Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2014

έλεγχος ποσών ηθικής βλάβης, αξίωση ασφαλισμένου, αρχή αναλογικότητας.

Περίληψη. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Κριτήρια του δικαστηρίου ως προς τον καθορισμό του ύψους αυτής. Θεμελίωση αναιρετικού λόγου αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για τον καθορισμό του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης στοιχεία που δεν ήταν επιτρεπτό να συνεκτιμήσει ή αντιστρόφως παρέλειψε να λάβει υπόψη στοιχεία που ήταν αναγκαία για το σχηματισμό της κρίσης του. Αρχή της αναλογικότητας. Εννοιολογικά στοιχεία αυτής. Ασφαλιστική σύμβαση υπέρ τρίτου. Όταν η ασφάλιση της αστικής ευθύνης δεν είναι υποχρεωτική, ο τρίτος που προβάλλει αξιώσεις κατά του λήπτη της ασφάλισης μόνον πλαγιαστικά μπορεί να στραφεί κατά του ασφαλιστή, ασκώντας κατ` αυτού τα αντίστοιχα δικαιώματα του ασφαλισμένου. Στη περίπτωση όμως που η ασφάλιση της αστικής ευθύνης προβλέπεται από το νόμο ως υποχρεωτική, ο τρίτος έχει ευθεία αξίωση κατά του ασφαλιστή και μάλιστα και πέραν από το ασφαλιστικό ποσό, μέχρι το όριο για το οποίο η ασφάλιση είναι υποχρεωτική. Αεροπορικό ατύχημα.

Παράπονο αναιρεσείουσας ότι για τη χρηματική ικανοποίηση που επιδίκασε το Εφετείο για τον θανάσιμο τραυματισμό του υιού της, δεν έλαβε υπόψη του το ύψος της εξωδίκως καταβληθείσας από τον ασφαλιστή της αεροπορικής εταιρείας χρηματικής ικανοποίησης για τον θανάσιμο τραυματισμό ετέρου προσώπου κατά το ίδιο ατύχημα. Κοινές ήταν μόνο οι συνθήκες θανάτου, όχι όμως και οι κοινωνικές και προσωπικές συνθήκες των θανόντων, ούτε εκείνες των οικογενειών τους. Πολιτική δικονομία. Ένδικα μέσα. Καθιέρωση της αρχής της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων. Παραδεκτό της αναίρεσης κατά ερήμην απόφασης μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση. Με τη παράλειψη επίδοσης της ερήμην απόφασης, δεν αρχίζει η προθεσμία άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας, οπότε αντίστοιχα δεν υπάρχει χρονικό όριο για την άσκησή της, αφού σε σχέση μ` αυτή δεν είναι θεσπισμένη καταχρηστική προθεσμία. Το δικαστήριο απορρίπτει την αναίρεση της υπ` αριθ. 4952/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

                                              Άρειος Πάγος 179/ 2014, Α1` Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.


4. Η γενική ρήτρα του άρθρ. 288 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, που απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτών κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την τυχόν προβλεπόμενη ειδική προστασία, λειτουργεί δε όχι μόνο ως συμπληρωματική, αλλά και ως διορθωτική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων στις περιπτώσεις που εξ αιτίας ειδικών συνθηκών μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των συμβατικών παροχών στο συμφωνημένο μέτρο και έγιναν δυσβάστακτες για τον οφειλέτη ή το δανειστή. Από τη ρήτρα αυτή απορρέει και η αρχή της ίσης μεταχείρισης, η οποία βρίσκει έρεισμα και στο άρθρ. 4 § 1 του Συντάγματος, όταν ειδικότερα η άνιση μεταχείριση δεν δημιουργείται από οικειοθελείς παροχές του οφειλέτη , αλλά απευθείας από το νόμο ή από κανονιστική διάταξη κατ` εξουσιοδότηση του νόμου. Εξ άλλου με το άρθρ. 25 § 1(δ) του Συντάγματος, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος με το από 6/17.4.2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή, που η νομολογία των δικαστηρίων, στο πλαίσιο του κράτους δικαίου, παγίως αναγνώριζε ως ισχύουσα και πριν ακόμη από την αναγωγή της σε ρητή συνταγματική έννοια, απαιτεί οι επιβαλλόμενοι από το νομοθέτη ή τη διοίκηση περιορισμοί στην άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων να οριοθετούνται με βάση τα εννοιολογικά στοιχεία της προσφορότητας και της αναγκαιότητας του λαμβανόμενου μέτρου και της αναλογίας του προς τον επιδιωκόμενο με αυτό σκοπό (ΟλΑΠ 10/ 2003). Δηλαδή για να είναι σύμφωνοι με την παραπάνω αρχή της αναλογικότητας οι επιβαλλόμενοι από το νόμο περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια και συγκεκριμένα να είναι α) κατάλληλοι, δηλαδή πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, δηλαδή να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό και γ) αναλογικοί υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (ΟλΑΠ 43/ 2005). Επομένως ως συνταγματική αρχή, που θέτει όρια στους περιοριστικούς των ατομικών δικαιωμάτων νόμους, απευθύνεται μεν κατ` αρχήν στο νομοθέτη, όμως η επίκληση της είναι αντίστοιχα δυνατή και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, στην περίπτωση προπάντων που ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς των ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, οφείλει να μην εφαρμόσει αυτόν κατά τη ρητή επιταγή του άρθρ. 93 § 4 του Συντάγματος, είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικά σε εφαρμογή (ΟλΑΠ 6/ 2009). Δηλαδή άμεσος αποδέκτης της επιταγής για σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας είναι ο κοινός νομοθέτης, όταν αυτός θεσπίζει περιορισμούς των ατομικών δικαιωμάτων με βάση τη συνταγματική επιφύλαξη υπέρ του νόμου, την οποία και υλοποιεί, όχι δε και ο δικαστής, ο οποίος πάντως οφείλει να ελέγχει αν η αρχή αυτή έχει τηρηθεί και σε αρνητική περίπτωση να αρνείται την εφαρμογή του νόμου ως αντισυνταγματικού (ΟλΑΠ 27/ 2008, ΑΠ 123/ 2010). Υπό την έννοια αυτή η παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας δεν ιδρύει αυτοτελή λόγο αναίρεσης (ΑΠ 350/2009), αλλά προϋποτίθεται η ύπαρξη λόγου αναίρεσης για κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προσβάλλεται ως αντισυνταγματικός, οπότε κατά το σχετικό έλεγχο θα κριθεί και η συμφωνία του με την αρχή αυτή. 
Περαιτέρω κατά το άρθρ. 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού αναιρετικά ανέλεγκτα δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών. Συνεπώς ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, η σχετική δε κρίση του, κατά μία μεν άποψη, που είναι η κρατούσα στη νομολογία, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου, κατά δε την αντίθετη άποψη η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης ελέγχεται αναιρετικά, εφόσον μ` αυτή υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, ήδη δε το όλο ζήτημα παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την υπ` αριθ. 1141/2013 απόφαση του Α2 Τμήματός του. Σε κάθε, όμως, περίπτωση ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για τον καθορισμό του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης στοιχεία που δεν ήταν επιτρεπτό να συνεκτιμήσει ή αντιστρόφως παρέλειψε να λάβει υπόψη στοιχεία που ήταν αναγκαία για το σχηματισμό της κρίσης του. Τέλος ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8(β) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα.
Ειδικότερα αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Συνεπώς για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει σε κάθε περίπτωση ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί αντίθετα να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ` αυτόν με επίκληση έγγραφα. Συνακόλουθα δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ούτε η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης, ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά, για οποιονδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία. Με τον πρώτο κύριο και το μοναδικό πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό της αρχικής αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο θα έπρεπε να συνεκτιμήσει ως προσδιοριστικό στοιχείο του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, που επιδίκασε σ` αυτή λόγω της ψυχικής οδύνης της από το θανάσιμο τραυματισμό του υιού της Δ. Π. σε αεροπορικό ατύχημα, οφειλόμενο σε αμέλεια του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, το γεγονός ότι για το θανάσιμο τραυματισμό κατά το ίδιο αεροπορικό ατύχημα των Γ. και Ν. Κ. καταβλήθηκε εξωδίκως από την τρίτη αναιρεσίβλητη, που ασφάλιζε κατά το χρόνο του ατυχήματος την έναντι τρίτων αστική ευθύνη της πρώτης αναιρεσίβλητης, χρηματική ικανοποίηση ποσού 670.000 έως 1.500.000.000 δραχμών, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση, η οποία συγκρινόμενη με την επιδικασθείσα στην αρχική αναιρεσείουσα χρηματική ικανοποίηση των 161.408,66 ευρώ συνιστά υπέρμετρη και δυσανάλογα άνιση μεταχείριση. Ωστόσο ναι μεν οι συνθήκες θανάτου του υιού της αναιρεσείουσας Δ. Π. και των Γ. και Ν. Κ. υπήρξαν κοινές, όμως κατά τα λοιπά ούτε οι προσωπικές και κοινωνικές συνθήκες τους ήταν κοινές ούτε οι αντίστοιχες συνθήκες των μελών των οικογενειών τους, οπότε ασφαλώς και δεν αποτελεί η καταβληθείσα στην οικογένεια των Γ. και Ν. Κ. χρηματική ικανοποίηση στοιχείο που έπρεπε να συνεκτιμηθεί για τον προσδιορισμό και της επιδικασθείσας στην αναιρεσείουσα χρηματικής ικανοποίησης. Έτσι όμως ο σχετικός ισχυρισμός της είναι απρόσφορος και δεν θεμελιώνει αναιρετική πλημμέλεια η παράλειψη του Εφετείου να αναφερθεί ειδικότερα σ` αυτόν και ρητά να αξιολογήσει ως συγκριτικό έστω στοιχείο την καταβληθείσα για το θάνατο των Γ. και Ν. Κ. χρηματική ικανοποίηση. Συνεπώς είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον πρώτο κύριο και το μοναδικό πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς συνδυαστικά 8 και 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι αυτοί. Συνακόλουθα αλυσιτελές ήταν και το αίτημα που υπέβαλε η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της στο Εφετείο, ζητώντας να υποχρεωθούν οι αντίδικοί της να επιδείξουν το κατεχόμενο απ` αυτούς έγγραφο σχετικά με το ποσό της καταβληθείσας χρηματικής ικανοποίησης στην οικογένεια των Γ. και Ν. Κ., αφού από τη διάταξη του άρθρ. 450§2 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κάθε διάδικος ή τρίτος έχει υποχρέωση να επιδείξει τα έγγραφα που κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν ως απόδειξη, εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λόγος που δικαιολογεί τη μη επίδειξή τους, όπως ιδίως στις περιπτώσεις που επιτρέπεται η άρνηση της μαρτυρίας, συνάγεται, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρ. 902 ΑΚ, ότι η επίδειξη εγγράφων, που μπορεί κατά το άρθρ. 451§1 ΚΠολΔ να ζητηθεί και με τις προτάσεις και μάλιστα για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον υπόχρεος είναι διάδικος, έχει ως προϋπόθεση την ύπαρξη έννομου συμφέροντος του αιτούντος την επίδειξη, που δικαιολογείται όταν το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού των διαδίκων. Στη συγκεκριμένη, όμως, περίπτωση το φερόμενο ως κατεχόμενο από τους αναιρεσιβλήτους έγγραφο αναφορικά με το ποσό της καταβληθείσας στην οικογένεια των Γ. και Ν. Κ. χρηματικής ικανοποίησης δεν χρησιμεύει, κατά τα προεκτεθέντα, για την υποστήριξη λυσιτελούς ισχυρισμού της αναιρεσείουσας και συνεπώς η παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει στο σχετικό αίτημά της δεν αποτελεί πλημμέλεια από τον αριθμό 9γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και είναι έτσι απορριπτέος ως αβάσιμος ο αντίστοιχος δεύτερος κύριος λόγος της αίτησης αναίρεσης.
5. Κατά το άρθρ. 1 § 1 του ν. 2496/ 1997, με την ασφαλιστική σύμβαση ο ασφαλιστής αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον αντισυμβαλλόμενο (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση). Ειδικότερα ασφαλισμένος στη σύμβαση ασφάλισης κατά ζημιών, όπως είναι και η ασφάλιση της αστικής ευθύνης κατά το άρθρ. 25 του ως άνω νόμου, είναι αυτός που θίγεται με την επέλευση του κινδύνου και χάριν του οποίου συνάπτεται η σύμβαση ασφάλισης. Κατά κανόνα οι ιδιότητες του ασφαλισμένου και του λήπτη της ασφάλισης συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο, αν όμως αυτές δεν συμπίπτουν, η ασφάλιση συνάπτεται τότε για λογαριασμό άλλου και είναι γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου κατά την έννοια του άρθρ. 411 ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή δικαιούχος του ασφαλίσματος είναι ο ασφαλισμένος τρίτος και αυτός είναι ο μόνος που μπορεί να ζητήσει την καταβολή του ασφαλίσματος απευθείας από τον ασφαλιστή. Εξ άλλου ναι μεν η ασφάλιση της αστικής ευθύνης δεν είναι από μόνη τη φύση της και το σκοπό της γνήσια υπέρ τρίτου σύμβαση, αλλά σύμβαση που λειτουργεί μεταξύ των μερών, ο δε τρίτος που προβάλλει αξιώσεις κατά του λήπτη της ασφάλισης μόνον πλαγιαστικά μπορεί να στραφεί κατά του ασφαλιστή, ασκώντας κατ` αυτού τα αντίστοιχα δικαιώματα του ασφαλισμένου (άρθρ. 72 ΚΠολΔ), όμως σε περίπτωση που η ασφάλιση της αστικής ευθύνης προβλέπεται από το νόμο ως υποχρεωτική, ρητά ορίζει το άρθρ. 26 § 1 του ν. 2496/ 1997 ότι ο τρίτος έχει ευθεία αξίωση κατά του ασφαλιστή και μάλιστα και πέραν από το ασφαλιστικό ποσό, μέχρι το όριο για το οποίο η ασφάλιση είναι υποχρεωτική. Ωστόσο η εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν έχει ακόμη αρχίσει, σύμφωνα με τη ρητή επιφύλαξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 5 του ως άνω άρθρ. 26 του ν. 2496/1997, αφού δεν έχουν εκδοθεί οι προβλεπόμενες στην παράγραφο αυτή αποφάσεις του Υπουργού Ανάπτυξης και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, με τις οποίες θα καθορισθούν οι υπηρεσίες ή τα νομικά πρόσωπα, που θα δέχονται τις κοινοποιήσεις των ασφαλιστών, καθώς και η διαδικασία του ελέγχου τήρησης της υποχρεωτικής ασφάλισης και οι αναγκαίες λεπτομέρειες λειτουργίας των υποχρεωτικών ασφαλίσεων της αστικής ευθύνης. Συνεπώς στο πλαίσιο του ν. 2496/1997, που ισχύει από τις 17.11.1997, δεν απορρέει από τις συμβάσεις υποχρεωτικής ασφάλισης ευθεία αξίωση του τρίτου κατά του ασφαλιστή, εφόσον δεν εκδόθηκαν οι παραπάνω υπουργικές αποφάσεις, έστω και αν για το συγκεκριμένο είδος αστικής ευθύνης η ασφάλιση προβλεπόταν ως υποχρεωτική πριν ήδη από το ν. 2496/1997, εκτός αν με την ασφαλιστική σύμβαση ειδικά συμφωνήθηκε να λειτουργεί αυτή ως γνήσια υπέρ του τρίτου σύμβαση ή ρητά ο νόμος παρέχει στον τρίτο ευθεία αξίωση κατά του ασφαλιστή. Υποχρεωτική πριν ήδη από το ν. 2496/1997 ήταν κατά το άρθρ. 137 του Κώδικα Αεροπορικού Δικαίου (ν. 1815/1988) η αεροπορική ασφάλιση για τις ζημίες από τη σύμβαση μεταφοράς επιβατών, πραγμάτων ή αποσκευών, ενώ με το άρθρ. 7 του Κανονισμού (EOK) 2407/23.7.1992 (L. 240) του Συμβουλίου ορίστηκε ως υποχρεωτική στον κοινοτικό χώρο η ασφάλιση του αερομεταφορέα κατά των κινδύνων αστικής ευθύνης ατυχημάτων, ιδίως όσον αφορά τους επιβάτες, τις αποσκευές, το φορτίο, το ταχυδρομείο και τους τρίτους, διευκρινίστηκε δε με το άρθρ. 3§1(β) του Κανονισμού (ΕΚ) 2027/9.10.1997 του Συμβουλίου (L. 285) ότι η παραπάνω ασφαλιστική υποχρέωση έχει την έννοια ότι ο κοινοτικός αερομεταφορέας ασφαλίζεται οπωσδήποτε μέχρι του ορίου της κατά την παράγραφο 2 ευθύνης και κατόπιν μέχρι ένα εύλογο ποσό. Ωστόσο ούτε από τις διατάξεις αυτές ούτε από εκείνες του άρθρ. 1 του ν.δ/τος 400/1970 "περί της ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως" προκύπτει ευθεία αξίωση του τρίτου κατά του ασφαλιστή για τις ζημίες του από αερομεταφορά ούτε βέβαια μπορεί να εφαρμοστεί αναλογικά στις αερομεταφορές η διάταξη του άρθρ. 10§1 του κωδικοποιημένου με το π.δ/γμα 237/1986 ν. 489/1976, σύμφωνα με την οποία το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό της σύμβασης αυτής, με την οποία ασφαλίζεται υποχρεωτικά η αστική ευθύνη για ζημίες από αυτοκίνητο, ευθεία αξίωση κατά του ασφαλιστή για τις ζημίες αυτές, αφού πρόκειται για διαφορετικά είδη υποχρεωτικά καλυπτόμενης αστικής ευθύνης. Επομένως εφόσον με την ένδικη αγωγή η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε μεν ότι η τρίτη αναιρεσίβλητη κάλυπτε ασφαλιστικά κατά το χρόνο του επίδικου αεροπορικού ατυχήματος την αστική ευθύνη της πρώτης αναιρεσίβλητης για ζημίες τρίτων από το ατύχημα αυτό, όχι όμως και ότι η σχετική ασφαλιστική σύμβαση των αντιδίκων της συμφωνήθηκε να λειτουργεί ως γνήσια σύμβαση υπέρ των ζημιούμενων τρίτων, ορθά το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, κρίνοντας, όπως και το Πρωτοδικείο, ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε από την ασφαλιστική σύμβαση των αντιδίκων της ευθεία αξίωση χρηματικής ικανοποίησης κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης, με συνέπεια έτσι, επικυρώνοντας κατά το κεφάλαιο αυτό την πρωτόδικη απόφαση, να απορρίψει ορθά ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη την έφεση της αναιρεσείουσας. Συνεπώς είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ως ηττηθείς ο ήδη αναιρεσείων Δ. - Γ. Τ., που υπεισήλθε στη δικονομική θέση της αρχικής αναιρεσείουσας, στα δικαστικά έξοδα της πρώτης και της τρίτης των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191 §2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.3.2006 αίτηση και τον από 2.1.2008 πρόσθετο λόγο της Δ. χήρας Λ. Π. για αναίρεση της υπ` αριθ. 4952/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Και

Καταδικάζει τον ήδη αναιρεσείοντα Δ. - Γ. Τ. στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης και της τρίτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει για κάθε μια από αυτές σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...