική διερεύνηση της υποθέσεως ο εγκαλούμενος υπάλληλος έχει τη δυνατότητα τόσο να ακουσθεί ο ίδιος και να αναπτύξει τα επιχειρήματά του, ώστε να αποκρούσει την εναντίον του κατηγορία, όσο και να προτείνει την εξέταση μαρτύρων προς ενίσχυση των απόψεών του. Συνεπώς, το δικαίωμα υπερασπίσεώς του ικανοποιείται επαρκώς προ της λήψεως σε βάρος του του ως άνω μέτρου της αυτοδίκαιης αργίας και, ως εκ τούτου, η ρύθμιση που επιχειρείται με τις πραναφερόμενες διατάξεις κινείται εντός του πλαισίου που θέτει η ανωτέρω συνταγματική αρχή, με την οποία κατοχυρώνεται το δικαίωμα της προηγούμενης ακροάσεως πριν από τη λήψη σε βάρος του διοικουμένου οποιουδήποτε δυσμενούς διοικητικού μέτρουΆλλωστε, το δικαίωμα αυτό του υπαλλήλου ενισχύεται και ενόψει της παρεχόμενης σ’ αυτόν δυνατότητας να επιδιώξει οποτεδήποτε και εκ των υστέρων, ανάλογα με τις περιστάσεις, την άρση του ανωτέρω επιβληθέντος σε βάρος του διοικητικού μέτρου. Μειοψήφισαν οι Σύμβουλοι Γεώργιος Παπαγεωργίου, Γεώργιος Τσιμέκας, Όλγα Ζύγουρα, Βασιλική Αναγνωστοπούλου – Σαρρή και Βασιλική Κίντζιου, οι οποίοι υποστήριξαν την ακόλουθη γνώμη: Η κατά την επίμαχη διάταξη αυτοδίκαιη αργία του υπαλλήλου συνιστά γι’ αυτόν, ενόψει των συνεπειών της, δυσμενές μέτρο συνδεόμενο με υποκειμενικές προϋποθέσεις, εφόσον ως μόνη προϋπόθεση έχει την παραπομπή του υπαλλήλου για ορισμένα πειθαρχικά παραπτώματα, απαραίτητο εννοιολογικό στοιχείο των οποίων είναι, κατά τις οικείες διατάξεις του υπαλληλικού Κώδικα, η υπαιτιότητα αυτού. Το εν λόγω διοικητικό μέτρο, χαρακτηριζόμενο στον ίδιο το νόμο ως «αυτοδίκαιο», δεν συνοδεύεται από καμία διαδικαστική προϋπόθεση, ειδικότερα δε, από διαδικασία ακροάσεως του ενδιαφερομένου. Από καμία, εξάλλου, διάταξη δεν επιβάλλεται πριν από την ανωτέρω παραπομπή, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, τη μόνη προϋπόθεση για τη λήψη του μέτρου αυτού, οποιαδήποτε διαδικασία παρέχουσα στον υπάλληλο τη δυνατότητα να πληροφορηθεί περί της υποθέσεως που τον αφορά ή περί των συγκεντρωθέντων στοιχείων και να παράσχει σχετικές εξηγήσεις. Τυχόν, άλλωστε, διενέργεια προγενέστερης ένορκης διοικητικής ή προκαταρτικής εξετάσεως είναι κατά νόμον μυστική και in rem, δεν παρέχει δε στον διωκόμενο υπάλληλο δυνατότητα προσβάσεως στα συλλεγόμενα στοιχεία ούτε δυνατότητα αντικρούσεως αυτών. Κατόπιν τούτων, κατά την εν λόγω μειοψηφούσα γνώμη, είναι βάσιμος και θα έπρεπε να γίνει δεκτός ο λόγος της αιτήσεως περί αντιθέσεως της επίμαχης διατάξεως στο άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος, τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι το το επίμαχο μέτρο είναι μεν προσωρινό, αλλά άδηλης διάρκειας.
22. Επειδή, κατόπιν τούτων το Δικαστήριο κρατεί και δικάζει την κρινόμενη αίτηση, η οποία πρέπει να απορριφθεί για τους προεκτεθέντες λόγους. Εξάλλου, πρέπει να απορριφθεί και η ασκηθείσα παρέμβαση.
  
Δ ι ά  τ α ύ τ α
  
Επιλύει το ζήτημα της συνταγματικότητος της διατάξεως της περιπτώσεως ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 103 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 της υποπαραγράφου Ζ.3 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012.
Κρατεί και δικάζει την κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως.
Απορρίπτει την αίτηση αυτή.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2013.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...