Δευτέρα, 4 Αυγούστου 2014

Η διαπόμπευση.

Επαναδημοσιεύεται [η πρώτη δημοσίευση έγινε στις 27-9-2008] παρακάτω μια εμπεριστατωμένη Εγκύκλιος από ένα καταξιωμένο Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου [κ. Παναγιώτη Δημόπουλο] για τη διαπόμπευση από τις τηλεοπτικές κάμερες των εχόντων την ατυχία να πέσουν στα χέρια της αστυνομίας και προσάγονται στην αστυνομία για τα περαιτέρω. Επίσης, μια παρεμφερής παραγγελία του Προέδρου της Ένωσης Εισαγγελέων κ. Σωτήρη Μπάγια. Θυμήθηκα αυτή την περίφημη γνωμοδότηση του διαπρεπούς αυτούς Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με αφορμή τα πρόσφατα γεγονότα σύλληψης Βουλευτών πολιτικού κόμματος [το οποίο δεν έχω σε καμιά εκτίμηση, όπως και σε κανένα άλλο άλλωστε κΥνοβουλευτικό κόμμα].




Γνωμοδότηση ΕισΑΠ 2/ 2001, Ποινικός Λόγος 2001.646, Ποινικά Χρονικά 2001. 848.
Σύλληψη προσώπων και τηλεοπτική μετάδοση. Είναι ανεπίτρεπτη η μετάδοση από την τηλεόραση, η κινηματογράφηση, βιντεοσκόπηση και φωτογράφηση προσώπων που συλλαμβάνονται αν δεν συναινούν και τα ίδια ρητά, μη αρκούσης της μη εναντίωσής τους. Στοιχειοθέτηση του αδικήματος του άρθρου 35 παρ. 4 α` και β` του ν. 2172/1993, που διώκεται αυτεπάγγελτα.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ :
Είναι γνωστό ότι η ελληνική έννομη τάξη, εκφράζουσα την κρατούσα κοινωνικο-πολιτική αντίληψη και ανταποκρινόμενη στις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας, με τα άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ. 2 και 7 παρ. 2 του Συντάγματος, έχει αναγάγει σε πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας την προστασία της αξίας του ανθρώπου και ειδικώς απαγορεύει την προσβολή της τιμής και της αξιοπρέπειάς του. Μορφή βαρείας προσβολής της αξιοπρέπειας του ανθρώπου είναι και η παρά τη θέλησή του φωτογράφηση ή βιντεοσκόπηση ή κινηματογράφηση ή μετάδοση από την τηλεόραση της εικόνας του και των συνθηκών συλλήψεως και προσαγωγής του ενώπιον των διωκτικών αρχών. Η μορφή αυτή προσβολής αποτελεί πρόσθετη ποινή, την ποινή της διαπόμπευσης, η οποία τραυματίζει ψυχικά και κοινωνικά τον κατηγορούμενο και δυσχεραίνει την αποκατάστασή του και όταν ακόμη αθωωθεί καίτοι, κατά τον ΚΠΔ και το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, “κάθε πρόσωπο κατηγορούμενο για αδίκημα τεκμαίρεται αθώο μέχρι την νόμιμη απόδειξη της ενοχής του”. Πέραν τούτου, η από τον τύπο, έντυπο και ηλεκτρονικό, παρουσίαση του κατηγορουμένου και των συνθηκών συλλήψεως και προσαγωγής του ενώπιον των διωκτικών αρχών, η οποία (παρουσίαση), πολλές φορές, συνοδεύεται με δυσμενείς κρίσεις, εκτιμήσεις και συμπεράσματα, δημιουργεί εσφαλμένες εντυπώσεις και αρνητικό κλίμα εις βάρος του κατηγορουμένου, στοιχεία τα οποία είναι δυνατόν ανεπιγνώτως να επηρεάσουν την κρίση του αρμόδιου δικαστικού οργάνου ή δικαστηρίου. Για τους λόγους αυτούς, ο κοινός νομοθέτης, με το άρθρο 35 παρ. 4α` και β` του Ν 2172/1993, απαγορεύει τη μετάδοση από την τηλεόραση, την κινηματογράφηση, τη βιντεοσκόπηση και φωτογράφηση των προσώπων που προσάγονται ενώπιον των δικαστικών ή εισαγγελικών ή αστυνομικών και λοιπών αρχών, εφόσον αυτά δεν συναινούν ρητώς. Ο νόμος δεν αρκείται στη μη εναντίωση των προσώπων αυτών στην μετάδοση από την τηλεόραση κ.λπ. Απαιτεί ρητή, έγγραφη ή προφορική, συναίνεση. Κατά την έννοια του νόμου η μη εναντίωσή τους στη μετάδοση από την τηλεόραση κ.λπ. δεν επιτρέπεται να ερμηνευθεί ως συναίνεση, αφού απαιτείται η συναίνεσή τους να είναι ρητή. Κατά την ίδια, ως άνω, διάταξη, η παρά την έλλειψη ρητής συναίνεσης μετάδοση ή διευκόλυνση της μετάδοσης από την τηλεόραση κ.λπ. είναι αξιόποινη και τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και με χρηματική ποινή από εκατό χιλιάδες (100.000) έως πέντε εκατομμύρια (5.000.000) δραχμές. Η αξιόποινη αυτή πράξη, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 36 του ΚΠΔ, διώκεται αυτεπάγγελταΠολλές φορές το τηλεοπτικό κοινό με αγανάκτηση παρακολουθεί την από τις τηλεοράσεις προκλητική παραβίαση της ως άνω διάταξης, με την προσβολή των προσώπων και των συνθηκών συλλήψεως και προσαγωγής τους ενώπιον αρχών καίτοι, σε πολλές περιπτώσεις, όχι μόνο δεν υπάρχει “ρητή” συναίνεσή τους αλλά αντίθετα προβάλλεται η ρητή εναντίωσή τους, αφού προσπαθούν να αποκρύψουν το πρόσωπό τους από τον φακό ή να αποφύγουν την κινηματογράφηση, βιντεοσκόπηση και φωτογράφησή τους. Η αξιόποινη αυτή τακτική δεν επιτρέπεται να συνεχισθεί.
Παρακαλώ, προς τούτο, να μεριμνήσετε ώστε να διαπιστώνεται η παράβαση της ως άνω διάταξης και να ασκείτε την προσήκουσα ποινική δίωξη κατά του παραβαίνοντος ή διευκολύνοντος την παράβαση αυτής, εφαρμόζοντες και την από τα άρθρα 418 επόμ. ΚΠΔ προβλεπόμενη συνοπτική διαδικασία.
Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου,
Παναγιώτης Δημόπουλος
————————————————————————  

Παραγγελία ΕισΠρΑθ 55850/ 2002, Ποινική Δικαιοσύνη 2002.1036
Η βιντεοσκόπηση και φωτογράφηση των προσαγομένων κατηγορουμένων ενώπιον των εισαγγελικών ή αστυνομικών αρχών χωρίς τη συναίνεσή τους απαγορεύεται. Γι΄ αυτό, δίνεται η παραγγελία στους αστυνομικούς που τους συνοδεύουν να τους φρουρούν, ως έχοντες καθήκον από το νόμο, να συλλαμβάνουν επ΄ αυτοφώρω κάθε πρόσωπο που παραβιάζει το νόμο καθώς και να κατάσχουν τα μηχανήματα. Διαφορετικά θα υπέχουν αυτοί και οι διοικητές τους πειθαρχική και ποινική ευθύνη.Εξακολουθεί να παρατηρείται το φαινόμενο, στις μείζονος κοινωνικού ή- κατ` ακρίβεια- τηλεοπτικού ενδιαφέρoντoς περιπτώσεις τέλεσης εγκλημάτων, οι κατηγορούμένοι να βιντεοσκοπούνται και να φωτογραφίζονται κατά την προσαγωγή τους ενώπιον των δικαστικών (εισαγγελικών) ή αστυνομικών αρχών, χωρίς τη ρητή συναίνεση του διωκόμενου, παρά την ευθεία απαγόρευση του νόμου (άρθρο 35 παρ. 4 Ν 2172/1993), που τιμωρεί την πράξη (όσων βιντεοσκοπούν ή φωτογραφίζουν) με ποινή φυλάκισης μέχρι δύο (2) ετών και χρηματική ποινή. Πέραν όμως των προεκτεθέντων, το ανωτέρω φαινόμενο προσβάλλει βασικές αρχές της “δίκαιης δίκης” και μάλιστα το “τεκμήριο αθωότητας” κάθε κατηγορουμένου (άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ “Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου”), αλλά και υποβαθμίζει το νομικό μας πολιτισμό. Περαιτέρω, εξάλλου, η δημόσια θέαση από τηλεοράσεως του κατηγορουμένου (αθώου ή ένοχου) αποτελεί ένα είδος “άτυπης ποινής”, που όμως έχει βαρύτατες γι` αυτόν επιπτώσεις και πολλές φορές σημαδεύει ανεξίτηλα την υπόλοιπη ζωή του. Δεν είναι υπερβολή εάν λεχθεί ότι σε αρκετές περιπτώσεις ο δημόσιος διασυρμός που υφίσταται ο δράστης υπερβαίνει σε βαρύτητα την ποινή που τελικά του επιβάλλεται από το δικαστήριο.
Για τους λόγους αυτούς
Αφού λάβαμε υπόψη και τις διατάξεις των άρθρων 13 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και 9 του Ν 1756/1988 (Κωδ. Οργαν. Δικαστηρίων), παραγγέλλουμε και προαναγγέλλουμε τ` ακόλουθα: Οι αστυνομικοί υπάλληλοι, που συνοδεύουν και φρουρούν τους διωκόμενους (ή υπό δίωξη) κατηγορουμένους ενώπιον των εισαγγελικών ή άλλων δικαστικών ή αστυνομικών αρχών, θα έχουν ως εκ του νόμου επιβαλλόμενο καθήκον και την επ` αυτοφώρω σύλληψη κάθε προσώπου που βιντεοσκοπεί, κινηματογραφεί, φωτογραφίζει ή αποπειράται να προβεί στις ενέργειες αυτές, σε βάρος του κατηγορουμένου που δεν συναινεί ρητά, καθώς και την κατάσχεση των οικείων μηχανημάτων. Σε περίπτωση κατά την οποία η αστυνομική δύναμη δεν επαρκεί τόσο για την φρούρηση των προσαγόμενων, όσο και για τη σύλληψη όσων παρανόμως βιντεοσκοπούν ή φωτογραφίζουν τους κατηγορούμενους, θα πρέπει να προβλέπεται ανάλογη αριθμητική ενίσχυση, με ευθύνη των αρμόδιων αστυνομικών διοικητών. Σε περίπτωση μη εφαρμογής και εκτέλεσης των προαναφερθέντων, οι αστυνομικοί συνοδοί-φρουροί των προσαγόμενων κατηγορουμένων, καθώς και οι διοικητές αυτών πέραν των όποιων πειθαρχικών ευθυνών τους θα ελέγχονται εκ μέρους μας και ποινικώς.
Η παρούσα να κοινοποιηθεί στις αστυνομικές διευθύνσεις της περιφερείας μας και περαιτέρω στα αστυνομικά τμήματα αυτών.
Ο Προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, Σωτήριος Μπάγιας,
Αντεισαγγελέας Εφετών

3 σχόλια:

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

Σύμφωνα με το Ν. 3090/ 2002 άρθρο 8 § 4
"1. Η ολική ή μερική μετάδοση από την τηλεόραση ή το ραδιόφωνο, καθώς και η
κινηματογράφηση και μαγνητοσκόπηση της δίκης ενώπιον ποινικού, πολιτικού ή
διοικητικού δικαστηρίου απαγορεύεται. Κατ` εξαίρεση, το δικαστήριο μπορεί να
επιτρέψει τις ενέργειες αυτές, εφόσον συναινούν ο εισαγγελέας και οι
διάδικοι και συντρέχει ουσιώδες δημόσιο συμφέρον.
2. Η μετάδοση από την τηλεόραση ή η κινηματογράφηση ή μαγνητοσκόπηση ή
φωτογράφηση των προσώπων που οδηγούνται ενώπιον των δικαστικών ή
εισαγγελικών ή αστυνομικών και λοιπών αρχών απαγορεύεται.
3. Οποιος παραβαίνει τις διατάξεις των παραγράφων 1 εδ. α΄ και 2 τιμωρείται
με φυλάκιση μέχρι τριών ετών και χρηματική ποινή είκοσι χιλιάδων (20.000)
έως διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ.
4. Η παράγραφος 4 του άρθρου 35 του Ν. 2172/1993 (ΦΕΚ 207 Α) καταργείται".

Η καταργηθείσα § 4 του άρθρου 35 του Ν. 2172/ 93 είχε ως εξής:
"4. α) Απαγορεύεται η μετάδοση από την τηλεόραση ή η κινηματογράφηση
ή βιντεοσκόπηση ή φωτογράφηση των προσώπων που προσάγονται ενώπιον των
δικαστικών ή εισαγγελικών ή αστυνομικών και λοιπών αρχών, εφόσον αυτά
δεν συναινούν ρητά.
β) Το δικαστήριο με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του μπορεί να
απαγορεύσει τη μαγνητοφώνηση ή βιντεοσκόπηση της δίκης και την
τηλεοπτική ή ραδιοφωνική μετάδοσή της, μόνο αν υποβληθεί σχετικό αίτημα
από κατηγορούμενο ή παθόντα και η δίκη δεν συνδέεται με τη δημόσια ζωή.
γ) `Οποιος παραβαίνει ή διευκολύνει την παραβίαση της απαγόρευσης
της παραγράφου 4 εδάφιο α` τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και με
χρηματική ποινή από εκατό χιλιάδες (100.000) δρχ. έως πέντε
εκατομμύρια (5.000.000) δρχ".
Α) Από την αντιπαραβολή των παραπάνω διατάξεων προκύπτουν τα εξής: σύμφωνα με την καταργηθείσα διάταξη § 4.α του άρθρου 35 Ν. 2172/ 93, η μετάδοση, ως θεάματος [σύγχρονου Κολοσσαίου] των συλλαμβανομένων ως υπόδικων προσώπων επιτρεπόταν εφ' όσον δεν αντέλεγε ρητά ο συλληφθείς. Όλοι όμως θα θυμόστε το θλιβερό φαινόμενο μερικοί δράστες απεχθών εγκλημάτων να καμαρώνουν σαν Λουδοβίκοι Ήλιοι κάνοντας δηλώσεις για το έγκλημα που διέπραξαν, συνήθως ειδεχθές. Γι' αυτό και η Εισαγγελική γνωμοδότηση απαιτεί-με αυστηρή ερμηνεία-τη ρητή συναίνεση του συλληφθέντος. Γι' αυτούς που καμάρωναν απαντώντας στη γελοία δημοσιογραφική ερώτηση "πως αισθάνεστε για τη πράξη σας"!!! κανένα πρόβλημα, ως είναι ευνόητο. Σωστά επισημαίνεται από την Εισαγγελική γνωμοδότηση [Π. Δημόπουλου] η παρατηρούμενη εναντίωση των συλληφθέντων που κρύβουν τα πρόσωπα τους μπροστά στο σύγχρονο Κολοσσαίο [τηλεοπτικές κάμερες].
(συνέχεια)

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

συνέχεια: Άραγε, έχασαν την αξία τους αυτές οι δυο Εισαγγελικές γνωμοδοτήσεις [ο κ. Μπάγια προήχθη αργότερα σε Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου] με την κατάργηση του άρθρου 35 § 4 του Ν. 2172. Απεναντίας, η ποινική μεταχείρηση αυτό του θλιβερού φαινομένου έγινε αυστηρότερη! Όπως καθίσταται κατανοητό από μια απλή γραμματική ερμηνεία του άρθρου 8 § 3 του Ν. 3090/ 2002 η απαγόρευση της μαγνητοσκόπησης των συλληφθέντων κατά την προσαγωγή τους στις διωκτικές αρχές είναι απόλυτη. Δηλαδή, ακόμη και αν συναινεί ο συλληφθείς στη μαγνητοσκόπηση του, δε δικαιούται το τηλεοπτικό συνεργείο να τους μαγνητοσκοπήσει! Θεωρώ ορθότερη αυτή την [αυστηρότερη] ρύθμιση ώστε να αποφεύγεται το άθλιο φαινόμενο οι δράστες ειδεχθών εγκλημάτων να συνεντευξιάζονται ως Ήρωες! Επομένως, οι εισαγγελικές αυτές γνωμοδοτήσεις δεν έχασαν ούτε την ισχύ τους ούτε την αξία τους. Συμπληρωματικά καταθέτω την υπ' αριθμό 7 σκέψη από την υπ' αριθμό 4660/ 2012 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Σύμφωνα με αυτή, ". Επειδή, από τις προσβαλλόμενες πράξεις προκύπτει ότι το ένδικο πρόστιμο επεβλήθη εις βάρος του τηλεοπτικού σταθμού της αιτούσης διότι, κατά τις προαναφερθείσες ημερομηνίες, στα κεντρικά δελτία ειδήσεων του σταθμού, προβλήθηκαν μαγνητοσκοπημένα στιγμιότυπα από την προσαγωγή ενώπιον των αστυνομικών και δικαστικών αρχών, προσώπων που είχαν συλληφθεί ως ύποπτοι για την τέλεση ποινικών αδικημάτων, κατά παράβαση των οριζομένων στο άρθρο 8 παρ.2 του ν. 3090/2002. Η διάταξη αυτή, με την οποία θεσπίζεται απαγόρευση προβολής διά της τηλεοράσεως εικόνων των προσώπων που οδηγούνται ενώπιον δικαστικών ή αστυνομικών αρχών, ρυθμίζει ζητήματα σχετικά με το επιτρεπτό περιεχόμενο τηλεοπτικών μεταδόσεων και συνεπώς, συνιστά διάταξη που διέπει την λειτουργία των τηλεοπτικών σταθμών, κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ.1 περ. α του ν. 2328/1995. Ως εκ τούτου, η παράβαση της διατάξεως του άρθρου 8 παρ.2 του ν. 3090/2002 επισύρει την επιβολή διοικητικών κυρώσεων κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 4 παρ.1 περ. α του ν. 2328/1995. Τούτο δε, ανεξαρτήτως του ότι με την παρ.3 του ως άνω άρθρου 8 του ν. 3090/2002 προβλέπονται ποινικές κυρώσεις για την παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις παρ.1 και 2 του άρθρου αυτού. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα και εφ’ όσον η αιτούσα δεν αμφισβητεί την μετάδοση των επιμάχων στιγμιοτύπων, νομίμως επεβλήθη το ένδικο πρόστιμο λόγω παραβάσεως του άρθρου 8 παρ.2 του ν. 3090/2002, χωρίς να απαιτείται, κατά την έννοια των σχετικών διατάξεων, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η αιτούσα, να προηγηθεί η ποινική δίωξη και καταδίκη των νομίμων εκπροσώπων του τηλεοπτικού σταθμού για το αδίκημα της παρ. 3 του ιδίου ως άνω άρθρου. Οι δε περί του αντιθέτου ισχυρισμοί που προέβαλε η αιτούσα κατά την διαδικασία ακροάσεώς της ήταν μη ουσιώδεις και δεν έχρηζαν ειδικής απαντήσεως. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της αιτούσης ότι η μετάδοση των εν λόγω μαγνητοσκοπημένων σκηνών εδικαιολογείτο, εν όψει του ευλόγου ενδιαφέροντος των τηλεθεατών να ενημερωθούν επί της συγκεκριμένης υποθέσεως που απασχόλησε την κοινή γνώμη είναι απορριπτέος, διότι η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 3090/2002 δεν προβλέπει εξαιρέσεις από την θεσπιζόμενη απαγόρευση, σε κάθε δε περίπτωση, για την ενημέρωση της κοινής γνώμης επί της πορείας της υποθέσεως δεν ήταν απαραίτητη η προβολή και των επιμάχων στιγμιοτύπων. (συνέχεια)

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

συνέχεια: Εξ άλλου, στις προσβαλλόμενες αποφάσεις μνημονεύεται μεν και η διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 του Κώδικα Δεοντολογίας Ειδησεογραφικών και άλλων Δημοσιογραφικών και Πολιτικών Εκπομπών, από το περιεχόμενο, όμως, των αποφάσεων αυτών συνάγεται ότι η ένδικη κύρωση επεβλήθη αποκλειστικώς για την μετάδοση των επιμάχων σκηνών που είχαν μαγνητοσκοπηθεί κατά παράβαση του άρθρου 8 παρ.2 του ν. 3090/2002, η δε αναφορά στην διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 του Κώδικα Δεοντολογίας Ειδησεογραφικών και άλλων Δημοσιογραφικών και Πολιτικών Εκπομπών, γίνεται επικουρικώς, χωρίς να αποτελεί η παράβαση της εν λόγω διατάξεως αυτοτελή βάση επιβολής του προστίμου. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, οι προσβαλλόμενες πράξεις παρίστανται νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένες ως προς την διαπίστωση της τελέσεως της αποδιδομένης στον τηλεοπτικό σταθμό της αιτούσης παραβάσεως".
Β) σχετικά με την τηλεοπτική η ραδιοφωνική μετάδοση της δίκης γίνονται δεκτά τα επόμενα: Σύμφωνα με τον προϊσχύσαντα Ν. 2172 ο κανόνας ήταν το επιτρεπτό της τηλεοπτικής μετάδοσης της δίκης και η απαγόρευση της γινόταν [κατά διακριτική όχι δεσμία ευχέρεια] μόνο εφόσον το ζητούσε ο κατ/ νος και με την δεύτερη [αρνητική] προϋπόθεση ότι δεν ενδιέφερε το δημόσιο συμφέρον. Αν ενδιέφερε το δημόσιο συμφέρον τότε δεν λαμβανόταν υπόψη η αντίθετη βούληση του κατ/ νου. π.χ. Κατηγορούμενος για παιδεραστία ακόμη κι αν ζητούσε την απαγόρευση της τηλεοπτικής μετάδοσης το δικαστήριο εδικαιούτο να μη σεβασθεί τη βούληση του. Με τον νυν ισχύοντα Ν. 3090/ 2002 απαγορεύεται [ο κανόνας] η μετάδοση από τα ΜΜΕ μιας δίκης. Αν το ζητήσουν σωρευτικά και ο Εισαγγελέας και ο κατ/ νος και, επιπλέον, η υπόθεση ενδιαφέρει το δημόσιο συμφέρον, τότε το Δικαστήριο μπορεί [διακριτική ευχέρεια του] να επιτρέψει τη μετάδοση της δίκης από τα ΜΜΕ.

Addthis