Τρίτη, 5 Αυγούστου 2014

Παραβίαση της εσωκομματικής δημοκρατίας.

Επιμέλεια Γιώργου Τραντά, Δικηγόρου [νομικό περιοδικό ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ 1995.129-135]. 
Σύντομο ιστορικό της υπόθεσης.

Με επιστολή του ο πρόεδρος του τοπικού κόμματος των Χριστιανοδημοκρατών (CDU) στο γερμανικό ομόσπονδο κρατίδιο του Αμβούργου εκάλεσε τα μέλη του κόμματος με δικαίωμα ψήφου σε γενική συνέλευση με θέμα την εκλογή των μελών της Επιτροπής Επιλογής Αντιπροσώπων. Στη συνέλευση (2.10.1990) εμφανίστηκε μια λίστα υποψηφίων που σε ένα πρώτο μέρος περιελάμβανε ως πρόταση του προέδρου τα ονόματα όλων των μελών της Κεντρικής Επιτροπής του τοπικού κόμματος αλφαβητικά, ενώ σε ένα δεύτερο μέρος με τίτλο «άλλες υποψηφιότητες» δεν περιελάμβανε κανένα όνομα. Το μέλος Α εζήτησε τον λόγο επί της ημερησίας διατάξεως αφ' ενός (δικαίωμα που έχει αναγνωριστεί με απόφαση του Ομοσπονδιακού Κομματικού Δικαστηρίου της CDU) και αφ' ετέρου να παρουσιαστούν στη συνέχεια οι υποψήφιοι.

Και τα δύο αιτήματα απορρίφθηκαν από την συνέλευση, το δεύτερο μάλιστα αφού είχε προηγηθεί παρατήρηση του προέδρου του κόμματος ότι, λόγω του αριθμού των υποψηφίων η παρουσίαση τους δεν είναι για λόγους χρόνου δυνατή. Στη ψηφοφορία που επακολούθησε εξελέγησαν με μεγάλη πλειοψηφία αλλά με διαφορετικό αριθμό ψήφων όλα τα πρόσωπα που είχαν προταθεί από το προεδρείο, ενώ δεν εξελέγη η μοναδική άλλη υποψήφια που είχε προταθεί στη συνέλευση. Κατά την συνέλευση της Επιτροπής Επιλογής Αντιπροσώπων (26.1.1991) διατυπώθηκαν από ένα μέλος αντιρρήσεις για το κατά πόσο η διαδικασία συγκρότησης της Επιτροπής ήταν σύμφωνη με το καταστατικό. Επίσης εκφράστηκαν προβληματισμοί για το αν η διαδικασία επιλογής υποψηφίων για τις εκλογές στο τοπικό κοινοβούλιο και στα διαμερισματικά συμβούλια [Το Αμβούργο είναι «πόλη-κράτος» και δεν έχει οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης με την κλασσική έννοια] ήταν αντίθετη με το καταστατικό του κόμματος. Πράγματι, εμφανίστηκαν ως υποψηφιότητες προς την Επιτροπή μονάχα προτάσεις της Εκλογικής Επιτροπής του Προεδρείου και των Εκλογικών Επιτροπών των τοπικών οργανώσεων. Άλλες προτάσεις υποψηφιοτήτων δεν υπήρχαν. Η Επιτροπή εψήφισε τελικά τις σχετικές προτάσεις. Οι «λίστες» στη συνέχεια επικυρώθηκαν από τις Εκλογικές Επιτροπές. Οι εκλογές διεξήχθησαν την 2.6.1991. Τα επίσημα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν την 9.7.1991. Προσφυγή του Α σχετικά με την νομιμότητα των εκλογών απορρίφθηκε από το τοπικό κοινοβούλιο κατά τη διαδικασία εξέλεγξης των αποτελεσμάτων. Κατά της απόφασης αυτής ο Α άσκησε το ένδικο βοήθημα της εκλογικής προσφυγής (Wahlbeschwerde) στο τοπικό Συνταγματικό Δικαστήριο ζητώντας την ακύρωση των εκλογών.
 
                                                             Απόφαση (HVefG 3/ 92) του
                                                       Συνταγματικού Δικαστηρίου του Αμβούργου.
Η προσφυγή είναι βάσιμη....

Ι. 1. ... Οι σοβαρές εκλογικές παραβάσεις μπορεί να οφείλονται σε παραβάσεις του καταστατικού ενός κόμματος, όταν αυτές έρχονται σε αντίθεση με την εκλογική νομοθεσία, την από την δημοκρατική αρχή και την αρχή του κράτους δικαίου συναγόμενη αρχή της ελεύθερης διαμόρφωσης γνώμης εντός των κομμάτων, ή αντιβαίνουν στις εκλογικές αρχές του Συντάγματος...
Οι αρχές της καθολικότητας, της ελευθερίας και της ισότητας της ψήφου ισχύουν - ως άγραφο συνταγματικό δίκαιο - και για τις υπόλοιπες πολιτικές εκλογικές διαδικασίες, ιδίως για τις εκλογικές προετοιμασίες και την επιλογή υποψηφίων των κομμάτων. Στη προκείμενη περίπτωση δεν υπήρξαν πραγματικές εκλογές υποψηφίων. Στην προκείμενη διαδικασία επιλογής έλειψε δίπλα στην ελευθερία της εκλογής ένα επιπλέον ουσιώδες στοιχείο της εκλογής, δηλ. η ισότητα της ψήφου που προκύπτει από την αρχή της ισότητας και την δημοκρατική αρχή. ... Η πρακτικά σπουδαιότερη αποστολή που έχει ανατεθεί στα κόμματα, στα πλαίσια της συνταγματικά εγγυημένης συμμετοχής τους στη διαμόρφωση της πολιτικής γνώμης του λαού, αποτελεί η συμμετοχή στις εκλογές των λαϊκών αντιπροσωπειών. Η θεμελιώδης απόφαση του Συντάγματος για μια ελεύθερη αντιπροσωπευτική δημοκρατία (άρθρο 20 Ι και II του Θεμελιώδους Νόμου) απαιτεί η επιταγή του άρθρου 21 Ι 3 του Θεμελιώδους Νόμου, κατά το οποίο τα κόμματα οφείλουν στο εσωτερικό τους να εκφράζουν δημοκρατικές αρχές, να τηρείται αυστηρά και, αν αυτό επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να μπορεί να αποδειχθεί και να μπορεί να ελέγχεται.
2.3. Το Δικαστήριο κρίνει ως σοβαρές παραβιάσεις της αρχής της ενδοκομματικής δημοκρατίας, και των γενικών αρχών της εκλογικής διαδικασίας, την διαδικασία που ακολουθήθηκε κατά την γενική συνέλευση των μελών. Η συνέλευση πάσχει τόσο ως προς την ελευθερία όσο και ως προς την ισότητα ευκαιριών. Η προστασία της μειοψηφίας που επιβάλλεται από της αρχές της δημοκρατίας δεν υπήρχε.
2.3.1.  Η ελευθερία εκλογής δεν καλύπτει μόνο την ελεύθερη εκλογική δραστηριότητα κατά την ψηφοφορία. Στην εκλογική ελευθερία ανήκει επίσης το ελεύθερο δικαίωμα πρότασης υποψηφιοτήτων για όλους τους εκλογείς. Αυτό προϋποθέτει μια ελεύθερη επιλογή των υπο-Ιψηφίων με συμμετοχή των μελών του κόμματος. Η επιλογή των υποψη-Ιφίων δεν πρέπει να αφήνεται μόνο στα ανώτερα κομματικά όργανα [πρβλ. BVerfGE 47, 253 (282)). Το γεγονός ότι η επιταγή για μια ελεύθερη επιλογή υποψηφίων ανήκει στις απόλυτες προϋποθέσεις μιας ελεύθερης εκλογής (BVerfGE 47, 283) σημαίνει ότι η παράβαση της αποτελεί αναγκαστικά μια εκλογική παράβαση....
2.3.2.  Μια σοβαρή παράβαση των δικαιωμάτων της μειοψηφίας βλέπει το δικαστήριο στο ότι, παρά τις σχετικές κατά το καταστακό αιτήσεις και τις διαμαρτυρίες μιας μειοψηφίας των κομματικών μελών, δεν επετράπη από την πλειοψηφία, κατόπιν πρότασης του προεδρείου, ούτε η παρουσίαση των προτεινομένων από αυτό υποψηφίων ούτε συζήτηση, που θα μπορούσε να επιτρέψει την παρουσίαση και την πιθανή επιτυχία και άλλων υποψηφίων. Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις, τα μέλη που δεν συμφωνούσαν με τις επιλογές του προεδρείου του κόμματος και που επιθυμούσαν να ασκήσουν τα δικαιώματα κατά την επιλογή υποψηφίων εθίγησαν στα δικαιώματα τους  της ελεύθερης και ίσης συμμετοχής στις εκλογές. Συγχρόνως συνέτρεξε και μια σοβαρή παράβαση της επιταγής της εσωκομματικής δημοκρατίας....
2.3.3.  Οι σοβαρές παραβιάσεις των αρχών της εσωκομματικής δημοκρατίας και της ελευθερίας της εκλογής δεν δικαιολογούνται από το γεγονός ότι η γενική συνέλευση έγινε παραμονή αργίας και κάτω από χρονική πίεση. Ακριβώς λόγω της σπουδαιότητας της εκλογής της Επιτροπής Επιλογής Αντιπροσώπων θα έπρεπε να έχει σχεδιαστεί, σύμφωνα με τις αρχές της δημοκρατίας, οργανωτικά και χρονικά καλύτερα η εκλογή της. ...
2.4.1. ... Επίσης το γεγονός ότι κατά την διαδικασία επιλογής υποψηφίων τα εκλεγμένα μέλη της Επιτροπής Επιλογής Αντιπροσώπων δεν μπορούσαν να προτείνουν άλλες υποψηφιότητες σε σχέση με τις προτάσεις των Εκλογικών Επιτροπών, ούτε να κάνουν προτάσεις τροποποιήσεων τους ... εθίγησαν στο κατά την ιδιότητα τους ως εκλογέων δικαίωμα ελεύθερης εκλογής. Επιπλέον θίχθηκε η ισότητα της ψήφου.
 
Π. Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν σοβαρές, εν μέρει μάλιστα πολύ σοβαρές, και μακρόχρονες παραβιάσεις των αρχών της ψηφοφορίας και της επιταγής της ενδοκομματικής δημοκρατίας.... Οι διαπιστωμένες σοβαρές, ως πολύ σοβαρές, εκλογικές παραβάσεις θα έπρεπε να καταστήσουν απαράδεκτη την αποδοχή των υποψηφιοτήτων.
1. Αυτό προκύπτει ήδη από την υψηλότατη θέση που κατέχει συνταγματικά η δημοκρατική αρχή για την νομιμοποίηση του κράτους. Μόνο οι δημοκρατικά προτεινόμενοι και εκλεγμένοι αντιπρόσωποι του λαού είναι νομιμοποιημένοι στο δημοκρατικό κράτος δικαίου να παίρνουν τις πολιτικές αποφάσεις που αφορούν όλο τον λαό και να αποφασίζουν για τους σε μορφή νόμου ισχύοντες γενικά κανόνες δικαίου.
 
III. Τα διαπιστωμένα σοβαρά, εν μέρει πολύ σοβαρά, ελαττώματα έχουν σίγουρα επιδράσει στη σύνθεση της τοπικής βουλής και των αντιπροσωπειών των διαμερισμάτων (αιτιώδης συνάφεια, σχέση με την αντιπροσωπευτικότητά τους). ...
1. Θα ήταν διαφορετική η σύνθεση των αντιπροσωπειών, αν οι υποψηφιότητες του κόμματος απορρίπτονταν κατά την ανακήρυξη των υποψηφίων και το κόμμα δεν μπορούσε να συμμετάσχει στις εκλογές με αυτά τα ψηφοδέλτια. ...
2.3. Δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι εκλογείς δεν ενδιαφέρονται για τα πρόσωπα που αναγράφονται στα ψηφοδέλτια των κομμάτων. ... Λόγω του θεμελιώδους χαρακτήρα των εκλογών σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι εκλογείς αποφασίζουν με συνείδηση της ιδιαίτερης βαρύτητας της ψήφου τους για την πολιτική εξέλιξη του συνόλου.
3. Τα ελαττώματα αυτά δεν μπορεί τέλος να θεωρηθεί ότι έχουν επικυρωθεί ή θεραπευθεί από την εκλογή. Γιατί η σοβαρότητα τους είναι τόσο βαριά ώστε από συνταγματική άποψη δεν μπορεί να θεωρηθούν ότι έχουν καλυφθεί. Ιδίως μάλιστα εφόσον δεν ήταν δυνατό λόγω της εσωκομματικής φύσης τους να είναι γνωστά στους εκλογείς.
 
IV.
2.  Η θέση υποψηφιοτήτων στις εκλογές αποτελεί ένα ουσιωδώς εσωκομματικό ζήτημα στο οποίο κρατικά όργανα στα πλαίσια της ανακήρυξης των υποψηφιοτήτων, κατά γενική συνταγματική θέση, που συμμερίζεται και το Δικαστήριο, μόνο οριακά μπορεί να ενδιαφερθούν ή να αντιδράσουν. Αυτή η συνταγματική αρχή σταματά πάντως εκεί όπου, όπως στη προκείμενη περίπτωση, εμφανώς παραβιάζεται η επιταγή της εσωκομματικής δημοκρατίας...
3.  Κατά τις σταθμίσεις του το Δικαστήριο εξέτασε την ένσταση ότι τα βάρη μιας ακύρωσης των εκλογών θα έπρεπε να τα φέρουν όλα τα κόμματα, το κοινοβούλιο και τελικά ο οδηγούμενος σε νέες εκλογές λαός, οι οποίοι δεν είχαν καμία ευθύνη με την επιλογή των υποψηφίων από το κόμμα αυτό. Αυτή η ένσταση δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Ήδη στη πράξη βουλευτές άλλων κομμάτων και το τοπικό κοινοβούλιο ως όργανο, και στην Επιτροπή ανακήρυξης των υποψηφίων εκπρόσωποι άλλων κομμάτων, συμμετείχαν στην εξέταση των σχετικών ενστάσεων. Και όλα αυτά τα όργανα όφειλαν να αποφασίσουν διαφορετικά. Κυρίως πρόκειται στη συγκεκριμένη εκλογική προσφυγή για την ορθή συγκρότηση του κοινοβουλίου και την επίδραση των ελαττωμάτων στην αντιπροσωπευτικότητα του κοινοβουλίου. Στο σημείο αυτό ακολουθεί το Δικαστήριο την σταθερή νομολογία του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου (πρβλ. BVerfGE 58, 175). Δεν πρόκειται στη περίπτωση αυτή για εφαρμογή της αρχής της ενοχής ή του ζημιώσαντος που ισχύει στο ιδιωτικό δίκαιο. ... Όλες οι εξουσίες προέρχονται από το λαό. Το δικαίωμα του λαού για ένα νόμιμα εκλεγμένο κοινοβούλιο είναι υπέρτερο σε τέτοιο βαθμό, ώστε να υποχωρεί το δικαίωμα του κάθε βουλευτή στην άσκηση της ανατιθέμενης σ' αυτόν αντιπροσωπευτικής εντολής. ...
4.  Στα πλαίσια των σταθμίσεων εξετάστηκε κατά πόσο σε περιπτώσεις όπως αυτή, όπου ο λόγος ακύρωσης οφείλεται στα εσωτερικά ενός συμμετέχοντος στις εκλογές κόμματος, υπάρχει η δυνατότητα ο λόγος αυτός να δημιουργήθηκε επίτηδες ώστε να ακυρωθεί το ατυχές εκλογικό αποτέλεσμα. Από τις συμπεριφορές των διαδίκων δεν προκύπτει στη παρούσα περίπτωση κάτι τέτοιο. ...
5.  ... Αποφασιστικό ήταν επίσης κατά τις σταθμίσεις ότι θα έπρεπε να συνεχίσει να λειτουργεί για μισή περίοδο ακόμα η εκλεγείσα τοπική βουλή, η οποία πάσχει από σοβαρό πρόβλημα νομιμοποίησης, με συνέπεια να εκτεθεί σε σοβαρή απώλεια κύρους ανάμεσα στο πληθυσμό, πράγμα που θα επιδρούσε αρνητικά στη δυνατότητα πολιτικής πειθούς και νομοθέτησης της. Θα υπήρχε επιπλέον ο κίνδυνος, αντιδημοκρατικές ομάδες να χρησιμοποιήσουν για τους σκοπούς τους το πρόβλημα της ελαττωματικής νομιμοποίησης του κοινοβουλίου.
6.  Ενόψει της υψηλής συνταγματικά περιωπής του αγαθού της σταθερότητας του εκλογικού αποτελέσματος και της διατήρησης του κοινοβουλίου, το Δικαστήριο στάθμισε, στα πλαίσια της αρχής της αναλογικότητας, όλες τις δυνατότητες. ... Διαφορετική λύση όμως δεν είναι δυνατή στη προκείμενη περίπτωση. Αυτό προκύπτει από τη σοβαρότητα των ελαττωμάτων....

Ενημερωτικό Σημείωμα.

Η ακύρωση εκλογής στο σύνολο της είναι γεγονός εξαιρετικά σπάνιο [
Η μόνη γνωστή στο συντάκτη του σημειώματος περίπτωση στον αιώνα μας, στην Ευρώπη, αποτελεί η ακύρωση των εκλογών στο Αμβούργο και πάλι το 1927. Το Staatsgerichthof είχε ακυρώσει τότε με απόφαση του της 17.12.1928 τις τοπικές εκλογές της 9.10.1928 λόγω αντισυνταγματικότητας του εκλογικού νόμου και διέταξε την επανάλειψη των εκλογών για την 19.2.1929]. Είναι λοιπόν ακόμα πιο σημαντικό που η ακύρωση αυτή αναφέρεται σε παραβάσεις που αφορούν την λειτουργία της εσωκομματικής δημοκρατίας σε κάποιο από τα κόμματα που συμμετείχαν στις εκλογές. Η απόφαση της επιβολής διάλυσης της βουλής και επανάλειψης των εκλογών επιδέχεται σοβαρό αντίλογο [Βλ. την μειοψηφία στην απόφαση των δικαστών Dau και Toboll, σε NVwZ 1993, 1090 επ. Η επιχειρηματολογία της μειοψηφίας δεν αμφισβητεί την σοβαρότητα των παραβάσεων αλλά την σκοπιμότητα της λύσης, ενόψει της αρχής της εμπιστοσύνης. Επιπλέον επισημαίνεται ότι η μη ανακήρυξη υποψηφίων αποτελεί και αυτή προσβολή της ελευθερίας της εκλογής και μάλιστα από κρατικά όργανα. Η επανάλειψη των εκλογών λόγω της χρονικής απόστασης από την ακυρωθείσα εκλογή είναι τέλος σίγουρο ότι οδηγεί σε διαφορετικά εκλογικά αποτελέσματα]. Ιδίως το γεγονός ότι οδηγούνται σε εκλογές κόμματα και βουλευτές, τα οποία δεν ευθύνονται, δεν εμφανίζεται ως επιεικής. Αναμφισβήτητη είναι πάντως η σημασία που η τήρηση των αρχών της ενδοκομματικής δημοκρατίας έχει αποκτήσει [Τα δικαιώματα της ενδοκομματικής μειοψηφίας έχει αναγνωρίσει επανειλημμένα στη Γερμανία το Ομοσπονδιακό Κομματικό Δικαστήριο του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος. Βλ. ήδη CDU -Bundesparteigericht, NVwZ 1982, 84, με σημείωση Henke. Στη συγκεκριμένη υπόθεση του Αμβούργου, την παραβίαση των δικαιωμάτων της κομματικής μειοψηφίας αναγνωρίζει η απόφαση CDU-Bundesparteigericht ΝνwΖ 1993, 1126. Το κομματικό δικαστήριο αρνήθηκε πάντως, ενόψει του δικαιώματος προστασίας των προσωπικών δεδομένων, στους προσφεύγοντες πρόσβαση στις καταστάσεις των μελών του τοπικού κόμματος του Αμβούργου. Βλ. CDU-Bundesparteigericht, ΝνwΖ 1993,1127]. Η θεμελίωση της απόφασης παρουσιάζει πάντως αρκετές ασάφειες. Δεν είναι για παράδειγμα σαφές πού μπορεί να θεμελιωθεί το δικαίωμα ενδοκομματικής αντιπολίτευσης μελών των κομμάτων που δεν είναι και ψηφοφόροι (νεολαίοι, αλλοδαποί).
Το Δικαστήριο αναλύει το σκεπτικό του σε τρία στάδια. Εξετάζει κατ' αρχάς κατά πόσο πράγματι υπήρχαν σοβαρές παραβιάσεις των αρχών της δημοκρατικής εκλογής. Στη συνέχεια διαπιστώνει κατά πόσο υπάρχει πράγματι συνάφεια ανάμεσα στις προσβολές αυτές και το αποτέλεσμα των εκλογών. Τέλος, στα πλαίσια της αρχής της αναλογικότητας, εξετάζεται η δυνατότητα να μην ακυρωθούν στο σύνολο τους οι εκλογές.
Η απόφαση αποτελεί σταθμό στην εξέλιξη του δικαίου της εξέλεγξης των εκλογών στη Γερμανία. Η σύνδεση εσωκομματικής δημοκρατίας και εκλογικού αποτελέσματος αυξάνει τις απαιτήσεις προστασίας των μειοψηφιών εντός των κομμάτων. Η προβληματική δεν είναι άγνωστη και παραμένει δυστυχώς πάντα επίκαιρη και στη χώρα μας [
Βλ. Δ. Τσάτσος,Η ενδοκομματική αντιπολίτευση ως πρόβλημα του Συνταγματικού Δικαίου, Αθήνα/Κομοτηνή 1983· Πην. Φουντεδάκη, Ενδοκομματική Δημοκρατία και Σύνταγμα, Αθήνα/Κομοτηνή 1987].

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis