Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2014

Δικαστές που τιμούν το λειτούργημα τους.

Κώστας Μπέης
Κώστας Μπέης, Η Ελλάδα που αγάπησα, η Ελλάδα της χρεοκοπίας [Α.Α. ΛΙΒΑΝΗ, 2011, σελίδες 219-229].

Αμέσως μετά την ίδρυση του ελληνικού βασιλείου, ένα από τα μέλη της αντιβασιλείας του ανήλικου τότε Όθωνα υπήρξε ο Λουδοβίκος-Γεώργιος φον Μάουρερ, καθηγητής του Δικαίου στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Με το ζήλο και την άρτια δικαιική συγκρότηση εκείνου, η Ελλάδα ευλογήθηκε στο χώρο της νομοθεσίας, με προοδευτικούς κώδικες, ιδίως της Πολιτικής Δικονομίας και του οργανισμού των δικαστηρίων - νομοθετήματα που ήταν στην αξιακή κορυφή των ευρωπαϊκών κωδίκων εκείνης της εποχής. Σ' αυτούς τους κώδικες οφείλεται η ευλογία της αποφυγής ενός απεχθούς θεσμού, γνωστού στον αγγλοαμερικανικό δικαιικό χώρο, ως του θεσμού του «αρχιδικαστή»!



Παρά ταύτα, οι ελληνικές κυβερνήσεις πάντα επιδίωκαν να έχουν δίαυλο πειθαναγκασμού της νομολογίας των ελληνικών δικαστηρίων, κατά τρόπο που να τους σερβίρουν τις αποφάσεις που εκάστοτε ήθελαν και εξακολουθούν να θέλουν να έχουν. Και ακριβώς κάτω από τις πιέσεις αυτής της ροπής, σταδιακά και εξωθεσμικά επιδιώχθηκε να διαμορφωθεί ένα υποκατάστατο του ελλείποντα θεσμού του αρχιδικαστή, την αποστολή του οποίου φαίνεται να κλήθηκε να αναπληρώνει ο εκάστοτε πρόεδρος του Αρείου Πάγου, αργότερα δε, όταν ιδρύθηκε και ανώτατο διοικητικό δικαστήριο, και ο πρόεδρος του Συμβουλίου Επικρατείας. Φυσικά με λαμπρές, αν και σπάνιες, εξαιρέσεις διαπρεπών ανώτατων δικαστικών λειτουργών. Ο νομικός κόσμος της χώρας, άλλοτε σύσσωμος και άλλοτε με μεμονωμένες αλλά δυναμικές κινητοποιήσεις, συχνά προσπάθησε να εναντιωθεί στην εξωθεσμική φιγούρα του «προέδρου», με την οποία οι κυβερνήσεις επιδίωκαν να υποκαταστήσουν τον αρχιδικαστή, που τόσο πολύ χρειάζονταν, αν και κατά κανόνα δεν είχαν δυσκολία να τον έχουν πρόθυμο.
Θυμάμαι, προ ετών, την αυθόρμητη εναντίωση του δικηγορικού και του δημοσιογραφικού κόσμου της χώρας μας στην τότε απρόσφορη απόπειρα του προέδρου του Αρείου Πάγου της εποχής εκείνης να απαγορεύσει κάθε πρόσβαση στα αρχεία των δικαστικών αποφάσεων, με εξαίρεση τις περιπτώσεις συνδρομής ειδικού έννομου συμφέροντος, κυρίως αν οι αιτούντες δικηγόροι είχαν παραστεί στη σχετική δίκη.
Ως πρόφαση, γι' αυτή την αναπάντεχη απαγόρευση, είχε τότε προβληθεί η ανάγκη προστασίας των απόρρητων προσωπικών δεμένων των διαδίκων!
Η πρόφαση ήταν ελκυστική. Όμως ήταν ολοφάνερος ο χαρακτήρας της ως απλής πρόφασης. Και ακριβώς γι' αυτόν το λόγο δεν μπόρεσε τελικώς να περάσει, κάτω από τις αντιδράσεις και την πίεση της κατακραυγής, που είχε ως αποτέλεσμα την ανάκληση της αυταρχικής οδηγίας του παρ' ολίγον Έλληνα αρχιδικαστή.
Η σταθερή αντίδραση που είχε τότε ξεσηκωθεί επεκαλείτο ευλόγως το άρθρο 93 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι οι συνεδριάσεις των δικαστηρίων είναι ανοιχτές, όταν δε ειδικοί λόγοι επιβάλλουν την κατ' εξαίρεση κεκλεισμένων των θυρών συνεδρίαση, τότε, δίχως καμιά εξαίρεση, οι αποφάσεις εκδίδονται σε δημόσια συνεδρίαση. Και ναι μεν οι δικαστές δεν έχουν χρόνο να σπαταλούν διαβάζοντας κείμενα στο ακροατήριο, όμως η τήρηση της συνταγματικής νομιμότητας τηρείται ικανοποιητικώς, ενόσω καθένας έχει πρόσβαση στο αρχείο του δικαστηρίου, όπου φυλάσσονται αυτά τα κείμενα.
Οπωσδήποτε εκείνο το επεισόδιο εμπέδωσε τη διάχυτη στο νομικό κόσμο αντίληψη ότι τα δύο κόμματα εξουσίας, τόσο με τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, όσο και με τις εκάστοτε κομματικές επιλογές των, που δίχως εύλογη αιτία ανατρέπουν την επετηρίδα κατά την ανάδειξη νέων προέδρων των αναιρετικών δικαστηρίων, διαπλάσσουν συν τω χρόνω έναν άγνωστο στην ελληνική, και γενικώς στην ευρωπαϊκή, δικαιική τάξη θεσμό, κατά το πρότυπο ίσως του αμερικανικού αρχιδικαστή, και σε πολύ πιο επικίνδυνο βαθμό από τον μακάρια τη λήξει θεσμό τού άλλοτε προϊσταμένου του Πρωτοδικείου Αθηνών. Και τούτο, κατά παράβαση του κανόνα ότι τα δικαστήρια λειτουργούν συλλογικώς, μ' εξαίρεση τις περιπτώσεις μικρής εμβέλειας διαφορών, αλλά και πάλι με την εγγύηση ότι οι αποφάσεις που εκδίδει ο ειρηνοδίκης ή ο πρωτοδίκης υπόκεινται σε έλεγχο νομιμότητας και ορθότητας ενώπιον πολυμελών δικαστηρίων, που οπωσδήποτε λειτουργούν συλλογικώς και με ισοτιμία όλων των ψήφων.
Δεν ήταν πάντα έτσι ο χώρος του δικαστικού σώματος. Οι δικοί μου δάσκαλοι ανέφεραν συχνά τη μακρά και αδιάβλητη παράδοση της κατ' αρχαιότητα προαγωγής σε θέσεις προέδρου και αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου. Μια παράδοση μέσα από την οποία είχε διαπλαστεί η εμπιστοσύνη του δικηγορικού κόσμου πως η Δικαιοσύνη είναι και παραμένει θωρακισμένη από υπόγειες κομματικές επιρροές. Έτσι είχε διαπλαστεί ένα κοινώς σεβαστό ήθος των ανώτατων δικαστών, με κορυφαίο το υπόδετγμα του Α. Ζηλήμονα, επί μακρά σειρά ετών προέδρου του Αρείου Πάγου, στο μεσοδιάστημα των δυο παγκόσμιων πολέμων. Από αξιόπιστες διηγήσεις δικών μου δασκάλων, γνωρίζω ότι, κάποτε, ο γραμματέας του τότε πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου είχε τηλεφωνήσει στο γραμματέα του Ζηλήμονα, ότι την επομένη και σε οριζόμενη ώρα τον ανέμενε στο πρωθυπουργικό γραφείο για συνεργασία. Όταν ο Ζηλήμων ενημερώθηκε, διέταξε το γραμματέα του να τηλεφωνήσει στο πρωθυπουργικό γραφείο ότι ο πρόεδρος του Αρείου Πάγου ουδέποτε προσέρχεται σε υπηρεσιακές επισκέψεις ή συσκέψεις, ενώ το γραφείο του σταθερά είναι ανοιχτό και αδιακρίτως για κάθε ενδιαφερόμενο!
Το κακό άρχισε, καθώς έχω ήδη και πιο πάνω αναφέρει, όταν, τον Δεκέμβριο του 1953, ο τότε υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ είχε απειλήσει παραίτηση, στην περίπτωση που η πανίσχυρη κυβέρνηση του Ελληνικού Συναγερμού του στρατάρχη Παπάγου θα τηρούσε την ιεραρχική τάξη και θα προχωρούσε στην προαγωγή σε θέση προέδρου του Αρείου Πάγου του πρώτου στην επετηρίδα και κατά κοινή ομολογία άμεμπτου αντιπροέδρου Χρ. Καλλέλη, του οποίου το «αμάρτημα» συνίστατο στην ατυχία του να έχει κληρωθεί σε πρόεδρο του Ειδικού Δικαστηρίου Δοσιλόγων, που είχε καταδικάσει σε ισόβια κάθειρξη τον Ι. Ράλλη, πατέρα του ευαίσθητου υφυπουργού και τρίτο πρωθυπουργό των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής. Έκτοτε, ενός κακού δοθέντος, μύρια έπονται. Ιδίως στην ανώμαλη περίοδο της εσωτερικής κατοχής της χούντας.
Η τάξη αποκαταστάθηκε μαζί με τους δημοκρατικούς θεσμούς το 1974. Και είναι κοινή η παραδοχή ότι η κυβέρνηση εθνικής ενότητας του Κωνσταντίνου Καραμανλή σεβάστηκε την ιεραρχική σειρά, με επίγνωση του ότι σχεδόν όλοι, όσοι προωθήθηκαν, δεν ήταν πολιτικοί φίλοι της.
Ο κομματισμός επανήλθε ακάθεκτος με την «Αλλαγή» που επακολούθησε. Μια κατακραυγή, για τα αίτια της οποίας, πολλά χρόνια αργότερα, αισχυνόμενος, έμαθα λεπτομέρειες από φίλους, συνταξιούχους ανώτατους δικαστές, καθώς, ανάμεσα σε άλλα, αναφέρονταν και σε φαινόμενα μεθοδεύσεων κατεψυγμένων κλήρων τών κατά τα λοιπά «αδιάβλητων» επί έδρας δημόσιων κληρώσεων, τις οποίες με περισσή υποκρισία διενεργούσε ο με τις δάφνες του αντιστασιακού κατά της χούντας εκλεκτός του Αντρέα πρόεδρος.
Γνωρίζω από πρώτο χέρι ότι, εκείνα τα χαλεπά για τη Δικαιοσύνη χρόνια, ευπρεπείς ανώτεροι δικαστές, που επίσης είχαν διωχθεί από τη δικτατορία, ευθέως είχαν θέσει το σχετικό ερώτημα, στο πλαίσιο φιλικής συζήτησης με τον υπουργό Προεδρίας της Κυβέρνησης Αγαμέμνονα Κουτσόγιωργα, ο οποίος τους είχε απαντήσει με αφοπλιστική ειλικρίνεια: «Μα, αγαπητέ μου πρόεδρε, πιστεύεις ότι η κυβέρνηση μας ενδιαφέρεται για τις αποφάσεις που βγάζετε στις δίκες του κοσμάκη; Για μας το πρόβλημα ενδέχεται ν' ανακύψει μόνον κατ' εξαίρεση, οπότε η εφαρμογή της πολιτικής μας σε κρίσιμα προβλήματα απαιτεί να έχουμε αποτελεσματικές προσβάσεις στον τελικό δικαστικό χειρισμό»! Κάτι που, κάθε άλλο παρά σπάνια, επιβεβαιώθηκε στη συνέχεια, ιδίως με την ανατροπή της 15 προς 4 απόφασης της ολομέλειας του Αρείου Πάγου για τις γερμανικές αποζημιώσεις, όταν μεθοδεύθηκε, και τελικώς επιτεύχθηκε η ανατροπή της, διαμέσου πλειοψηφίας μιας ψήφου, ενώπιον του λεγόμενου Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου.
Οπωσδήποτε ευτύχησα να γνωρίσω από κοντά και να θαυμάσω την επιστημονική συγκρότηση, την ευθυκρισία και το ακέραιο ήθος αληθινά σεβαστών ανώτατων δικαστών, από τους οποίους ποτέ κανένας δεν καταδέχθηκε να λειτουργήσει ως κομματικός αρχιδικαστής. Ενδεικτικώς θ' αναφερθώ με ευγνωμοσύνη στο ήθος που κληροδότησαν φεύγοντας οι Γ. Βελλής, Π. Δημόπουλος και Ε. Κρουσταλάκης, αλλά και άλλοι πολλοί, για την ονομαστική μνεία των οποίων δεν επαρκεί ο χώρος. Όμως, θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρω την περίπτωση του τότε εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Δημόπουλου, όπως ο ίδιος μου είχε διηγηθεί το σχετικό επεισόδιο, ελάχιστες ημέρες μετά: Τον είχε επισκεφθεί ο τότε επιτετραμμένος της Γερμανικής Πρεσβείας, με ευγενικά χαμόγελα και με το αίτημα της κυβέρνησης του να ασκήσει ο αξιότιμος κύριος εισαγγελέας του Αρείου Πάγου αναίρεση υπέρ του νόμου εναντίον της τελεσίδικης απόφασης του Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, που είχε δεχθεί ως νομικώς βάσιμη την αγωγή αποζημίωσης των τραγικών θυμάτων του ολοκαυτώματος του Διστόμου, που είχε παραδοθεί στον όλεθρο μόλις τέσσερις μήνες προτού τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής υποχρεωθούν να εγκαταλείψουν το ελληνικό έδαφος.
Είναι γνωστό ότι, προς τιμήν της, η αρμόδια γερμανική στρατιωτική ηγεσία είχε έκτοτε παραπέμψει στο Στρατοδικείο τον υπεύθυνο αξιωματικό, ο οποίος, ως διοικητής του στρατιωτικού τμήματος, είχε δώσει τη διαταγή για τη σφαγή των αθώων κατοίκων του Διστόμου και μάλιστα ανεξαρτήτως ηλικίας. Είναι επίσης γνωστό ότι η σχετική απόφαση του Εφετείου Κολωνίας είχε δεχθεί στο σκεπτικό της ότι επρόκειτο για άγρια σφαγή, που διαπράχθηκε αυθαιρέτως από το γερμανικό απόσπασμα στο Δίστομο. Δεν είχε δε επιδικάσει το Εφετείο Κολωνίας τη ζητούμενη αποζημίωση, επειδή η σχετική διάταξη του γερμανικού Δικαίου προβλέπει την ευθύνη του γερμανικού Δημοσίου έναντι ιδιωτών αποκλειστικώς και μόνο για εγκλήματα που διαπράχθηκαν στο έδαφος του γερμανικού κράτους|
Οπωσδήποτε, στα καθ' ημάς, όταν διάβασε την απόφαση του Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, ο Π. Δημόπουλος δήλωσε ευθέως στον εκπρόσωπο της Γερμανικής Πρεσβείας ότι δεν έβρισκε βάσιμο λόγο για να ασκηθεί αναίρεση υπέρ του νόμου από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Τότε, ο Γερμανός επιτετραμμένος απέβαλε το ψεύτικο ευγενικό χαμόγελο και αγέρωχα ύψωσε στριγκή φωνή, σαν να ξαναβρισκόμασταν στις μαύρες μέρες της γερμανικής στρατιωτικής κατοχής, εφιστώντας την προσοχή του κατάπληκτου εισαγγελέα, στο ότι «δεν συνέφερε» στην Ελλάδα να δυσαρεστεί την Bundesrepublik, καθώς υπήρχαν ανοιχτά προβλήματα ελληνοτουρκικών σχέσεων και διαφορών στο Αιγαίο!
Τότε ο Δημόπουλος σηκώθηκε από το γραφείο του, κατευθύνθηκε στην πόρτα, την άνοιξε και, δείχνοντας στον αναιδή Γερμανό διπλωμάτη την έξοδο, του είπε: «Αυτά, κύριε, να πάτε να τα πείτε στο υπουργείο Εξωτερικών. Εγώ είμαι αναρμόδιος να τα ακούσω!»
Όσα ανέφερα ευθύς πιο πάνω δεν αποτυπώνουν την πραγματικότητα μιας μικρής και ασθενικής βαλκανικής χώρας, όπως είναι η δική μας. Κατά την κοινή έκφραση «συμβαίνουν και εις Παρι-αίους»! Και για του λόγου το ασφαλές μεταφέρω εδώ μια σύντομη είδηση που είχα αλιεύσει στο Βήμα (7 Ιουνίου 2008, σελ. Α-16). Σύμφωνα λοιπόν με το σχετικό δημοσίευμα, «γερμανικοί κυβερνητικοί κύκλοι θεωρούν ότι δεν ασκήθηκαν οι απαιτούμενες πιέσεις προς τις δικαστικές Αρχές της Ιταλίας», οι οποίες (και ειδικότερα το Πρωτοδικείο και το Εφετείο της Φλωρεντίας) είχαν απορρίψει ως αβάσιμες τις ανακοπές της γερμανικής κυβέρνησης για την ακύρωση της κατάσχεσης που είχε επιβληθεί εκεί, σε ακίνητη ιδιοκτησία του γερμανικού κράτους, προκειμένου από το πλειστηριασμό να ικανοποιηθεί η χρηματική απαίτηση την οποία είχε επιδικάσει η απόφαση του Πρωτοδικείου της Λιβαδειάς στα θύματα της σφαγής του Διστόμου. Οπωσδήποτε, για να επιστρέψουμε στα καθ' ημάς και στις δικές μας αμαρτίες και αρετές, την εποχή που εκδικάστηκε η αναιρετική αίτηση του γερμανικού κράτους εναντίον της απόφασης του Πρωτοδικείου της Λιβαδειάς, ο τότε πρόεδρος του Αρείου Πάγου (εγκρατέστατος νομικός, πλην πρόθυμος ουραγός των πολιτικών επιταγών της κυβέρνησης), στη διάσκεψη των δικαστών, είχε δώσει μάχη προκειμένου να πετύχει και να κριθεί βάσιμο το γερμανικό αναιρετικό αίτημα. Ακόμη και με τη δόλια υπόσχεση σε άλλους τρεις αρεοπαγίτες, όπως εξοργισμένος μου είχε διηγηθεί αργότερα ο ένας από τους τρεις, όταν δεν τηρήθηκε η σχετική υπόσχεση, δηλαδή ότι σύντομα η κυβέρνηση θα τους ικανοποιούσε με προαγωγή τους σε θέσεις αντιπροέδρων! Οπωσδήποτε οι τέσσερις της μειοψηφίας στην Ολομέλεια είχαν ξεπέσει στον ευτελισμό να ισχυριστούν, ως μειοψηφία της απόφασης, πως ό,τι είχε γίνει στο Δίστομο δεν ήταν τάχα έγκλημα εναντίον της πολιτισμένης ανθρωπότητας, αλλά υπαγορευόταν δήθεν από τις ανάγκες του πολέμου...
Οπωσδήποτε, με αφορμή άλλη παρόμοια υπόθεση, ο τότε αδίστακτος πρόεδρος του Αρείου Πάγου κατόρθωσε τελικώς να παραπέμψει ως νομικό πρόβλημα στο λεγόμενο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, όπου, με πλειοψηφία μιας ψήφου, έγινε δεκτό ότι οι αγριότητες των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής δεν συνιστούσαν άδικες πράξεις, αλλά υπαγορεύονταν τάχα από τις ανάγκες του πολέμου! Και η Δικαιοσύνη απενεμήθη... από οικτρούς οσφυοκάμπτες, που είχαν περιβληθεί την τήβεννο του δικαστή...
Οπωσδήποτε όμως, από τη δική μου πλευρά, οφείλω τη μαρτυρία ότι στα πενήντα χρόνια που διακονώ την επιστήμη του Δικαίου άκουσα, διάβασα, και από τις στήλες τόσο των ειδικών νομικών περιοδικών, όσο και από άλλες φιλόξενες στήλες σχολίασα δημοσίως τόσα πολλά και φριχτά, ώστε να τρέφω ανυπόκριτη ευγνωμοσύνη για το δημόσιο καταγγελτικό λόγο του επί τιμή προέδρου της Δημοκρατίας κ. Κ. Στεφανόπουλου, καθώς εκείνος κάποτε, ευθαρσώς είχε μιλήσει στη Θεσσαλονίκη, με το κύρος του δικού του προσωπικού υψηλού ήθους, με το οποίο προικοδότησε την πολιτική ιστορία της νεότερης Ελλάδας. Είχε μιλήσει τότε ο άξιος και σεμνός εκείνος πρόεδρος της Δημοκρατίας μας για την καθολική διαφθορά της ελληνικής κοινωνίας και την εκτεταμένη σήψη των θεσμών. Εδώ λοιπόν εντάσσεται και ο κομματικά ελεγχόμενος αρχιδικαστής με την παρέα του...
Έσχατο, αλλά καθόλου άσχετο. Κάποτε, θορυβημένος, μου είχε τηλεφωνήσει ο ιδιοκτήτης-διευθυντής περιοδικού νομολογιακού αρχείου. Είχε ειδοποιηθεί ότι κάποιοι «αρχιδικαστές», επιφορτισμένοι και με πρόσθετα διοικητικά καθήκοντα στη διαχείριση των πόρων από τις δικαστικές εισπράξεις, είχαν αποφασίσει την εφεξής διακοπή των ετήσιων συνδρομών όλων των νομικών περιοδικών, πλην εκείνων που εκδίδουν οι συνδικαλιστικές οργανώσεις δικαστών! Ήταν θορυβημένος γιατί, έτσι, το περιοδικό του, με ιστορία εξήντα περίπου χρόνων, έχανε ξαφνικά τους πόρους πλέον των 100 συνδρομών, κάτι που για τις ελληνικές συνθήκες είναι πολύ. Του είχα απαντήσει ότι το περιοδικό, που εγώ τότε επί σαράντα χρόνια με μεγάλη απήχηση διεύθυνα, η Δίκη, στηριζόταν αποκλειστικώς στο ελεύθερο ενδιαφέρον για προβληματισμό και γνώση που διακατέχει εξατομικευμένους δικαστές και δικηγόρους, και συνακόλουθα δεν είχε λόγο να στηρίζεται σε συνδρομές-χάρισμα κρατικών πόρων. Γι' αυτόν το λόγο δεν με τρόμαζε το φάσμα της μικρόψυχης εκδικητικότητας των ηρώων κάποιων θλιβερών δικαστικών αποφάσεων. Φαίνεται όμως ότι άλλα νομικά περιοδικά ήταν, τουλάχιστον τότε, υποχρεωμένα να θωπεύουν, για να έχουν κρατικές συνδρομές. Γιατί «αυτή είναι η Ελλάδα», κατά τον πικρό, όσο και εύστοχο λόγο του άλλοτε πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη. Όντως αυτή είναι η Ελλάδα, όπως αυτοί είναι και οι δικαστές, οι πολιτικοί, αλλά και πολλοί από τη λεγόμενη «πνευματική» ηγεσία της!...
Στα χρόνια της τυραννίας του Πεισίστρατου, ο Ανάχαρσις είχε παρατηρήσει στον Σόλωνα ότι το δικαστικό σύστημα εκείνου λειτουργούσε σαν τον ιστό της αράχνης, όπου κάθε μικρό και ασήμαντο έντομο συλλαμβανόταν, ενώ, αν εμπλεκόταν κάποιο ποντίκι, έφευγε ανενόχλητο, ξεσκίζοντας τον ιστό. Και ακριβώς αυτή την ανωμαλία χτύπησε στη συνέχεια ο Κλεισθένης, με το να εμπιστευθεί τα δικαστικά έργα στην Ηλιαία, ένα συλλογικό σώμα, που συνεδρίαζε στο φως του ήλιου. Ένα φως που χάνει την αξιοπιστία και τη λάμψη του στη σκιά ενός κομματικά εξαρτημένου αρχιδικαστή, εκείνου του πρόθυμου που κατάφερε και τελικώς έθαψε τις αξιώσεις των θυμάτων της χιτλερικής τραγωδίας και της σύγχρονης γερμανικής αναλγησίας.
Πρωτάκουσα για εκτελέσεις ανθρώπων στα σκοτεινά χρόνια της γερμανικής κατοχής. Ήμουν τότε δέκα ετών. Στις εκτελέσεις μεμονωμένων στρατιωτών του εχθρού, σε ενέδρες αντιστασιακών ομάδων, ο κατακτητής, έχοντας στις φυλακές πλήθος κρατουμένων, άσχετων με τις οργανώσεις της Αντίστασης, ξεχώριζε πότε σαράντα, πότε πενήντα, και τους εκτελούσε ομαδικά, λίγο πριν από το ξημέρωμα. Λίγους μήνες αργότερα άρχισαν οι εκτελέσεις Ελλήνων από Έλληνες. Στη γειτονιά μας, στη μικρή Χαλκίδα της εποχής εκείνης, οι φήμες οργίαζαν αναφορικά με την απορία ποια παιδιά της δεξιάς οργάνωσης «Χ» ήταν οι εκτελεστές των τελευταίων θυμάτων μέσα από τις τάξεις του αριστερού «ΕΑΜ». Δεν έχει νόημα ν' αναφερθώ στα τραγικά χρόνια του εμφυλίου πολέμου. Είναι κοινώς γνωστά. Όμως αργότερα άρχισα να ντρέπομαι για την απογοήτευση που αρχικά είχα νιώσει όταν ο Παναγούλης είχε αποτύχει να εκτελέσει το δικτάτορα Παπαδόπουλο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis