Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

Κρίση θεσμών και Σύνταγμα. III

ευτυχείς! Νεογραικύλοι μπροστά στο Ναό της Ολιγαρχίας!
Αριστόβουλος Μάνεσης, Συνταγματική Θεωρία και Πράξη (1954-1979), τόμος Ι, 1980 [συλλογή άρθρων, σελίδες 561-574]. Τα δυο προηγούμενα μέρη του σπουδαίου αυτού άρθρου θυμηθείτετα τα εδώ1 και εδώ2.
1. Τά νομικοπολιτικά αυτά συμπτώματα είναν δηλωτικά τής κρίσης των θεσμών τής φιλελεύθερης δημοκρατίας: το αστικό καθεστώς, γιά νά παρατείνει τήν επιβίωση του, καταντάει νά απαρνηθεί τή φιλελεύθερη Ιδεολογία τοο στον πολιτικό τομέα, άφού ήδη τήν έχει απαρνηθεί στον οίκονομικό άπό τότε πού πέρασε στό στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού.


Τήν εξέλιξη αυτή, τήν είχε επισημάνει πρίν άπό πολλά χρόνια δνας κορυφαίος συνταγματολόγος, ό Αλέξανδρος Σβώλος: «Ημπορεί νά υπολογίση κανείς ότι τό φιλελεύθερον καί δημοκρατικόν κράτος θά διέλθη διά τής αρνήσεως του έαυτού του πρίν η έξέλιξις τής κοινωνίας άγάγη προς τήν κοινωνικήν δημοκρατίαν. Διότι είναι φυσικόν η αστική τάξις νά άμυνθή τής υπεροχής τής θέσεως της, καταφεύγουσα προς τούτο, έν ανάγκη, είς τήν έντασιν τής κρατικής επιβολής».
Αλλ' υπάρχει καί μία άλλη όψη του θέματος. Στή διαλεκτική πορεία του ίστορικού γίγνεσθαι έρχεται μία εποχή-καί τέτοια είναι η εποχή μας- πού η λειτουργία τών συνταγματικών θεσμών καί διαδικασιών τής πολιτικής δημοκρατίας δέν εξυπηρετεί πιά τήν αστική τάξη πού τους εγκαθίδρυσε. Οπως ήδη σημείωσα, τούτο σημαίνει ότι οί θεσμοί αυτοί στρέφονται ήδη εναντίον της: διευκολύνουν αντικειμενικά τήν προώθηση τών λαϊκών μαζών προς τήν εξουσία. είναι «ό συντομώτερος δρόμος» πού τίς οδηγεί σ' αυτήν. Ετσι έξηγείται καί η προσπάθεια τών κρατούντων νά περιστέλλουν ή αναστέλλουν ή καταλύουν τή λειτουργία αυτών τών θεσμών. Μιλώ γιά «προσπάθεια»· γιατί δέν έξαρτάται μόνο άπό τήν καλή τους θέληση νά μή παραβιάζουν τή δημοκρατική νομιμότητα. Ναί μέν είναι δεδομένη η τάση γιά δυναμική κατάλυση της, όταν η λειτουργία της αποβαίνει απειλητική γιά τήν κυρίαρχη τάξη. Οί κρατούντες, φοβούμενοι ότι «η νομιμότητα τους σκοτώνει» («la legalite nous tue») [Ο Fr. Engels εισαγωγή στους "Ταξικούς αγώνες στη Γαλλία" του Marx, τονίζει ότι το εργατικό κίνημα προκόβει πολύ καλύτερα με τα νόμιμα μέσα παρά με τα παράνομα. Και προσθέτει, τα κόμματα της τάξης, όπως αυτοαποκαλούνται, καταστρέφονται από τη νόμιμη τάξη που αυτά τα ίδια έχουν ιδρύσει. Μαζί με τον Odilon Barrot φωνάζουν απελπισμένα: η νομιμότητα μας σκοτώνει (la legalite nous tue), ενώ εμείς, μέσα σ'  αυτή τη νομιμότητα, φτιάχνουμε γερούς μυς και ρόδινα μάγουλα], δέν αδρανούν. προσπαθούν νά τήν παραμερίσουν. Πολλές φορές όμως, συμβαίνει νά θέλουν, άλλά νά μή μπορούν, όταν δηλαδή άπό τόν υφιστάμενο συσχετισμό δυνάμεων υποχρεώνονται νά τή σέβονται, έκόντες-άκοντες, έστω και αν τους είναι «μοιραία». Γιά τις ίστορικά ανερχόμενες κοινωνικοπολιτικές δυνάμεις οί θεσμοί τής φιλελεύθερης - πολιτικής δημοκρατίας άποτελούν νομικοπολιτικά ερείσματα, βελτιωμένες θέσεις μάχης, γιά τή διατήρηση τών οποίων είναι φυσικό νά ενδιαφέρονται, ώστε νά προχωρήσουν «άπό τήν πολιτική χειραφέτηση στην κοινωνική χειραφέτηση» [Κ. Marx, Ταξικοί αγώνες στη Γαλλία (1850) (ελληνική μετάφραση, 1964 σ. 190) ο οποίος δίνει μία σχηματική είκόνα τής κοινωνιολογικά διττής σημασίας του Συντάγματος. Αναφερόμενος είδικότερα στό γαλλικό δημοκρατικό Σύνταγμα του 1848 γράφει: «Η αντίφαση, πού περιέχεται σέ ολόκληρο τό Σύνταγμα, έγκειται στό έξής: τις τάξεις, τών οποίων πρέπει νά διαιωνίσει τήν κοινωνική δουλεία—τό προλεταριάτο, τους αγρότες, τους μικροαστούς—τις καθιστά τό Σύνταγμα, μέ τό καθολικό εκλογικό δικαίωμα, κατόχους πολιτικής δύναμης. Καί άπό τήν τάξη τής οποίας τήν παλιά κοινωνική εξουσία αυτό τό ίδιο επικυρώνει, άπό τήν αστική τάξη, αφαιρεί τις πολιτικές εγγυήσεις αυτής τής δύναμης. Στριμώχνει τήν πολιτική κυριαρχία της σέ δημοκρατικούς όρους πού διευκολύνουν σέ κάθε στιγμή τή νίκη τών εχθρικών τάξεων καί θέτουν σέ αμφισβήτηση τις βάσεις τής ίδιας τής αστικής κοινωνίας. 'Από τίς μέν άπαιτεί νά μή προχωρήσουν άπό τήν πολιτική χειραφέτηση στην κοινωνική χειραφέτηση, άπό τήν άλλη νά μήν οπισθοχωρήσει άπό τήν κοινωνική στην πολιτική παλινόρθωση»]. Σ' αυτή τήν ιστορική συγκυρία οί ατομικές καί πολιτικές ελευθερίες τείνουν, «έξ αντικειμένου», νά αποβάλουν τόν τυπικό-άστικό χαρακτήρα τους καί άποκτούν ουσιαστικότερο καί ποιοτικά διαφορετικό περιεχόμενο. Γι' αυτόν ακριβώς τό λόγο οί ελευθερίες αυτές άποτελούν-ιδίως γιά λαούς μέ δημοκρατικές εθνικές παραδόσεις αγώνων γιά τίς πολιτικές ελευθερίες-ίστορικές κατακτήσεις, τις όποίες καί τό λαϊκό κίνημα δέν μπορεί νά αγνοήσει χωρίς τόν κίνδυνο νά λοξοδρομήσει ή νά παραφθαρεί.
2. Οσο γιά τήν κυρίαρχη τάξη, μ'αυτή συμβαίνει τό έξής, άπό πρώτη όψη, «παράδοξο»: όταν δέν μπορεί, έξ αιτίας του δεδομένου συσχετισμού δυνάμεων, νά απαρνηθεί ολότελα τήν ιδεολογία της καί νά καταλύσει ανοιχτά τους θεσμούς τής φιλελεύθερης δημοκρατίας, εμφανίζεται αντίθετα- κάνοντας τήν ανάγκη φιλοτιμία-ότι μεριμνά γιά τήν κατοχύρωση τους. Ακόμη περισσότερο: διεκδικεί γιά τόν εαυτό της ένα είδος «πολιτικής ορθοδοξίας». Καί στό όνομα αυτής τής είδικότερα «δημοκρατικής ορθοδοξίας», αφορίζει τους φορείς απόψεων πού τήν αντιμάχονται: τους καθιστά «άποσυνάγωγους», τείνει νά τους αποκλείσει άπό τόν πολιτικό βίο και τους εμποδίζει νά χρησιμοποιούν ισότιμα τίς θεσμοποιημένες δημοκρατικές διαδικασίες και τις ατομικές ελευθερίες. Διότι τους χαρακτηρίζει «εσωτερικούς εχθρούς». Ουσιαστικά, όμως, πρόκειται γιά τις νέες κοινωνικοπολιτικές δυνάμεις πού θά μπορούσαν, μέσα στά πλαίσια τής υφιστάμενης νομιμότητας, νά προωθηθούν στην εξουσία. Τό κατεστημένο έχει άλλωστε τήν τάση νά επικαλείται τόν κίνδυνο άπό τόν «εσωτερικό εχθρό» ακόμη και σέ περιπτώσεις πού δέν είναι υπαρκτός ή νά τόν μεγαλοποιεί όποτε τούτο εξυπηρετεί τή συσπείρωση τών συντηρητικών δυνάμεων. Μέ αυτή τή νοοτροπία ενδέχεται νά διώκονται, όχι μόνο κατασταλτικά και όχι μόνο οί παράνομες πράξεις, άλλ' ακόμη καί οί πολιτικές ιδέες οί αντίθετες προς τις κατεστημένες. Οί κρατούντες, διεκδικώντας γιά τόν εαυτό τους τήν ίκανότητα νά «όρθοτομούν τόν λόγον τής (δημοκρατικής) αληθείας», χαρακτηρίζουν τους πολιτικούς αντιπάλους τους εχθρούς τής πολιτικής ελευθερίας καί τους αντιμετωπίζουν σάν τέτοιους. Και μιμούμενοι τόν Saint-Just και τόν αδιάφθορο Ροβεσπιέρο, επαναλαμβάνουν γιά λογαριασμό τους τό απόφθεγμα: «όχι ελευθερία γιά τους εχθρούς τής ελευθερίας» -λησμονώντας ότι τούτο κυριαρχούσε μέν κατά τή γαλλική επανάσταση, άλλά στην περίοδο τής Τρομοκρατίας. Απομένει πάντως νά καθοριστεί κάθε φορά-άπό ποιόν;-ποιοι είναι πράγματι οί «εχθροί τής ελευθερίας». Έάν ό καθορισμός αυτός είναι εύκολο νά γίνεται άπό τους εκάστοτε κρατούντες, άφού αυτοί έχουν τή δυνατότητα νά επιβάλουν καταναγκαστικά τις αντιλήψεις τους μέ μορφή νομικών κανόνων—auctoritas, non veritas, facit legem— χαρακτηρίζοντας «εχθρούς τής ελευθερίας» τους δικούς τους εχθρούς, δηλαδή τους εχθρούς τής εξουσίας, δέν συμβαίνει τό ίδιο μέ τους έξουσιαζόμενους, οί όποίοι δέν έχουν τέτοια δυνατότητα, νά επιβάλουν δηλαδή και αξιοποιήσουν τή δική τους αντίστροφη αντίληψη. Σέ κάθε περίπτωση είναι όμως βέβαιο ότι οί περιορισμοί τής ελευθερίας ενδιαφέρουν «δυνάμει» όλους τους κυβερνώμενους, έστω και άν φαίνεται ότι σέ συγκεκριμένη στιγμή αφορούν καί προσβάλλουν ορισμένους μόνον άπ' αυτούς. Διότι η ελευθερία, τόσο εννοιολογικά όσο καί ίστορικά, έχει διαλεκτικό χαρακτήρα. Γι' αυτό καί είναι αδιαίρετη. Όλοι μπορούν νά απειληθούν άπό τή στιγμή πού αναιρείται γιά ορισμένους. Ακόμη περισσότερο: η ελευθερία πού αξίζει δέν είναι τόσο η ελευθερία τών συμφωνούντων, όσο η ελευθερία τών διαφωνούντων. "Οπως είχε πει η Rosa Luxemburg, ελευθερία είναι πάντα, τουλάχιστον, η ελευθερία εκείνου πού σκέφτεται διαφορετικά. «Η ελευθερία γιά μόνους τους οπαδούς τής κυβέρνησης ή για τά μέλη ενός μόνο κόμματος, οσοδήποτε πολυάριθμοι και αν είναι, δεν είναι ελευθερία... Η ελευθερία παύει νά είναι αποτελεσματική όταν γίνεται προνόμιο»
Αριστ. Μάνεσης
.
Σέ κάθε κρατικά οργανωμένη κοινωνική συμβίωση υπάρχουν, βέβαια, ορισμένα «ακραία όρια» ελευθερίας πού μπορούν νά τα επικαλεσθούν οί εκάστοτε κυβερνώντες γιά νά θεσπίσουν περιορισμούς. Διότι η κρατική εξουσία, έξ ορισμού, διεκδικεί επιτυχώς τό «μονοπώλιο τής νόμιμης φυσικής βίας» καί τήν «αποκλειστική ρύθμιση» τής χρήσης της. Συνέπεια άμεση καί αυτονόητη: όποιος αμφισβητεί αυτό τό «μονοπώλιο», δηλαδή ενεργεί πράξεις βίας και διακυβεύει έτσι τήν ικανότητα επιβολής καί τό κύρος τής κατεστημένης εξουσίας, αυτός-σέ οποιοδήποτε κράτος, σέ οποιοδήποτε τόπο καί σέ οποιαδήποτε εποχή καί αν δρα έτσι-εκτίθεται μοιραία στίς κυρώσεις τής κρατικής εξουσίας, η οποία «δικαιούται» νά ποινικοποιεί αυτού του είδους τις πράξεις, χαρακτηρίζοντας τες εγκλήματα. Και αυτά τά εγκλήματα προβλέπονται άπό τους ποινικούς κώδικες όλων τών κρατών. Διαφορετικό είναι όμως τό ζήτημα τής ποινικοποίησης, δηλαδή τής αναγωγής σέ εγκλήματα, δραστηριοτήτων μή βίαιων άλλά καθαρά πολιτικών ή ιδεολογικών («εγκλήματα γνώμης»). Η καθιέρωση οποιασδήποτε «πολιτικής ορθοδοξίας» σημαίνει ότι η κρατική εξουσία διεκδικεί έκτός άπό τό «μονοπώλιο τής βίας» καί τό «μονοπώλιο τής αλήθειας». Όταν όμως, βάσει αυτού, απαγορεύει ή παρεμποδίζει πολιτικές ιδέες καί δραστηριότητες, όταν αντιμετωπίζει σάν εγκλήματα τις διαφορές απόψεων, όταν συγχέει τήν αντιπολίτευση μέ τή συνωμοσία και ταυτίζει τή διαφωνία μέ τήν προδοσία, όταν αντικαθιστά τό διάλογο μέ τό μονόλογο, τότε δέν υπάρχει δημοκρατία-η οποία προϋποθέτει και συνεπάγεται, ανέχεται καί προστατεύει τήν πολλαπλότητα (πλουραλισμό) ώς εγγύηση του «αύτοκαθορισμού» τών κυβερνωμένων-άλλά αυταρχισμός καί καταπίεση. Άλλά και γενικότερα: σέ ένα δημοκρατικό πολίτευμα δέν είναι νοητό ο Λαός νά μήν έχει τή δυνατότητα νά ενημερώνεται γιά ορισμένες πολιτικές απόψεις, ιδέες, τάσεις ή προγράμματα, ώστε νά διαμορφώνει ελεύθερα τήν πολιτική του βούληση, κάνοντας αυτεξούσια τίς επιλογές του. Οποιαδήποτε επέμβαση τής εξουσίας τείνει νά θέσει ύπό κηδεμονία τό Λαό, επιτρέποντας του νά πληροφορείται μόνον ό,τι αυτή κρίνει ότι τον συμφέρει, καί υπαγορεύοντας  ή απαγορεύοντας,  άμεσα ή έμμεσα, τό σχηματισμό τής Α ή τής Β λαϊκής θέλησης-γιά νά «προστατεύσει» έτσι τό Λαό ή τό Έθνος άπό τή θέληση του παρά τή θέληση του-θυμίζει «γύψο». Διότι τό ουσιώδες δέν είναι «έν ονόματι» τίνος ασκείται η οποιαδήποτε εξουσία, άλλά πώς καί πάνω σέ ποιους ασκείται. Σέ μία δημοκρατία, οσοδήποτε ελλιπής, σχετική ή τυπική καί αν θεωρηθεί, ό Λαός είναι «έξ όρισμού» ό μοναδικός κριτής του τί τόν συμφέρει. Με τή νομική ιδιότητα του σαν «κυρίαρχος» υποτίθεται ότι δικαιούται νά θέλει ο,τιδήποτε. άρκεί νά τό θελήσει. Όλα τά άλλα είναι, στην καλύτερη περίπτωση, πατερναλισμός καί στή χειρότερη περίπτωση τυραννία. Καί σέ κάθε περίπτωση είναι αναίρεση του δημοκρατικού χαρακτήρα ενός δεδομένου πολιτεύματος, οσοδήποτε καί άν οί κρατούντες επιμένουν νά διατηρούν αναρτημένη αυτή τήν επιγραφή στά μπαλκόνια τής εξουσίας τους.

VI 

1. Η κρίση τής φιλελεύθερης δημοκρατίας, πού εκδηλώνεται μέ τήν τάση γιά νόθευση ή αναίρεση τών θεσμικών καί ιδεολογικών της βάσεων, ανταποκρίνεται στό σημερινό στάδιο ανάπτυξης του καπιταλιστικού συστήματος και αποτελεί έτσι γενικότερο φαινόμενο πού χαρακτηρίζει όλα τά αστικά κράτη τής εποχής μας. Η μέριμνα γιά τήν προστασία του καθεστώτος εκφράζεται στό επίπεδο του Συντάγματος μέ μιά διάχυτη δυσπιστία προς τό Λαό—παρ' όλη τή νομική ιδιότητα του ώς «κυρίαρχου»—καί ύλοποιείται σέ θεσμοθέτηση φραγμών ανασχετικών τής θέλησης του. Έάν τά συμπτώματα αυτά εμφανίζονται στίς αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, είναι φυσικό νά προσλαμβάνουν ιδιαίτερα έντονες αποχρώσεις στην Ελλάδα, όπου η οίκονομική ανάπτυξη καί εκβιομηχάνιση, πού άρχισε πρίν άπό είκοσι περίπου χρόνια, παρουσιάζει ιδιομορφίες, οι όποίες οφείλονται βέβαια και στίς προϋπάρχουσες διαρθρωτικές αδυναμίες τής ελληνικής κοινωνίας, άλλά και στό γεγονός ότι συντελείται κάτω άπό συνθήκες ξένης οικονομικής καί πολιτικής εξάρτησης. Μέ αυτά τά δεδομένα ό παρεμβατικός ρόλος του κράτους αποβαίνει ιδιαίτερα σημαντικός. Η λήψη όμως γρήγορων αποφάσεων, καί μάλιστα πάνω σέ τεχνικής υφής είδικά ζητήματα, είναι προσόν τής εκτελεστικής ιδίως εξουσίας, η οποία διαθέτει καί τους κατάλληλους μηχανισμούς. Έτσι η τάση γιά τήν ενίσχυση της είναι καί στή χώρα μας ιδιαίτερα έκδηλη. 'Αλλά καί γενικότερα μία ισχυρή καί συγκεντρωτική εξουσία, πού είχε επιδιωχθεί ήδη τό 1963 μέ τήν πρόταση για αναθεώρηση του Συντάγματος, πού είχε τότε ύποβάλει στή Βουλή τό κόμμα τής Ε.Ρ.Ε., υπήρξε καίρια επιδίωξη καί τής κυβερνητικής πλειοψηφίας του 1975. Σημειώνω χαρακτηριστικά ότι ό γενικός εισηγητής τής κυβερνητικής πλειοψηφίας, στην είσήγησή του για τις γενικές αρχές καί κατευθύνσεις του Συντάγματος προς τήν άποκληθείσα «Ε' Αναθεωρητική Βουλή», τονίζει τήν ανάγκη «δημιουργίας ενός ι σ χ υ ρ ο ύ, άρτίως ώργανωμένου καί άποδοτικώς λειτουργούντος κράτους»: «Η εποχή μας είναι αυτόχρημα κοσμογονική. Τά προβλήματα τής κοινωνικής συμβιώσεως καθίστανται πολυπλοκώτερα καί οξύτερα. Τά διεθνή προβλήματα έχουν άμεσον αντίκτυπον έπί τής εσωτερικής οίκονομίας μιας χώρας, ανεξαρτήτως αποστάσεως, καί η τεχνική συνεργασία καθιστά τήν κρατικήν παρέμβασιν άναπόφευκτον. Μόνον τό κράτος δύναται νά προγραμματίση καί νά διαπραγματευθή ισχυρώς τήν έκμετάλλευσιν νέων πηγών ενεργείας, τήν οίκονομικήν συνεργασίαν μέ άλλας χώρας, τήν έκτέλεσιν έργων διακρατικού ενδιαφέροντος... Ό ρόλος του γίνεται κεφαλαιώδης καί πρωταρχικός, ύπό τήν έννοιαν ότι τό κράτος προγραμματίζει καί θέτει τάς βάσεις διά τήν διάπλασιν τής οίκονομίας τής αύριον... Ό ρόλος ούτος του κράτους δέν συμβαδίζει ούτε συμβιβάζεται μέ ασθενή κρατικήν έξουσίαν».
2. Μία γρήγορη ματιά σέ ορισμένες διατάξεις του νέου Συντάγματος, σχετικές μέ τή διάρθρωση τής κρατικής εξουσίας, άρκεί γιά νά διαπιστώσουμε όλα τά σύγχρονα συμπτώματα τής κρίσης τών θεσμών τής φιλελεύθερης δημοκρατίας.
α. Σύμπτωμα ενδεικτικό τής δυσπιστίας προς τον Λαό, ως εκλογικό σώμα ειδικότερα, είναι ότι η κυβερνητική πλειοψηφία δέν δέχτηκε τίς προτάσεις ειδικών επιστημόνων, καθώς καί τών κομμάτων τής αντιπολίτευσης, ούτε γιά τή συνταγματική καθιέρωση του 18ου έτους ώς έκλογικής ηλικίας ούτε (στό άρθρο 51 παρ. 3 Συντ.) γιά τή θέσπιση τής αναλογικής ώς παγίου έκλογικού συστήματος ή έστω γιά τήν πρόβλεψη ότι τό εκάστοτε θεσπιζόμενο εκλογικό σύστημα δεν θά Ισχύει γιά τις αμέσως επόμενες εκλογές (βλ. άρθρο 54 Συντ.).
Ενα άλλο συναφές χαρακτηριστικό σύμπτωμα είναι η διάταξη του άρθρου 51 παρ. 2: «Οί βουλευται αντιπροσωπεύουν τό Εθνος», ένώ όλα τά προηγούμενα ελληνικά Συντάγματα πρόσθεταν «και ουχί μόνον τήν έκλογικήν περιφέρειαν ύπό τής οποίας εκλέγονται». Η απάλειψη αυτού του δεύτερου σκέλους τής πρότασης είχε γίνει μόνο στά δύο δικτατορικά «συνταγματικά» κείμενα του 1968 και του 1973, τά όποια και μιμήθηκε τό Σύνταγμα του 1975. Ναι μέν και μέ τήν παλιά διατύπωση αποκλειόταν η «επιτακτική εντολή», άλλά πάντως, επειδή τό λογικά πρότερο ήταν η εκπροσώπηση τής εκλογικής περιφέρειας—όχι όμως μόνον αυτής, άλλα και του Εθνους-έξυπακουόταν η ύπαρξη μιας ουσιαστικής σχέσης ανάμεσα σέ εκλογείς και εκλεγόμενους καί μιας σχετικής εξάρτησης τών δεύτερων άπό τή θέληση τών πρώτων, πράγμα πού είναι σύμφωνο μέ τήν αρχή τής λαϊκής κυριαρχίας. Αντίθετα, στό νέο Σύνταγμα, παρ' όλο πού αναγνωρίζει ρητά ότι «θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία» (άρθρο 1 παρ. 2), ό ρόλος του «κυρίαρχου Λαού» φαίνεται νά εξαντλείται, κατά τις εκλογές, στην απλή ανάδειξη τών βουλευτών: οί βουλευτές εμφανίζονται ώς άντιπροσωπεύοντες μόνο τό "Εθνος, σάν αφηρημένη οντότητα, και ώς ελεύθεροι νά θέλουν ο,τιδήποτε «γ ι ά τό "Εθνος» (=ά ν τ ι του Εθνους) χωρίς νά λαβαίνουν υπόψη τή θέληση τών εκλογέων τους. Ακόμη περισσότερο: μέ νέα είδική διάταξη τό Σύνταγμα (άρθρο 60 παρ. 1) τονίζει αυτή τήν ανεξαρτησία τών «πατέρων του Εθνους», ορίζοντας ότι: «Οί βουλευται έχουν άπεριόριστον δικαίωμα τής κατά συνείδησιν γνώμης και ψήφου». Πρόκειται γιά έμμεση, έστω φραστική απλώς, οπισθοδρόμηση του αντιπροσωπευτικού συστήματος προς τήν αρχή τής «εθνικής κυριαρχίας», τής οποίας η νομικο-πολιτική σημασία είναι διαφορετική άπό εκείνη τής λαϊκής κυριαρχίας.
Πάντως είναι ευτύχημα ότι, χάρη στην επιμονή τών κομμάτων τής αντιπολίτευσης, η Κυβέρνηση δέχτηκε τελικά νά απαλείψει τή διάταξη του κυβερνητικού Σχεδίου Συντάγματος (άρθρο 12 παρ. 3) πού, υιοθετώντας τις άντιλήψεις περί «εσωτερικού έχθρού» και αποβλέποντας στην κηδεμόνευση του λαϊκού φρονήματος, προέβλεπε τήν έκτός νόμου θέση πολιτικών κομμάτων, ορίζοντας μάλιστα, στην αρχική της διατύπωση (παρ. 4), και ότι «οί βουλευταί κόμματος, τεθέντος έκτος νόμου, κηρύσσονται έκπτωτοι του αξιώματος των, αί κατεχόμενοι δέ παρ' αυτών έδραι έν τη Βουλή παραμένουν κεναί μέχρι λήξεως τής βουλευτικής περιόδου»! Επρόκειτο γιά επανάληψη, σχεδόν κατά λέξη, τών διατάξεων του άρθρου 58 παρ. 5 και 6 τών χουντικών "Συνταγμάτων" του 1968 και 1973...
β. Δυσπιστία προδίδει τό νέο Σύνταγμα όχι μόνο προς τό Λαό, άλλά και προς τή Βουλή, υποβαθμίζοντας τό ρόλο της μέσα στό πολίτευμα και αποστερώντας την άπό αρμοδιότητες πού άπό μακρυά παράδοση τής άνηκαν. Ετσι, ένώ στή φιλελεύθερη δημοκρατία η άσκηση τής νομοθετικής λειτουργίας αποτελεί κατ' εξοχήν αρμοδιότητα τής Βουλής, αντίθετα, τό νέο Σύνταγμα αναθέτει τήν άσκηση της κατά μεγάλο μέρος στην εκτελεστική εξουσία καί μάλιστα στον αρχηγό της, τόν Πρόεδρο τής Δημοκρατίας. 'Αλλά καί η άσκηση τής νομοθετικής λειτουργίας άπό τή Βουλή ρυθμίζεται κατά τρόπους πολύ περιοριστικούς. Κατά τό άρθρο 76 παρ. 4 του Συντάγματος, νομοσχέδιο-ή πρόταση νόμου-πού χαρακτηρίζεται άπό τήν Κυβέρνηση ώς κατεπείγον, εισάγεται προς ψήφιση ύστερα άπό περιορισμένη συζήτηση, στην οποία μετέχουν, έκτός άπό τους οικείους είσηγητές, ό πρωθυπουργός ή ό αρμόδιος υπουργός, οί αρχηγοί τών κομμάτων καί άπό ένας εκπρόσωπος τους. Μέ τό νέο Κανονισμό τής Βουλής (άρθρο 81) ορίστηκε ημίωρη, τό πολύ, διάρκεια ομιλίας τών υπουργών καί τών αρχηγών κομμάτων, δεκαπεντάλεπτη τών είδικών άγορη-τών καί συνολικός χρόνος συζήτησης δχι μεγαλύτερος άπό έξη ώρες.
Έκτός όμως άπό τήν άσκηση τής νομοθετικής λειτουργίας, η Βουλή έχει καί μία άλλη βασική παραδοσιακή αρμοδιότητα: άσκεί έλεγχο πάνω στην Κυβέρνηση μέ τά τρία κλασικά μέσα κοινοβουλευτικού έλεγχου: τις ερωτήσεις, τις επερωτήσεις καί τή σύσταση εξεταστικών επιτροπών. Κατά τόν Κανονισμό τής Βουλής, η διάρκεια ομιλίας τών ερωτώντων καί επερωτώντων βουλευτών δεν υπερβαίνει σήμερα τά δέκα λεπτά τής ώρας (άρθρο 94 παρ. 5 καί 97 παρ. 2 Κ.Β.). Όσο γιά τή συγκρότηση εξεταστικών επιτροπών, τό άρθρο 68 Συντ. παρ. 2 απαιτεί πρόταση του ενός πέμπτου καί πλειοψηφία τών δύο πέμπτων του όλου άριθμού τών βουλευτών. Όταν όμως πρόκειται γιά «ζητήματα αναγόμενα εις τήν έξωτερικήν πολιτικήν καί τήν έθνικήν άμυναν, απαιτείται άπόφασις τής Βουλής λαμβανομένη διά τής απολύτου πλειοψηφίας του όλου άριθμού τών βουλευτών» (άρθρο 68 παρ. 2 έδ. β). Τούτο σημαίνει ότι η εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία πρέπει νά ευδοκήσει καί συγκατατεθεί νά υποστεί τόν έλεγχο. Έτσι, παρά τή βελτιωμένη διατύπωση τών σχετικών συνταγματικών διατάξεων πού οφείλεται στην επιμονή τής Αντιπολίτευσης, η εξωτερική πολιτική και η εθνική άμυνα παραμένουν σχετικά «στεγανοποιημένα», όπως τό θέλησε τό Κυβερνητικό Σχέδιο Συντάγματος, πού απαγόρευε απολύτως τή σύσταση εξεταστικών επιτροπών γιά τά θέματα αυτά, επαναλαμβάνοντας αυτολεξεί τή διάταξη του άρθρου 77 παρ. 3 τών δύο δικτατορικών «Συνταγμάτων» του 1968 και του 1973! Αλλά καί σέ ό,τι άφορα τήν έκφραση τής εμπιστοσύνης ή μή τής Βουλής προς τήν Κυβέρνηση, είναι χαρακτηριστική μία διάκριση πού γίνεται σέ βάρος τής Βουλής καί είδικότερα σέ βάρος τής εκάστοτε Αντιπολίτευσης: κατά τό άρθρο 84 παρ. 6 του Συντάγματος, όταν η Βουλή υποβάλλει πρόταση δυσπιστίας, απαιτείται απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού τών βουλευτών γιά νά γίνει δεκτή. Εύλογο καί θεμιτό. Όταν θέτει όμως η Κυβέρνηση ζήτημα εμπιστοσύνης, αρκεί η πλειοψηφία τών παρόντων βουλευτών-όχι πάντως κατώτερη τών δύο πέμπτων του όλου αριθμού τους-γιά νά τήν επιτύχει.
Άλλη μία νέα καί επίσης χαρακτηριστική συνταγματική ρύθμιση είναι η σχετική μέ τή νομική θέση καί τήν προστασία τής ελευθερίας του λόγου τών βουλευτών. Τά προηγούμενα ελληνικά Συντάγματα όριζαν ότι: «Βουλευτής δέν καταδιώκεται ούδ' οπωσδήποτε εξετάζεται ένεκα γνώμης ή ψήφου δοθείσης παρ' αυτού κατά τήν ένέργειαν τών βουλευτικών του καθηκόντων» (αρθρ. 62 Συντ. 1864/1911/1952). Τό άρθρο 61 παρ. 1 του νέου Συντάγματος επαναλαμβάνει αυτή τή ρύθμιση, άλλά προσθέτει (παρ. 2): «Ό βουλευτής διώκεται μόνον διά συκοφαντικήν δυσφήμισιν κατά νόμον, μετ' αδειαν τής Βουλής». Τό Κυβερνητικό Σχέδιο Συντάγματος περιείχε καί τρίτη παράγραφο πού στην αρχική της διατύπωση ήταν αντιγραφή κατά λέξη τής παρ. 3 του άρθρου 67 τών δύο χουντικών «Συνταγμάτων» η οποία απαλείφθηκε μέ τήν επιμονή τής Αντιπολίτευσης.
Η συρρίκνωση τών αρμοδιοτήτων τής λαϊκής αντιπροσωπείας καί η παράλληλη ενίσχυση τής λεγόμενης εκτελεστικής-δηλαδή τής κυβερνητικής καί τής διοικητικής-εξουσίας μαρτυρεί γιά τήν αδυναμία τής κυρίαρχης τάξης ή τής ηγεμονικής μερίδας του «συνασπισμού εξουσίας» νά οργανώνει τήν ηγεμονία της μέσα άπό τή Βουλή, δηλαδή μέ δημοκρατικές διαδικασίες. Σύμφωνα μέ τις ρυθμίσεις του νέου Συντάγματος, η Βουλή ουσιαστικά δέν είναι κέντρο λήψης άποφάσεων-ούτε κάν επεξεργασίας καί διαμόρφωσης τους, παρά μόνον ίσως σέ δευτερεύουσες λεπτομέρειες-άλλ' απλώς χώρος δημοσίου έλεγχου καί διαμαρτυρίας. 'Αλλά καί στην πράξη, όπως λειτούργησε μέχρι τώρα, η Βουλή ουσιαστικά δέν αποφασίζει· απλώς επικυρώνει καί καταγράφει τίς αποφάσεις τής Κυβέρνησης πού αποτελεί τήν κομματική ηγεσία τής πλειοψηφίας της.
3. Σέ αντίθεση μέ τή δυσπιστία απέναντι στό Λαό καί στή Βουλή, ό συντακτικός νομοθέτης ύπερεμπιστεύεται τήν «εκτελεστική εξουσία». Η εξήγηση δέν είναι δύσκολη: η εκτελεστική εξουσία έχει στή διάθεση της τόν κρατικό μηχανισμό καταναγκασμού. Ετσι μπορεί όχι μόνο νά παίρνει αποφάσεις γρήγορα, άλλά καί νά εξασφαλίζει τήν εκτέλεση τους, παραμερίζοντας «ενοχλητικές» συζητήσεις καί αντιδράσεις. Η ενίσχυση τής εκτελεστικής εξουσίας καί γενικότερα τό ισχυρό κράτος, πού είναι καθολικό φαινόμενο τής εποχής μας, δέν εγγυάται μόνο τήν οίκονομική ανάπτυξη, διευκολύνοντας τόν παρεμβατικό καί ελεγκτικό ρόλο του κράτους στην οίκονομία, για τήν εξασφάλιση τής ισορροπίας της. Η εκτελεστική εξουσία υπόκειται ευχερέστερα στίς πιέσεις τού μονοπωλιακού κεφαλαίου και τών πολυεθνικών εταιριών, καθώς καί τών ξένων κρατών, για τήν εκχώρηση προνομίων και διευκολύνσεων, ένώ έξ άλλου εξυπηρετεί αποτελεσματικότερα τά συμφέροντα τής κυρίαρχης τάξης καί κατοχυρώνει πληρέστερα τήν πολιτική ηγεμονία της.
Η ενίσχυση πάντως τής εκτελεστικής εξουσίας δέν γίνεται μόνον ύπό τή δυαδική συγκρότηση της (Πρόεδρος τής Δημοκρατίας καί Κυβέρνηση, άρθρο 26 παρ. 2 Συντ.), άλλά καί στό πρόσωπο του Προέδρου τής Δημοκρατίας, ό οποίος μολονότι δέν εκλέγεται κάν άπό τό Λαό άμεσα, μέ καθολική ψηφοφορία, άλλ' έμμεσα άπό τή Βουλή (άρθρο 32 Συντ.), περιβάλλεται μέ δυσανάλογες γιά ένα κοινοβουλευτικό πολίτευμα εξουσίες.
Ό Πρόεδρος τής Δημοκρατίας έχει εκτεταμένες αρμοδιότητες, νομοθετικές καί κυβερνητικές. Οί νομοθετικές είναι έν πρώτοις τακτικές: κυρώνει τά νομοσχέδια πού ψηφίζονται άπό τή Βουλή καί έχει τό δικαίωμα αναπομπής, απαιτείται δέ απόλυτη πλειοψηφία (κατά τό κυβερνητικό Σχέδιο Συντάγματος χρειαζόταν πλειοψηφία δύο πέμπτων) γιά νά μπορέσει ή Βουλή νά ξεπεράσει τό εμπόδιο του Προέδρου (άρθρο 42 Συντ.)- επίσης εκδίδει «τά αναγκαία διατάγματα προς έκτέλεσιν τών νόμων» (αρθρ. 43 παρ. 1). Άλλ' έχει και έκτακτες νομοθετικές αρμοδιότητες: εκδίδει κανονιστικά διατάγματα είτε βάσει είδικής (δάρθρ. 43 παρ. 2) είτε βάσει ευρείας (άρθρ. 43 παρ. 4) νομοθετικής εξουσιοδότησης. Μπορεί επίσης νά εκδίδει διατάγματα οργανωτικά δημοσίων υπηρεσιών (άρθρ. 43 παρ. 3). Διαθέτει όμως καί εξαιρετικές νομοθετικές αρμοδιότητες: εκδίδει, σέ περιπτώσεις «εξαιρετικώς επειγούσης καί απροβλέπτου ανάγκης», «πράξεις» νομοθετικού περιεχομένου πού πρέπει μέν νά υποβληθούν στή Βουλή προς κύρωση μέσα σέ αρκετά μακρές προθεσμίες, άλλά στο μεταξύ ισχύουν (άρθρο 44 παρ. 1)· μπορεί επίσης νά λαμβάνει «νομοθετικής φύσεως μέτρα» όταν κηρύσσει τή χώρα σέ κατάσταση πολιορκίας (άρθρο 48 παρ. 2). Είναι φανερό ότι μέ όλους αυτούς τους τρόπους άσκησης νομοθετικής εξουσίας άπό τόν Πρόεδρο τής Δημοκρατίας, έστω μέ τή σύμπραξη του αρμόδιου Ύπουργοϋ ή του Πρωθυπουργού ή καί ολόκληρου του Υπουργικού Συμβουλίου, αναιρούνται δύο θεμελιώδεις αρχές τής φιλελεύθερης δημοκρατίας: η αρχή τής δημοσιότητας καί η αρχή τής διάκρισης τών εξουσιών. Η σύγχυση εξουσιών, πού επέρχεται μέ τή συγκέντρωση τής νομοθετικής καί τής εκτελεστικής εξουσίας στά όργανα τής τελευταίας, οδηγεί έξ άλλου καί στην ουσιαστική αναίρεση τής αρχής τής νομιμότητας, η οποία προϋποθέτει τήν οργανική διάκριση μεταξύ νομοθετικής καί εκτελεστικής εξουσίας και τήν υπεροχή τής πρώτης πάνω στή δεύτερη, δηλαδή τή διάκριση ανάμεσα στο νόμο καί στό διάταγμα: τήν υπαγωγή του διατάγματος στό νόμο καί όχι τήν εξίσωση τους.
Αν στις νομοθετικές προστεθούν καί οί διογκωμένες «ρυθμιστικές», ουσιαστικά δέ κυβερνητικές αρμοδιότητες τού Προέδρου τής Δημοκρατίας—η σύγκληση, η αναστολή τών εργασιών καί ιδίως η διάλυση τής Βουλής (άρθρα 40 καί 41 Συντ.), η προκήρυξη δημοψηφίσματος (άρθρο 44 παρ. 2), ό διορισμός τού Πρωθυπουργού (άρθρο 37, Ιδίως παρ. 4), ιδιαίτερα δέ η παύση τής Κυβέρνησης (άρθρο 38 παρ. 2), έστω καί άν έχει τή δεδηλωμένη εμπιστοσύνη τής Βουλής, καί η κήρυξη τής χώρας σέ «κατάσταση πολιορκίας» (άρθρο 48)—είναι αναμφισβήτητη η νομικοπολιτική υπεροχή τού αρχηγού τής εκτελεστικής εξουσίας, τήν οποία καθιερώνει τό Σύνταγμα. Άλλά η υπεροχή αυτή μπορεί στην πράξη νά αποβεί καταθλιπτική, δεδομένου ότι συντρέχουν καί δύο άλλα πρόσφορα προς τοϋτο στοιχεία: γιά πολλές άπό τις πράξεις του Προέδρου τής Δημοκρατίας δ έ ν απαιτείται υπουργική προσυπογραφή (άρθρο 35 παρ. 2)-καί τούτο αποτελεί μία σημαντική καινοτομία τού νέου Συντάγματος-ένώ, παράλληλα, αυτός «δέν ευθύνεται οπωσδήποτε δια πράξεις ένεργηθείσας κατά τήν ένάσκησιν τών καθηκόντων του, ει μή μόνον δι' έσχάτην προδοσίαν ή έ κ προθέσεως παράβασιν του Συντάγματος» (άρθρο 49 παρ. 1).
Η επιδίωξη του συντακτικού νομοθέτη του 1975 νά ενισχυθεί η εκτελεστική εξουσία στό επίπεδο ιδίως του Προέδρου τής Δημοκρατίας προδίδει τή μέριμνα για συγκέντρωση τής κρατικής εξουσίας, ώστε τό σύνολο του κυβερνητικού μηχανισμού νά κατευθύνεται κατά τρόπο ενιαίο. Αυτό όμως προϋποθέτει τήν πολιτική ενότητα τών δύο φορέων τής εκτελεστικής εξουσίας (Προέδρου τής Δημοκρατίας και Κυβέρνησης). Έφ' όσον η ενότητα αυτή υπάρχει, όπως συμβαίνει ώς τώρα, η συγκέντρωση επιτυγχάνεται. Και τούτο είναι τό ουσιώδες. Έτσι εξηγείται και τό φαινόμενο ότι μέχρι σήμερα η συγκέντρωση τής εξουσίας, άντί νά γίνεται στό πρόσωπο του Προέδρου τής Δημοκρατίας, πραγματοποιείται στό πρόσωπο του Πρωθυπουργού και αρχηγού τής κυβερνητικής πλειοψηφίας.
4. Σύμπτωμα κρίσης τής φιλελεύθερης δημοκρατίας είναι επίσης ό πολλαπλασιασμός τών αμυντικών «γενικών ρητρών» στό Σύνταγμα, μέ τίς οποίες περιορίζεται η άσκηση τών κατ' αρχήν κατοχυρωμένων ατομικών και ομαδικών ελευθεριών: «δημόσια ασφάλεια» (άρθρο 11 παρ. 2 γιά τις υπαίθριες συναθροίσεις), «δημόσια τάξη» (άρθρο 3 παρ. 2 έδ. β' για τή θρησκευτική λατρεία), «βίαιη ανατροπή του πολιτεύματος» (άρθρο 14 παρ. 3 έδ. γ' γιά τήν ελευθερία του τύπου), «εθνική ασφάλεια» (άρθρο 19 έδ. β' γιά τό απόρρητο τών επιστολών και τών έν γένει ανταποκρίσεων), «κοινή ωφέλεια και βασικές ανάγκες του κοινωνικού συνόλου» (άρθρο 23 παρ. 2 έδ. β' γιά τήν απεργία), «καταχρηστική άσκηση δικαιώματος» (άρθρο 25 παρ. 3), «ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος» (άρθρο 29 παρ. 1 γιά τά πολιτικά κόμματα), «εξωτερικοί κίνδυνοι», «εσωτερικοί κίνδυνοι», «δημόσια τάξη», «ασφάλεια του κράτους» (άρθρο 48 παρ. 1 γιά τήν αναστολή τών ατομικών δικαιωμάτων καί τήν «κατάσταση πολιορκίας»). Συναφής είναι, επίσης, η σέ «εξαιρετικές περιπτώσεις ανάγκης» επιτρεπόμενη λήψη «ατομικών διοικητικών μέτρων περιοριστικών τής ελευθερίας κινήσεως ή εγκαταστάσεως έν τή χώρα, ώς καί τής ελευθέρας εξόδου καί εισόδου εις αυτήν παντός Έλληνος» (άρθρο 5 παρ. 4).
Μέ τις διατάξεις αυτές ολοκληρώνεται η ενσωμάτωση τής κρίσης τών θεσμών στις ρυθμίσεις του Συντάγματος. Ακόμη περισσότερο: ή κρίση γίνεται συστατικό καί συνεκτικό στοιχείο του. Οί ρυθμίσεις ιδίως του άρθρου 48 παρέχουν στους κυβερνώντες τή δυνατότητα όχι μόνο νά άντιμετωπίσουν μία όξυνση τής κρίσης, άλλα και ενδεχομένως νά τήν προκαλέσουν, σέ στιγμή πού θα τους συνέφερε, ή πάντως νά έπωφεληθούν αυτής στό βαθμό πού η συγκεκριμένη συγκυρία θά τό επέτρεπε.
Διάχυτη είναι στό νέο Σύνταγμα η τάση γιά ένταση τής κρατικής επιβολής. Ιδιαίτερα έκδηλη προβάλλει η προσπάθεια γιά τήν περιστολή καί τόν έλεγχο τής άσκησης τών ατομικών δικαιωμάτων.
Παρά τά συμπτώματα κρίσης καί τις συναφείς φαλκιδεύσεις, πού είναι άλλωστε γενικότερα φαινόμενα στό διεθνή χώρο, ό άστικοδημοκρατικός εκσυγχρονισμός τών συνταγματικών θεσμών στην Ελλάδα είναι πιά γεγονός: μετά τή δικτατορία, τό πολίτευμα τής φιλελεύθερης δημοκρατίας λειτουργεί κατά τρόπο πιό σωστό καί πιό ολοκληρωμένο και πιο αυθεντικό παρά οποτεδήποτε άλλοτε· τό δέ νέο Σύνταγμα, παρά τά οποιαδήποτε συντηρητικά ή αυταρχικά στοιχεία του, εμφανίζει στό σύνολο του αρκετά περιθώρια ομαλής λειτουργίας. Αυτό σημαίνει ότι ο συσχετισμός τών κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων είναι, μεταδικτατορικά, ευνοϊκός γιά τή διεύρυνση καί τήν προώθηση τής δημοκρατίας. Τό τελευταίο τούτο είναι όμως καί στοιχείο πού, διαλεκτικά, μπορεί νά επιτείνει «δυνάμει» τήν κρίση της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...