Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2014

Τειρεσίας, Εισπρακτικές εταιρείες.

Σπυρίδων Ψυχομάνης, Δίκαιο του τραπεζικού συστήματος [δεύτερη έκδοση, 2009, σελίδες 355-363]. 
Ο κ. Ψυχομάνης είναι καθηγητής του εμπορικού δικαίου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.--
ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ.
Η διασφάλιση των τραπεζικών συμφερόντων έναντι των πιστωτικών κινδύνων, των κινδύνων, δηλαδή, από την ενδεχόμενη διάψευση της εμπιστοσύνης της τράπεζας προς συγκεκριμένο πιστολήπτη ότι θα επιστρέψει την πίστωση που του χορήγησε ή προς την ίδια την αξιοπιστία της χρηματοδοτούμενης επιχειρηματικής ιδέας, είναι εφικτή μέσω κυρίως κατοχής και εφαρμογής οικονομικών, εμπειρικών και νομικών γνώσεων του προσωπικού των τμημάτων χορηγήσεων των τραπεζών.


Ασφαλώς, και η ακρίβεια των πληροφοριών για την οικονομική συμπεριφορά ενός πελάτη, βοηθά στην εκτίμηση του αναλαμβανομένου πιστωτικού κινδύνου. Το τελευταίο, όμως, δεν είναι κριτήριο παροχής μιας πίστωσης απόλυτα αναγκαίο, ούτε ασφαλές, ούτε καν συμβατό προς την αποστολή του τραπεζικού συστήματος να ενισχύει, προς ίδιο τελικά συμφέρον, την οικονομία στην οποία έχει λειτουργικά ενταχθεί. Με απλά λόγια, η προηγηθείσα οικονομική αποτυχία ενός τραπεζικού πελάτη, ούτε την μελλοντική του συμπεριφορά, ούτε την αποτυχία της νέας του επιχειρηματικής ιδέας προδικάζει. Αντίθετα, η άρνηση μιας τράπεζας να χρηματοδοτήσει μια νέα ελπιδοφόρα ιδέα, επειδή η υπάρχουσα πληροφορία για τον πελάτη είναι τυχαία αρνητική, μάλλον κακή υπηρεσία προσφέρει σε μιαν εθνική οικονομία.
Καλώς ή κακώς, πάντως, η τραπεζική πρακτική υπερτονίζοντας από εγγενείς αδυναμίες το σχετικό ζήτημα, έχει αναπτύξει ένα προηγμένο σύστημα επεξεργασίας δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς πελατών στα πλαίσια μιας διατραπεζικής ανώνυμης εταιρίας, που ιδρύθηκε το 1997, με την επωνυμία «Τραπεζικά Συστήματα Πληροφοριών ΑΕ» και με διακριτικό τίτλο «Τειρεσίας». Σκοπός της κατέστη η συλλογή και διάθεση πληροφοριών οικονομικής συμπεριφοράς ιδιωτών και επιχειρήσεων σε τράπεζες, εταιρίες έκδοσης και διαχείρισης καρτών, εταιρίες leasing, εταιρίες factoring, και οργανισμούς του δημοσίου.
Η εταιρία αυτή διελθούσα το ιδρυτικό στάδιο μιας οιασδήποτε ανώνυμης εταιρίας υπέστη, ασφαλώς, τον έλεγχο της τυπικής και ουσιαστικής νομιμότητας της από τα αρμόδια, κατά το ν. 2190/1920, δημόσια όργανα (νομάρχη). Γνωστοποίησε, επιπλέον, στην Αρχή προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του ν. 2472/1997 τη σύσταση και τη λειτουργία «αρχείου δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς», η οποία διαπίστωσε εν ολίγοις το σύννομο χαρακτήρα του αρχείου, ως εξυπηρετούντος το δημόσιο συμφέρον.
Ωστόσο, η ίδρυση και λειτουργία οποιασδήποτε επιχειρήσεως συλλογής και παροχής οικονομικής φύσεως, προσωπικών, πληροφοριών, διέπεται, καταρχήν, από τις διατάξεις του εισέτι ισχύοντος νομοθετικού διατάγματος 8/13.8.1926 «περί γραφείων εμπορικών πληροφοριών», οι οποίες, εν προκειμένω, ξεχάστηκαν μάλλον να εφαρμοσθούν. Σύμφωνα με τις διατάξεις του, επιτρέπεται η συλλογή και παροχή πληροφοριών για «καθαρώς και μόνον ενδιαφέροντα στοιχεία ιδιωτικής τινός (εμπορικής) επιχειρήσεως», που αφορούν ιδίως το είδος της επιχειρήσεως, τον κύκλο των εργασιών της, τα καταβεβλημένα κεφάλαια, τα κέρδη της, τον τόπο των εργασιών της και τα πρόσωπα των φορέων της. Επεξεργασίας, δηλαδή, μπορούν να τύχουν μόνον δεδομένα εμπορικών επιχειρήσεων και μόνο στην έκταση που αναδεικνύουν τη δυναμική πλευρά της επιχείρησης.
Έπειτα, οι διατάξεις του ν. 2472/1997, για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, δεν θεσπίστηκαν για να καταλύσουν ή να αμβλύνουν την έννοια του ατομικού δικαιώματος της προστασίας της προσωπικότητας, της οικονομικής ελευθερίας, του δικαιώματος στην πληροφοριακή αυτοδιάθεση, -στόχος, συνταγματικά και από απόψεως προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ανεπίτρεπτος (άρθρο 5 Συντ.)-, αλλά για να ενισχύσουν πρακτικά την προστασία του από τους σύγχρονους κινδύνους της ευχερούς ηλεκτρονικής επεξεργασίας δεδομένων (βλ. άρθρο 9Α Συντ.). Προέχει, συνεπώς, η προάσπιση της συνταγματικά κατοχυρωμένης ατομικής ελευθερίας και έπεται η εφαρμογή του νόμου 2472/1997, όσον αφορά τις εξαιρετικές περιπτώσεις επιτρεπτής επεξεργασίας, όπου εξειδικεύεται προφανώς η συνταγματική απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης των δικαιωμάτων (άρθρο 25 § 3 Συντ.).
Σύμφωνα, επομένως, με τις ως άνω νομικές βάσεις, μια επιχείρηση παροχής πληροφοριών μπορεί να συλλέγει και να παρέχει θεμιτά (α) ευνοϊκές μονάχα πληροφορίες περί εμπορικών επιχειρήσεων και νομικών προσώπων, ακόμα, και χωρίς τη συγκατάθεση τους, χωρίς όμως λεπτομερείς περιγραφές, (β) πάσης φύσεως πληροφορίες, εφόσον έχει δοθεί γι' αυτές η αβίαστη συγκατάθεση του υποκειμένου και γ) πληροφορίες, αναγκαίες σε συγκεκριμένη περίπτωση, προς αποτροπή επικείμενης -όχι ενδεχόμενης- βλάβης τρίτου. Μόνον έτσι -είναι προφανές-μπορεί να ικανοποιήσει κανείς και το δικαίωμα στην πληροφόρηση, που αναγνωρίζεται, επίσης, στο άρθρο 5Α του Συντάγματος.
Κατά συνέπεια, το λειτουργούν σήμερα στην Ελλάδα διατραπεζικό σύστημα επεξεργασίας δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς παρουσιάζει τυπικές και ουσιαστικές πλημμέλειες. Δεν τηρήθηκε, καταρχήν, ως προς τη σύσταση του, το ν.δ. της 8/113.8.1926 «περί γραφείων εμπορικών πληροφοριών». Δεν στηρίζει τη συλλογή και την παροχή των πληροφοριών σε προηγούμενη -και αβίαστη- συναίνεση των υποκειμένων. Συνεργεί με τις τράπεζες στην συστηματική παραβίαση του τραπεζικού απορρήτου. Επιβαρύνει τα ατυχή υποκείμενα της επεξεργασίας των δεδομένων τους με την ευθύνη κίνησης διαδικασιών διόρθωσης ή συμπλήρωσης ή διαγραφής ανακριβών δεδομένων, διατυμπανίζει προς κάθε αποδέκτη την τυχόν εκπεφρασμένη βούληση ενός υποκειμένου να μην αναγράφονται τα δεδομένα που το αφορούν στο λόγω αρχείο και σχεδιάζει την κατάρτιση «λευκών λιστών», χωρίς, βέβαια, προηγούμενη συναίνεση των υποκειμένων, προσβάλλοντας, έτσι ευθέως το δικαίωμα επί της προσωπικότητας τους. Στοιχειοθετεί· συνεπώς, ευθύνη προς αποζημίωση και ικανοποίηση ηθικής βλάβης του παράνομα προσβληθέντος υποκειμένου, είτε με εφαρμογή του θρου 23 ν. 2472/1997, είτε με εφαρμογή των περί αδικοπραξιών περί προστασίας της προσωπικότητας διατάξεις του ΑΚ.

Εισπρακτικές επιχειρήσεις και εταιρείες ενημέρωσης.

Ι. Εισπρακτικές επιχειρήσεις, σε αδρές γραμμές, είναι οι ατομικές ή εταιρικής μορφής επιχειρήσεις, των οποίων η δραστηριότητα έγκειται στην δια παντός μέσου εξώδικη ή δικαστική είσπραξη χρηματικών απαιτήσεων πελατών τους, δανειστών, έναντι αμοιβής.
Η σχέση μεταξύ δανειστή και εισπρακτικής επιχείρησης είναι βέβαια συμβατική. Παρότι, όμως, συνιστά κατά κανόνα σύμβαση έργου ή σύμβαση μίσθωσης εμπιστευτικών ελευθερίων εργασιών της ΑΚ 676, αναλογικά εφαρμοστέες επ' αυτής διατάξεις είναι οι διατάξεις εντολής, λόγω της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών, στην οποία η σχέση τους εδράζεται.
Ως επιχειρηματική δραστηριότητα είναι αναμφίβολα εμπορική αφού υπάγεται στην αναφερομένη στο νόμο -το β.δ. της 24 Μαΐου 1835 περί αρμοδιότητος των εμποροδικείων- επιχείρηση πρακτορείας, κατά κρατούσα μάλλον άποψη, ή στην επιχείρηση του Geschaeftsburo, του γραφείου δηλαδή παροχής υπηρεσιών, κατ' άλλην άποψη, που δεν αναφέρεται μεν στο ελληνικό κείμενο του β.δ., αναφέρεται όμως στο ισοδύναμης ισχύος γερμανόγλωσσο κείμενο του ιδίου διατάγματος. Ως εμπορική, κατά συνέπεια, δραστηριότητα, προσδίδει την εμπορική ιδιότητα σε εκείνον -το φυσικό πρόσωπο- που την ασκεί, ενώ όταν ασκείται από πλείονα πρόσωπα, αυτά έχουν αναγκαστικά ή οφείλουν να έχουν τη μορφή εταιρίας του εμπορικού δικαίου, εταιρίας, δηλαδή, ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης ή ετερόρρυθμης κατά μετοχές ή αφανούς ή ανώνυμης ή περιορισμένης ευθύνης ή συνεταιρισμού.
Η πρακτική αυτή της εν γένει εκ μέρους δανειστών ανάθεσης του έργου της είσπραξης των απαιτήσεων τους σε άλλη, ανεξάρτητη επιχείρηση, την εισπρακτική, ανήκει στην κρατήσασα τις τελευταίες δεκαετίες -απότοκη και αυτή συνέπεια της «παγκοσμιοποίησης»- γενικότερη οικονομική αντίληψη ότι μια επιχειρηματική δραστηριότητα καθίσταται πιο αποδοτική, όταν διασπά τις επιμέρους -επουσιώδεις ιδίως- λειτουργίες της με εξωτερικές αναθέσεις εκτελέσεως συγκεκριμένου έργου σε άλλες ανεξάρτητες επιχειρήσεις της ίδιας χώρας ή άλλων χωρών. Πρόκειται για το λεγόμενο "outsorsing", δηλαδή, από εξωτερικές πηγές, άλλως -κατά την ορολογία της ΠΔΤΕ 2597/31.10.2007- η «εξωτερική ανάθεση δραστηριοτήτων σε τρίτους». Ευχερώς εννοείται ότι η προσφυγή στις εξωτερικές αυτές πηγές καθίσταται εξαιρετικά συμφέρουσα, όταν αυτές είναι σε θέση να εκμεταλλεύονται ιδιαίτερα επιχειρηματικά πλεονεκτήματα, που τους διασφαλίζει ο ανεξάρτητος τρόπος δράσης τους ή η χώρα εγκατάστασης τους. Αν τα πλεονεκτήματα αυτά συνίστανται σε αντικειμενική παρανομία -π.χ. στυγνή εκμετάλλευση εργαζομένων- ουδόλως ενοχλεί. Μάλιστα, όσο πιο παράνομα μπορεί να δραστηριοποιείται η εξωτερική πηγή, τόσο πιο πρόσφορη για outsoursing γίνεται. Όσον αφορά δε ειδικότερα το outsoursing στο χώρο των τραπεζών, η Τράπεζα της Ελλάδος, με πράξεις του διοικητή της-τις ΠΔΤΕ 2577/9.3.2006 και 2597/31.10.2007-, επέτρεψε στα πιστωτικά ιδρύματα την εξωτερική ανάθεση σε ανεξάρτητους επιχειρηματικά τρίτους (παρόχους) ουσιωδών μεν δραστηριοτήτων τους κατόπιν προηγούμενης άδειας, μη ουσιωδών δε δραστηριοτήτων τους -στις οποίες υπάγεται και η απλή ειδοποίηση (ενημέρωση) των οφειλετών και η είσπραξη απαιτήσεων-, χωρίς οποιαδήποτε άδεια, επιβάλλοντας απλώς υποχρεώσεις ελέγχων στο πλαίσιο του λειτουργούντος σε κάθε πιστωτικό ίδρυμα συστήματος εσωτερικού ελέγχου.
Η καινοφανής αυτή πρακτική πολλών ελληνικών τραπεζών, που ουσιαστικά προϋποθέτει παράκαμψη των νομικών τους υπηρεσιών και αποφυγή ευθείας προσφυγής στις νομοθετημένες υπηρεσίες των δικηγόρων και των δικαστικών επιμελητών, φαίνεται ότι προτιμάται για δυο κυρίως λόγους. Επιτυγχάνεται, καταρχήν, δραστική μείωση του λειτουργικού κόστους των τραπεζών, αφού περιορίζονται οι ανάγκες δαπανών για διατήρηση πολυπληθούς τμήματος νομικών υπηρεσιών ή για αμοιβές άλλων δικηγόρων. Επιδιώκεται, έπειτα, η άσκηση κάθε θεμιτής -και αθέμιτης, συχνά- πίεσης στον υπερήμερο οφειλέτη, χωρίς άμεση συμμετοχή της τράπεζας και δημόσιων λειτουργών (δικηγόρων·-επιμελητών), υποχρεωμένων να κινούνται με βάση κανόνες δικαίου κη επαγγελματικής δεοντολογίας.
Στις μεθόδους, πράγματι, των εισπρακτικών επιχειρήσεων ανήκει η σταθερή και επίμονη όχληση του οφειλέτη, οι επισκέψεις κατ' οίκον τις ημέρες ιδίως που ο οφειλέτης μισθοδοτείται, ο ψυχολογικός εν γένει εξαναγκασμός πληρωμής, ποσών, μάλιστα, που δεν δικαιολογούνται πλήρως από την πιστωτική σχέση, αλλά και η οικονομική εκμετάλλευση των χειμαζόμενων επαγγελμάτων του δικηγόρου και του δικαστικού επιμελητή («αγορές υπογραφών», προμήθειες, σταθερή εκπτωτική σχέση κ.άλ.). Η μέχρι σήμερα εμπειρία από τη δράση των εισπρακτικών επιχειρήσεων καταδεικνύει ότι αυτές ενεργούν με τους υπαλλήλους τους αυτοδύναμα, εξαγοράζοντας, όπου χρειάζεται για την τυπική νομιμότητα των ενεργειών τους, υπογραφές και σφραγίδες εξωνημένων δικηγόρων και δικαστικών επιμελητών. Τούτους βέβαια αμείβουν με εξευτελιστικά γλίσχρες αμοιβές εκμεταλλευόμενες τις αυξημένες σήμερα ανάγκες των επαγγελματιών αυτών για εργασία και επιβίωση.
Όμως, η δραστηριότητα των εισπρακτικών επιχειρήσεων απαγορεύεται, κατά την ελληνική νομοθεσία. Το άρθρο 40 του Κώδικα κερί δικηγόρων (ν.δ 3026/ 1954) αναφέρει συγκεκριμένα «1. Πρόσωπο, το οποίο, χωρίς να έχει την ιδιότητα του δικηγόρου, παρέχει τις υπηρεσίες... ή προβαίνει στην έρευνα των βιβλίων των υποθηκοφυλακείων... τιμωρείται κατά τη διάταξη του άρθρου 175 του ΠΚ... 2. Κάθε ιδιώτης που αναλαμβάνει χωρίς δικηγόρο ή με δικηγόρο της εκλογής του, ή εμφανίζεται ή διαφημίζει ότι αποδέχεται την επιμέλεια υποθέσεων ή άσκηση έργων, για τα οποία είναι αποκλειστικά αρμόδιος ο δικηγόρος... τιμωρείται ύστερα από έγκλιση δικηγόρου ή δικηγορικού συλλόγου με τις ποινές που προβλέπονται στην προηγούμενη παράγραφο. Αν πρόκειται για νομικέ πρόσωπο την ίδια ποινική ευθύνη έχει ο εκπρόσωπος του. 3. Ο οικείος δικηγορικός σύλλογος μπορεί να ζητήσει... τη σφράγιση του γραφείου ή καταστήματος, όπου ασκούνται οι παράνομες ενέργειες...». Η παρανομία, συνεπώς, του εισπρακτικού σκοπού των εν λόγω επιχειρήσεων φαίνεται ότι στοιχειοθετεί ιδιαίτερο έγκλημα τιμωρούμενο με τις ποινές της αντιποίησης του άρθρου 175 ΠΚ, συνεπάγεται δε και ακυρότητα των εταιρικών μορφών τους.
Εξάλλου, η ανάθεση εισπρακτικών υποθέσεων από τράπεζες σε εισπρακτικές επιχειρήσεις παραβιάζει πρόδηλα την υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου εκ μέρους των τραπεζών, αφού μυστικά της οικονομικής κατάστασης ενός πελάτη περιέρχονται σε γνώση προσώπων, του από καμία διάταξη νόμου δεν νομιμοποιούνται προς τούτο.
Απαγορευτικές, ακόμα, για τις εισπρακτικές επιχειρήσεις σε επίπεδο άσκησης επαγγέλματος είναι και οι διατάξεις του άρθρου 919 ΑΚ (προσβολή των χρηστών ηθών) ή του άρθρου 1 του ν. 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού, αναλογικά εφαρμοζόμενη, ή του άρθρου 4 του Συντάγματος περί ισότητας έναντι του νόμου και περί ίσων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των ελλήνων πολιτών. Πράγματι, οι εν λόγω επιχειρήσεις δρώντας, πραγματικά ή δυνητικά, ανταγωνιστικά προς τα επαγγέλματα-λειτουργήματα του δικαστικού επιμελητή και του δικηγόρου, χωρίς τις νόμιμες προϋποθέσεις και τις δεσμεύσεις δραστηριοποίησης εκείνων, όπως επιστημονικές γνώσεις, προηγούμενη άσκηση, εξετάσεις, άδειες, ελέγχους τήρησης της νομιμότητας και της δεοντολογίας του λειτουργήματος τους, δρώντας επίσης με το σχεδόν βέβαιο ενδεχόμενο διολίσθησης σε παράνομες ενέργειες, χωρίς την ύπαρξη ασφαλιστικών δικλείδων χάριν προστασίας των οφειλετών, παραβιάζουν με τη δράση τους βασικές αρχές της κοινωνικής ηθικής και από την άποψη αυτή δεν μπορούν να δρουν επιτρεπτά στην ελληνική επικράτεια.
Ο διωκόμενος, επομένως, από εισπρακτική εταιρία πιστολήπτης, μπορεί προφανώς να επικαλεσθεί την έλλειψη εξουσίας και ενεργητικής νομιμοποίησης της εισπρακτικής εταιρίας λόγω ακυρότητας της σχετικής προς αυτήν εντολής προς είσπραξη. Μπορεί, επίσης, να αξιώσει ενδεχομένως αποζημίωση, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, και, ακόμα, ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης. Ανάλογα δε με την χρησιμοποιούμενη αθέμιτη μέθοδο είσπραξης, μπορεί προφανώς να ζητήσει την ποινική δίωξη των υπευθύνων.
ΙΙ. Το φαινόμενο της χρήσεως αθέμιτων μεθόδων είσπραξης και η συνεχώς διογκούμενη λαϊκή διαμαρτυρία αφύπνισαν τελικώς τη διοίκηση, η οποία εισήγαγε στη Βουλή προς ψήφιση νομοσχέδιο, που έγινε, τελικά, νόμος (ν. 3758/2009), κατά τον οποίο επιτρέπεται υπό προϋποθέσεις η ανεξάρτητη επιχειρηματική δραστηριότητα της «ενημέρωσης» μόνον οφειλετών και όχι και της είσπραξης απαιτήσεων. Ο νόμος, δηλαδή, επιτρέπει πλέον την απλή «ενημέρωση» ενός οφειλέτη για την καθυστέρηση εκπλήρωσης των οφειλών του από «εταιρίες ενημέρωσης», οι οποίες όμως απαγορεύεται να ασκούν περαιτέρω και εισπρακτική δραστηριότητα.
Έχοντας ως τίτλο «Εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις», προβλέπει στα 12 σχοινοτενή άρθρα του, σε αδρομερή διατύπωση, ότι: Η ενημέρωση οφειλετών ληξιπροθέσμων απαιτήσεων και η διαπραγμάτευση για την αποπληρωμή τους μπορεί να γίνεται από κεφαλαιουχικές εταιρίες αποκλειστικού σκοπού με κεφάλαιο άνω των 350.000 ευρώ, οι οποίες οφείλουν να είναι καταχωρισμένες σε ειδικό Μητρώο, που συνιστάται με υπουργική απόφαση στο Υπουργού Ανάπτυξης. Απαγορεύεται η είσπραξη των απαιτήσεων από τις εταιρείες ενημέρωσης. Απαγορεύονται επίσης οι οχλήσεις πέραν της μιας ανά δεύτερη ημέρα και οι επισκέψεις κατ' οίκον ή στον τόπο εργασίας του οφειλέτη. Υφιστάμενες εισπρακτικές επιχειρήσεις οφείλουν να τροποποιήσουν αντίστοιχα τον καταστατικό τους σκοπό και να ζητήσουν την καταχώριση τους στο Μητρώο εντός δύο μηνών από την έκδοση της υπουργικής απόφασης, που θα καθορίζει τα του Μητρώου.
Ο νόμος, κατά τα λοιπά, απαγορεύει την εκ μέρους των εταιριών ενημέρωσης άσκηση σωματικής βίας, την απειλή, την εξύβριση, τη δυσφήμηση και άλλα ακόμα συναφή με την ασκούμενη δράστηριότητα τους εγκλήματα. Τις υποχρεώνει να διαθέτουν «επαρκή κτιριακή, διοικητική και τεχνολογική υποδομή και ένα τουλάχιστον τηλεφωνικό κέντρο και δίκτυο ηλεκτρονικών υπολογιστών...». Απαγορεύει την άμεση χρόσβαση στο αρχείο της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ. Επιτρέπει, υπό όρους, την καταγραφή των τηλεφωνικών συνομιλιών με τον οφειλέτη από την ίδια την εταιρία.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν επιλύεται με τις διατάξεις αυτές. Δυστυχώς, δεν ελήφθη πρόνοια, ώστε να παρεμποδισθεί η συνήθως, λόγω επίγνωσης του παράνομου, χρησιμοποιούμενη πρακτική, να επιδιώκεται η είσπραξη απαιτήσεων καλυμμένα, πίσω δηλαδή από το όνομα του δανειστή. Η απλή απαγόρευση της «αντιποίησης» του ονόματος του δανειστή κατά την ενημέρωση του οφειλέτη είναι προφανώς ανεπαρκής. Ετσι, η εισπρακτική δραστηριότητα στο όνομα του ίδιου του δανειστή, αλλά και οι παράνομες μέθοδοι, η παραβίαση του τραπεζικού απορρήτου και ο αθέμιτος ανταγωνισμός προς τα επαγγέλματα του δικηγόρου και του δικαστικού επιμελητή θα εξακολουθήσουν αναπόφευκτα να χαρακτηρίζουν -έστω, λανθανόντως- τη δράση και των «εταιριών ενημέρωσης».
Προδήλως, το πρόβλημα επιδέχεται μία και μόνη λύση. Την άτεγκτη εφαρμογή των κειμένων διατάξεων ή, έστω, τη ρητή απαγόρευση της δράσης εισπρακτικών και ενημερωτικών επιχειρήσεων. Ας μη λησμονείται, ιδίως, ότι η απαγόρευση παραβίασης του απορρήτου, που συντελείται με την ανάθεση της υπηρεσίας ενημέρωσης οφειλετών σε εταιρία ενημέρωσης, έχει συνταγματικό έρεισμα. Έτσι, καμία διάταξη νόμου -όπως αυτή του νόμου 3758/2009- δεν μπορεί να την άρει. Στον ισχυρισμό αυτό μπορούν, βεβαίως, να αντιταχθούν τα επιχειρήματα ότι το απόρρητο, στο μέτρο που προστατεύει δυστροπούντες οφειλέτες, συνιστά κατάχρηση και ότι σε άλλες χώρες επιτρέπεται -έστω και υπό όρους- να παραβιάζεται, όταν η παραβίαση του είναι αναγκαία για να εξυπηρετηθούν τα αξιότερα προστασίας συμφέροντα των δανειστών. Σε μας, όμως, ούτε ανάγκη ιδιαίτερης προστασίας των δανειστών υφίσταται -το αντίθετο μάλιστα φαίνεται να αληθεύει ως προς τις τράπεζες-, ούτε είναι νομικά και ηθικά επιτρεπτή η γενίκευση ότι όλοι οι οφειλέτες είναι δύστροποι, μη έχοντες χρεία της προστασίας του απορρήτου!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...