Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2014

Δικαιοσύνη μόνο για τους πλούσιους.

Πολλές φορές έχω γράψει στο παρελθόν, πρόσφατο και μακρινό, πως αυτή η Περιοχή των Βαλκανίων [ή, αν προτιμάτε ευστοχώτερα, η Γερμανική Μικρά Αποικία] κατ’  όνομα είναι έστω Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία! Δημοκρατία δεν είναι, όπως δε δικαιούνται να ονομάζονται τα καζινοκαπιταλιστικά δυτικοευρωπαϊκά καθεστώτα [εφεύρεση των οποίων είναι η Αντιπροσωπευτική “Δημοκρατία”] Δημοκρατίες. Για τον εξής απλούστατο λόγο: ότι κανείς άνθρωπος δε μπορεί να εκπροσωπείται από οποιονδήποτε άλλο συνάνθρωπο του. Όπως έγραφε ο ΑΝΕΠΑΝΑΛΗΠΤΟΣ J.J. RousseauΗ λαϊκή κυριαρχία ωστόσο δε μπορεί ίσως να εκπροσωπηθεί, για τον ίδιο λόγο που δε μπορεί και ν' αλλοτριωθεί. Στηρίζεται ουσιαστικά στη γενική βούληση, κι η βούληση δεν αντιπροσωπεύεται, - είτε είναι η ίδια, ή μια άλλη, δεν υπάρχει εδώ μέση κατάσταση.
Οι βουλευτές δεν είναι λοιπόν κι ούτε μπορούν να είναι εκπρόσωποι της λαϊκής κυριαρχίας, είναι απλά οι φορείς των εντολών της. Δε μπορούν ν' αποφασίζουν οριστικά για τίποτα. Ο κάθε νόμος που ο λαός προσωπικά δεν έχει επικυρώσει θεωρείται άκυρος, δεν είναι καθόλου νόμος. Ο αγγλικός λαός πιστεύει ότι είναι ελεύθερος, αλλά ξεγελιέται πολύ, γιατί ελεύθερος είναι μόνο στη διάρκεια της εκλογής των μελών του κοινοβουλίου. Από τη στιγμή όμως που θα εκλέξει αυτούς τους αντιπροσώπους, γίνεται σκλάβος, δεν είναι τίποτα. Σ' αυτές τις σύντομες στιγμές της ελευθερίας του, η χρήση της ελευθερίας που κάνει αξίζει στ' αλήθεια να την χάσει. Η ιδέα αυτή περί αντιπροσώπων είναι σύγχρονη: μας έρχεται από τη φεουδαρχική κυβέρνηση, - απ' αυτήν την ανόητη κι άδικη κυβέρνηση, όπου το ανθρώπινο είδος υποβαθμίζεται, κι όπου το όνομα του ανθρώπου ατιμάζεται. Στις αρχαίες δημοκρατίες κι ακόμη στις μοναρχίες ο λαός δεν είχε ποτέ αντιπροσώπους. Δεν ήξεραν καν τι θα πει αυτή η λέξη http://www.gfragoulis.blogspot.gr/2014/05/blog-post_5068.html#more”. Η Γερμανική Μικρά Αποικία δε δικαιούται όμως να αυτοχαρακτηρίζεται Δημοκρατία και για ένα επιπλέον λόγο: διότι εντελώς φαρισαϊκά διακηρύσσει την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων [ή, αλλιώς, ατομικές ελευθερίες] ενώ in praxi επιτρέπει την “απόλασυη” τους υπό ένα απαράβατο όρο conditio sine qua non: να μην αποπειράται το ιθαγενές ανδράποδο, ο κατά Χάρυ Κλυν Homo Xeftilius, να τα ασκήσει! Θυμηθείτε, απλά, την κατάργηση του δικαιώματος της απεργίας και πριν τη Μνημονιακή Γενοκτονία του Λαού της Γερμανικής Μικράς Αποικίας. Στο παρόν άρθρο θα ασχοληθώ με ένα δυσβάστακτο οικονομικό εμπόδιο που-αβίαστα οδηγεί στην απαγόρευση πρόσβασης στη Δικαιοσύνη-που έθεσε η Κατιχκή Κυβέρνηση των ανδρεικέλων που υποδύονται τους κυβερνήτες. Το εμπόδιο αυτό-ένα από τα εμπόδια αυτά-λέγεται καταβολή αγωγόσημου και στις αναγνωριστικές αγωγές, εμπόδιο που μέχρι την καθιέρωση του το 2011 δεν υπήρχε. Φίλος λογιστής μου έλεγε προ καιρού ότι, "Γιώργο, αυτή η κυβέρνηση προσπαθεί να πετύχει ανάπτυξη δια μέσου της προστιματικής πολιτικής"! Πόσο δίκιο έχει σ'  αυτή τη διαπίστωση του, πόσο δίκιο! 
2. Το 1912! καθιερώθηκε αυτό το τέλος (χαράτσι) για όσους δυστυχείς αναγκάζονταν να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη ώστε να μην αυτοδικήσουν. a) Με το Ν. ΓπΟΗ/ 3/3-1-1912 που τιτλοφορείται "περί δικαστικών ενσήμων" στο άρθρο 2 § 1 ορίστηκε "1. Οσάκις η αξία του αντικειμένου της αγωγής είναι ανωτέρα των 10.000 δρχ επιβάλλεται τέλος καταβαλλόμενον κατά τον ανωτέρω και εν άρθρω 7 οριζόμενον τρόπον και οριζόμενον εις δραχμάς 10 οσάκις η αξία αύτη δεν είναι ανωτέρα  των 25.000 δρχ, εις δραχμάς 25 οσάκις δεν είναι ανωτέρα των 50.000 δρχ. Αι δε ποσότητες αι υπερβαίνουσαι τας 50.000 δραχμών υποβάλλονται εις τέλος δρχ 50, κατά πάσαν προσθήκην από κλάσματος δραχμής μέχρι 25.000 δρχ. Εξαιρούνται της διατάξεως ταύτης αι κατά το Ν. ΓΨ4Ζ / 1912 ενασκούμεναι αγωγαί περί προσωρινών μέτρων". b) Το 1942 [μήπως η χρονιά αυτή σας θυμίζει καμιά Κατοχή, κατά σύμπτωση πάλι Γερμανική;] ψηφίζεται ο νόμος 1542/ 1942 ο οποίος στο άρθρο 7 ορίζει: "1. Επί αγωγής υποκειμένης εις τέλος του άρθρου 2 του Ν. ΓπΟΗ/ 1911 τροποποιηθέντος δια των νόμων 235, 1816, 2757, ο ενάγων παραλείπων την προκαταβολήν του οφειλομένου τέλους λογίζεται ερήμην δικασθείς εφαρμοζομένου κατά τούτο του άρθρου 208 της Πολιτικής Δικονομίας ως ετροποποιήθη δια του νόμου ΓΥΝΤ του 1909. 2. Εις το τέλος του άρθρου 2 § 4 του νόμου ΓπΟΗ προστίθενται εν συνεχεία τα εξής: "Το Δικαστήριον επιβάλλον το απλούν ή διπλούν τέλος επί της όλης διαφοράς απέχει της περαιτέρω ερεύνης μέχρι της καταβολής κατά την επιούσαν συζήτησιν, ότε παραλειπομένης ταύτης λογίζεται ερήμην δικασθείς ο ενάγων και η αγωγή του απορρίπτεται". 3. Η ορθή έννοια του άρθρου 2 του νόμου ΓπΟΗ/ 1911 είναι ότι εις το δι'  αυτού επιβαλλόμενον τέλος δεν υπόκεινται αι απλώς αναγνωριστικαί αγωγαί ως και αι περί εξαλείψεως υποθήκης και προσημειώσεως και αι περί ακυρώσεως πλειστηριασμού". Το 2011, επί εποχής ευλογμένου ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ [κατά Πάγκαλο κ.λ.πούς] ψηφίζεται ο Ν. 3994/ 2011 ο οποίος στο άρθρο 70 ορίζει: "3. Στο τέλος που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του Ν. ΓπΟΗ/ 1911 δεν υπόκεινται οι αγωγές περί εξαλείψεως υποθήκης και προσημειώσεως, καθώς και περί ακυρώσεως πλειστηριασμού". Δηλαδή όλες οι άλλες χρηματικές και δυνάμενες να αποτιμηθούν χρηματικά διαφορές υπόκεινται σ'  αυτό χαράτσι. Τον επόμενο χρόνο έρχεται πάλι ο μνημονιακός Ν. 4055/ 2012 ο οποίος στο άρθρο 21 § 1 ορίζει ότι "στο τέλος που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του Ν. ΓπΟΗ/ 1912 δεν υπόκεινται οι αναγνωριστικές που αφορούν τις διαφορές των άρθρων 663, 677, 681Α και 681Β, καθώς και οι αγωγές για την εξάλειψη υποθήκης, προσημείωσης και εκείνες που αφορούν την ακύρωση πλειστηριασμού". Δηλαδή, με το μνημονιακό 3994/ 2011 το αχαράτσωτο παρέμεινε μόνο για τις διαφορές σχετικές με την εξάλειψη της υποθήκης και της προσημείωσης και την ακύρωση του πλειστηριασμού, όμως με τον επίσης μνημονιακό 4055/ 2012 παρέμεινε, επεκτεινόμενο λίγο, το αχαράτσωτο της αναγνωριστικής αγωγής και στις εργατικές διαφορές (αυτός είναι Σοσιαλισμός, όχι παίξε γέλασε!), στις διαφορές για παροχή εργασίας από διάφορους επαγγελματίες, στις αυτοκινητικές διαφορές, στις συζυγικές διαφορές, στις διαφορές γονένων και τέκνων. 
3. Ποια η δικαιολογία της κατάργησης του αχαράτσωτου στις αναγνωριστικές αγωγές με άμεση συνέπεια τη δυσχέρανση αν όχι απαγόρευση πρόσβασης του πολίτη στη Δικαιοσύνη; a). Ας πληροφορηθούμε τι λέει η αιτιολογική έκθεση του ν. 3994/ 2011: "με την άσκηση και συζήτηση μιας αγωγής ο πολίτης κινητοποιεί ένα πολυδάπανο μηχανισμό. Οφείλει συνεπώς να καταβάλλει τέλος ώστε να ενισχύεται η δυνατότητα της Πολιτείας να οργανώνει κατά το καλύτερο τρόπο το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης. Κατά τη συζήτηση των αγωγών τα καταψηφιστικά αιτήματα τρέπονται σε αναγνωριστικά με συνέπεια να αποφεύγεται η καταβολή δικαστικού ενσήμου επί του αντικειμένου της δίκης. Η πρακτική αυτή στερεί το δημόσιο και άλλους φορείς (ΤΑΧ.ΔΙΚ) από σημαντικά έσοδα ενώ οδηγεί σε καταστρατηγήσεις και κατάχρηση δικονομικών δυνατοτήτων. Με την επιβολή τέλους δικαστικού ενσήμου και επί των αναγνωριστικών αγωγών στις οποίες περιλαμβάνονται βεβαίως και οι καταψηφιστικές αγωγές μετά τον περιορισμό του αιτήματος σε αναγνωριστικό θα επέλθει αύξηση των δημοσίων εσόδων ενώ θα αποτραπεί η άσκηση προπετών και αβάσιμων αγωγών".  b) Τι υπεστήριζε και εισηγούνταν όμως η νομική επιστημονική υπηρεσία της Βουλής [ο νομικός σύμβουλος της δηλαδή] τις απόψεις της οποίας υποτίθεται αποδέχεται η εκτελεστική εξουσία; "Το δικαίωμα για παροχή δικαστικής προστασίας αποτελεί θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα [άρθρα 20  1 Συντάγματος και 6  1 ΕΣΔΑ (Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου)] και αρχή του Κράτους Δικαίου. Επί διαφοράς σχετικώς με το εάν η υποχρέωση καταβολής τέλους δικαστικού ενσήμου επί καταψηφιστικών αγωγών προσβάλλει το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και ακροάσεως του διαδίκου, δεδομένου ότι σε περίπτωση παραλείψεως καταβολής καταβολής του, ο ενάγων δικάζεται ερήμην, ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι οι διατάξεις που κατοχυρώνουν το εν λόγω δικαίωμα δεν "αποκλείουν παράλληλα στον κοινό νομοθέτη το δικαίωμα να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις και δαπανήματα και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης" (ΑΠ 675/ 2010, ΣτΕ 3470/ 2007). Τα κριτήρια συμφώνως προς τα οποία επιτρέπεται η θέσπιση τέτοιων δικονομικών προϋποθέσεων, έχουν διατυπωθεί τόσο από το ΕΔΔΑ [Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου] όσο και από τα ελληνικά δικαστήρια. Ειδικότερα, κάθε περιορισμός που επιβάλλεται στο δικαίωμα προσβάσεως σε δικαστήριο πρέπει "να μην υπερβαίνει  τα όρια εκείνα πέραν των οποίων θα συνεπαγόταν την άμεση ή έμμεση κατάλυση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας (Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο 33/ 1995, ΣτΕ 3470/ 2007), να "μη καθιστά υπερμέτρως δυσχερή την άσκηση του ενδίκου μέσου" (ΣτΕ 3738/ 2008) και να τελεί σε αναλογία προς το σκοπό για τον οποίο επεβλήθη. Τέτοιος σκοπός μπορεί να είναι "η εγγύηση της νομικής ασφάλειας και της καλής απονομής της δικαιοσύνης (ΕΔΔΑ της 24.5/ 23-10-2006, προσφυγή 20627/ 2005 υπόθεση Λιακόπουλου κατά Ελλάδας), και "η λειτουργία των δικαστηρίων και η ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης" (ΑΠ 675/ 2010, ΣτΕ Ολομέλεια 647/ 2004). Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, η θέσπιση τέλους δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές τίθεται προς επίτευξη δυο σκοπών: αφενός προκειμένου να αποτραπεί η άσκηση προπετών και αβάσιμων αγωγών", αφετέρου προκειμένου "να επέλθει αύξηση των δημοσίων εσόδων". Τίθεται το ερώτημα, εάν το μέτρο της οικονομικής επιβάρυνσης του ενάγοντος δια της καταβολής τέλους δικαστικού ενσήμου και στις αναγνωριστικές αγωγές τελεί σε αναλογία προς το πρώτο σκοπό, και εάν ο εν λόγω σκοπός θα μπορούσε να επιτευχθεί με λιγότερα επαχθή μέτρα τα οποία δε θα έπλητταν το δικαίωμα υποβολής αναγνωριστικής αγωγής (λ.χ. συχνότερη χρήση του άρθρου 205 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας). Επισημαίνεται εν προκειμένω ότι ο Άρειος Πάγος έκρινε σύμφωνη με τις διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ την υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου στις καταψηφιστικές αγωγές με τη ρητή αναφορά ότι έλαβε "επιπροσθέτως υπόψη ότι το εν λόγω δικαίωμα (παροχής δικαστικής προστασίας) προστατεύεται ικανοποιητικά με την άσκηση αναγνωριστικού χαρακτήρα αγωγής" (ΑΠ 675/ 2010). Σε σχέση με το δεύτερο ως άνω σκοπό της προτεινόμενης ρύθμισης δημιουργείται προβληματισμός εάν είναι συνταγματικώς ανεκτή η θέσπιση προϋποθέσεων για την παροχή δικαστικής προστασίας, οι οποίες δε συνδέονται με τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης αλλά με αμειγώς ταμειακές ανάγκες του κράτους. Κατά πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (6/ 2010 Ολομέλεια, 1663/ 2009, 3072/ 2009, 2993/ 2007) μόνο το ταμειακό συμφέρον του δημοσίου δε δικαιολογεί προσβολή του δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας. Συμφώνως εξάλλου με τη νομολογία του ΕΔΔΑ "μόνο το δημοσιονομικό συμφέρον του δημοσίου δε μπορεί να αφομοιωθεί συλλήβδην σε ένα γενικότερο δημόσιο συμφέρον το οποίο θα δικαιολογούσε σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση την παραβίαση των δικαιωμάτων του πολίτη" (απόφαση ΕΔΔΑ της 25-6-2009 προσφυγή 36963/ 2006 υπόθεση Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδας, υπ'  αριθμό 2, απόφαση ΕΔΔΑ της 22.5/ 1-12-2008 προσφυγή 33997/ 2006 υπόθεση Μεϊδάνης κατά Ελλάδος)". 
3. Μετά από αυτό τον φοροεισπρακτικό αρμαγεδώνα-που, ουσιαστικά καθιστά προσβάσιμη τη Δικαιοσύνη μόνο στους έχοντες, ασχολήθηκε η νομολογία των Δικαστηρίων μας με τη συνταγματικότητα ή όχι του χαρατσαγωγόσημου και στις αναγνωριστικές αγωγές. Η πλειοψηφία της νομολογίας μας φαίνεται να αποκλείνει υπέρ της αντισυνταγματικότητας του άρθρου 21§ 1 του Ν. 4055/ 2012. Παραθέτω, χαρακτηριστικό απόσπασμα από την πλέον πρόσφατη νμλγ μας, αυτή της Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πάτρας [υπ'  αριθμό 104/ 2014]:  "Το δικαίωμα του πολίτη για παροχή έννομης προστασίας από τα Δικαστήρια αποτελεί θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα (άρθρο 20 παρ. 1 Συντάγματος), το οποίο κατοχυρώνεται και από την κυρωθείσα με το ν.δ. 53/1974 Ευρωπαϊκή Σύμβαση της Ρώμης του 1950 για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ άρθρα 6 και 13) και αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κράτους δικαίου. Ο ουσιαστικός νόμος καθορίζει τις ειδικότερες προϋποθέσεις για την άσκηση του δικαιώματος προσφυγής στη Δικαιοσύνη θεσπίζοντας δικονομικές προϋποθέσεις, δαπανήματα και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης, πλην όμως, ο κοινός νομοθέτης δεν έχει απεριόριστη εξουσία προσδιορισμού των προϋποθέσεων αυτών. Οι ρυθμίσεις του ουσιαστικού νόμου πρέπει να συνάπτονται προς τη λειτουργία των Δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της Δικαιοσύνης και δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να θέτουν αδικαιολόγητους δικονομικούς φραγμούς στην παροχή εννόμου προστασίας από τα Δικαστήρια, οι οποίοι ισοδυναμούν με κατάργηση, άμεση ή έμμεση, του σχετικού δικαιώματος, άλλως οι ρυθμίσεις αυτές είναι προδήλως αντισυνταγματικές και αντίκεινται στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Επιπλέον, η επιβολή φορολογικού βάρους με τη μορφή του τέλους δικαστικού ενσήμου μόνο στις καταψηφιστικές αγωγές δεν συνιστούσε στέρηση του δικαιώματος αυτού καθώς συναρτάτο με την εκτελεστότητα της απόφασης και όχι με την προσφυγή στη Δικαιοσύνη, δεδομένου ότι το δικαίωμα προσφυγής στη Δικαιοσύνη προστατευόταν επαρκώς με δυνατότητα άσκησης αναγνωριστικής αγωγής. Η διαφορετική αντιμετώπιση της καταψηφιστικής από την αναγνωριστική αγωγή στο θέμα του δικαστικού ενσήμου, είχε επαρκή δικαιοπολιτική εξήγηση, καθώς οι αποφάσεις επί καταψηφιστικών αγωγών είναι το δίχως άλλο εκτελεστές, ενώ οι αποφάσεις επί των αναγνωριστικών αγωγών δεν είναι εκτελεστές, το δε Δημόσιο δεν στερείται του αναλογούντος δικαστικού ενσήμου που καταβάλλεται όταν η αναγνωριστική απόφαση γίνει, με τους όρους που στο νόμο προβλέπονται, εκτελεστή. Η επέκταση του δικαστικού ενσήμου, όμως, και στις αναγνωριστικές αγωγές και μάλιστα πλέον σε ποσοστό διπλάσιο από αυτό που ίσχυε μέχρι σήμερα (άρθρο 6α του ν. 4093/2012), σημαίνει ότι πλέον καθίσταται δικονομική προϋπόθεση του παραδεκτού της παράστασης του διαδίκου, γεγονός προδήλως αντισυνταγματικό, καθώς, καθιστώντας δυσβάσταχτη οικονομικά την προσφυγή στη Δικαιοσύνη, περιορίζει και σε πολλές περιπτώσεις στερεί το συνταγματικό δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας. Στα πλαίσια αυτά, ο Αρειος Πάγος με την υπ αριθμ. 675/ 2010 απόφαση του, έκρινε ότι η υποχρέωση καταβολής αναλογικού τέλους δικαστικού ενσήμου στις καταψηφιστικές αγωγές δεν αναιρεί το ατομικό δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας του διαδίκου «λαμβανομένου υπόψη ότι το εν λόγω δικαίωμα ικανοποιητικά προστατεύεται με την άσκηση αναγνωριστικού χαρακτήρα αγωγής». Είναι προφανές ότι η νομική παραδοχή του Αρείου Πάγου περί της συνταγματικότητας του δικαστικού ενσήμου προϋπέθετε την απωλεσθείσα πλέον δυνατότητα του πολίτη να προσφύγει στα Δικαστήρια με αναγνωριστική αγωγή, η άσκηση της οποίας χωρίς υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου προστατεύει ικανοποιητικά το συνταγματικά δικαίωμα παροχής εννόμου προστασίας. Με την αιτιολογική έκθεση επί του σχεδίου νόμου για το άρθρο 70 φέρεται ως σκοπός της νέας διάταξης η αύξηση των δημοσίων εσόδων, πρόβλεψη που αποτυπώνεται και στην σχετική Εκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους επί του σχεδίου νόμου. Πλην όμως, σύμφωνα και με τον έντονο νομικό προβληματισμό που διατύπωσε η Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής με την έκθεση της επί του συγκεκριμένου νομοσχεδίου και κατά την πάγια νομολογία του ΣτΕ, η επίκληση αμιγώς ταμειακών αναγκών του Δημοσίου χωρίς σύνδεση με τη λειτουργία των Δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της Δικαιοσύνης, δεν είναι συνταγματικώς ανεκτή για τη θέσπιση προϋποθέσεων για την παροχή δικαστικής προστασίας. Αντίστοιχη είναι και η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), κατά την οποία μόνο το δημοσιονομικό συμφέρον του Δημοσίου δεν μπορεί να αφομοιωθεί συλλήβδην σε ένα γενικότερο δημόσιο συμφέρον, το οποίο θα δικαιολογούσε σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση την παραβίαση των δικαιωμάτων του πολίτη. Αλλωστε, η υποχρεωτική επιβολή δικαστικού ενσήμου σε όλες τις αγωγές που έχουν περιουσιακό αντικείμενο ή είναι χρηματικά αποτιμητές δεν συνδέεται με τη λειτουργία των Δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της Δικαιοσύνης, ούτε μπορεί να δικαιολογηθεί επαρκώς από τις ταμειακές ανάγκες του δημοσίου από την «κινητοποίηση ενός πολυδάπανου δημόσιου μηχανισμού», όπως αναφέρεται στη σχετική αιτιολογική έκθεση. Πρώτον, διότι το λειτουργικό κόστος της Δικαιοσύνης όχι μόνο δεν έχει αυξηθεί, αλλά αντίθετα έχει περιοριστεί κατά πολύ (όμοια και Γνωμοδότηση Κ. Χρυσόγονου - Α. Καϊδατζή, για τη συνταγματικότητα του σχεδίου νόμου «Eγκριση μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2013-2016» παρ. Γ 7). Δεύτερον, διότι η Δικαιοσύνη δεν αποτελεί «μηχανισμό», όπως εσφαλμένα αναφέρεται στην ως άνω αιτιολογική έκθεση, αλλά αποτελεί δημόσια λειτουργία, συνταγματικά κατοχυρωμένη και χρηματοδοτούμενη από το δημόσιο προϋπολογισμό και δεν λειτουργεί με βάση την αρχή της ανταποδοτικότητας. Τρίτον, διότι θα έπρεπε με την ίδια λογική το σχετικό τέλος να επεκταθεί σε όλες τις αγωγές και όχι μόνο στις χρηματικά αποτιμητές, καθώς οι λοιπές αγωγές κινητοποιούν τον ίδιο πολυδάπανο «μηχανισμό» κατά την έκφραση της αιτιολογικής έκθεσης. Φαίνεται, αντίθετα, ότι η ρύθμιση αποκτά αποτρεπτικό, καταρχήν, και, στη συνέχεια, κυρωτικό χαρακτήρα, ειδικά για τις χρηματικά αποτιμητές αγωγές, καθώς, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, με την επέκταση τον δικαστικού ενσήμου και στις αναγνωριστικές αγωγές επιδιώκεται «να αποτραπεί η συζήτηση προπετών και αβασίμων αγωγών». Ο πολίτης, για λόγους καθαρά εισπρακτικούς, στερείται του δικαιώματος να προσφύγει στη Δικαιοσύνη χωρίς να καταβάλει δικαστικό ένσημο για να εμποδίσει την παραγραφή του δικαιώματος του, να άρει υφιστάμενη αβεβαιότητα περί της ύπαρξης του δικαιώματος ή της έκτασης του, να εκδώσει αναγνωριστική απόφαση, όταν υπάρχει αμφιβολία για τη φερεγγυότητα του οφειλέτη και για τη δυνατότητα εκτέλεσης της απόφασης, χωρίς βεβαίως όλα αυτά να μπορούν να θεωρηθούν προπετείς και αβάσιμες αγωγές. Αλλωστε, κατά το Σύνταγμα, μόνο τα αρμόδια Δικαστήρια και ουδείς άλλος, και βεβαίως όχι προκαταβολικά, μπορεί να κρίνει αν οι αγωγές είναι πράγματι προπετείς και αβάσιμες, προβλέπονται δε στον ΚΠολΔ επαρκείς ποινές (άρθρο 205) και κυρώσεις (άρθρα 178-179, περί δικαστικής δαπάνης) για τις περιπτώσεις τέτοιων αγωγών, ώστε να μην χρειάζονται άλλες και σε καμία περίπτωση το δικαστικό ένσημο δεν μπορεί να αποτελέσει τέτοιου είδους κύρωση. Επιπλέον, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι λαμβάνεται υπόψη το δικαστικό ένσημο στον υπολογισμό της επιδικαζόμενης δικαστικής δαπάνης, το γεγονός αυτό αφορά στο χρόνο μετά την παροχή δικαστικής προστασίας και δεν εξισορροπεί τα εμπόδια που τίθενται στον πολίτη κατά το χρόνο προσφυγής του στη Δικαιοσύνη. Συνεπώς, η υποχρεωτική προσκομιδή δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές και μάλιστα τέτοιου ύψους, ως προϋπόθεση προσφυγής στη Δικαιοσύνη, αποτελεί συνταγματικά ανεπίτρεπτο περιορισμό που παρεμποδίζει την ανοιχτή πρόσβαση κάθε πολίτη στη Δικαιοσύνη και ισοδυναμεί με έμμεση κατάργηση του προστατευόμενου και από την ΕΣΔΑ δικαιώματος παροχής εννόμου προστασίας, καθώς προσβάλλει την ίδια την υπόσταση του δικαιώματος (Ολ. ΣΤΕ 601/2012 ΝΟΒ 2012.376, Ολ. ΣΤΕ 3087/2011, Ολ Ελ. Συν 2006/2008 Α Δημοσίευση Νόμος, Ολ. ΣΤΕ 647/2004 ΔΕΕ 2004.821, ΑΕΔ 33/1995 Δνη 1995.571, ΕΔΔΑ της 28-10-1998, Ait Mououb κατά Γαλλίας, της 15-2-2000 GarciaManipardo κατά Ισπανίας, της 19-5- 2001 Kreuz κατά Πολωνίας, Απόφαση ΕΔΔΑ της 24-5- 2006 επί της υπόθεσης Αιακόπουλου κατά Ελλάδος στην προσφυγή υπ αριθμ. 20627/2004, σχόλιο Κ.Μπέη κάτωθι της ΑΠ 9/2002 σε Δίκη 2002.686, Εφετείο Πειραιά 55/2009, Δίκη 2009.246 με σχόλιο Κ.Μπέη)". 
4. Η αντίθετη άποψη που υποστηρίζεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ώστε ο αναγνώστης να προβαίνει σε σύγκριση των αντίθετων νομολογιακών γραμμών, χωρίς δυσκολία, ακόμη και για τους απλούς μη νομικούς πολίτες. Δέχεται λοιπόν η υπ'  αριθμό 1427/ 2014 απόφαση [σκέψη υπ'  αριθμό 3] τα εξής: "3. Κατά την έννοια των άρθρων 2 και 8 του ν. ΓΠΟΗ "περί δικαστικών ενσήμων", όπως μεταγενέστερα ερμηνεύθηκε αυθεντικά, τροποποιήθηκε και ισχύει, ο ενάγων, εάν παραλείψει την προκαταβολή του οφειλομένου τέλους δικαστικού ενσήμου, λογίζεται ερήμην δικαζόμενος και η αγωγή του απορρίπτεται, η απόρριψη δε αυτή θεωρείται ότι γίνεται για ουσιαστικό (κι όχι για τυπικό) λόγο, πράγμα που συνεπάγεται τη δημιουργία δεδικασμένου περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής, εάν η σχετική απόφαση καταστεί τελεσίδικη (ΑΠ 1337/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1107/2005 ΕλλΔνη 2007. 803). Περαιτέρω, κατά την αρχική διατύπωση της διάταξης του άρθρου 7 § 3 του ν.δ. 1544/1942 «Η ορθή έννοια του άρθρου 2 του νόμου ΓΠΟΗ΄ είναι ότι είς το δι’ αυτού επιβαλλόμενον τέλος δέν υπόκεινται αί απλώς αναγνωριστικαί αγωγαί ώς και αί περί εξαλείψεως υποθήκης και προσημειώσεις και αι περί ακυρώσεως πλειστηριασμού». Με το άρθρο 70 § 3 του ν. 3994/2011 (ΦΕΚ Α΄ 165/25-7-2011), η άνω παράγραφος αντικαταστάθηκε ως εξής: «Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912 δεν υπόκεινται οι αγωγές περί εξαλείψεως υποθήκης και προσημειώσεως, καθώς και περί ακυρώσεως πλειστηριασμού». Παράλληλα η διάταξη του άρθρου 72 § 14 του ίδιου νόμου προέβλεψε ότι «Η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του νομοθετικού διατάγματος 1544/1942 εφαρμόζεται στις αγωγές που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου». Ακολούθως, με το άρθρο 21 του ν. 4055/2012 (ΦΕΚ Α΄ 51/12-3-2012), έγιναν οι ακόλουθες προβλέψεις περί δικαστικού ενσήμου: «-1. Η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του ν.δ. 1544/1942 (Α΄ 189) που αντικαταστάθηκε με το άρθρο 70 του ν. 3994/2011 (Α΄ 165) αντικαθίσταται ως εξής: ‘‘3. Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912, δεν υπόκεινται οι αναγνωριστικές που αφορούν τις διαφορές των άρθρων 663, 677, 681Α και 681Β, καθώς και οι αγωγές για την εξάλειψη υποθήκης και προσημείωσης και εκείνες που αφορούν την ακύρωση πλειστηριασμού’’. -2. Η διάταξη της παραγράφου 14 του άρθρου 72 του ν. 3994/2011 (Α΄ 165) δεν εφαρμόζεται στις αγωγές που ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές πριν από την έναρξη ισχύος του, εφόσον μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά την έναρξη ισχύος αυτού». Ήδη, η διάταξη του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912, όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος ΙΓ΄ «Ρυθμίσεις Θεμάτων Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων» περ. 6 του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α΄ 222/12-11-2012), ορίζει ότι: «1. Το δικαστικό ένσημο καθορίζεται σε ποσοστό οκτώ τοις χιλίοις (8 ‰) επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής ή άλλου δικογράφου που υποβάλλεται σε οποιοδήποτε δικαστήριο του Κράτους και υπόκειται σε δικαστικό ένσημο κατά τις οικείες διατάξεις, εφόσον το αιτούμενο ποσό είναι ανώτερο των διακοσίων (200) ευρώ». Με τις ανωτέρω διατάξεις εντός χρονικού διαστήματος δεκαέξι (16) μηνών (Ιούλιος 2011 - Νοέμβριος 2012) έγιναν σημαντικές τροποποιήσεις σε όσα ίσχυαν περί δικαστικού ενσήμου, καθώς θεσπίστηκε ότι και οι αναγνωριστικές αγωγές υπόκεινται σε τέλος δικαστικού ενσήμου (άρθρο 70 § 3 ν. 3994/2011), υποχρέωση από την οποία μετέπειτα εξαιρέθηκαν οι αναγνωριστικές αγωγές αναφορικά με εργατικές διαφορές, διαφορές από αμοιβή για παροχή εργασίας, αυτοκινητιστικές διαφορές και διαφορές για διατροφή (άρθρο 21 § 1 ν. 4055/2012), εν τέλει δε αυξήθηκε - διπλασιάστηκε και το ποσοστό του δικαστικού ενσήμου (άρθρο πρώτο παράγραφος ΙΓ΄ περ. 6 ν. 4093/2012), ενώ διευκρινίστηκε και ότι δεν υπόκεινται σε καταβολή δικαστικού ενσήμου οι περιπτώσεις καταψηφιστικών αγωγών που είχαν ασκηθεί μέχρι και τις 24-7-2011 και ακολούθως «μετατράπηκαν» σε αναγνωριστικές αγωγές (άρθρο 21 § 2 ν. 4055/2012). Ενόψει των ανωτέρω τροποποιήσεων υποστηρίχθηκε ότι η υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου και επί αναγνωριστικών αγωγών είναι ανίσχυρη ως αντίθετη με το άρθρο 20 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., με το σκεπτικό ότι τίθεται ένας ανεπίτρεπτος περιορισμός που παρεμποδίζει την ανοιχτή πρόσβαση κάθε πολίτη στη δικαιοσύνη και ισοδυναμεί με έμμεση κατάργηση του δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας (ΜονΠρΧαν 3/ 2013 ΝοΒ 2013. 415 = Αρμεν 2013. 480 = ΕΠολΔ 2013. 251, ΜονΠρΑθ 669/ 2013 Αρμεν 2013. 2108). Πριν τις τροποποιήσεις αυτές είχε γίνει δεκτό αναφορικά με το δικαίωμα του διαδίκου να διατυπώσει τις απόψεις του ενώπιον του δικαστηρίου ότι αμφότερες οι διατάξεις αυξημένης τυπικής ισχύος, ήτοι τόσο το 20 § 1 του Συντάγματος, όσο και το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης της Ρώμης του 1950 για τα δικαιώματα του ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, δεν αποκλείουν παράλληλα στον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις και δαπανήματα και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης, αρκεί αυτές να συνάπτονται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και, περαιτέρω, να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων επάγονται την άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευόμενου από τις εν λόγω διατάξεις ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης δικαστικής προστασίας, και ότι στα πλαίσια αυτά επιτρεπτώς επιβάλλεται από το ν. ΓΠΟΗ/1912 η υποχρέωση καταβολής αναλογικού τέλους δικαστικού ενσήμου επί των αποτιμητών σε χρήμα καταψηφιστικών αγωγών, χωρίς από αυτό το λόγο να αναιρείται ή περιορίζεται το ατομικό δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και ακρόασης του διαδίκου από τη δικονομική συνέπεια της ερημοδικίας του, σε περίπτωση παράλειψής του να ανταποκριθεί στην εν λόγω υποχρέωσή του (άρθρα 2 ν. ΓΠΟΗ/1912 και 7 § 1 του ν.δ. 1544/1942), λαμβανομένου επιπροσθέτως υπόψη ότι το εν λόγω δικαίωμα ικανοποιητικά προστατεύεται με την άσκηση αναγνωριστικού χαρακτήρα αγωγής και παράλληλα αποτελεί δαπάνη που περιλαμβάνεται στα δικαστικά έξοδα που επιδικάζονται στο διάδικο που νίκησε (ΑΠ 675/ 2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι τα δύο τελευταία επιχειρήματα δεν τίθενται προς επίρρωση της προηγούμενης κρίσης, όπως συνάγεται από τη χρήση του επιρρήματος «επιπροσθέτως», αλλά, κατά τη μη προκρινόμενη από το παρόν Δικαστήριο άποψη, προς θεμελίωση αυτής, η ισοβαρής παράθεση αυτών («παράλληλα») υποδηλώνει ότι, μετά τις πρόσφατες τροποποιήσεις περί δικαστικού ενσήμου, και μόνη η επιδίκαση της δικαστικής δαπάνης στο νικητή διάδικο δεν επιτρέπει την κρίση ότι η καταβολή δικαστικού ενσήμου και επί αναγνωριστικών αγωγών αντίκειται στο άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Στην αιτιολογική έκθεση του ν. 3994/ 2011, αναφορικά με το κρίσιμο άρθρο 70 που τροποποίησε τα περί δικαστικού ενσήμου, εκτίθενται τα ακόλουθα: «Με την άσκηση και συζήτηση μιας αγωγής ο πολίτης κινητοποιεί ένα πολυδάπανο δημόσιο μηχανισμό. Οφείλει συνεπώς να καταβάλει τέλος, ώστε να ενισχύεται η δυνατότητα της πολιτείας να οργανώνει κατά τον καλύτερο τρόπο το σύστημα απονομής δικαιοσύνης. Κατά τη συζήτηση των αγωγών τα καταψηφιστικά αιτήματα τούτων, ως επί τω πλείστον τρέπονται σε αναγνωριστικά, με συνέπεια να αποφεύγεται η καταβολή δικαστικού ενσήμου επί του αντικειμένου της δικής (αιτουμένου κεφαλαίου και των επ’ αυτού τόκων). Η πρακτική αυτή στερεί το Ελληνικό Δημόσιο και άλλους φορείς (ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. και άλλα ασφαλιστικά ταμεία) από σημαντικά έσοδα, ενώ οδηγεί σε καταστρατηγήσεις και κατάχρηση δικονομικών δυνατοτήτων. Με την επιβολή τέλους δικαστικού ενσήμου και επί αναγνωριστικών αγωγών στις οποίες περιλαμβάνονται βεβαίως και οι καταψηφιστικές μετά τον περιορισμό του αιτήματός τους σε μόνο το αναγνωριστικό, θα επέλθει αύξηση των δημοσίων εσόδων, ενώ θα αποτραπεί η συζήτηση προπετών και αβασίμων αγωγών. Σημειώνεται εδώ ότι το τέλος δικαστικού ενσήμου συνυπολογίζεται στη δικαστική δαπάνη που θα επιδικαστεί υπέρ του ενάγοντος και εις βάρος του αιτηθέντος εναγομένου». Από τα ανωτέρω συνάγεται, μεταξύ άλλων, όχι μόνο ότι ο νομοθέτης κατά την πρόσφατη τροποποίηση έλαβε υπόψη του την προηγούμενη απόφαση του Αρείου Πάγου επί της συνταγματικότητας και συμβατότητας με την ΕΣΔΑ της υποχρέωσης καταβολής τέλους δικαστικού ενσήμου (βλ. ιδίως τελευταία πρόταση της άνω αιτιολογίας), αλλά προεχόντως ότι επεδίωξε μια μετάθεση του χρονικού σημείου καταβολής του εν λόγω τέλους, εξισώνοντας τις προϋποθέσεις απονομής δικαιοσύνης κατά το κύριο στάδιο της διαγνωστικής δίκης. Ειδικότερα, και πριν την άνω τροποποίηση η πλήρης παροχή έννομης προστασίας υπέκειτο σε καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, δεδομένου ότι τελικό στάδιο της δικαστικής προστασίας αποτελεί η αναγκαστική εκτέλεση και προκειμένου μια αναγνωριστική απόφαση να κατέληγε σε εκτελεστό τίτλο ήταν αναγκαία η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση αυτή (απόφαση), στάδιο κατά το οποίο ήταν απαραίτητη η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, στο οποίο ωστόσο, όπως είναι γνωστό από την πράξη, δεν ήταν δεδομένο ότι θα κατέληγε μια δικαστική αντιπαράθεση, αφού αρκετές υποθέσεις αποτιμητές σε χρήμα έκλειναν με την εκούσια συμμόρφωση του εναγόμενου με το διατακτικό της αναγνωριστικής απόφασης, κάτι που δεν είναι ασυνήθιστο και σε περιπτώσεις καταψηφιστικών αποφάσεων, όταν ο εναγόμενος δέχεται να συμμορφωθεί εκούσια με το διατακτικό τους, ακριβώς για να αποφύγει την επιβάρυνση με τα έξοδα εκτέλεσης. Σε αμφότερες, μάλιστα, τις περιπτώσεις, τόσο, δηλαδή, με την έκδοση μιας αναγνωριστικής όσο και με την έκδοση μιας καταψηφιστικής απόφασης επί διαφοράς αποτιμητής σε χρήμα ο «μηχανισμός» απονομής δικαιοσύνης έχει κινηθεί εξίσου, αφού ελάχιστη είναι η πρακτική διαφοροποίηση του σκεπτικού και διατακτικού μιας καταψηφιστικής από μια αναγνωριστική απόφαση. Πρακτικά, λοιπόν, με τις ανωτέρω πρόσφατες ρυθμίσεις μετατίθεται το στάδιο κατά το οποίο επιβάλλεται νομικά η καταβολή δικαστικού ενσήμου επί δικαστικής προστασίας με αναγνωριστικό αίτημα και αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία, από άποψη δικαστικού ενσήμου, η διαγνωστική δίκη, με την προβλεπόμενη από το άρθρο 21 § 1 του ν. 4055/2012 εξαίρεση σημαντικού αριθμού υποθέσεων για τις οποίες ο νομοθέτης προφανώς εξέλαβε ως πιθανή μια δυσχέρεια στην καταβολή του τέλους δικαστικού ενσήμου (για τις οποίες διατηρείται η υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου προκειμένου να εκδοθεί διαταγή πληρωμής με βάση αναγνωριστική απόφαση). Σε κάθε περίπτωση, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του ν. 3226/ 2004 με τις οποίες γενικώς λαμβάνεται πρόνοια ώστε να παρέχεται νομική αρωγή σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος, η οποία εμπεριέχει και την απαλλαγή από την καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου (άρθρο 9 § 2 ν. 3226/ 2004). Ο δε προσδιορισμός των δικαιούχων αυτής, κατ’ άρθρο 1 § 2 του νόμου αυτού, ως εκείνων των οποίων το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα δεν υπερβαίνει τα δύο τρίτα των ετήσιων ατομικών αποδοχών που προβλέπει η Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αναφέρεται σε πολίτες εντελώς εξαθλιωμένους. Επίσης, οι τροποποιήσεις αυτές πληρούν τα κριτήρια που κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ απαιτούνται προκειμένου ένας περιορισμός στο δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας να είναι αποδεκτός από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και δη εάν με αυτόν επιδιώκεται ένας νόμιμος σκοπός και εάν τηρείται ένας εύλογος (“reasonable”) βαθμός αναλογικότητας ανάμεσα στα μέσα και στον επιδιωκόμενο σκοπό [βλ. σκέψη υπ’ αριθ. 36 της από 24-5-2006 απόφασης του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Weissman κατά Ρουμανίας (63945/00)]. Αυτό συμβαίνει διότι, όπως προκύπτει από την άνω διατύπωση της σχετικής αιτιολογικής έκθεσης, με το τέλος δικαστικού ενσήμου επιδιώκεται προεχόντως ο νόμιμος σκοπός ενίσχυσης της δυνατότητας της πολιτείας να οργανώνει κατά τον καλύτερο τρόπο το σύστημα απονομής δικαιοσύνης, και δεν μπορεί να θεωρηθεί δυσανάλογη με τον εν λόγω επιδιωκόμενο σκοπό, ούτε και με τους λοιπούς αναφερόμενους στην ίδια έκθεση και συνεπιδιωκόμενους σκοπούς, μη εύλογη μια επιβάρυνση του ενάγοντος με τέλος το ποσοστό του οποίου είναι συνολικά ελάχιστα μεγαλύτερο του 1% επί του χρηματικά αποτιμητού αντικειμένου της διαφοράς (δεδομένου ότι με συνυπολογισμό των κατά νόμο προσαυξήσεων το συνολικά καταβαλλόμενο ποσό δεν είναι 8‰, αλλά 11,0304‰, ήτοι 1,10304%). Μία τέτοια ποσοστιαία αναλογία δεν καθιστά «δυσβάσταχτη οικονομικά» την προσφυγή στη δικαιοσύνη, ιδίως για όποιον κατάγει σε δίκη το πραγματικό αντικείμενο της διαφοράς. Συναφώς, ο διπλασιασμός του τέλους από 4‰ σε 8‰ δεν μπορεί να θεωρηθεί μη αναγκαίος, διότι αν πράγματι συνέβαινε ο επί πολλές δεκαετίες υπολογισμός του δικαστικού ενσήμου με βασικό ποσοστό 4‰ να κάλυπτε τις λειτουργικές ανάγκες της δικαιοσύνης, δεν θα υφίστατο ανάγκη για αύξηση του αριθμού των υπηρετούντων στα δικαστήρια (Δικαστικών Λειτουργών και Δικαστικών Υπαλλήλων) και για συνεχή βελτίωση των κτιριακών υποδομών και εν γένει της υλικοτεχνικής υποδομής. Μάλιστα, αν σε κάποιες περιπτώσεις έχει γίνει διόγκωση του αιτούμενου ποσού για λόγους αρμοδιότητας του δικαστηρίου (ιδίως επί περιπτώσεων που διώκεται η επιδίκαση ηθικής βλάβης) και π.χ. γνωρίζει ο διάδικος ότι πιθανότατα δεν θα επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση 100.000,00 ευρώ, αλλά 10.000,00 ευρώ (οπότε εν τοις πράγμασι το τέλος δικαστικού ενσήμου με βάση το αγωγικά αιτούμενο ποσό, ανερχόμενο με τις επ’ αυτού προσαυξήσεις σε 1.103,04 ευρώ, ισούται με περίπου το 10% του μάλλον αναμενόμενου επιδικαστέου ποσού), και πάλι δεν τίθεται θέμα «δυσβάσταχτου οικονομικά» μέτρου. Αυτό συμβαίνει διότι ακόμα και ένας τέτοιος διάδικος, χαρακτηριζόμενος από την αιτιολογική έκθεση «προπετής», δύναται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης να περιορίσει το κονδύλιο ηθικής βλάβης στο μάλλον αναμενόμενο επιδικαστέο ποσό (10.000,00 ευρώ) και έτσι τελικά να καταβάλει για τέλος δικαστικού ενσήμου το ποσό των 110,30 ευρώ και να αποκατασταθεί με ενέργειες του ιδίου η άνω θεμιτή αναλογία (περίπου 1,1%), έχοντας μάλιστα ο διάδικος αυτός επιτύχει τον επιδιωκόμενο σκοπό της εκδίκασης της διαφοράς από ανώτερο δικαστήριο, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 221 § 1 περ. β΄ ΚΠολΔ. Επίσης, εφόσον δικαιωθεί ο ενάγων, το τέλος δικαστικού ενσήμου μετακυλίεται στον ηττώμενο εναγόμενο που με την αμφισβήτησή του (επί αναγνωριστικής αγωγής) προκάλεσε την κίνηση από τον ενάγοντα του συστήματος απονομής δικαιοσύνης, ενώ παραμένει ως επιβάρυνση του ενάγοντος σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής, οπότε εκ του αποτελέσματος η αίτησή του για παροχή δικαστικής προστασίας κρίνεται αποδοκιμαστέα. Η κατά τα ανωτέρω και «ανταποδοτική» λειτουργία του τέλους δικαστικού ενσήμου, δεν είναι αθέμιτη, αφού άλλωστε αυτό υποδηλώνει και η ονομασία αυτού ως «τέλος». Είναι ορθή η παρατήρηση ότι η είσπραξη του τέλους αυτού από τον εναγόμενο προϋποθέτει δυνατότητα εκτέλεσης της απόφασης που εκδίδεται σε βάρος του, κάτι που δεν είναι πάντοτε δεδομένο (ΜονΠρΑθ 669/ 2013 Αρμεν 2013. 2110), πλην όμως αυτή η επισήμανση δεν μπορεί να λειτουργήσει ως κριτήριο αντίθεσης των πρόσφατων τροποποιήσεων με τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, διότι υπό τον ίδιο κίνδυνο, αδυναμίας αναγκαστικής εκτέλεσης, τον οποίο αναλαμβάνει ο κάθε ενάγων, τελεί η οποιαδήποτε προσφυγή στη δικαιοσύνη. Η δε μη επιβολή του τέλους αυτού και επί των ανεπίδεκτων χρηματικής αποτίμησης διαφορών (για τις οποίες θα μπορούσε π.χ. να προβλεφθεί ένα πάγιο ποσό) αποτελεί προφανώς νομοθετική επιλογή και δεν μπορεί εξ αυτής να αντληθεί επιχείρημα υπέρ αντίθεσης με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ της επιβολής τέλους δικαστικού ενσήμου επί χρηματικά αποτιμητών διαφορών. Προς τούτο λαμβάνεται υπόψη ότι μπορεί όλες οι διαφορές να κινητοποιούν το σύστημα απονομής δικαιοσύνης, αλλά δεν πρόκειται για όμοιες περιπτώσεις, αφού το ένα είδος υποθέσεων είναι αποτιμητό σε χρήμα και το άλλο μη αποτιμητό, με τις διαφορές που είναι μη αποτιμητές σε χρήμα να είναι πολύ λιγότερες από τις αποτιμητές σε χρήμα και με αδυναμία τήρησης μιας σύμμετρης ανταποδοτικότητας επί διαφορών μη αποτιμητών σε χρήμα, με σύστοιχη αδυναμία προπετούς διόγκωσης του αντικειμένου της διαφοράς. Εξάλλου, δεν μπορεί να ελέγχεται δικαστικά ο νομοθέτης για αντισυνταγματικότητα του συγκεκριμένου μέτρου - μέσου, επειδή επέλεξε να εξαιρέσει της εφαρμογής του μια κατηγορία υποθέσεων (τις ανεπίδεκτες χρηματικής αποτίμησης), όπως γενικότερα δεν μπορεί να ελεγχθεί δικαστικά ο νομοθέτης για αντισυνταγματική επιβολή ενός τέλους, με μόνο το σκεπτικό ότι εξαίρεσε κάποιους πολίτες της καταβολής του, ανεξάρτητα του πολιτικού ελέγχου για μια τέτοια επιλογή του. Εξάλλου, στο ίδιο πρακτικό αποτέλεσμα θα μπορούσε να καταλήξει ο νομοθέτης αν με το ν. 3994/ 2011 προέβλεπε ότι επιτρέπεται η άσκηση αναγνωριστικών αγωγών μόνο επί διαφορών μη αποτιμητών σε χρήμα και μετέπειτα επέκτεινε τη δυνατότητα άσκησης αναγνωριστικών αγωγών στον κύκλο περιπτώσεων που ήδη δεν απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου. Μια τέτοια νομοθετική επιλογή, ως μέσο εξειδίκευσης του τρόπου της παρεχόμενης δικαστικής προστασίας δεν θα μπορούσε να κριθεί αντίθετη με τις κρίσιμες υπερνομοθετικές διατάξεις, καθόσον στο νομοθέτη απόκειται να εξειδικεύει τα μέσα με τα οποία ο πολίτης δύναται να ζητήσει δικαστική προστασία. Ως εκ τούτου, αφού το ίδιο αποτέλεσμα επέρχεται με τις πρόσφατες τροποποιήσεις στις διατάξεις περί δικαστικού ενσήμου, δεν μπορεί να εγερθεί ζήτημα παραβίασης του άρθρου 20 § 1 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, όταν το ίδιο αποτέλεσμα δικαστικής προστασίας θα μπορούσε να επέλθει και με άλλον τρόπο. Σύμφωνα, λοιπόν, με όσα εκτέθηκαν, οι νέες ρυθμίσεις ενταγμένες στο όλο νομοθετικό πλαίσιο που διέπει την απονομή δικαιοσύνης, κατά την προκρινόμενη από το παρόν Δικαστήριο άποψη, δεν είναι αντίθετες με το άρθρο 20 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Ζήτημα παραβίασης των υπερνομοθετικών αυτών διατάξεων θα εγειρόταν σε περίπτωση που αξιωνόταν η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου και σε περιπτώσεις αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων με αντικείμενο αποτιμητό σε χρήμα, κάτι όμως που δεν προβλέπεται ρητά ακόμα και από τις πρόσφατες τροποποιήσεις, ούτε μπορεί να συναχθεί από τη διατύπωση «κάθε άλλου δικογράφου», διότι, όπως εύστοχα έχει παρατηρηθεί, η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων εκ της φύσης της δεν οδηγεί σε οριστική κρίση επί της ένδικης διαφοράς, αλλά παρέχει προσωρινή δικαστική προστασία και ακολουθεί η άσκηση αγωγής, οπότε και καταβάλλεται το αντίστοιχο δικαστικό ένσημο και για το λόγο αυτό ρητά είχε εξαιρεθεί η συγκεκριμένη διαδικασία από την υποχρέωση καταβολής τέλους δικαστικού ενσήμου (ΜονΠρΑθ 136/ 2013 ΕλλΔνη 2013. 225). Θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς ότι ένα επί ασφαλιστικών μέτρων καταβλητέο δικαστικό ένσημο θα ήταν συνυπολογιστέο στο κατά την τακτική διαδικασία οφειλόμενο δικαστικό ένσημο. Πλην όμως ένα τέτοιο επιχείρημα δεν μπορεί να γίνει ανεκτό ενόψει της φύσης των ασφαλιστικών μέτρων, ως μέτρου επείγοντος και αποτελούντος το πρώτο στάδιο παροχής δικαστικής προστασίας, κατά το οποίο δίνεται βαρύνουσα σημασία στη δυνατότητα του πολίτη να ζητήσει δικαστική προστασία [βλ. σχ. σκέψη υπ’ αριθ. 42 της από 24-5- 2006 απόφασης του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Weissman κατά Ρουμανίας (63945/00)]. Εξάλλου και από την ίδια τη διατύπωση της αιτιολογικής έκθεσης είναι προφανές ότι ο νομοθέτης είχε υπόψη του τις αγωγές και όχι τις αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων. Ωστόσο, υπό την ισχύ των νέων διατάξεων γεννάται ζήτημα αντισυνταγματικότητας εφόσον απαιτηθεί η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου προκειμένου να εκδοθεί διαταγή πληρωμής με βάση αναγνωριστική απόφαση για την οποία έχει ήδη καταβληθεί το τέλος αυτό. Σε μία τέτοια περίπτωση θα πρόκειται για διπλή καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου επί ουσιαστικά μίας και αυτής διαφοράς, κάτι που είναι αντίθετο με το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 § 1 και 20 του Συντάγματος, αφού όσοι πολίτες διώκουν την παροχή πλήρους δικαστικής προστασίας με πρώτο στάδιο οριστικής κρίσης την αναγνώριση της απαίτησής τους θα τίθενται σε αδικαιολόγητα δυσμενέστερη θέση σε σχέση με τους πολίτες που θα διώκουν απευθείας την καταψήφιση της αυτής έκτασης απαίτησής τους, συναξιολογώντας προς τούτο ότι η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση προηγούμενη τελεσίδικη αναγνωριστική απόφαση είναι όλως διαδικαστικού χαρακτήρα. Όσο, λοιπόν, το ενδεχόμενο αυτό παραμένει χωρίς ειδική νομοθετική ρύθμιση, με την ανωτέρω ερμηνευτική κρίση περί αντισυνταγματικότητας σε μια δεύτερη εφαρμογή του νόμου για τον ίδιο διάδικο, αποτρέπεται μια τέτοια διπλή καταβολή δικαστικού ενσήμου επί ουσιαστικά μίας και αυτής διαφοράς, εξασφαλίζοντας έτσι τη θεμιτή ισότητα στην παρεχόμενη πλήρη δικαστική προστασία, αφού άλλως θα ήταν συνταγματικώς μη ανεκτό π.χ. ένας πολίτης που διώκει την καταβολή ποσού 30.000,00 ευρώ να πρέπει να καταβάλει μία φορά δικαστικό ένσημο και ένας άλλος πολίτης που θα ζητούσε σε πρώτη φάση να αναγνωριστεί η υποχρέωση του αντιδίκου του σε καταβολή ποσού 30.000,00 ευρώ να κατέβαλε δύο φορές τέλος δικαστικού ενσήμου, μία φορά για την έκδοση αναγνωριστικής απόφασης και μία φορά για την έκδοση σχετικής διαταγής πληρωμής". Σχολιασμός αυτής της απόφασης. Δεν υπάρχει λοιπόν κανένα πρόβλημα για τον πολίτη μιας κατεχόμενης χώρας από το διπλασιασμό αυτών των χαρατσιών [βεβαίως αποδεικνύεται ότι η απονομή της Δικαιοσύνης στη χώρα μας μόνο δωρεάν δεν είναι, ακριβοπληρωμένη μάλιστα είναι] για να έχει πρόσβαση στη Δικαιοσύνη. Κατά τον Πρωτοδίκη αυτό με τις νέες φοροεισπρακτικές τροποποιήσεις έγινε, απλά!!, μια μετάθεση του χρόνου καταβολής του χαρατσαγωγόσημου! Αλλά δε λέει τίποτα ότι αυτή η χρονική μετάθεση καθιστά απαγορευτική τη πρόσβαση στη Δικαιοσύνη για τον νομοταγή πολίτη. Εδώ παρατηρείται το απίστευτο φαινόμενο ένας Πρωτοδίκης να περιφρονεί ή, αλλιώς, να περιγράφει τη νομολογία του Αρείου Πάγου, να περιφρονεί δε και τις ιδιαίτερα εμπεριστατωμένες γνωμοδοτήσεις της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής. Ισχυρίζεται πως διατηρείται ο θεσμός της παροχής νομικής βοήθειας [ν. 3226/ 2004 "νομική βοήθεια σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος"] στους οικονομικά ασθενέστερους. Περαιτέρω: ο κάθε πολίτης μέχρι τις άθλιες αυτές ρυθμίσεις είχε την εξής εναλλακτική [alternative]: να ασκήσει αναγνωριστική αγωγή μη καταβάλλοντας κανένα χαρατσαγωγόσημο. Αφού εκδίδονταν η απόφαση, ο διάδικος γνώριζε πλέον τι ποσό του επιδικάστηκε και έτσι γνώριζε τι ποσό ακριβώς θα καταβάλλει ως αγωγόσημο στη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής. Δεν είναι αυτό δίκαιο, δηλαδή να πληρώνει ό,τι ακριβώς αναλογεί στην τελεσίδικα κριθείσα απαίτηση του; Με την κυβερνητική τακτική-την οποία ο  Πρωτοδίκης αυτός θεωρεί ως εν παντί συνάδουσα τω Συντάγματι!-συμβαίνουν οι εξής αθλιότητες: έστω ότι ένας πολίτης έχει απίτηση 100.000 €. Προσφεύγοντας στη δικαιοσύνη θα πρέπει να πληρώσει χαρατσαγωγόσημο γι'  αυτό το ποσό. Έστω ότι, κατόπιν της προβαλλόμενης άμυνας από τον εναγόμενο, του επιδικάζεται ποσό 30.000 €. Είναι ΚΛΟΠΗ από το κράτος αυτό, ναι ή όχι, να πληρώνει χαράτσι για 100.000 € ενώ η Δικαιοσύνη αποφαίνεται ότι η απαίτηση του αναγνωρίστηκε μόνο 30.000 €. Ενώ με την πριν την σφαγιαστική τροποποίηση ο πολίτης-διάδικος θα πλήρωνε ό,τι του αναλογούσε, δηλαδή επί του αναγνωρισθέντος ποσού των 30.000 €. Τέλος, δε μας αναφέρει στατιστικά πως εφαρμόζεται στη πράξη από τους Δικαστές αυτή η παροχή νομικής βοήθειας στους πενόμενους, στους άνεργους και στους εξαθλιωμένους ανδραποδισμένους πολίτες της Κατεχόμενης αυτής χώρας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis