Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

Το ζόμπι του οικιακού ασύλου!

    Αφιερώνεται στην "προοδευτική" συνταγματική διανόηση της Μικράς Γερμανικής αποικίας, εκπροσωπούμενη από τον Κ. Χρυσόγονο [άρτι εκλεγέντος ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ].-
«Εν ᾖ δε περιπτώσει ο συνδυασμός ασφαλείας του κράτους και πολιτικής εν γένει ελευθερίας δεν καθίσταται δυνατόν να διατηρηθεί, η ασφάλεια του κράτους υπερισχύει και η ελευθερία υποχωρεί. Δεν υπάρχει τίποτε το εκπληκτικόν εις την διαπίστωσιν αυτήν, αρκεί να λάβη τις υπ’  όψιν την φύσιν και τους πρωταρχικούς σκοπούς του κράτους εν γένει …

Δέον όμως να σημειωθεί ότι οι χάριν της κρατικής ασφαλείας επιβαλλόμενοι περιορισμοί της εν γένει πολιτικής ελευθερίας οφείλουν να μη υπερβαίνουν ωρισμένα ακραία όρια, πέραν των οποίων εξαλείφεται η “ειδοποιός διαφορά” του δεδομένου κράτους ως φιλελευθέρου ή ως δημοκρατικού» [Αριστ. Μάνεσης, το Συνταγματικόν Δίκαιον ως τεχνική της πολιτικής ελευθερίας, σελ. 59, στον τόμο (συλλογής μελετών του Δασκάλου μου) με τίτλο Συνταγματική θεωρία και πράξη, τόμος Ι, 1980].
I. a) Σύμφωνα με το (μη ισχύσαν ποτέ) Ηγεμονικό Σύνταγμα του 1832, στο άρθρο 46 οριζόταν [για πρώτη φορά ασχολήθηκε Σύνταγμα με το οικιακό άσυλο], «η οικία εκάστου θεωρείται ως άσυλον ιερόν και απαραβίαστον εις την οποίαν κανείς δεν δύναται να εισέλθει χωρίς την θέλησιν του οικοκυρίου∙ και ουδ’  αστυνομικός ή πεμπόμενος με διαταγήν δικαστού δημόσιος υπηρέτης, προς εξέτασιν πραγμάτων ή προσώπων, δύναται να εισέλθει, αν δεν είναι συνωδευόμενος με ένα των εντοπίων δημογερόντων και με δυο τιμίους πολίτας εκτός αν καταφύγη εις την οικίαν του επ’  αυτοφώρω φονεύς ή κλέπτης, δύναται να έμβη και εν καιρώ νυκτός». Στο Σύνταγμα του 1844 στο άρθρο 8 ορίζεται, "Η κατοικία εκάστου είναι άσυλος. ουδεμία κατ'  οίκον έρευνα ενεργείται ειμή όταν και όπως ο Νόμος επιτάσσει". Στο Σύνταγμα του 1911 στο άρθρο 12 πργφ. 1 εδάφιο β' ορίζεται, "ουδεμία κατ΄ οίκον έρευνα ενεργείται ειμή ότε και όπως ο νόμος διατάσσει". Στο Σύνταγμα του 1925, στο άρθρο 15 πργφ. 2 οριζόταν, «2. Ουδεμία έρευνα ή είσοδος εις κατοικίαν ενεργείται, ειμή όταν και όπως ο νόμος διατάσσει, αλλά πάντοτε παρούσης της δικαστικής αρχής».   Στο άρθρο 15 πργφ. 2 του Συντάγματος 1927 ορίζεται, "ουδεμία έρευνα ή είσοδος εις κατοικίαν ενεργείται  ειμή όταν και όπως ο νόμος ορίζει".Στο άρθρο 12 § 1 του Συντάγματος 1952 οριζόταν (όμοια ακριβώς διατύπωση είχαν και τα δυο «Συντάγματα» της Επταετίας, του 1968, άρθρο 13 πργφ. 1 και του 1973 άρθρο 13 πργφ. 1) «Η κατοικία εκάστου είναι άσυλον. Ουδεμία κατ’  οίκον έρευνα ενεργείται, ειμή ότε και όπως ο νόμος διατάσσει». Σύμφωνα με το άρθρο 9 του ισχύοντος Συντάγματος 1975/ 1986/ 2001/ 2008 «§ 1. Η κατοικία του καθενός είναι άσυλο. Η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη. Kαμία έρευνα δε γίνεται  σε κατοικία, παρά μόνο όταν και όπως ορίζει ο νόμος ΚΑΙ ΠΑΝΤΟΤΕ με την παρουσία εκπροσώπων της δικαστικής αρχής. § 2. Οι παραβάτες της προηγούμενης διάταξης τιμωρούνται για παραβίαση του οικιακού ασύλου και για κατάχρηση εξουσίας και υποχρεούνται σε πλήρη αποζημίωση του παθόντος». Σύμφωνα με το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του Ανθρώπου (ν.δ. 53/ 1974) «§ 1. Παν πρόσωπον δικαιούται εις τον σεβασμόν της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. § 2. Δεν επιτρέπεται να υπάρξη επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου, εκτός εάν η επέμβασις αύτη προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρον το οποίον, εις μίαν δημοκρατικήν κοινωνίαν, είναι αναγκαίον δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την οικονομική ευημερίαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν ποινικών παραβάσεων, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων». Από μια πρόχειρη ιστορική επισκόπηση παρατηρείται ευχερώς ότι η πλέον προοδευτικότερη διάταξη σχετικά με τη προστασία του οικιακού ασύλου βρίσκεται στο Ηγεμονικό!!! Σύνταγμα του 1832 και, για πρώτη φορά, με το Σύνταγμα του 1925 επιβάλλεται η έρευνα σε κατοικία να γίνεται παρουσία εκπροσώπου της δικαστικής αρχής. Το ψαλίδισμα της προοδευτικότητας αυτής άρχισε με το Σύνταγμα του 1927 και έκτοτε ακολουθήθηκε σταθερά, ψαλίδισμα όμως που σταμάτησε το 1975. Στο Σύνταγμα του 1975/ 1986/ 2001/ 2008 αποτυπώθηκε η καλύτερη [μαζί με αυτής του Συντάγματος 1925] ρύθμιση για την προστασία του οικιακού ασύλου αφού, τότε, ορίσθηκε, για πρώτη φορά, η απαίτηση για παρουσία πάντοτε εκπροσώπου της δικαστικής εξουσίας κατά την παραβίαση του οικιακού ασύλου. Είναι σαφής η απαίτηση του συνταγματικού νομοθέτη για παρουσία‒και μάλιστα ΠΑΝΤΟΤΕ! (όπως και επί Συντάγματος 1925)‒εκπροσώπου της δικαστικής αρχής [πρωτοδίκη, εισαγγελέα ή Ειρηνοδίκη] δεν υπήρχε στο Σύνταγμα του 1952. Γιατί, άραγε, ένιωσε την ανάγκη ο συνταγματικός νομοθέτης του 1975 να προσθέσει αυτή τη διατύπωση; Προφανώς λόγω των καταχρήσεων από τις δυνάμεις καταστολής που γίνονταν προ του 1975. b) Υπό την ισχύ του Συντάγματος του 1911 διδασκόταν από έγκριτο Πανεπιστημιακό Δάσκαλο ότι, «Ουδόλως όμως αποκλείονται υπό του συντάγματος άλλαι περιπτώσεις, καθ’  ας είνε δυνατόν, κατά τον νόμον, να επιτραπή η είσοδος εις την κατοικίαν τινός άνευ της συγκαταθέσεως του, π.χ. προκειμένου περί της εφαρμογής φορολογικών τινων νόμων, ή δια τα στρατιωτικά καταλύμματα, άτινα, ενεργούμενα κατά τον νόμον, ουδόλως αντιβαίνουσιν εις το άρθρον 12 του συντάγματος» [Ν. Ν. Σαρίπολος, Σύστημα του Συνταγματικού Δικαίου, τόμος Γ’, 1923, σελ∙ 99 υπό § 30, υποσημείωση 2]. Υπό το κράτος του Συντάγματος του 1952 διδασκόταν από διαπρεπείς Συνταγματολόγους σχετικά με την αξία του οικιακού ασύλου τα επόμενα: «Θεωρούμενον ως αδιαχώριστον και απαραίτητον συμπλήρωμα, προέκτασις ή επακόλουθον της υπό άλλων διατάξεων του Συντάγματος εξησφαλισμένης έναντι της κρατικής εξουσίας προσωπικής ελευθερίας ή ασφαλείας, το “άσυλον” της κατοικίας ανάγεται ιδίως εις την ελευθερίαν της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής ή το δικαίωμα της εις εαυτόν συγκεντρώσεως του ανθρώπου, δικαίωμα κατ’  εξοχήν ατομοκεντρικόν, άξιον όμως εντελώς ιδίου σεβασμού, ακριβώς διότι περιβάλλει το εσωτερικόν είναι του ανθρώπου και εξασφαλίζει, εις τον στενότατον κύκλον εκάστου, την ακτινοβολίαν αυτού. Πρόκειται, πράγματι, εν τη σχετικότητι της συγχρόνου σημασίας πολλών εκ των ατομικών δικαιωμάτων, ίσως περί του ιερωτάτου και πλέον αναγκαίου δι’  αυτήν ταύτην την αξιοπρέπειαν του ανθρώπου» [Αλ. Σβώλος‒ Γ. Βλάχος, Το Σύνταγμα της Ελλάδος, ατομικά δικαιώματα, τόμος Β’, 1955, σελ∙ 311]. Κατά τον Δάσκαλο μου Π. Δαγτόγλου «η ιδιωτική σφαίρα (privacy) αναφέρεται στην ιδιωτική ζωή του ατόμου και μάλιστα, α) τόσο στην ατομική όσο και κατ’  επέκταση την οικογενειακή ζωή του, και β) τόσο στον άμεσο βιοτικό του χώρο (κατοικία), όσο και στην επικοινωνία με τους συνανθρώπους του … Η ιδιωτική σφαίρα του ατόμου αποτελεί συστατικό μέρος της προσωπικότητας του. Όταν η σφαίρα αυτή δε γίνεται σεβαστή, εμποδίζεται η ανάπτυξη της προσωπικότητας και σε ακραίες περιπτώσεις διακινδυνεύεται και αυτή η πνευματική υγεία του ανθρώπου. Χωρίς ιδιωτική σφαίρα το άτομο χάνει την ατομικότητα του και μετατρέπεται σε ανώνυμο και άβουλο ποσοστό του συνόλου. Είναι λογικώς επόμενο, ότι τα ολοκληρωτικά καθεστώτα περιορίζουν σημαντικά και σε πολλές περιπτώσεις αίρουν την ιδιωτική σφαίρα του ατόμου» [ΣυντΔ, ατομικά δικαιώματα, 20124, πλαγιάριθμοι 496, 497, σελίδες 327-328].
II. Έννοια της Κατοικίας κατά το Σύνταγμα. Κατά την Επιστήμη, «… προσδιορίζεται εκ φυσικών και όχι εκ νομικών στοιχείων. Κατοικία δηλαδή είναι το κατάλυμμα, ο οικοδομημένος ή μη χώρος, ο χρησιμοποιούμενος προς ατομικήν ή οικογενειακήν, διαρκή ή πρόσκαιρον ή συμπτωματικήν διαμονήν τινος, υφ’  οιανδήποτε ιδιότητα (κυρίου, νομέως, μισθωτού, υπηρέτου ή και άνευ νομίμου τίτλου), η στέγη της ημέρας ή της νυχτός, επίσης ο προς εργασίαν χρησιμοποιούμενος χώρος ή άλλως ο τόπος της επαγγελματικής απασχολήσεως τινος, εν γένει δε ο κατεχόμενος υπό τινος, μόνου ή μετ’  άλλου, ιδιωτικός χώρος, όστις όμως δέον να είναι οπωσδήποτε περιφραγμένος ή κλειστός και μη αμέσως προσιτός εις πάντας. Δεν είναι όθεν κατοικία κατά το Σύνταγμα ο στερούμενος των ως άνω χαρακτηριστικών χώρος και ειδικώτερον τα “δημόσια κέντρα”, εις τα οποία πας τις δύναται να εισέλθει ελευθέρως, δωρεάν ή επί πληρωμή, είτε γενικώς, ως εκ του προορισμού αυτών, είτε κατά την συγκεκριμένην στιγμήν, ως προς τας οποίας σκοπείται η ιδιότης αυτών» [Αλ. Σβώλος‒ Γ. Βλάχος, Το Σύνταγμα της Ελλάδος, τόμος Β’, 1955, σελίδες 315-316]. Οι ίδιοι διακεκριμένοι και "προοδευτικοί" αυτοί Δάσκαλοι αναφέρουν παραδείγματα που απασχόλησαν την Επιστήμη αν υπάγονταν στην έννοια της κατοικίας κατά το Σύνταγμα, καθορίζοντας ακόμη περισσότερο, δι’  αυτών, την έννοια της Κατοικίας. Έτσι (για τα επόμενα βλ∙ υποσημείωση 25, σελίδες 315-316, στο ίδιο Έργο τους): «α) ο χώρος, ως ιδιωτικός, πρέπει κατ’  αρχήν να μη είναι προσιτός εις πάντας (λ.χ. αυλή ή κήπος, αποτελούν κατοικίαν εάν είναι κατά τοιούτον τρόπον περικεκλεισμένα ώστε να μη δύναται να εισέλθη οιοσδήποτε διαβάτης). Εάν δε είναι δημ΄ποσιος κατά τον συνήθη αυτού προορισμόν πρέπει να έχη παύσει η τοιαύτη ιδιότης του καθ’  ον χρόνον ενδιαφέρει να γνωσθή ο χαρακτήρ αυτού ως κατοικία. Ούτω τα ξενοδοχεία είναι “δημόσιον κέντρον”, το υπό του πελάτου όμως κατεχόμενον δωμάτιον, εφ’  όσον παρουσιάζει πάντα τα λοιπά ως άνω στοιχεία, καθίσταται in concreto (= στη συγκεκριμένη περίπτωση) ιδιωτικός χώρος και δέον να θεωρηθή κατοικία του συγκεκριμένου ατόμου, ανεξαρτήτως της ιδιότητος των λοιπών του αυτού κτιρίου χώρων. Ομοίως καφενεία κλπ χαρακτηρίζονται ως κατοικία, αφ’  ης, κατ’  εφαρμογήν σχετικών αστυνομικών διατάξεων, κλείσουν τας θύρας, καθιστάμενοι χώροι απρόσιτοι εις το κοινόν, δύνανται δε να χρησιμεύσουν εφεξής ως τόποι μονώσεως και περισυλλογής του έχοντος την νομήν ή την χρήσιν αυτών. β) Ο χώρος δεν είναι αναγκαίον να είναι εστεγασμένος, αλλ’  αρκεί να είναι περίφρακτος (αυλή, γήπεδον περιμανδρωμένον κλπ, ΑΠ 64/ 1857, ΑΠ 64/ 1882). Ο χώρος δεν απαιτείται να φράσσεται υπό τοίχου. γ) Ανοικτός χώρος (λ.χ. αγρός) δεν δύναται να χαρακτηρισθή ως κατοικία και αν ακόμη χρησιμεύση ως τόπος διανυκτερεύσεως. δ) Δύναται να θεωρηθή ως κατοικία, εφ’  όσον πληρούνται οι δια την ύπαρξιν του οικιακού ασύλου όροι χρήσεως, και πλοίον ή πλωτόν εν γένει μέσον, αφ’  ης παύση να είναι προσιτός εις πάντας. Ομοίως το εις τοιαύτην χρήσιν υπαχθέν όχημα. ε) Είναι αδιάφορα η φύσις και ο τρόπος κατασκευής του ως εμποδίου εις την προσπέλασιν τρίτων χρησιμεύοντος μέσου, το οποίον δύναται να είναι, κατά τας συγκεκριμένας περιστάσεις, φυσικόν εμπόδιον (προεξοχή εδάφους, φράγμα ύδατος κλπ) ή τεχνική κατασκευή παντός είδους, εφ’  όσον, είτε καθ’  εαυτό ή κατά τας συνηθείας και την κοινήν πείραν αποτελεί αρκετή ένδειξιν ότι ο χώρος είναι ιδιωτικός ή είναι μεν δημόσιος, αλλ’  απαγορεύεται κατά την συγκεκριμένην χρονικήν διάρκειαν η είσοδος εις αυτόν. στ) Δεν είναι αναγκαίον το τοιούτον εμπόδιον να είναι υλικώς ανυπέρβλητον ή να απαιτήται χρήσις υλικής βίας δια την παραβίασιν αυτού (π.χ. θραύσις θυρών) προς είσοδον εις τον υπ’  αυτού οριζόμενον χώρον. Κατοικίαν, επομένως, αποτελούν και καλύβαι ή σκηναί εξ υφάσματος, εφ’  όσον αποτελούν κατάλυμα (λ.χ. σεισμοπλήκτων, παραθεριστών κλπ), φράσσονται δε κατά τινα τρόπον και δεν αποτελούν απλώς κάλυμμα κατά της βροχής ή του ηλίου, κατά μείζονα λόγον ξύλινα παραπήγματα. Παραπέτασμα εξ υφάσματος επέχον θέσιν θύρας ή και ανοικτή θύρα, εφ’  όσον πρόκειται περί ιδιωτικού χώρου, αρκούν δια την ύπαρξιν κατοικίας. ζ) Εις το άσυλον της κατοικίας περιλαμβάνονται και τα εξαρτήματα αυτής, εφ’  όσον συνέχονται επαρκώς μετ’  αυτής ώστε να συναπαρτίζουν ενιαίον σύνολον (λ.χ. εξώσται περίφρακτοι κήποι, πάρκα κλπ). η) Υπεστηρίχθη εις την Συνταγματικήν Επιτροπήν της Δ’  Αναθεωρητικής Βουλής ότι το οικιακόν άσυλον θα έπρεπε να περιορισθή μόνον εις το μέρος όπου κατοικεί τις μονίμως μετά της οικογενείας του. Η αντίληψις αύτη απερρίφθη, διότι γενομένη τυχόν δεκτή θ’  ανέτρεπεν εις μεγάλην έκτασιν το εκ του άρθρου 12 Συντάγματος ατομικόν δικαίωμα».
III. Εγγυήσεις προστασίας του οικιακού ασύλου. 1) Απόψεις και θέσεις της Επιστήμης. a) Οι ανωτέρω διαπρεπείς συγγραφείς Αλ. Σβώλος‒ Γ. Βλάχος υποστηρίζουν (τόμος Β', υπό την § 16, σελίδες 321-322 του Έργου τους αυτού), «Η σύμπραξις δικαστικών προσώπων, η οποία προβλέπεται υπό της ποινικής δικονομικής νομοθεσίας δια την κατ’  οίκον έρευνα δύναται, και χωρίς τούτο να προβλέπεται υπό του Συντάγματος, να εκταθή δια νόμου και επί άλλων περιπτώσεων επιτρεπτής εισόδου της Αρχής ή των οργάνων της εις ιδιωτικήν κατοικίαν. Πράγματι, πέραν της ως άνω κατ’  οίκον ερεύνης η νομοθεσία προβλέπει και άλλας περιπτώσεις καθ’  ας το οικιακόν άσυλον υποχωρεί ενώπιον επιβεβλημένης ενεργείας της Αρχής (εξακρίβωσις “επί τόπου” φορολογικών στοιχείων, έλεγχος τηρήσεως νομίμων υποχρεώσεων, υγειονομικοί, εργατικοί νόμοι κλπ, εκτέλεσις δικαστικών αποφάσεων, εγκατάστασις στρατιωτικών καταλυμάτων, επίταξις χάριν στεγάσεως προσφύγων, εξακρίβωσις πλεονάζοντος χώρου κατά το ενικιοστάσιον, κ.α). Δεν δύναται όμως, εφ’  όσον ελλείπουν τοιαύται διατάξεις της νομοθεσίας, να γίνη δεκτή η γνώμη ότι η εις την ιδιωτικήν κατοικίαν άνευ προσκλήσεως είσοδος της Αστυνομίας, σκοπούσα την πρόληψιν εγκλημάτων ή δημοσίων δυστυχημάτων, γίνεται κατά “τεκμαιρομένην” συναίνεσιν των κινδυνευόντων ενοίκων. Τοιαύτη αντίληψις οδηγεί εις καταχρήσεις και άρσιν του ασύλου». Επομένως, κατά τους παραπάνω διαπρεπείς συγγραφείς, υπό την ισχύ του Συντάγματος 1952 που δεν επέβαλλε την παρουσία δικαστή κατά την παραβίαση του οικιακού ασύλου, υποστήριζαν την αναλογική εφαρμογή και επί φορολογικών ελέγχων των διατάξεων του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (άρθρο 255 πργφ 2). Παρακάτω, στην § 18 (τόμος Β', σελ. 323 του Έργου τους αυτού) προτείνουν, «Ως γενική αρχή η οποία δέον να πρυτανεύη εις την εφαρμογήν του άρθρου 12 Συντάγματος και των συναφών διατάξεων της νομοθεσίας, δέον να θεωρηθεί ότι ο σεβασμός του ασύλου υπό των αρμοδίων οργάνων επιβάλλει να λαμβάνεται μεν υπ’  όψιν το συμφέρον της συλλήψεως του υπαιτίου αδικήματος ή της συλλογής του αποδεικτικού υλικού εν περιπτώσει ανακρίσεως κλπ, αλλά και να παραφυλάσσεται μέχρι του ακροτάτου δυνατού ορίου το υπό του Συντάγματος και της νομοθεσίας προστατευόμενον εν προκειμένω αγαθόν του ατόμου». Αναφέρουν δε (τόμος Β', υποσημείωση 54, σελ. 323) ‒προς ενίσχυση της προτροπής τους αυτής‒την απάντηση που έδωσε ο Αμερικανός Δικαστής Oliver Wendell Holmes απαντώντας σε κριτική που του ασκήθηκε επειδή είχε αποκλίνει υπέρ του διωκόμενου πολίτη σε έρευνα εναντίον του: «το επ’  εμοί, νομίζω ότι είναι μικρότερον κακόν το να διαφύγουν μερικοί εγκληματίαι παρά η Κυβέρνησις να συμπεριφέρεται κατά τρόπον αχρείον»!   b) Κατά τον «προοδευτικό» πανεπιστημιακό καθηγητή [άρτι εκλεγέντα Ευρωβουλευτή στο Ευρωπαϊκό ΚΥΝοβούλιο με το ψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ] Κων/ νο Χρυσόγονο,  «Παρά την απόλυτη διατύπωση της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 1 εδ. γ' Συντ., γίνεται στην πράξη δεκτό ότι αυτή αφορά μόνο τις ανακριτικές έρευνες, αυτές δηλ. που αποβλέπουν στη συλλογή αποδείξεων για κάποιο έγκλημα. Αντίθετα π.χ. η προληπτική ανίχνευση χώρου για την αποτροπή εγκλήματος ή δυστυχήματος ενεργείται από μόνη την αστυνομική αρχή, αφού η απαίτηση παρουσίας δικαστικού λειτουργού δεν ισχύει στις περι­πτώσεις διοικητικής αστυνόμευσης, διοικητικών επιθεωρήσεων και ελέγ­χων και διοικητικών ερευνών. Στη θεωρία γίνεται συναφώς λόγος για εγ­γενή όρια του ασύλου, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι όλα αυτά προβλέ­πονται από νόμο και δεν παραβιάζουν τους γενικούς περιορισμούς των περιορισμών των ατομικών δικαιωμάτων. Πρόκειται για συσταλτική του γράμματος («καμία έρευνα») της παραπάνω συνταγματικής διάταξης ερμηνεία. Μια παρόμοια ερμηνεία είναι αναπόφευκτη, δεδομένου ότι διαφορετικά θα καθίστατο σχεδόν αδύνατη η εποπτεία τήρησης της εργα­τικής, υγειονομικής, φορολογικής κλπ. νομοθεσίας. Πιο προβληματική από συνταγματική άποψη είναι η χωρίς την παρουσία δικαστικού λει­τουργού είσοδος σε κατοικία κατά την αναγκαστική εκτέλεση του ΚΠολΔ ή τη διοικητική εκτέλεση του ΚΕΔΕ, αν και συνιστά πάγια ε­φαρμοζόμενη πρακτική. Όσο για την έρευνα κατά την ποινική εκτέλε­ση, αυτή δεν προβλέπεται ρητά από τον ΚΠοινΔ, συνάγεται όμως με α­νάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 253 επ. περί ανακριτικής έρευνας και με αυτονόητη την υποχρέωση παρουσίας εκπροσώπου της δικαστικής εξουσίας. Έτσι θα πρέπει να θεωρούνται καταργημένες, σύμ­φωνα με το άρθρο 111 παρ. 1 Συντ., οι εξαιρέσεις των άρθρων 254 παρ. 1 (έρευνα από αξιωματικούς της αστυνομίας, αν λείπουν δικαστικοί λειτουργοί) και 255 § 2 ΚΠοινΔικονομίας (έρευνα με παρουσία του προέδρου της κοινότητας, αν δεν υπάρχει επιτόπου δικαστικός λειτουργός). Το σεβασμό της κατοικίας κάθε προσώπου επιτάσσει και το άρθρο 8 § 1 ΕΣΔΑ, χωρίς πάντως να προβλέπει ειδικότερες διαδικαστικές εγγυήσεις. Από τη σχετική νμλγ του ΕΔΔΑ αξιοσημείωτη είναι η κρίση ότι παραβιάζουν το άρθρο 8 § 1 τόσο η παρεμπόδιση της πρόσβασης του ενδιαφερόμενου στην κατοικία του όσο βέβαια και η καταστροφή της από τις κρατικές δυνάμεις ασφαλείας» [ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, 20022, σελίδες 233-234]. Κατά τον "προοδευτικό" αυτό καθηγητή (και Ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ) δε χρειάζεται παρουσία δικαστικού κατά την έρευνα σε σπίτια για φορολογικές παραβάσεις! Τα εντελώς αντίθετα από όσα υπεστήριζαν οι Σβώλος-Βλάχος υπό συνταγματικό καθεστώς που δεν επέβαλλε παρουσία εκπροσώπου της δικαστικής εξουσίας κατά την παραβίαση του οικιακού ασύλου!!! Έτσι λοιπόν, στα πλαίσια ποινικής δίωξης αλλά-πλέον-και στα πλαίσια της φορολογικής διαδικασίας [όπου δεν έχει ασκηθεί καμιά ποινική δίωξη, ούτε καν προακαταρκτική εξέταση!] όταν ο φορολογικός ελεγκτής έχει υποψίες ότι ο ύποπτος "εγκληματίας φοροφυγάς" κρύβει περιουσιακά στοιχεία στην κατοικία του (χρήματα, τιμαλφή και, κύριος οίδεν τι άλλο!) θα μπορεί να παίρνει ένταλμα από τον Εισαγγελέα (το μόνο εύκολο!) και θα εισβάλλει στο σπίτι του, να το κάνει "άνω-κάτω", να τον διασύρει στα παιδιά του, στους συγγενείς τουκλπ για να βρει περιουσιακά στοιχεία (προφανώς κινητή) προς κατάσχεση! Αυτά για όσους από το νεογραικυλικό ΚΟΠΑΔΙ ευελπιστούν ότι αυτοί που επαγγέλλονταν (στα μπαλκόνια βεβαίως βεβαίως!) την κατάργηση των γενοκτονικών Μνημονίων θα αποδειχτούν φιλάνθρωποι, προοδευτικοί!!! σε σύγκριση με τον κάθε Στουρνάρα και τον κάθε Γκίκα της ΚΑΤΟΧΙΚΗΣ κλίκας! c) Κατά τον Δάσκαλο μου Π. Δαγτόγλου, "Οι διατάξεις αυτές δεν ανταποκρίνονται πλέον πλήρως στο ισχύον Σύνταγμα το οποίο απαιτεί πάντοτε δικαστική σύμπραξη. Το άρθρο 9 δεν αναθέτει τήν παραγγελία τής έρευνας σε δικαστικό λειτουργό, επιβάλλει όμως σε κάθε περίπτωση τήν παρουσία του κατά τήν διενέργεια της. Πράγματι, κατά τό άρθρο 9 παρ. 1 έδ. 3 του Συντάγματος η κατ' οίκον έρευνα ενεργείται «πάντοτε... παρουσία εκπροσώπων τής δικαστικής εξουσίας». Τέτοιοι είναι προφανώς οι δικαστικοί λειτουργοί που περιβάλ­λονται με τίς συνταγματικές εγγυήσεις προσωπικής καί λειτουργικής ανεξαρτησίας (άρθρα 87-91 του Συντάγματος), π.χ. ό ανακριτής, ό εισαγγελέας, ό πταισματοδίκης ή ό ειρηνοδίκης. Η διάταξη αυτή δέν περι­εχόταν στό Σύνταγμα του 1952 (άρθρο 12 παρ. 1) ούτε στό κυβερνητικό σχέ­διο του ισχύοντος Συντάγματος (άρθρο 19 παρ. 1), από δε τήν ολομέλεια τής επιτροπής του Συντάγματος είχε διατυπωθεί («πάντοτε δέ παρουσία τής δικαστικής εξουσίας»), όπως περίπου τήν πρόβλεπε τό Σύνταγμα του 1925 (άρθρο 15 παρ. 2η «πάντοτε παρούσης τής δικαστικής αρχής»). Η Βουλή άλλαξε πάλι τήν διατύπωση: «πάντοτε δέ παρουσία εκπροσώπων τής δικα­στικής αρχής». Δέν πρέπει όμως νά δοθεί ιδιαίτερη σημασία στίς αλλαγές αυτές· τό Σύνταγμα απαιτεί ως προϋπόθεση τής έρευνας κατ' οίκον ότι ενεργείται αυτή πάντοτε παρουσία δικαστικού λειτουργού. Αυτή θά ήταν άλ­λωστε η δοκιμότερη διατύπωση του άρθρου 9 παρ. 1 έδ. 3 του Συντάγματος. Η παρουσία δικαστικού λειτουργού απαιτείται πάντοτε, ανεξάρτητα δηλαδή από τόν σκοπό τής έρευνας κατ' οίκον (ανάκριση, αναγκαστική ή διοικητική εκτέλεση. Τό Σύνταγμα, τό όποίο δέν διακρίνει μεταξύ ποινικής καί άλλης εκτελέσεως. Προσβολή του ατομικού δικαιώματος συντρέχει άλλωστε σέ όλες τίς περιπτώσεις καί δέν είναι σαφές, γιατί ό ύποπτος εγκλήματος πρέπει νά προστατεύεται περισσότερο άπό τόν καθ' ου ή αναγκαστική ή διοικητική εκτέλεση. Ούτε είναι βέβαια ό δικαστικός επιμελητής (καί ακόμη λιγότερο ό υπάλληλος του δημόσιου ταμείου) «εκπρόσωπος τής δικαστικής εξουσίας», έκφραση μέ τήν οποία τό Σύνταγμα εννοεί αναμφισβήτητα μόνο τους δικαστικούς λειτουργούς) καί ανεξάρτητα από τόν χρόνο διεξαγωγής τής έρευνας (ημέρα ή νύχτα, εργάσιμη ημέρα ή αργία). Στή συνταγματική αυτή επιταγή ό ΚΠοινΔ ανταποκρίνεται μόνο κατά κανόνα, ό ΚΠολΔ μόνο κατ' εξαίρεση καί ό ΚΕΔΕ (Κώδικας Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων) καθόλου. Οι εξαιρετικές περιπτώσεις, στίς οποίες ό ΚΠοινΔ επιτρέπει τήν έρευνα κατ' οίκον καί χωρίς παρουσία δικαστικού λειτουργού (άρθρα 254 παρ. 1 καί 255 παρ. 2), δεν καλύπτον­ται από τό ισχύον Σύνταγμα. Οι διατάξεις του ΚΠολΔ (άρθρο 29 παρ. 1) καί του ΚΕΔΕ (άρθρο 11 παρ. 1 καί 2) συμπληρώνονται με τη συνταγμα­τική επιταγή της παρουσίας εκπροσώπου της δικαστικής εξουσίας. Ό νόμος ορίζει, τέλος, τόν τρόπο με τόν οποίο διεξάγεται η έρευνα κατ' οικον. Καί εδώ ισχύει η αρχή τής αναλογικότητας, όπου προς επιδίωξη ενός νόμιμου σκοπού είναι αναγκαία η επέμβαση σέ ένα ατομικό δικαίωμα, αυτή δέν πρέπει νά είναι επαχθέστερη άπό τό αναγκαίο μέτρο. Τό άρθρο 256 ΚΠοινΔ είναι υποδειγματικό εν προκειμένω: «Στις έρευνες των κατοικιών πρέπει νά αποφεύγεται μέ επιμέλεια κάθε περιττή δημοσιότητα καί κάθε ενόχληση των ενοίκων πού δέν είναι απόλυτα αναγκαία- πρέπει επίσης νά καταβάλλεται μέριμνα γιά τή διαφύλαξη τής υπόληψης καί των ατομικών μυστικών πού δέν έχουν σχέση μέ τήν πράξη τής κατηγορίας, καθώς καί νά διεξάγεται η ενέργεια μέ κάθε ευπρέπεια καί κοσμιότητα. Οποιος διεξάγει τήν έρευνα πρέπει νά προσκαλεί τόν ένοικο των διαμερισμάτων πού θά ερευνηθούν νά παρευρίσκεται κατά τή διεξαγωγή της. Σέ περίπτωση απου­σίας του, προσκαλείται νά παρευρεθεί ένας γείτονας». Όπως τονίστηκε ήδη, άσυλο τής κατοικίας δέν σημαίνει άσυλο τής παρα­νομίας ούτε μπορεί κανείς νά επικαλεστεί τό άρθρο 9 του Συντάγματος γιά νά συνεχίσει ανενόχλητος τήν παράνομη δράση του. Από τίς διαπιστώσεις αυτές προκύπτουν ορισμένα εγγενή όρια του άσυλου τής κατοικίας, άπό τά όποία, τό Σύνταγμα αναφέρει ρητώς ένα μόνο, ιδιαίτερα σοβαρό, τήν έρευνα κατ' οίκον, τήν οποία επιτρέπει υπό τόν διπλό όρο τής νομοθετικής προβλέψεως καί τής δικαστικής παρουσίαςΆλλοι λιγότεροι επαχθείς περιορισμοί, πού είναι αναγκαίοι γιά τόν έλεγχο τηρήσεως του νόμου, δέν ρυθμίζονται άπό τό ίδιο τό Σύν­ταγμα καί δέν υπάγονται στην υποχρέωση δικαστικής παρουσίας. Πρόκει­ται γιά τους ελέγχους καί τίς επιθεωρήσεις πού συνεπάγονται τήν υπο­χρεωτική γιά τόν ένοικο είσοδο στην κατοικία προς τόν σκοπό διεξαγωγής υγειονομικής, εργατικής, οικονομικής - επαγγελματι­κής καί φορολογικής εποπτείας. Ώς έλεγχοι τηρήσεως του νό­μου οι περιορισμοί αυτοί του άσυλου τής κατοικίας είναι εγγενείς περιο­ρισμοί κατ' αρχήν άπό τό Σύνταγμα, δέν μπορούν όμως νά ασκούνται αύτοδυνάμως άπό τήν διοίκηση, η οποία δέν έχει κανενός είδους γενική συνταγματική εξουσιοδότηση νά περιορίζει τά ατομικά δικαιώματα, άλλα πρέπει νά προβλέπονται καί ρυθμίζονται ρητώς από τόν νόμο: Ό νόμος πρέπει νά ορίζει πότε, πώς καί γιά ποιο (συνταγματικώς θεμιτό) σκοπό μπορούν νά διεξάγονται. Δεύτερον πρέπει νά ρυθμίζονται μέ τρόπο γενικό καί αντικειμενικό. Τρίτον υπάγονται στην αρχή της αναλογικότητας, είναι δηλαδή επιτρεπτοί μόνον όταν καί στό μέτρο που η παραγγελία καί η διεξαγωγή τους είναι όντως αναγκαία καί τελεί σέ εύλογη σχέση μέ τόν επιδιωκόμενο (συνταγματικώς θεμιτό) σκοπό. [Συνταγματικό Δίκαιο, ατομικά δικαιώματα, 2012πλαγιάριθμοι 525-527, σελίδες 348-351].  Όπως γίνεται αντιληπτό, ο Δάσκαλος μου εδώ είναι αντιφατικότατος! και αναιρεί τη σωστή θέση του ότι πάντα οποιαδήποτε έρευνα (ακόμη και κατά τη διοικητική εκτέλεση) προϋποθέτει απαραιτήτως και πάντα την παρουσία δικαστικού όταν δέχεται λίγο παρακάτω ότι "λιγότερο επαχθείς περιορισμοί" (στους οποίους περιλαμβάνει ρητά τη φορολογική εποπτεία) δεν απαιτούν παρουσία δικαστικού!!! Διερωτώμαι, τι διαφορά έχει η είσοδος στη κατοικία του φορολογούμενου στα πλαίσια της διοικητικής εκτέλεσης από αυτή στα πλαίσια της φορολογικής διαδικασίας; Ποια διαφορά; Είναι ή δεν είναι είσοδος (άρα και παραβίαση του οικιακού ασύλου) όταν εισέρχεται κάποιος στην κατοικία, ναι ή όχι; 2) Απόψεις και θέση της νομολογίας μας. Σύμφωνα με την υπ'  αριθμό 19/ 7-10-1975 γωμοδότηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πατρών [τη βρήκα στο Έργο του Προέδρου Εφετών διοικητικών δικαστηρίων Βελισσάριου Καράκωστα, Το Σύνταγμα, ερμηνευτικά σχόλια-νομολογία, έκδοση 2006, σελ. 222 υπ'  αριθμό 4], "ο δικαστικός επιμελητής αφού λάβει την εντολή προς εκτέλεση, έχει την εξουσία να προβαίνει σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την περαίωση της. Μεταξύ των ενεργειών αυτών περιλαμβάνεται και η κατ' οίκον έρευνα. Κάνοντας αυτά ο δικαστικός επιμελητής ενεργεί κατ'  εντολήν και σε εκτέλεση απολύτως συγκεκριμένης αποφάσεως της ανεξάρτητης δικαστικής εξουσίας, η οποία (εντολή) διατυπώθηκε στο αντίγραφο του εκτελεστού τίτλου, με τον εκτελεστήριο τύπο και είναι όχι μόνο όργανο, αλλά στη πραγματικότητα και εκπρόσωπος της δικαστικής εξουσίας!!!!!! (τα θαυμαστικά ανήκουν στον γράφοντα). Συνεπώς, δεν απαιτείται άλλος εκπρόσωπος της ίδιας εξουσίας, χωρίς μάλιστα να έχει καμιά αρμοδιότητα επί της εκτελέσεως". Αυτά, τώρα, στο πεδίο της αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση ιδιωτικών απαιτήσεων, πόσο μάλλον στο πεδίο της διοικητικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση απαιτήσεων του Δημοσίου, π.χ. φορολογικών απαιτήσεων. Ας γνωρίσουμε την περίφημη διάταξη του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας [Ν. 4174/ 2013, άρθρο 25] που έχει προκαλέσει το ανάθεμα στο Ν.Σ. Κράτους: "§ 3. Ο επιτόπιος φορολογικός έλεγχος διενεργείται στις εγκαταστάσεις του φορολογούμενου κατά το επίσημο ωράριο λειτουργίας της Φορολογικής Διοίκησης. Η Φορολογική Διοίκηση δύναται να διενεργεί επιτόπιο φορολογικό έλεγχο και εκτός του επίσημου ωραρίου εργασίας εφόσον απαιτείται από το είδος των δραστηριοτήτων του φορολογούμενου. Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να γίνεται ειδική μνεία στην εντολή φορολογικού ελέγχου. Η είσοδος στην κατοικία του φορολογούμενου επιτρέπεται μόνο με εντολή του αρμόδιου Εισαγγελέα". Και ο φορολογικός ελεγκτής λοιπόν, σύμφωνα με αυτή την  ΑΠΙΣΤΕΥΤΗ εισαγγελική γνωμοδότηση θα θεωρείται-ανενδοίαστα!-εκπρόσωπος της δικαστικής εξουσίας. Άρα, καμιά παραβίαση, κανένας βιασμός του Συντάγματος!!!! Μια άλλη (προγενέστερη) γνωμοδότηση, πάλι, της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πατρών, η υπ'  αριθμό 12/ 14-8-1975 δεχόταν τα εντελώς αντίθετα, "το άρθρο αυτό (άρθρο 9 Συντάγματος) επιδιώκοντας να εξασφαλίσει τα ατομικά δικαιώματα των πολιτών, δεν είναι δυνατόν να αναφέρεται μόνο στην είσοδο και την έρευνα στην κατοικία, όταν η έρευνα αυτή διενεργείται στα πλαίσια του ποινικού δικαίου, αλλά αναμφίβολα περιλαμβάνει και κάθε άλλη περίπτωση κατά την οποία είναι αναγκαία η έρευνα προς επίτευξη και του σκοπού της αναγκαστικής εκτελέσεως. Συνεπώς, η απαγόρευση αφορά τόσο τα όργανα που ασκούν ανακριτικά καθήκοντα, όσο και τα όργανα της εκτελέσεως στη σφαίρα του αστικού δικαίου. Με τη διάταξη του άρθρου 9 § 1 Συντάγματος, για την πληρέστερη κατοχύρωση των ατομικών δικαιωμάτων και προς μεγαλύτερη εγγύηση έναντι των αυθαιρεσιών των αρχών (είτε των διωκτικών αξιοποίνων πράξεων, είτε των οργάνων της εκτελέσεως), απαιτείται πάντοτε η παρουσία εκπροσώπου της δικαστικής αρχής, κατά τη διενέργεια κατ'  οίκον έρευνας. Συνεπώς, δεν επιτρέπεται πλέον η διενέργεια έρευνας ή η είσοδος σε κατοικία όταν αυτό απαιτείται από τους σκοπούς της εκτελέσεως, χωρίς τη παρουσία, σε κάθε ανεξαιρέτως περίπτωση, εκπροσώπου της δικαστικής εξουσίας. Έτσι, η σχετική διάταξη του ΚΠολΔ 929 δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και η έρευνα ή η είσοδος σε κατοικία θα γίνεται, είτε εν καιρώ ημέρας είτε εν καιρώ νυκτός, πάντοτε παρουσία εκπροσώπου της δικαστικής εξουσίας" [και η γνωμοδότηση αυτή βρίσκεται στο βιβλίο του Β. Καράκωστα, σελ. 222-223 υπ'  αριθμούς 9-10]. Ας γνωρίσουμε τι έχει αποφανθεί και το Συμβούλιο της Επικρατείας [στην υπ'  αριθμό 1381/ 1981 απόφαση του (περιοδικό Το Σύνταγμα τόμος 7.740) και στο βιβλίο του Β. Καράκωστα, σελ. 221, λήμα ΝΟΜΟΛΟΓΪΑ, αριθμός 1, ομοίως αλλά χωρίς ειδική ενασχόληση στην απόφαση του υπ'  αριθμό 532/ 2013 όπου δεν ασχολήθηκε καθόλου με την έρευνα και κατάσχεση εγγράφων στην επαγγελματική εγκατάσταση της εταιρίας, σκέψη υπ'  αριθμό 7] σε ανύποπτο χρόνο επί του ζητήματος. "Οι χώροι των βιομηχανικών ή βιοτεχνικών εγκαταστάσεων απολαμβάνουν την προστασία που καθιερώνει το άρθρο 9 του Συντάγματος. Η είσοδος όμως των διοικητικών αρχών (και τέτοιοι είναι οι φορολογικοί ελεγκτές. Εξήγηση γράφοντος), σ'  αυτούς, χωρίς την παρουσία εκπροσώπων της δικαστικής εξουσίας, προς διαπίστωση της τηρήσεως των υποχρεώσεων που επιβάλλονται από διοικητικούς νόμους για τη λειτουργία των εγκαταστάσεων αυτών, δεν προσκρούει στη προστασία του ασύλου. Και τούτο, γιατί οι διοικητικές επιθεωρήσεις των εγκαταστάσεων δεν είναι έρευνες με την έννοια που αναφέρει η διάταξη του άρθρου 9 ώστε να απαιτείται για τη πραγματοποίηση τους η παρουσία δικαστικής αρχής"!!!!!! Επειδή, στη διάρκεια της έρευνας για τη συγγραφή αυτής της ανάλυσης άρχιζα να νιώθω πολύ ηλίθιος αφού πλέον συνελάμβανα τον εαυτό μου να μη νοεί την Ελληνική γλώσσα, αναζήτησα βοήθεια στην ανεύρεση του περιεχομένου του όρου "έρευνα" όπως αναφέρεται στο άρθρο 9 του Συντάγματος. Έτσι λοιπόν, "έρευνα κατ'  οίκον είναι η αναζήτηση προσώπων ή αντικειμένων, σε μια κατοικία κατά την έννοια του άρθρου 9 του Συντάγματος εκ μέρους των οργάνων της δημόσιας εξουσίας, ανεξάρτητα από τη συγκατάθεση του κατόχου της κατοικίας" [Δαγτόγλου, όπ. πάρ, πλαγιάριθμος 521, σελ. 346]. Δε μπορώ-εξ αιτίας του ΣτΕ-να μην ανακαλέσω στη μνήμη μου τον Σόλωνα, όπως μας τον σκιαγραφεί ο Πλούταρχος. "αυτό που λένε οι νεώτεροι για τους Αθηναίους, ότι σκεπάζουν την ωμότητα των πραγμάτων με λέξεις ήπιες και ανώδυνες μιλώντας με πολιτισμένη λεπτότητα και ονομάζουν τις πόρνες εταίρες, τις φρουρές των πόλεων φυλακές και το δεσμωτήριο οίκημα, αυτό φαίνεται εύρημα του Σόλωνα που πρώτος ονόμασε το σβήσιμο χρεών σεισάχθεια, γιατί η πρώτη του πολιτική πράξη ήταν ο νόμος που ώριζε να είναι άκυρα όσα χρέη υπήρχαν ως τότε και στο εξής κανένας να μη δανείζεται υποθηκεύοντας το σώμα του" [Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Σόλων-Ποπλικόλας, πργφ. 15, σελ. 33, έκδοση Ι. ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ, μετάφραση Α. Λαζάρου]. Η έρευνα λοιπόν βαφτίζεται "διοικητική επιθεώρηση" και έτσι εξοβελίζεται το ενοχλητικό Σύνταγμα!! Αυτό που ψηφίστηκε από την πλειοψηφία των θλιβερών λακέδων της Κεφαλαιοκρατίας, των ΕΧΘΡΩΝ του ΛΑΟΥ!! Προφανέστατα ο φορολογικός ελεγκτής δε θα εισβάλλει στο σπίτι μας για να τον κεράσουμε καφέ αλλά για να βρει τιμαλφή και ότι άλλα αντικείμενα έχουν αξία προς κατάσχεση! Φυσικά ο αναγνώστης αυτής της ανάλυσης, ιδίως ο ειδήμων, δεν είναι τόσο αφελής ώστε να ευελπιστεί ότι το ΣτΕ θα είχε διαφορετική άποψη!! Αυτό το ΣτΕ που νομιμοποίησε τη Μνημονιακή Γενοκτονία του Νεογραικυλικού Κοπαδιού θεωρώντας το μνημόνιο ως συνάδον εν παντί τω Συντάγματι πλην, φυσικά!, των άρθρων που αφορούσαν τα μισθολογικά τους, βεβαίως βεβαίως!! Ο Δάσκαλος μου Αρ. Μάνεσης έγραφε, "έστω κι αν αρχικά, στην ιστορική του καταγωγή, το άσυλο της κατοικίας απέβλεπε στην προστασία του ιδιωτικού βίου απομονωμένων φυσικών προσώπων, σήμερα είναι μια ειδικότερη μορφή της εν γένει προσωπικής ελευθερίας και πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 2 πργφ 1 και άρθρο 5 πργφ 1 του Συντάγματος" [ατομικές ελευθερίες, 1981, σελ. 225 υπό πργφ ΙΙΙ]. Στις γνωμοδοτήσεις και στη νμλγ του ΣτΕ συμβαίνει, βεβαίως, το εντελώς αντίθετο της πρότασης του Αρ. Μάνεση, δηλαδή χρησιμοποιείται συσταλτική-αν όχι contra legem!-ερμηνεία αντί της διασταλτικής!! Σε πλήρη, βεβαίως, αντίθεση με το δόγμα που ισχύει στο χώρο των ατομικών ελευθεριών, του Συνταγματικού Δικαίου "in dubio pro libertate" (εν αμφιβολία, υπέρ της ελευθερίας!) 3) Τι γνωμοδοτεί το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (εφεξής, Ν.Σ.Κ); Ήδη από το 1976 δε διαπίστωνε καμιά αντίφαση, στη σύλληψη του οφειλέτη για προσωποκράτηση, των άρθρων 11 (σύμφωνα με το οποίο, στην § 1 του άρθρου 11 του και σήμερα ισχύοντος Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, ορίζεται: "ο ενεργών την κατάσχεσιν έχει την εξουσίαν, εφόσον ο σκοπός της αναγκαστικής εκτελέσεως απαιτεί τούτο, να εισέρχεται εις την οικίαν ή και εις πάντα έτερον χώρον ευρισκόμενον εν τη κατοχή του καθού η εκτέλεσις, να ανοίγη τας θύρας και να προβαίνει εις έρευνας, ως και να ανοίγη κεκλεισμένα έπιπλα, σκεύη ή δοχεία"), 64 και 68 (τα άρθρα αυτά αναφέρονταν στο θεσμό της προσωποκράτησης που καταργήθηκε ήδη με το ν. 3842/ 2010, άρθρο 67 § 6] με το άρθρο 9 του Συντάγματος. Ειδικότερα, στην υπ'  αριθμό 179/ 1976 γνωμ/ ση του, σκέψη υπ'  αριθμό ΙΙ [δημοσιευμένη στο περιοδικό ΔΙΚΗ 1978.123 επ (εδώ, ως προς το δημοσιευόμενο απόσπασμα, σελίδες 124-125) υποστηρίζει: "§ ΙΙ. Η προμνησθείσα συνταγματική διάταξις (εννοεί την 9 § 1 εδάφια α και γ του ισχύοντος Συντάγματος. Εξήγηση γράφοντος), αποβλέπουσα εις την εξασφάλισιν των ατομικών δικαιωμάτων του πολίτου κατά της αυθαιρεσίας των οργάνων του κράτους, αξιοί την παρουσίαν δικαστικού λειτουργού κατά την ενέργειαν κατ’  οίκον ερεύνης εις ιδιωτικήν κατοικίαν δια την αποτροπήν καταχρήσεων ή αδίκων πράξεων εις βάρος των πολιτών εκ μέρους των κρατικών οργάνων. Τοιούτον όμως κίνδυνον επιδιώκουσα να αποτρέψη η εν λόγω συνταγματική διάταξις, αναμφιβόλως δεν αναφέρεται εις τας ενεργουμένας, είτε κατά τον ΚΠολΔ είτε κατά τας ως άνω διατάξεις του ΚΕΔΕ, πράξεις της αναγκαστικής εκτελέσεως, διότι τα τεταγμένα δια την εκτέλεσιν των δικαστικών αποφάσεων ή άλλων εκτελεστών τίτλων κρατικά όργανα, προβαίνοντα εις τοιαύτην εκτέλεσιν, δεν ενεργούσιν αδίκως, ουδ’  αυθαιρέτως αλλ’  αυστηρώς εντός των ορίων και υπό τας εγγυήσεις του νόμου και του εκτελεστού τίτλου, έτι δε και διότι θα ήτο αδιανόητον να υποθέση τις ότι ο συνταγματικός νομοθέτης δια της κατοχυρώσεως του απαραβιάστου του οικιακού ασύλου ήθέλησε να δημιουργήσει περαιτέρω εμπόδια εις την ομαλήν, δια του θεσμού της αναγκαστικής εκτελέσεως, ικανοποίησιν των νομίμως αναγνωρισθεισών ιδιωτικών απαιτήσεων, δι’  ας αείποτε είναι υπέγγυος πάσα η ακίνητος και κινητή περιουσία, οπωσδήποτε ευρισκομένη, έστιν ότε δε και αυτή η προσωπική ελευθερία (ως έτι επί εμπορικών χρεών) παντός συναλλασσομένου και χρεώστου κατά πλήρη  a priori γνώσιν και αποδοχήν αυτού, ευνοών ούτω τους κακοπίστους και δυστρόπους οφειλέτας. Η αντίθετος εκδοχή, ότι δηλαδή είναι ανεπίτρεπτος η σύλληψις του, εν ιδιωτική οικία κρυπτομένου οφειλέτου, είτε κατά την κοινήν, είτε κατά την διοικητικήν εκτέλεσιν, και καθ’  ας ώρας και τύπους επιτρέπεται αύτη, άνευ της παρουσίας εκπροσώπων της δικαστικής εξουσίας, θα καθίστα ανεφάρμοστον το αναγκαστικόν μέτρον της προσωπικής κρατήσεως, διότι δεν θα ηδύνατο να συλληφθεί και να προσωποκρατηθεί ο καθού η εκτέλεσις οφειλέτης και αν έτι ούτος ευρεθεί εκτός της οικίας του ή εν ετέρω δημοσίω χώρω, αφού και τότε η σύλληψις αυτού θα αντέκειτο εις ετέραν συνταγματικήν διάταξιν, και δη την τοιαύτην του άρθρου 6 του Συντάγματος 1975, κατά την οποίαν ουδείς συλλαμβάνεται … άνευ αιτιολογημένου εντάλματος … Τοιαύτη όμως άποψις, ουδέποτε απετολμήθη να υποστηριχθή, ούτε υπό την ισχύν του Συντάγματος 1952, ούτε των προγενεστέρων αυτού Συνταγμάτων, άτινα περιείχον ομοίαν διάταξιν. Συνεπώς, όπως και η διάταξις εκείνη του άρθρου 6 του Συντάγματος δεν αναφέρεται εις την σύλληψιν και προσωποκράτησιν του οφειλέτου, ούτω και η καινοτομία του άρθρου 9 του ιδίου Συντάγματος περί της παρουσίας εκπροσώπων της δικαστικής εξουσίας δια την κατ’  οίκον έρευναν, δεν αναφέρεται εις την αναγκαστικήν εκτέλεσιν εκτελεστών τίτλων προς ικανοποίησιν ιδιωτικών απαιτήσεων. Αλλά και εκ των εν τη Βουλή συζητήσεων επί του άρθρου 9 του Συντάγματος επιρρωνύεται  έτι μάλλον η ανωτέρω εκδοχή ότι δηλαδή δεν απαιτείται η παρουσία εκπροσώπων της δικαστικής εξουσίας κατά την υπό των αρμοδίων οργάνων εκτέλεσιν τίτλων προς ικανοποίησιν ιδιωτικών απαιτήσεων, διότι κατά τας συζητήσεις ταύτης ρητώς διεκηρύχθη ότι η παρουσία δικαστικών λειτουργών δια την κατ’  οίκον ερευναν απαιτείται επειδή η εις παγκόσμιον κλίμακα καταχρηστική χρησιμοποίησις των συνεχώς τελειουμένων μέσων παρακολουθήσεως και κατασκοπεύσεως της ιδιωτικής και οικογενειακής ακόμη ζωής των πολιτών, εγκυμονεί κινδύνους των απαραγράπτων δικαιωμάτων των και της ηθικής και της πολιτικής τάξεως εις την χώραν μας (παράδειγμα σκανδάλου Water-gate), ήτοι δια λόγους ασχέτους προς την αναγκαστικήν εκτέλεσιν". Μια γνωμοδότηση βρίθουσα ΑΝΟΗΣΙΩΝ! Ποια εμπόδια!! θα δημιουργούσε η παρουσία ενός Δικαστή κατά την είσοδο του δικαστικού επιμελητή στην οικία του φορολογουμένου; Ποια εμπόδια; Και λέγονται αυτά, τα άκρως προσβλητικά για το Δικαστή, χωρίς αιδώ!!! Και δεν εξεγέρθηκε κανένας Δικαστής μέχρι σήμερα από αυτή τη θλιβερή γνωμοδότηση του Δικηγόρου του ΑΧΡΕΙΟΥ Κράτους!! Αντιθέτως, χαρακτηρίζεται από Εισαγγελέα ο δικ. επιμελητής (και ο φορολογικός ελεγκτής κατ'  επέκταση) ως «εκπρόσωπος της δικαστικής εξουσίας με μόνη την εντολή ενός δικαστικού»!!!! Ούτε έχουν ακούσει για τη διαφθορά αυτών των οργάνων και τι είδους παζάρια θα διεξάγονται με το φορολογικό ανδράποδο μέσα στη κατοικία του! Αυτό δε σημαίνει βέβαια πως όλοι οι φορολογικοί ελεγκτές είναι διεφθαρμένοι εκ μόνης της ιδιότητας τους. Για τα περί εντάλματος σύλληψης ας καταργηθούν κι αυτά γιατί «έτσι πιθανολογείται πως θα διαφύγει ο καταζητούμενος εγκληματίας»! Γιατί δε καταργούμε και το, ήδη κουρελοποιημένο, Σύνταγμα; Δεν είναι αφελές το «αχρείον» κράτος. Σιγά σιγά, δια της μεθόδου του Μιθριδατισμού! Οι απαλλοτριώσεις των ατομικών ελευθεριών γίνονται αργά και σταθερά ώστε να μην αντιδρά το φορολογικό ανδράποδο. Εδώ, φαίνεται, πως δεν προκρίνεται ως κατάλληλη η μέθοδος του δόγματος του Σοκ. Τέλος, τι σχέση έχει το Water-gate με την παρουσία του δικαστή κατά την είσοδο στην κατοικία του φορολογικού ανδράποδου, όποιος μπορεί να μου το εξηγήσει θα του είμαι ευγνώμων! Σε όλα τα ανωτέρω παραθέτω τις σκέψεις του Καθηγητή Π. Δαγτόγλου [παρατέθηκαν και παραπάνω], «οι διατάξεις του ΚΕΔΕ (άρθρο 11) συμπληρώνονται με τη συνταγματική επιταγή της παρουσίας εκπροσώπου της δικαστικής εξουσίας» [στην πρώτη έκδοση των «ατομικών δικαιωμάτων», 1991, πλαγιάριθμος 525, σελ. 343, στη τέταρτη έκδοση, πλαγιάριθμος 525, σελ. 350], επίσης "Η παρουσία δικαστικού λειτουργού απαιτείται πάντοτε, ανεξάρτητα δηλαδή από τόν σκοπό τής έρευνας κατ' οίκον (ανάκριση, αναγκαστική ή διοικητική εκτέλεση. Τό Σύνταγμα, τό οποίο δέν διακρίνει μεταξύ ποινικής καί άλλης εκτελέσεως. Προσβολή του ατομικού δικαιώματος συντρέχει άλλωστε σέ όλες τίς περιπτώσεις καί δέν είναι σαφές, γιατί ό ύποπτος εγκλήματος πρέπει νά προστατεύεται περισσότερο άπό τόν καθ' ου ή αναγκαστική ή διοικητική εκτέλεση. Ούτε είναι βέβαια ό δικαστικός επιμελητής (καί ακόμη λιγότερο ό υπάλληλος του δημόσιου ταμείου) «εκπρόσωπος τής δικαστικής εξουσίας», έκφραση μέ τήν οποία τό Σύνταγμα εννοεί αναμφισβήτητα μόνο τους δικαστικούς λειτουργούςκαί ανεξάρτητα από τόν χρόνο διεξαγωγής τής έρευνας (ημέρα ή νύχτα, εργάσιμη ημέρα ή αργία)" [στην πρώτη έκδοση, υποσημείωση 4, σελίδες 342-343, στην τέταρτη έκδοση, υποσημείωση 25, σελίδα 349]. Τέλος, με τη διάταξη αυτή [άρθρου 25 § 3 εδάφιο δ] που επιβάλλει την εμπλοκή του Εισαγγελέα στα καθήκοντα της φορολογικής αρχής, ο κάθε προς έλεγχο φορολογούμενος‒δηλαδή ΟΛΟΙ μας!‒ μεταβάλλεται ευθέως και όχι οιονεί σε ύποπτο τέλεσης φορολογικού εγκλήματος! Ποιος είπε ότι ο Orwell αποδείχτηκε αιθεροβάμωνας όταν διετύπωνε τις εφιαλτικές απόψεις του το 1948; 4) Αν κάποιος θα μου αντέλεγε ότι η ΕΣΔΑ στο άρθρο 8 πργφ. 2 επιτρέπει την κατάλυση του οικιακού ασύλου αν το επιτρέπει ο νόμος και αν αφορά η κατάλυση αυτή την προάσπιση της "οικονομικής ευημερίας της χώρας" θα του θύμιζα την άποψη του Προέδρου Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων Β. Καράκωστα, "... οι διατάξεις γενικά της Ευρωπαϊκής Σύμβασης έχουν υπερνομοθετική ισχύ στην εσωτερική έννομη τάξη μας, υποχωρώντας, πάντως, όπου έρχονται σε αντίθεση προς διατάξεις αυτού τούτου του Συντάγματος" [Το Σύνταγμα, ερμηνευτικά σχόλια-νομολογία, έκδοση 2006, σελ. 221]. 5) Η παρουσία, άραγε, του εκπροσώπου της δικαστικής Εξουσίας είναι διακοσμητική ή ουσιαστική; Υποστηρίζεται από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθ. Κονταξή ότι "βάσει του άρθρου 9 πργφ. 1 Συντάγματος απαιτείται πάντοτε παρουσία εκπροσώπου της δικαστικής εξουσίας για το έγκυρον πάσης κατ'  οίκον ερεύνης. Ο δικαστικός λειτουργός παρέχει μεγαλύτερα εχέγγυα προστασίας και δη κυρίως προληπτικής (= έλεγχος της νομιμότητας της προς έρευνα αποφάσεως) αλλά και διαρκούσης της έρευνας του ασύλου της κατοικίας. Άλλωστε είναι και το φυσικό πρόσωπο στο οποίο θα κατέφευγε ο θιγόμενος" [ερμηνεία Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, τόμος Α, έκδοση 2006, σελ. 1657].  6) Σε ένα βιβλίο (έκδοσης του Δ.Σ. Αθηνών, 2006) με τίτλο "η προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου στην Ευρώπη", στις σελίδες 111-113, αναφέρονται περιπτώσεις που το ΕΔΔΑ (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου) έκρινε ότι παραβιάστηκε το οικιακό άσυλο. Ειδικότερα: a) Με την από 25.2.1993 απόφαση του το Δικαστήριο δέχτηκε ότι η επίσκεψη τελωνιακών κ.λπ. στην κατοικία των προσφευγόντων και η εκεί έρευνα και κατάσχεση εγγράφων και στοιχείων (υπό τις ειδικότερες περιστάσεις που εκτίθενται σε κάθε μία υπόθεση) ενείχε επέμβαση στην ιδιωτική ζωή και στην αλληλογραφία τους. Ακολούθως ερεύνησε αν αυτή εμπίπτει στην προβλεπόμενη από την παράγραφο 2 του άρθρου 8 θεμιτή εξαίρεση χάριν της «οικονομικής ευημερίας της χώρας». Δέχτηκε, πράγματι, ότι τόσο η έρευνα όσο και η κατάσχεση στοιχείων για τη διαπίστωση φορολογικών και τελωνιακών παραβάσεων εμπίπτει στην εξαίρεση αυτή. Υπό την προϋπόθεση όμως : α) ότι τέτοιες επεμβάσεις ήταν αναγκαίες σε μια δημοκρατική κοινωνία, κρίση που πρέπει να ανατίθεται σε δικαστική αρχή, και β) ότι τηρείται η αρχή της αναλογικότητας. Στις υπόψη υποθέσεις καταδίκασε τη Γαλλία για παραβίαση του οικογενειακού ασύλου (υπόθεση Funke, Cremieux et Miaihle v. France). b) Το Δικαστήριο, με την απόφαση του στην υπόθεση Νίμιτζ κατά Γερμανίας (Niemietz v. Germany) της 16.12.1992 έκρινε ότι και το «γραφείο» εξομοιώνεται με τόπο κατοικίας, ιδίως όταν χρησιμεύει για την ανάπτυξη και ιδιωτικών σχέσεων. Τέτοιος χώρος προστατεύεται επομένως ως «κατοικία», υπό την έννοια του άρθρου 8. Ακολούθως το Δικαστήριο, κρίνοντας επί προσφυγής δικηγόρου, στου οποίου το γραφείο είχε γίνει εκτεταμένη έρευνα και κατάσχεση φακέλων στα πλαίσια ποινικής δίωξης κατά τρίτου, δέχτηκε ότι υπήρχε επέμβαση, ότι όμως αυτή ήταν καταρχήν θεμιτή αφού ενέπιπτε στην εξαίρεση της παραγράφου 2 του άρθρου 8, που προβλεπόταν στον εθνικό (γερμανικό) νόμο, για την πρόληψη δηλ. ποινικών παραβάσεων και για την προστασία της τιμής τρίτου. Ωστόσο η έρευνα είχε λάβει δυσανάλογες διαστάσεις και είχε εξελιχθεί σε διείσδυση στο επαγγελματικό απόρρητο κ.λπ. του δικηγόρου. Επομένως υπήρχε υπέρβαση της αναλογικότητας, άρα παραβίαση του δικαιώματος που προστατεύεται από το άρθρο 8"Ω! tempora, Ω! mores! Σε ΚΑΤΟΧΙΚΗ περίοδο ΤΙΠΟΤΑ δεν είναι περίεργο, ακόμη και η ΚΟΥΡΕΛΟΠΟΙΗΣΗ του Συντάγματος! Το αντίθετο ακριβώς θα ήταν άκρως περίεργο! Καθίσταται σαφές λοιπόν ότι, βάσει των απόψεων της νμλγ μας και της πλειοψηφίας της Επιστήμης δεν υφίσταται κώλυμα για τους φορολογικούς ελεγκτές να εισβάλλουν στην κατοικία του ύποπτου φοροφυγάδα!
Τελειώνοντας, (πέραν της σαφούς θέσης μου "καμία έρευνα χωρίς την παρουσία δικαστή") προτιμώ ΣΑΦΕΣΤΑΤΑ! τον Αμερικανό Δικαστή Oliver Holmes «το επ’  εμοί, νομίζω ότι είναι μικρότερον κακόν το να διαφύγουν μερικοί εγκληματίαι παρά η Κυβέρνησις να συμπεριφέρεται κατά τρόπον αχρείον»! Πόσο επίκαιρος είναι αυτός ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ! Πόσο ΤΡΑΓΙΚΑ επίκαιρος!!
Καληνύχτα εν Ελλάδι Δικαιοσύνη!

Υ.Γ. Ολόκληρη η γνωμ/ ση υπ'  αριθμό 256/ 2014 του ΝΣΚ έχει ως εξής:
"ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ,  256/ 2014
ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ (Α` ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ)
Συνεδρίαση της 26-6-2014
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Προεδρεύων: Αλέξανδρος Καραγιάννης, Αντιπρόεδρος ΝΣΚ, κωλυομένου του Προέδρου του ΝΣΚ Ιωάννη Σακελλαρίου και των αρχαιοτέρων Αντιπροέδρων ΝΣΚ, Νικηφόρου Κανιούρα, Μιχαήλ Απέσσου και Ηλία Ψώνη.
Μέλη: Ιωάννα Καραγιαννοπούλου, Ανδρέας Γραμματικός, Θεόδωρος Ψυχογυιός, Παναγιώτης Παναγιωτουνάκος, Παναγιώτης Σπανός, Γεώργιος Κανελλόπουλος, Κωνσταντίνος Χαραλαμπίδης, Ευγενία Βελώνη, Στυλιανή Χαριτάκη, Δημήτριος Χανής, Νικόλαος Δασκαλαντωνάκης, Ευφροσύνη Μπερνικολα, Γαρυφαλιά Σκιάνη, Κωνσταντίνος Κατσούλας, Ελένη Σβολοπούλου, Δημήτριος Μακαρονίδης, Αλέξανδρος Ροϊλός, Ευστράτιος Συνοίκης, Ευαγγελία Σκαλτσά, Κυριακή Παρασκευοπούλου, Ελένη Πασαμιχάλη, Χριστίνα Διβάνη, Σταύρος Σπυρόπουλος, Νομικοί Σύμβουλοι του Κράτους.
Εισηγητής: Αλέξανδρος Καραγιάννης, Αντιπρόεδρος ΝΣΚ.
Αριθμός ερωτήματος: Το υπ` αριθμ. πρωτ. ΔΕΛ Α 1084703 ΕΞ 2014/2-6-2014 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών (Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων/Γενική Δνση Φορολογικής Διοίκησης/Δνση Ελέγχων-Τμήματα Α`, Γ` και Δνση Πολιτικής Εισπράξεων-Τμήμα Β`).
Περίληψη ερωτήματος: Ενόψει του άρθρου 9 του Συντάγματος, που θεσπίζει το άσυλο της κατοικίας και δεν επιτρέπει την έρευνα σε αυτήν παρά μόνον όταν υπάρχει ρητή νομοθετική πρόβλεψη και πάντοτε με την παρουσία εκπροσώπου της δικαστικής αρχής, είναι επιτρεπτή και υπό ποιες προϋποθέσεις η είσοδος οργάνων της Φορολογικής Διοίκησης στην κατοικία φορολογουμένου, για τη διενέργεια φορολογικών ελέγχων και ερευνών, βάσει των διατάξεων των άρθρων 25 και 40 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, Α` 170), όπως ισχύουν σήμερα;
******
Επί του ως άνω ερωτήματος, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Α` Τακτική Ολομέλεια) γνωμοδότησε ως ακολούθως:
Ι. Α. Στο άρθρο 9 του ισχύοντος Συντάγματος ορίζονται τα εξής: «1. Η κατοικία του καθενός είναι άσυλο. Η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη. Καμία έρευνα δεν γίνεται σε κατοικία, παρά μόνο όταν και όπως ορίζει ο νόμος και πάντοτε με την παρουσία εκπροσώπων της δικαστικής εξουσίας. 2. Οι παραβάτες της προηγούμενης διάταξης τιμωρούνται για παραβίαση του οικιακού ασύλου και για κατάχρηση εξουσίας και υποχρεούνται σε πλήρη αποζημίωση του παθόντος, όπως νόμος ορίζει».
Β. Στο άρθρο 8 του ν.δ. 53/1974 «Περί κυρώσεως της εν Ρώμη την 4ην Νοεμβρίου 1950 υπογραφείσης Συμβάσεως "δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών ως και του Προσθέτου εις αυτήν Πρωτοκόλλου των Παρισίων της 20ης Μαρτίου 1952», προβλέπονται τα εξής:
«1. Παν πρόσωπον δικαιούται εις τον σεβασμόν της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. 2. Δεν επιτρέπεται να υπάρξη επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου, εκτός εάν η επέμβασις αυτή προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρον το οποίον, εις μίαν δημοκρατικήν κοινωνίαν, είναι αναγκαίον δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημόσιον ασφάλειαν, την οικονομικήν ευημερίαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν ποινικών παραβάσεων την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων».
Γ. Εξ άλλου, στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ΚΦΔ, ν. 4174/2013, Α` 170); όπως ισχύει σήμερα, και δη στο Κεφάλαιο Εβδομο («ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟΙ ΕΛΕΓΧΟΙ»), ρυθμίζονται τα θέματα της διενέργειας φορολογικών ελέγχων από τη Φορολογική Διοίκηση. Ειδικότερα:
1. Στο άρθρο 23 του εν λόγω Κώδικα, υπό τον τίτλο «Εξουσίες της Φορολογικής Διοίκησης» ορίζονται τα εξής:
«1. Η Φορολογική Διοίκηση έχει την εξουσία να επαληθεύει, να ελέγχει και να διασταυρώνει την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων εκ μέρους του φορολογούμενου, την ακρίβεια των φορολογικών δηλώσεων που υποβάλλονται σε αυτήν και να επιβεβαιώνει τον υπολογισμό και την καταβολή του οφειλόμενου φόρου, διενεργώντας έλεγχο σε έγγραφα, λογιστικά στοιχεία και στοιχεία γνωστοποιήσεων και παρόμοιες πληροφορίες, θέτοντας ερωτήσεις στον φορολογούμενο και σε τρίτα πρόσωπα, ερευνώντας εγκαταστάσεις και μέσα μεταφοράς που χρησιμοποιούνται για τη διενέργεια επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, σύμφωνα με τις διαδικασίες και χρησιμοποιώντας μεθόδους που προβλέπονται στον Κώδικα. 2. Ο έλεγχος .... είναι δυνατόν να έχει τη μορφή φορολογικού ελέγχου από τα γραφεία της Φορολογικής Διοίκησης ή επιτόπιου φορολογικού ελέγχου: α) .......... β) Η απόφαση της Φορολογικής Διοίκησης για τη διενέργεια πλήρους (βλ. σημ. 1 στο τέλος του κειμένου) επιτόπιου φορολογικού ελέγχου πρέπει να κοινοποιείται στο φορολογούμενο με προηγούμενη έγγραφη ειδοποίηση. Κάθε άλλος επιτόπιος φορολογικός έλεγχος είναι δυνατόν να διενεργείται χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση. Με πράξη του Γενικού Γραμματέα είναι δυνατόν να διενεργείται πλήρης επιτόπιος φορολογικός έλεγχος χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση, σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν ενδείξεις ότι έχει διαπραχθεί φοροδιαφυγή. Ο Γενικός Γραμματέας δύναται με απόφαση του να ορίζει λεπτομέρειες για την εφαρμογή της παρούσης περίπτωσης».
2. Περαιτέρω, στο άρθρο 25 του ΚΦΔ ορίζονται τα εξής:
«1. O οριζόμενος ή οι οριζόμενοι από τη Φορολογική Διοίκηση, για τη διενέργεια του φορολογικού ελέγχου, υπάλληλος ή υπάλληλοι φέρουν έγγραφη εντολή διενέργειας επιτόπιου φορολογικού ελέγχου, η οποία έχει εκδοθεί από τον Γενικό Γραμματέα, ή από εξουσιοδοτημένα από αυτόν όργανα της Φορολογικής Διοίκησης και η οποία περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής: ............. (σημείωση: στη συνέχεια, υπό τα στοιχεία α` έως και στ`, παρατίθενται τα στοιχεία, τα οποία πρέπει να περιλαμβάνει η εντολή) .......... 2. Ο οριζόμενος από τη Φορολογική Διοίκηση, για τη διενέργεια του φορολογικού ελέγχου, υπάλληλος πρέπει να επιδεικνύει το δελτίο ταυτότητας του και την εντολή φορολογικού ελέγχου πριν την έναρξη του φορολογικού ελέγχου. 3. Ο επιτόπιος φορολογικός έλεγχος διενεργείται στις εγκαταστάσεις του φορολογούμενου κατά το επίσημο ωράριο εργασίας της Φορολογικής Διοίκησης και μπορεί να παρατείνεται μέχρι την ολοκλήρωση του. Η Φορολογική Διοίκηση δύναται να διενεργεί επιτόπιο φορολογικό έλεγχο και εκτός του επίσημου ωραρίου εργασίας εφόσον απαιτείται από το είδος των δραστηριοτήτων του φορολογούμενου. Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να γίνεται ειδική μνεία στην εντολή φορολογικού ελέγχου. Η είσοδος στην κατοικία του φορολογούμενου επιτρέπεται μόνο με εντολή του αρμόδιου Εισαγγελέα. 4. .......... 5. .............. 6. Ο φορολογούμενος υποχρεούται να συνεργάζεται πλήρως και να διευκολύνει το έργο του οριζόμενου για τη διενέργεια του φορολογικού ελέγχου υπαλλήλου της Φορολογικής Διοίκησης. .......... 7..... 8. Ο αρμόδιος υπάλληλος της Φορολογικής Διοίκησης μπορεί, οποτεδήποτε, εφόσον το κρίνει απαραίτητο, να ζητήσει τη συνδρομή των οργάνων της Ελληνικής Αστυνομίας για τη διενέργεια του φορολογικού ελέγχου και τα όργανα της Ελληνικής Αστυνομίας υποχρεούνται να παρέχουν αυτή τη συνδρομή, κατά το χρόνο και στον τόπο που ζητείται».
Δ. Στο Κεφάλαιο Ενατο («ΕΙΣΠΡΑΞΗ») του ΚΦΔ, όπως ισχύει, ρυθμίζονται τα θέματα της εισπράξεως των φόρων. Ειδικότερα, στα άρθρα 40, 46, 47 και 48, ορίζονται, πλην άλλων, τα εξής:
Αρθρο 40 (Αρμόδια Οργανα): «1. Η είσπραξη των φόρων και των λοιπών εσόδων του Δημοσίου που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα, συμπεριλαμβανομένης της αναγκαστικής εκτέλεσης και της λήψης διασφαλιστικών μέτρων, ανήκει στην αρμοδιότητα του Γενικού Γραμματέα. 2. ............ 3. Ο Γενικός Γραμματέας ή τα νομίμως εξουσιοδοτημένα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης έχουν το δικαίωμα να προβαίνουν σε κάθε δικαστική ή οποιαδήποτε άλλη νόμιμη ενέργεια που αποσκοπεί, άμεσα ή έμμεσα, στην είσπραξη φόρων και λοιπών εσόδων, περιλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, της κατάθεσης αίτησης πτώχευσης του οφειλέτη του Δημοσίου της άσκησης αγωγής διάρρηξης (βλ. σημ. 2 στο τέλος του κειμένου). Κατά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου ισχύει αναλόγως η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 25 του Κώδικα».
Aρθρο 46: «1. Η Φορολογική Διοίκηση, προκειμένου να διασφαλίζει την είσπραξη φόρων, μπορεί σε επείγουσες περιπτώσεις ή για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος για την είσπραξη των φόρων, να προβαίνει με βάση τον εκτελεστό τίτλο του άρθρου 45 του Κώδικα πριν τη λήξη της προθεσμίας καταβολής της οφειλής και χωρίς δικαστική απόφαση στην επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης κινητών, ακινήτων, εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε αυτά, απαιτήσεων και γενικά όλων των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη του Δημοσίου είτε βρίσκονται στα χέρια του είτε στα χέρια τρίτου. Η συντηρητική κατάσχεση τρέπεται αυτοδίκαια σε αναγκαστική με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας καταβολής της οφειλής και έχει τις συνέπειες της αναγκαστικής κατάσχεσης από το χρόνο της εγγραφής της. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλογικά τα άρθρα 707-723 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εξαιρουμένων των άρθρων 715 παρ. 5 και 722 του ανωτέρω Κώδικα. 2. Η Φορολογική Διοίκηση μπορεί με τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1, να προβαίνει στη λήψη των προβλεπόμενων στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ασφαλιστικών μέτρων με βάση τον εκτελεστό τίτλο αλλά και πριν από την απόκτηση εκτελεστού τίτλου, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 691 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. 3. Τα μέτρα της προηγούμενης παραγράφου διατάσσονται από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Πρωτοδικείου της έδρας του οργάνου της Φορολογικής Διοίκησης χωρίς να απαιτείται προηγούμενη κλήτευση του φορολογουμένου. 4. Με τις ίδιες προϋποθέσεις μπορεί να εγγραφεί υποθήκη για κάθε φόρο και λοιπά έσοδα του Δημοσίου που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα. 5. Εφόσον η Φορολογική Διοίκηση διαπιστώνει παραβάσεις φοροδιαφυγής ............ μπορεί, βάσει ειδικής έκθεσης ελέγχου, να επιβάλλει σε βάρος του παραβάτη προληπτικά ή διασφαλιστικά του δημοσίου συμφέροντος μέτρα άμεσου και επείγοντος χαρακτήρα. Ειδικότερα η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να μην παραλαμβάνει και να μην χορηγεί έγγραφα που απαιτούνται για τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων. Στην περίπτωση αυτή δεσμεύεται το πενήντα τοις εκατό (50%) των καταθέσεων, των πάσης φύσεως λογαριασμών και παρακαταθηκών και του περιεχομένου των θυρίδων του παραβάτη. To μη χρηματικό περιεχόμενο θυρίδων και οι μη χρηματικές παρακαταθήκες, δεσμεύονται στο σύνολο τους. 6 ............. (σημείωση: Στην παράγραφο 6 προσδιορίζονται τα πρόσωπα σε βάρος των οποίων επιβάλλονται τα διασφαλιστικά μέτρα της προηγουμένης παραγράφου και ρυθμίζονται τα θέματα της χρονικής διάρκειας ισχύος και της άρσεως των μέτρων και οι περιπτώσεις μη επιβολής τους) ........... 7. Τα μέτρα της παρ. 5 δεν εμποδίζουν τη δυνατότητα της Φορολογικής Διοίκησης να ικανοποιεί τις απαιτήσεις της από τα δεσμευθέντα περιουσιακά στοιχεία, με αναγκαστική εκτέλεση σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις».
Aρθρο 47 (Ατομική ειδοποίηση καταβολής οφειλής/υπερημερίας): «1. Σε περίπτωση μη καταβολής των ποσών που αναφέρονται στην πράξη προσδιορισμού του φόρου ή στην πράξη επιβολής τόκων ή προστίμων ή στην πράξη εκκαθάρισης του φόρου μετά την έκδοση οριστικής δικαστικής απόφασης μέχρι την προβλεπόμενη σε αυτά ημερομηνία πληρωμής η Φορολογική Διοίκηση κοινοποιεί στον φορολογούμενο ατομική ειδοποίηση καταβολής των οφειλών του που δεν έχουν καταβληθεί εντός των νομίμων προθεσμιών πριν τη διενέργεια οποιασδήποτε πράξης εκτέλεσης σύμφωνα με όσα ορίζονται στα επόμενα άρθρα του Κώδικα. 2. Σε περίπτωση μη καταβολής των ποσών που αναφέρονται στην ατομική ειδοποίηση εντός τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της ατομικής ειδοποίησης καταβολής οφειλής, η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να προβεί στη λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης σύμφωνα με όσα ορίζονται στον Κώδικα μετά την πάροδο της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών. Δεν απαιτείται η κοινοποίηση της ειδοποίησης για την επιβολή κατάσχεσης στις περιπτώσεις κατάσχεσης χρηματικών ποσών ή απαιτήσεων στα χέρια του φορολογουμένου ή τρίτου. 3. Στην ατομική ειδοποίηση αναφέρονται: α) ............ η) ο όρος ότι εφόσον ο φορολογούμενος δεν προβεί σε εξόφληση εντός τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της ατομικής ειδοποίησης, η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να προβεί σε διαδικασία αναγκαστικής είσπραξης των ποσών που αναφέρονται σε αυτή, εκτός εάν ο φορολογούμενος υπαχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών εντός τριάντα (30) ημερών σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 43 του Κώδικα....4....5...».
Aρθρο 48 (Αναγκαστική εκτέλεση): «1. Εξαιρουμένων των θεμάτων που ρυθμίζονται διαφορετικά από τον παρόντα Κώδικα, η αναγκαστική είσπραξη των φόρων και λοιπών εσόδων του Δημοσίου που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα διενεργείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ν.δ. 356/1974 Περί Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων. 2.... 3. Οπου στον Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων γίνεται αναφορά στον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ, στον Διευθυντή του Δημοσίου Ταμείου ή γενικότερα σε άλλο αρμόδιο όργανο νοείται στο εξής ο Γενικός Γραμματέας. 4..........».
II. 1. Εκ των προπαρατεθεισών διατάξεων συνάγονται, κατ` αρχήν, τα εξής: Το άρθρο 9 του Συντάγματος θεσπίζει το άσυλο της κατοικίας και το απαραβίαστο της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, περαιτέρω δε, προβλέπει ποινικές κυρώσεις κατά των παραβατών του οικιακού ασύλου (άρθρα 239 και 251 του Ποινικού Κώδικα) και ευθύνη τους προς αποζημίωση του παθόντος. Το Σύνταγμα, με το άρθρο 9, κατοχυρώνει την «κατοικία» ως πραγματική κατάσταση και όχι με τη νομική της σημασία. Η «κατοικία» στο άρθρο αυτό ορίζεται ως ο φυσικός, ιδιωτικός χώρος τον οποίο κάθε άνθρωπος έχει ορίσει γενικά ως, μη προσιτό στους τρίτους, χώρο διαβίωσης και εργασίας του, και στον οποίο η είσοδος είναι επιτρεπτή μόνον κατόπιν συναινέσεώς του. Δεν προστατεύεται συνεπώς η κατοικία αυτή καθαυτή, αλλά ένας συγκεκριμένος χώρος όπου ανεμπόδιστα το άτομο αναπτύσσει την προσωπικότητά του. Επομένως, «κατοικία», κατά το άρθρο 9 του Συντάγματος, θεωρείται κάθε κατάλυμα, κάθε χώρος που χρησιμοποιείται για διαβίωση, για διαμονή ή ακόμα για εργασία και δεν είναι προσιτός σε όλους, στην έννοια δε αυτής εμπίπτει, τόσον η αμιγής, όσον και η μικτή κατοικία, τουτέστιν η χρησιμοποιούμενη και ως έδρα της επαγγελματικής δραστηριότητας.
Ενώ για το απαραβίαστο της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής το άρθρο 9 Σ. δεν θέτει κανένα περιορισμό, εντούτοις για το δικαίωμα εκ του ασύλου της κατοικίας προβλέπει περιορισμούς με τη δυνατότητα εισόδου και κατ` οίκον έρευνας υπό τις εξής προϋποθέσεις: (α) Της ρητής νομοθετικής προβλέψεως και ρυθμίσεως της, υπό την έννοια ότι ο νόμος οφείλει να προβλέπει κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο, αλλά και σαφή και ορισμένο, τον σκοπό, τη διαδικασία και τα εντεταλμένα για τη διεξαγωγή της όργανα, (β) Της παρουσίας εκπροσώπου της δικαστικής εξουσίας, τουτέστιν δικαστικού λειτουργού κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 87-91 του Συντάγματος.
Εξάλλου, επιτρεπτή τυγχάνει η έρευνα στην κατοικία, εφόσον αποσκοπεί στην εκ μέρους οργάνων της δημόσιας εξουσίας αναζήτηση προσώπων ή πραγμάτων ή στην πρόληψη ή αποτροπή εγκλήματος ή δημόσιου κινδύνου (πυρκαϊά, πλημμύρα, κίνδυνος ζωής ή βλάβης της υγείας κλπ), ανεξάρτητα από την συγκατάθεση ή μη του κατόχου της κατοικίας, η οποία, άλλωστε, εφόσον είναι ad hoc, συνειδητή και πλήρης, αίρει τον χαρακτήρα τυχόν παράνομης εισόδου στην κατοικία (βλ. σημ. 3 στο τέλος του κειμένου). Επί του τελευταίου ζητήματος μειοψήφισε η Νομικός Σύμβουλος Γαρυφαλλιά Σκιάνη, η οποία διατύπωσε την άποψη ότι η παρουσία εκπροσώπου της δικαστικής εξουσίας απαιτείται ανεξαρτήτως της συναινέσεως του κατόχου της κατοικίας, δεδομένου ότι ο όρος «πάντοτε» έχει τεθεί προς αποφυγή ενδεχόμενης ακυρότητας της διαδικασίας σε περίπτωση αμφισβητήσεως περί την ύπαρξη της συναινέσεως.
Το προπαρατεθέν άρθρο 8 της Ε.Σ.Δ.Α., στη διάταξη της παραγράφου 1 κατοχυρώνει, μεταξύ άλλων, και το άσυλο της κατοικίας. Οι περιορισμοί του δικαιώματος αυτού προβλέπονται στη δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου και είναι ευρύτεροι από τους αντίστοιχους περιορισμούς του άρθρου 9 του Συντάγματος. Η εν λόγω διάταξη αναφέρεται γενικά στις επεμβάσεις των δημοσίων αρχών στην άσκηση των κατοχυρωμένων στην πρώτη παράγραφο δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων εντάσσεται και το δικαίωμα εκ του ασύλου της κατοικίας. Στις επεμβάσεις συμπεριλαμβάνεται η έρευνα αλλά και η απλή είσοδος στην κατοικία, εφόσον προβλέπεται με σχετικό νόμο. Η ως άνω διάταξη της Ε.Σ.Δ.Α., η οποία έχει υποσυνταγματική ισχύ αλλά κατισχύει των κοινών νόμων, (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) κατοχυρώνει μεν την κάθε είδους είσοδο στην κατοικία, χωρίς, όμως, να αξιώνει και την παρουσία εκπροσώπου της δικαστικής αρχής. Σημειώνεται ότι το άσυλο της κατοικίας κατοχυρώνει και το Διεθνές Σύμφωνο περί των Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων του 1966 του Ο.Η.Ε, στο άρθρο 17, το οποίο περιλαμβάνει μόνον την προστασία κάθε προσώπου από αυθαίρετη και παράνομη επέμβαση στην κατοικία του, αναγνωρίζοντας, συγχρόνως, στο πρόσωπο αυτό σχετικό δικαίωμα.
2. Περαιτέρω, όμως, επί της ερμηνείας των ως άνω διατάξεων, διατυπώθηκαν οι εξής τρεις (3) γνώμες:
Α. Η πρώτη (Α) γνώμη, του Προεδρεύοντος του Τμήματος Αλεξάνδρου Καραγιάννη, Αντιπροέδρου ΝΣΚ και των μελών Ιωάννας Καραγιαννοπούλου, Θεόδωρου Ψυχογυιού, Παναγιώτη Σπανού, Γεωργίου Κανελλόπουλου, Κωνσταντίνου Χαραλαμπίδη, Νικολάου Δασκαλαντωνάκη, Κωνσταντίνου Κατσούλα, Ελένης Σβολοπούλου, Αλεξάνδρου Ροϊλού, Ευστρατίου Συνοίκη και Χριστίνας Διβάνη, Νομικών Συμβούλων του Κράτους (ψήφοι 12), δέχθηκε τα εξής:
α. Παρά την απόλυτη και αδιάστικτη διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 9 § 1 εδ. τρίτο του Συντάγματος, γίνεται δεκτόν ότι η προβλεπομένη σε αυτήν προστασία του ασύλου αφορά μόνον στην κατ` οίκον έρευνα, που αποσκοπεί στη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων για την διαπίστωση εγκλημάτων, στην ανακάλυψη ή σύλληψη του δράστη και, εν γένει, στην πρόληψη ή καταστολή ενεργειών που συνιστούν ποινικά αδικήματα (βλ. άρθρο 253 ΚΠοινΔ). Αντιθέτως, κατά την κρατούσα και ορθότερα άποψη, γίνεται δεκτό ότι λιγότερο επαχθείς περιορισμοί, οι οποίοι είναι αναγκαίοι για τον έλεγχο της τηρήσεως των νόμων, δεν εμπίπτουν στην υποχρέωση της παρουσίας εκπροσώπου της δικαστικής εξουσίας για την διενέργεια κατ` οίκον έρευνας. Πρόκειται για τους ελέγχους και τις επιθεωρήσεις που διενεργούνται με σκοπό την άσκηση εποπτείας και ελέγχου στα πλαίσια της υγειονομικής, εργατικής, οικονομικής-επαγγελματικής και φορολογικής νομοθεσίας (βλ. σημ. 4 στο τέλος του κειμένου).
β. Με τις διατάξεις των άρθρων 23 και 25 του ΚΦΔ θεσπίσθηκε εξουσία της Φορολογικής Διοικήσεως για την διενέργεια φορολογικών ελέγχων και προβλέφθηκε η διαδικασία και τα εντεταλμένα για τη διενέργεια τους όργανα και με τις διατάξεις των άρθρων 40, 46, 47 και 48 του ΚΦΔ ανατέθηκε στη Φορολογική Διοίκηση η είσπραξη των φόρων και λοιπών εσόδων και παρασχέθηκε στα όργανα της το δικαίωμα να προβαίνουν σε κάθε δικαστική ή οποιαδήποτε άλλη νόμιμη ενέργεια που αποσκοπεί, άμεσα ή έμμεσα, στην είσπραξη φόρων και λοιπών εσόδων, με ρητή ειδική πρόβλεψη για την επιβολή συντηρητικής κατασχέσεως, τη λήψη ασφαλιστικών και διασφαλιστικων μέτρων και επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως. Προς εκπλήρωση των ανωτέρω σκοπών θεσπίσθηκε η δυνατότητα εισόδου στην κατοικία του φορολογουμένου και του οφειλέτη των φόρων, αλλά «μόνο με εντολή του αρμόδιου Εισαγγελέα» (βλ. σημ. 5 στο τέλος του κειμένου) (άρθρα 25 § 3, τελευταίο εδάφιο και 40 § 3 εδάφιο τελευταίο του ΚΦΔ).
Καθόσον αφορά την είσπραξη των φόρων και λοιπών εσόδων, η παροχή της δυνατότητας εισόδου και έρευνας των οργάνων της Φορολογικής Διοικήσεως στην κατοικία του οφειλέτη, προφανώς, αποσκοπεί στην αναζήτηση χρημάτων ή άλλων κινητών πραγμάτων ή και στοιχείων σχετικών με την περιουσιακή του κατάσταση, για την εν συνεχεία επιβολή συντηρητικής κατασχέσεως, λήψη ασφαλιστικών και διασφαλιστικων μέτρων και επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως.
Ερευνα στην κατοικία και σε κάθε άλλο χώρο που βρίσκεται στην κατοχή του καθού η εκτέλεση επιτρέπουν ο ΚΠολΔ (άρθρα: 929 § 1, 930), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται αναλόγως και επί διοικητικής εκτελέσεως (άρρο 89 ν.δ. 356/1974-ΚΕΔΕ) και ο ΚΕΔΕ (άρθρα: 10 § 1 και 11), και στις δύο περιπτώσεις μόνον εάν και στον βαθμό που απαιτεί τούτο ο σκοπός της αναγκαστικής εκτελέσεως, χωρίς την παρουσία εκπροσώπου της δικαστικής εξουσίας (βλ. σημ. 6. στο τέλος του κειμένου).
γ. Ενόψει τούτων, οι διατάξεις των άρθρων 25 § 3, εδάφιο τελευταίο και 40 § 3 εδάφιο τελευταίο του ΚΦΔ, επιτρεπτώς θεσπίζουν τη δυνατότητα εισόδου οργάνων της Φορολογικής Διοικήσεως στην κατοικία για τη διενέργεια σε αυτήν φορολογικών ελέγχων και ερευνών, που αποσκοπούν ευθέως ή εμμέσως στη διαπίστωση φορολογικών παραβάσεων και στην είσπραξη των φόρων και των λοιπών εσόδων που προβλέπονται στο άρθρο 2 του ΚΦΔ.
Σύμφωνα με όσα ήδη εκτέθηκαν ανωτέρω, στην οικεία θέση (§ ΙΙ.2.Α.α.), η υποχρέωση παρουσίας εκπροσώπου της δικαστικής εξουσίας για την διενέργεια κατ` οίκον έρευνας δεν υφίσταται προκειμένου περί διοικητικών ερευνών και, επομένως, ούτε για τη διενέργεια φορολογικών ελέγχων και ερευνών που αποσκοπούν ευθέως ή εμμέσως στην είσπραξη των φόρων και λοιπών εσόδων και, ως εκ τούτου, αρκεί η εντολή του αρμοδίου εισαγγελέα, χωρίς να απαιτείται και η παρουσία εκπροσώπου της δικαστικής εξουσίας (βλ. σημ. 7 στο τέλος του κειμένου).
Η, συνεπεία του φορολογικού ελέγχου, διαπίστωση διοικητικών φορολογικών παραβάσεων, οι οποίες ενδέχεται να αποτελούν και ποινικά αδικήματα (άρθρα: 17, 18, 19 του ν. 2523/1997, Α` 179), χωρίς την παρουσία εκπροσώπου της δικαστικής εξουσίας κατά τη διενέργεια του ελέγχου, δεν μετάγει την κατ` οίκον έρευνα σε συνταγματικώς ανεπίτρεπτη ενέργεια, λόγω παραβιάσεως του οικιακού ασύλου, διότι η διαπίστωση των ποινικών παραβάσεων αποτελεί απλώς δευτερεύουσα συνέπεια της διαπιστώσεως φορολογικών παραβάσεων, μη δυνάμενη να αναιρέσει τον διοικητικό χαρακτήρα του ελέγχου.
δ. Προβληματισμό φαίνεται να δημιουργεί, κατ` αρχήν, το γεγονός ότι οι διατάξεις του άρθρου 9 του Συντάγματος, περί ασύλου της κατοικίας αφενός και απαραβίαστου της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής αφετέρου, διασταυρώνονται, με δεδομένο δε ότι η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή παραβιάζεται και με την είσοδο και έρευνα στην κατοικία, που αποτελεί ατομική ή και οικογενειακή στέγη, παρέχεται έρεισμα υποστηρίξεως και της απόψεως ότι η, θεσπισμένη με τις διατάξεις των άρθρων 25 § 3, εδάφιο τελευταίο και 40 § 3 εδάφιο τελευταίο του ΚΦΔ, δυνατότητα εισόδου στην κατοικία, λαμβανομένης υπόψη και της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 § 3 του Συντάγματος), υποχωρεί προ της διατάξεως του άρθρου 9 του Συντάγματος, περί απαραβίαστου της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. Η άποψη, όμως, αυτή δεν ευσταθεί, δεδομένου ότι, από τον συνδυασμό των διατάξεων του εδαφίου β` (απαραβίαστο ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής) με τα εδάφια α` και γ` του άρθρου 9 του Συντάγματος προκύπτει ότι το ίδιο άρθρο επιτρέπει, υπό τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν ανωτέρω στην οικεία θέση (§ 11.1. και § ΙΙ.2.Α.α.), την είσοδο σε κατοικία, οι δε προϋποθέσεις αυτές συντρέχουν για τη διενέργεια (φορολογικών ελέγχων και ερευνών κατά τα προβλεπόμενα στις διατάξεις των άρθρων 25 και 40 του ΚΦΔ (βλ. § II.2.Α.γ. της παρούσης).
ε. Υπό τα ως άνω γενόμενα δεκτά, η διενέργεια φορολογικών ελέγχων και ερευνών στην κατοικία του φορολογουμένου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 25 και 40 του ΚΦΔ, με μόνη την εντολή του εισαγγελέα και χωρίς την παρουσία εκπροσώπου της δικαστικής εξουσίας, δεν έρχεται αντιμέτωπη με το άρθρο 9 του Συντάγματος. Ωστόσο, οι φορολογικοί έλεγχοι και έρευνες πρέπει να διενεργούνται χωρίς να παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητος (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος), τουτέστιν να μην υπερβαίνουν το αναγκαίο για το επιδιωκόμενο σκοπό τους μέτρο.
Β. Η δεύτερη (Β) γνώμη των μελών Ευγενίας Βελώνη, Ευφροσύνης Μπερνικόλα, Γαρυφαλλιάς Σκιάνη, Δημητρίου Μακαρονίδη, Κυριακής Παρασκευοπούλου, Ελένης Πασαμιχάλη και Σταύρου Σπυρόπουλου, Νομικών Συμβούλων του Κράτους (ψήφοι 7), δέχθηκε τα εξής:
Το ισχύον Σύνταγμα κατοχυρώνει στο άρθρο 9 παρ. 1 εδάφιο πρώτο το δικαίωμα του ασύλου της κατοικίας, δηλαδή το απαραβίαστο αυτής από δημόσια όργανα, όχι όμως κατά τρόπο απόλυτο. Έτσι, κατά το τρίτο εδάφιο της ίδιας παραγράφου, επιτρέπεται η κατ` οίκον έρευνα υπό τη γενική επιφύλαξη του νόμου και πάντοτε με την παρουσία εκπροσώπων της δικαστικής εξουσίας. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη αυτή «καμία έρευνα δεν γίνεται σε κατοικία, παρά μόνον όταν και όπως ορίζει ο νόμος, πάντοτε δε με την παρουσία εκπροσώπων της δικαστικής εξουσίας».
Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι μια έρευνα κατ` οίκον είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα, υπό τον διπλό όρο της νομοθετικής προβλέψεως (καθορισμός των περιπτώσεων) και της ρυθμίσεως (καθορισμός της διαδικασίας) και της παρουσίας εκπροσώπων της δικαστικής εξουσίας. Εκπρόσωποι της δικαστικής εξουσίας είναι προφανώς οι δικαστικοί λειτουργοί, οι οποίοι περιβάλλονται με τις συνταγματικές εγγυήσεις προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας κατά τις διατάξεις των άρθρων 87-91 του Συντάγματος. Κατά τη ρητή δε διατύπωση της ανωτέρω συνταγματικής διατάξεως, η παρουσία δικαστικού λειτουργού απαιτείται «πάντοτε», ανεξάρτητα από το σκοπό της έρευνας κατ` οίκον, αν δηλαδή γίνεται στα πλαίσια ανάκρισης ή ανεξάρτητα από αυτήν, απο ανακριτικά ή λοιπά διοικητικά όργανα, προληπτικά ή κατασταλτικά στα πλαίσια αναγκαστικής ή διοικητικής εκτελέσεως (βλ. σημ. 8. στο τέλος του κειμένου).
Η έρευνα κατ` οίκον χωρίς την τήρηση των νόμιμων διατυπώσεων κατ` άρθρο 9 του Συντάγματος συνιστά, σωρευτικά, ανεπίτρεπτη παραβίαση του ασύλου της κατοικίας και κατάχρηση εξουσίας, και επισύρει κατά του δημοσίου οργάνου, που παραβίασε αντισυνταγματικούς το άσυλο της κατοικίας, ποινικές, αστικές και πειθαρχικές κυρώσεις, κατά τη ρητή πρόβλεψη της παραγράφου 2 του ιδίου άρθρου 9.
Κατ` ακολουθίαν, η ανωτέρω συνταγματική επιταγή της παρουσίας εκπροσώπου της δικαστικής εξουσίας, με την οποία επιτρεπτώς συμπληρώνεται η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 25 του ν. 4174/2013 (Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας), πρέπει να τηρείται και όταν διεξάγεται έρευνα κατ`οίκον για τους σκοπούς των άρθρων 25 και 40 του Κώδικα αυτού.
Γ. Η τρίτη (Γ) γνώμη των μελών Ανδρέα Γραμματικού, Παναγιώτη Παναγιωτουνάκου, Στυλιανής Χαριτάκη, Δημητρίου Χανή, Ευαγγελίας Σκαλτσά Νομικών Συμβούλων του Κράτους (ψήφοι 5), δέχθηκε τα εξής:
Από το περιεχόμενο του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 25 του νέου Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, σε συνδυασμό και προς τις λοιπές παρατιθέμενες διατάξεις του ίδιου Κώδικα, ερμηνευόμενες σύμφωνα με το γράμμα και το πνεύμα των συνταγματικών διατάξεων των άρθρων 26 και 9, αντιστοίχως, που αναφέρονται στη διάκριση των λειτουργιών και στο άσυλο της κατοικίας, αλλά και από τον συνταγματικώς επιβαλλόμενο όρο της κατ` οίκον έρευνας, σε κάθε περίπτωση, μόνον με την παρουσία εκπροσώπου της δικαστικής εξουσίας, συνάγεται ότι το τιθέμενο ερώτημα εκφεύγει των αρμοδιοτήτων του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Τούτο δε, διότι η επίμαχη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 25 του ΚΦΔ, που ορίζει ότι «η είσοδος στην κατοικία του φορολογούμενου επιτρέπεται μόνο με εντολή του αρμόδιου Εισαγγελέα», δεν αφορά θέματα αρμοδιότητας οργάνων της Διοικήσεως, εν προκειμένω της Φορολογικής, αλλά θέματα της αποκλειστικής αρμοδιότητας των εισαγγελικών αρχών, που έχουν την ανώτατη διεύθυνση της προανακρίσεως γενικότερα, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις της ποινικής δικονομίας (άρθρα 31, 34, 35, 240, 241 ΚΠΔ), στα πλαίσια των οποίων τα διοικητικά όργανα λειτουργούν ως ειδικοί ανακριτικοί υπάλληλοι, κατά την εφαρμογήν της τελευταίας ως άνω διατάξεως της παραγράφου 3 του άρθρου 25 για την είσοδο στην κατοικία φορολογουμένου και τη διεξαγωγή έρευνας προς βεβαίωση τελέσεως αξιόποινων πράξεων φοροδιαφυγής (άρθρα 17, 18, 19 του ν. 2523/1997), μετά την οποία μπορεί να τεθούν υπόψη των φορολογικών αρχών τα προκύπτοντα στοιχεία προς περαιτέρω φορολογικό έλεγχο και τον υπολογισμό των φορολογικών οφειλών, επιβολή προσαυξήσεων, προστίμων κλπ. Ειδικότερα, η κατά τα ανωτέρω διατύπωση της διατάξεως του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 25 του ΚΦΔ, η οποία, ως συνδεόμενη με περιορισμό ατομικού δικαιώματος, πρέπει να ερμηνευθεί στενώς και σε αρμονία προς τις προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις, απηχεί την σαφή βούληση του νομοθέτη να θέσει εκτός ορίων του διοικητικού ελέγχου, που διενεργείται στις εγκαταστάσεις του φορολογουμένου, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του ίδιου άρθρου, την κατοικία του φορολογουμένου, για την πρόσβαση στην οποία απαιτεί, όχι απλώς την εντολή του εισαγγελέως, υπό την έννοια της χορηγήσεως «άδειας» προς τα όργανα της Φορολογικής Διοικήσεως και την εντεύθεν νομιμοποίηση τους για την είσοδο στην κατοικία του φορολογουμένου για τη διεξαγωγή φορολογικού ελέγχου, αλλά την εντολή του υπό την έννοια της «παραγγελίας» του κατά τον ΚΠοινΔ (άρθρου 243, 244) για τη βεβαίωση τελέσεως αξιόποινων πράξεων φοροδιαφυγής. Ενόψει αυτών οι όροι και οι προϋποθέσεις ασκήσεως των καθηκόντων των οργάνων της διοικήσεως, στα οποία θα δοθεί η σχετική παραγγελία του αρμόδιου εισαγγελικού λειτουργού, δεν μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο Γνωμοδότησης του ΝΣΚ.
3. Μετά ταύτα, κατ` εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 7 § 3 εδ. δεύτερο του Οργανισμού του ΝΣΚ (ν. 3086/2002, Α` 324), εκ των μελών που διατύπωσαν την ασθενέστερη τρίτη (Γ) γνώμη, οι μεν Νομικοί Σύμβουλοι του Κράτους, Ανδρέας Γραμματικός και Ευαγγελία Σκαλτσά (ψήφοι 2) προσχώρησαν στην πρώτη (Α) γνώμη, η οποία έλαβε τελικώς δέκα τέσσερις (14) ψήφους και αποτελεί την γνώμη της πλειοψηφίας, οι δε Νομικοί Σύμβουλοι του Κράτους Παναγιώτης Παναγιωτουνάκος, Στυλιανή Χαριτάκη και Δημήτριος Χανής (ψήφοι 3) προσχώρησαν στην δεύτερη (Β) γνώμη, η οποία έλαβε τελικώς δέκα (10) ψήφους και αποτελεί τη γνώμη της μειοψηφίας.
III. Κατ` ακολουθίαν των προεκτεθέντων, επί του τεθέντος ερωτήματος, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Α` Τακτική Ολομέλεια) γνωμοδοτεί, κατά πλειοψηφία (ψήφοι 14 έναντι 10) ως εξής: Η είσοδος οργάνων της Φορολογικής Διοικήσεως στην κατοικία φορολογουμένου (αμιγή ή μικτή), για τη διενέργεια φορολογικών ελέγχων, βάσει διατάξεων του άρθρου 25 και για τη διενέργεια ερευνών, βάσει των διατάξεων του άρθρου 40 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, Α` 170), όπως ισχύουν, είναι επιτρεπτή, μετά τήρηση των όρων, των προϋποθέσεων και της διαδικασίας που προβλέπουν οι ίδιες διατάξεις, με μόνη την εντολή του αρμοδίου εισαγγελέα, τουτέστιν χωρίς την παρουσία εκπροσώπου της δικαστικής εξουσίας κατά τη διάρκεια του ελέγχου και των ερευνών.
ΘΕΩΡΗΘΗΚΕ Αθήνα, 30-6-2014 Ο Προεδρεύων και εισηγητής
Αλέξανδρος Καραγιάννης Αντιπρόεδρος ΝΣΚ

2 σχόλια:

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

http://www.neakriti.gr/?page=newsdetail&DocID=1165805&srv=266
Γνωρίζοντας ότι ο καταξιωμένος Δημοσιογράφος της ΚΡΗΤΗ T.V κ. Γιώργος Σαχίνης δεν είναι κόλακας, ότι είναι από τους ελάχιστους που έχουν την ικανότητα να φιλοξενήσουν και να αντιπαρατεθούν στις ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ του με ένα Γιανναρά, με ένα Νανόπουλο, ε, το να γράφει για μένα ένα τέτοιο κολακευτικό πρόλογο στο σπουδαίο blog του όπου δημοσίευσε δυο άρθρα μου-το ένα, καρπό τετραήμερες έρευνας-για το οικιακό άσυλο, μόνο τιμή, μεγάλη τιμή μου περιποιεί.
Αγαπητέ Γιώργο, απλά, Σ' ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΛΥ!

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

http://epam-ir.blogspot.gr/2014/09/blog-post.html#.VAVDTfl_uSp
Το άρθρο αυτό φιλοξενείται και στον ιστότοπο της τοπικής οργάνωσης Ε.ΠΑ.Μ Ηρακλείου.
Ευχαριστώ πολύ για τη τιμή!

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...