Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2014

Οι Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου [Π.Ν.Π] και ο Κρατικός Γκαίμπελς.

Γ. Φραγκούλης
Γράφει ο Γιώργος Φραγκούλης. ΠΗΓΗ.
Με αφορμή τον ξαφνικό και αυθαίρετο προσωρινό; θάνατο του Κρατικού Γκαίμπελς σκέφτηκα να εκφράσω κάποιες σκέψεις, παίρνοντας θέση ως Ελεύθερος Ενεργός Πολίτης που ναρκισσεύομαι να πιστεύω πως είμαι.
Σύμφωνα με το άρθρο 44 § 1 του ισχύοντος Συντάγματος 1975/ 1986/ 2001, «Σε έκτακτες περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί, ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, να εκδίδει πράξεις νομοθετικού περιεχομένου. Οι πράξεις αυτές υποβάλλονται στη Βουλή για κύρωση σύμφωνα με τη τις διατάξεις του άρθρου 72 § 1, μέσα σε σαράντα ημέρες από την έκδοση τους ή μέσα σε σαράντα ημέρες από τη σύγκληση της Βουλής σε σύνοδο. Αν δεν υποβληθούν στη Βουλή μέσα στις προαναφερόμενες προθεσμίες ή αν δεν εγκριθούν από αυτή μέσα σε τρεις μήνες από την υποβολή τους, παύουν να ισχύουν στο εξής».
Ορισμό των Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου [εφεξής Π.Ν.Π] δε βρήκα σε κανένα βιβλίο. Η έρευνα μου στηρίχτηκε στα εξής βιβλία που υπάρχουν στη βιβλιοθήκη μου: 1) Αι Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου του Προέδρου της Δημοκρατίας [διδακτορική διατριβή, εγκριθείσα με άριστα από το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο, του Συμβούλου Επικρατείας και διδάκτορα της Νομικής Σχολής κ. Πέτρου Παραρά, έκδοσης 1981 (βιβλίο που αγόρασα όταν ήμουν ακόμη άφραγκος φοιτητής στο Καποδιστριακό), 2) Συνταγματική θεωρία και πράξη, τόμος Ι, έκδοσης 1980, του αείμνηστου Δασκάλου μου και πρώτου αποβληθέντος Πανεπιστημιακού υπό της Επταετίας, Αριστόβουλου Μάνεση, 3) Συνταγματικά Δικαιώματα, τεύχος ά, ατομικές ελευθερίες, έκδοσης 1982 του Αρ. Μάνεση, 4) Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο, 8 ης έκδοσης 2005, του Καθηγητή Α.Ι. Τάχου, 5) Το Σύνταγμα [ερμηνευτικά σχόλια], του Προέδρου Εφετών Βελισάριου Καράκωστα, 6) Εγχειρίδιον Διοικητικού Δικαίου, έκδοσης 1981, του Καθηγητή Επ. Σπηλιωτόπουλου.
Σύμφωνα με τον καθηγητή Επ. Σπηλιωτόπουλο, «το ισχύον Σύνταγμα, δια του άρθρου 44 § 1 αναγνωρίζει ρητώς το δίκαιον της ανάγκης και ρυθμίζει την άσκησιν του κατά την διάρκειαν της κανονικής λειτουργίας του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος της Χώρας. Το άρθρον τούτο προβλέπει εξαιρετική νομοθετικήν διαδικασία προς έκδοσιν πράξεων εχουσών τυπικήν ισχύν νόμου υπό του Προέδρου της Δημοκρατίας, προτάσει του Υπουργικού Συμβουλίου, εις περιπτώσεις εξαιρετικώς επειγούσης και απροβλέπτου ανάγκης … Εκ του άρθρου 44 § 1 προκύπτει σαφώς ότι το Σύνταγμα προβλέπει την ύπαρξιν ιδιοτύπου νομοθετικού οργάνου, αποτελουμένου εκ του Προέδρου της Δημοκρατίας και της Κυβερνήσεως, το οποίον έχει έκτακτην αρμοδιότητα εκδόσεως νομοθετικών πράξεων υπό ωρισμένας αυστηράς προϋποθέσεις» [Εγχειρίδιον, § 44, σελίδες 52-54]. Οι Πράξεις αυτές [ΠΝΠ] είναι, ουσιαστικά, διατάγματα [Τάχος, § 22.3.ε, σελ∙ 110]. Πως περιγράφουν αυτή τη μορφή νόμου τα Δικαστήρια μας; Σύμφωνα με αυτά, «πρόκειται για ιδιότυπους νόμους που κι αυτοί έχουν την ίδια τυπική με τους άλλους νόμους δύναμη. Επειδή όμως βρίσκονται στην ίδια βαθμίδα τυπικής δυνάμεως με τους νόμους δε χρειάζονται την εξουσιοδότηση κανενός για να θεσπίσουν κανόνες δικαίου κυρίους και αυτοτελείς ή για να τροποποιήσουν ή να καταργήσουν παλαιότερους νόμους… Οι πράξεις αυτές εκδίδονται μόνο όταν υπάρχουν ορισμένες ουσιαστικές προϋποθέσεις που τις ορίζει το Σύνταγμα. Πρόκειται, ειδικότερα, για τη συνδρομή περιπτώσεως του λεγομένου δικαίου της ανάγκης (jus extremae necessitatis), η οποία εντοπίζεται στην εξαιρετικά επείγουσα και απρόβλεπτη ανάγκη. Αν δεν συντρέχει αυτή η ουσιαστική προϋπόθεση, η αρμοδιότητα του Προέδρου της Δημοκρατίας αργεί. Το πότε όμως συντρέχει μια τέτοια περίπτωση είναι αποκλειστικά θέμα που κρίνει μόνο η ίδια η Κυβέρνηση. Συνεπώς ένα τέτοιο θέμα είναι αντικείμενο κρίσεως πολιτικής και αποκλειστικά απόκειται στην εκτίμηση της λαϊκής αντιπροσωπείας. Θα κριθεί λοιπόν τούτο από τη Βουλή στην οποία θα υποβληθεί το κείμενο αυτής της πράξης για ακύρωση. Επομένως, τα δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να ελέγξουν το πολιτικό αυτό θέμα του εκτάκτου και του επείγοντος καθώς και του απροβλέπτου της ανάγκης για έκδοση ΠΝΠ. Άλλωστε, ούτε και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να αρνηθεί την υπογραφή πράξεως που η Κυβέρνηση με δική της ευθύνη του υποβάλλει. Τούτο γιατί εκείνος είναι αρχηγός του Κράτους χωρίς όμως κυβερνητικές εξουσίες και χωρίς τις σχετικές ευθύνες. Έτσι, οι πρακτικές συνέπειες αυτών των πράξεων είναι: α) δεν υπόκεινται σε προσβολή με σχετική αίτηση ακυρώσεως στο Συμβούλιο της Επικρατείας για το λόγο ότι είναι κυβερνητικές πράξεις σύμφωνα με τη ρητή σχετική διάταξη του άρθρου 45 § 5 του Ν. 170/ 73 και β) δεν υπόκεινται στην επεξεργασία τους από το Συμβούλιο της Επικρατείας, δηλαδή πριν από την έκδοση τους από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας» [Εφετείο Θες/ κης 35/ 1986, στο περιοδικό ΑΡΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ έτους 1986, σελίδες 792 επ]. Ουσιαστικά οι ΠΝΠ δεν είναι τίποτα άλλο παρά οι γνωστοί αναγκαστικοί νόμοι του προϊσχύσαντος Συντάγματος [1952]. Αυτή η κρίση αποδίδεται στην κρατούσα άποψη [αυτός δεν την αποδέχεται, δηλαδή ισχυρίζεται ότι οι ΠΝΠ δεν έχουν σχέση με τους αναγκαστικούς νόμους, σελ∙ 283] από τον Π. Παραρά [Αι ΠΝΠ του Προέδρου της Δημοκρατίας, σελ∙ 282]. Οπότε χρήσιμο είναι να γνωρίζουμε τις απόψεις του διαπρεπούς Καθηγητή Μιχαήλ Στασινόπουλου. Κατ΄ αυτόν [Δίκαιον των Διοικητικών Πράξεων, 1957 (ανατύπωση 1982), § 1.ΙΙ.Β, σελίδες 5-6], «… τους αναγκαστικούς νόμους ή νομοθετικά διατάγματα τα οποία εκδίδει ενίοτε ο Βασιλεύς τη συμπράξει του υπουργικού συμβουλίου. Τοιούτος τρόπος νομοθετήσεως δεν προβλέπεται υπό του παρ’  ημίν Συντάγματος και είναι αντισυνταγματικός και άτακτος. Συνήθως όμως τα δικαστήρια αναγνωρίζουν ως εγκύρους τους νόμους τούτους, είτε εξεδόθησαν υπό ανωμάλους περιστάσεις, απούσης της Βουλής, είτε υπό συνθήκας ομαλής λειτουργίας του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, προς αντιμετώπισιν ειδικής εκτάκτου ανάγκης, χρηζούσης ρυθμίσεως κατά ρυθμόν ταχύτερον του ρυθμού της κοινοβουλευτικής διαδικασίας. Η αναγνώρισις των τοιούτων νόμων υπό των δικαστηρίων στηρίζεται και πάλιν εις το αξίωμα salus populi suprema lex esto (Η σωτηρία του Λαού, υπέρτατος νόμος ας είναι!), γίνεται δε δεκτόν ότι, η εκτίμησις της εξαιρετικής ανάγκης, ήτις επέβαλλε την έκδοσιν του αναγκαστικού νόμου, αποτελεί θέμα πολιτικής εκτιμήσεως, μη υποκείμενον εις τον έλεγχον των δικαστηρίων. Αλλά και επί του ζητήματος τούτου η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας χαράσσει πάλιν νέαν οδόν δεχομένη ότι η δικαστική εξουσία οφείλει να ελέγχει την κρίσιν ταύτην της Κυβερνήσεως όταν αύτη υπερβαίνει τα άκρα όρια της εννοίας της υπερτάτης ανάγκης».
Τι δέχεται σήμερα το Συμβούλιο της Επικρατείας; Σύμφωνα με την υπ’  αριθμό 3636/ 1989 της Ολομέλειας του, «σκέψη υπ’  αριθμό 4. Επειδή, στην παράγραφο 1 του άρθρου 44 του Συντάγματος ορίζονται τα   ακόλουθα   … Από  την  πιο  πάνω     συνταγματική  διάταξη  προκύπτει  ότι  ζήτημα  δικαστικού  έλεγχου  της συνδρομής  η  μη  των  εκτάκτων  περιστάσεων  εξαιρετικά επείγουσας και     απρόβλεπτης ανάγκης, δεν  μπορεί  να  τεθεί,  γιατί,  αν  μεν  η  πράξη νομοθετικού περιεχομένου κυρωθεί μέσα στις συνταγματικές προθεσμίες από τον  νόμο, οι ρυθμίσεις της καθίστανται ρυθμίσεις του νομού και μάλιστα αναδρομικώς,  αφού  η  “κύρωση”  από  μέρους   του   νομού   εμπεριέχει εννοιολογικως  την  αναδρομήν  του  νόμου,  ο  νόμος  δε, σύμφωνα με το Σύνταγμα, δεν υπόκειται ως προς τη ρύθμιση οποιουδήποτε  θέματος,  είτε     εφεξής  είτε  αναδρομικώς,  στον  περιορισμό  “των εκτάκτων περιστάσεων εξαιρετικά  επείγουσας  και  απρόβλεπτης  ανάγκης”,  αν  δε   η   πράξη νομοθετικού  περιεχομένου  δεν  υποβληθεί  εμπροθέσμως  στη  Βουλή προς κύρωση η δεν κυρωθεί από τη Βουλή, η μνημονευόμενη συνταγματική διάταξη ορίζει ότι η πράξη αυτή παύει να ισχύει  “στο  εξής”,  άρα  ότι  πάντως ισχύει  για  το  διάστημα  από  τη  δημοσίευση της μέχρι την εκπνοή των     συνταγματικών προθεσμιών για την κύρωση της η,  κατά  περίπτωση,  μέχρι την  απόφαση  της  Βουλής να μην την κυρώσει είτε γιατί δεν συμφωνεί με την εκτίμηση της  Κυβέρνησης  και  του  Προέδρου  της  Δημοκρατίας  ότι συνέτρεχαν έκτακτες περιστάσεις που δικαιολογούσαν την απόκλιση από την κοινή  νομοθετική  διαδικασία  είτε  γιατί  δεν συμφωνεί από ουσιαστική άποψη με το περιεχόμενο της ρύθμισης που έγινε με την Πράξη. Άλλωστε, η κρίση ως προς το έκτακτο των περιστάσεων και το εξαιρετικώς επείγον και     απρόβλεπτο της ανάγκης δεν υπόκειται  σε  δικαστικό  έλεγχο,  κατά  την έννοια  του  αρθρ.   44 παρ. 1 του Συντάγματος, γιατί συνδέεται με την εκτίμηση της ανάγκης του μέτρου,  η  οποία  ανάγεται  στην  σφαίρα  της πολιτικής ευθύνης των οργάνων που κατά το Σύνταγμα ασκούν στην πιο πάνω περίπτωση  τη  νομοθετική εξουσία». Τα ίδια δέχεται ακόμη και σήμερα το ίδιο ανώτατο Διοικητικό Ακυρωτικό μας [βλ∙ ΣτΕ 136/ 2013, σκέψη υπ’  αριθμό 13. Επειδή, η συνδρομή ή μη των έκτακτων περιπτώσεων εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης, κατά το άρθρο 44 παρ. 1 του Συντάγματος, δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, ως αναγόμενη στην σφαίρα της πολιτικής ευθύνης των ασκούντων στην περίπτωση αυτή νομοθετική εξουσία πολιτειακών οργάνων (βλ. ΣτΕ Ολομ. 1250/ 2003, 3636/ 1989). Συνεπώς, δεν χωρεί δικαστικός έλεγχος ως προς το ζήτημα αν συνέτρεχε πράγματι έκτακτη περίπτωση εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης για τη θέσπιση της ως άνω ρύθμισης του άρθρου 11 της από 4.12.2012 πράξης νομοθετικού περιεχομένου και, συνεπώς, ο λόγος με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος].
Η θέση και στάση του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Μπορεί, άραγε, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας [ο θλιβερός, ο θλιβερός, έστω, αυτός Πρόεδρος της Δημοκρατίας] να παρέμβει αρνούμενος να υπογράψει τέτοιες ολοκληρωτικές ρυθμίσεις καίριες για τις ατομικές ελευθερίες; ΟΧΙ! Εκτέθηκε αυτή η άρνηση δυνατότητας παρέμβασης του Προέδρου μέσω της παρατεθείσας απόφασης Εφετείου Θες/ κης υπ’  αριθμό 35/ 1986. Τι λέει η Επιστήμη [αλλά για τους νομικούς, όχι για τους πολιτικάντηδες, υπερισχύει αυτά που λέει η νομολογία (δηλαδή η ερμηνεία που αποδίδουν στο δίκαιο οι δικαστικές αποφάσεις και όχι η Επιστήμη)]; Κατά μεν την άποψη του γνωστού Καθηγητή Κώστα Χρυσόγονου [περιοδικό Ελληνική Δικαιοσύνη, έτους 1991, σελίδα 705 επόμενα σε μελέτη του υπό τον τίτλο «ο έλεγχος της συνδρομής των ουσιαστικών προϋποθέσεων για την έκδοση Π.Ν.Π»], «… υποστηρίζεται ότι δεν υπάρχει συναπόφαση Προέδρου και κυβέρνησης, αλλά αντίθετα υποχρέωση, καταρχήν, του Προέδρου να υπογράψει. Η εκδοχή αυτή είναι ορθότερη διότι συνηγορούν υπέρ αυτής τόσο ο κοινοβουλευτικός χαρακτήρας του πολιτεύματος, όσο και ειδικότερα το άρθρο 82 § 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο αρμόδια για τη χάραξη της γενικής πολιτικής της χώρας είναι η Κυβέρνηση. Εάν το «μπορεί» του άρθρου 44 § 1 θεωρείτο πως καθιερώνει ευχέρεια του Προέδρου να αρνείται την έκδοση πράξεων, οι οποίες του προτείνονται από την κυβέρνηση, βασισμένος σε εκτιμήσεις σκοπιμότητας, τότε ακριβώς ο Πρόεδρος θα παρενέβαινε στη χάραξη και άσκηση της γενικής πολιτικής, στην οποία κατ’  εξοχήν ανάγονται τέτοιες εκτιμήσεις σκοπιμότητας. Ωστόσο ο αρχηγός του κράτους είναι αρμόδιος να ελέγξει και να αρνηθεί την έκδοση της πράξης, εφόσον η τελευταία προφανώς παραβιάζει είτε τις σχετικές με τις προϋποθέσεις έκδοσης της διατάξεις του Συντάγηματος, είτε άλλες, ανάλογα προς ό,τι συμβαίνει κατά την υποβολή στον Πρόεδρο σχεδίων διαταγμάτων. Συνεπώς, αν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, αν και δεν επιτρέπεται να παρέμβει σε ό,τι αφορά τη σκοπιμότητα της πράξης, είναι ωστόσο αρμόδιος να ελέγξει την αντισυνταγματικότητα, δηλαδή την υπέρβαση των ακραίων λογικών ορίων της έννοιας έκτακτη περίπτωση εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκηςή αντιμετώπιση επείγουσας ανάγκης. Η αρμοδιότητα αυτή θεμελιώνεται στην έννοια της έκδοσης της πράξης την οποία πραγματοποιεί σύμφωνα με το άρθρο 44 § 1 του Συντάγματος ο Πρόεδρος».

Η θέση μου απέναντι στον Κρατικό Γκαίμπελς.
Ειλικρινά, επομένως, εγώ δεν αντιλαμβάνομαι τι νόημα έχει η προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας! Τι νόημα! Από την παραπάνω ανάλυση προκύπτει σαφώς ότι η άσκηση νομοθετικού έργου μέσω αυτών των νομοθετικών διαταγμάτων [των Π.Ν.Π] είναι μια απροκάλυπτη μορφή ολοκληρωτικής διακυβέρνησης. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν έχει καμιά εξουσία να διαφωνήσει, οπότε ουσιαστικά κυβερνά ο εκάστοτε Fuehrer του κυβερνώντος Πολιτικού Auschwitz! Τα Πολιτικά Auschwitz στη Περιοχή της Βαλκανίας, ακριβώς επειδή είναι διαμορφωμένα ως εκτροφεία ολοκληρωτικής αντίληψης, χειρότερης και από αυτή του στρατιωτικού λόχου, κυριολεκτικά ένα μαντρί για πρόβατα, δεν υπάρχει η παραμικρή ελπίδα να διανοηθούν να καταψηφίσουν! Μόνη ευθύνη αυτών που μετέρχονται αυτές τις ολοκληρωτικές μορφές διακυβέρνησης είναι η Πολιτική Ευθύνη. Όμως, όπως κατ’  επανάληψη γράφω–και δεν πρωτοτυπώ βέβαια στη διαπίστωση μου αυτή–ένας Λαός έχει τους κυβερνήτες που του ταιριάζουν! Σ’  αυτό είμαι ΔΟΓΜΑΤΙΚΟΣ, ΑΠΟΛΥΤΟΣ! Ή όπως πληρέστερα το αναφέρει ο Μεγάλος Ζ.Ζ. Ρουσσώ, «Η λαϊκή κυριαρχία, ωστόσο, δε μπορεί ίσως να εκπροσωπηθεί, για τον ίδιο λόγο που δε μπορεί και να αλλοτριωθεί. Στηρίζεται ουσιαστικά στη γενική βούληση, κι η βούληση δεν αντιπροσωπεύεται, είτε είναι η ίδια, η μια ή η άλλη, δεν υπάρχει εδώ μέση κατάσταση. Οι βουλευτές δεν είναι κι ούτε μπορούν να είναι εκπρόσωποι της λαϊκής κυριαρχίας, είναι, απλά, οι φορείς των εντολών της. Δε μπορούν να αποφασίζουν οριστικά για τίποτα. Ο κάθε νόμος, που ο λαός προσωπικά δεν έχει επικυρώσει, θεωρείται άκυρος, δεν είναι καθόλου νόμος. Ο αγγλικός λαός πιστεύει ότι είναι ελεύθερος αλλά ξεγελιέται πολύ, γιατί ελεύθερος είναι μόνο στη διάρκεια της εκλογής των μελών του κοινοβουλίου. Από τη στιγμή όμως που θα εκλέξει αυτούς τους αντιπροσώπους, γίνεται σκλάβος, δεν είναι τίποτα. Σ’ ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΣΥΝΤΟΜΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΤΟΥ Η ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΠΟΥ ΚΑΝΕΙ ΑΞΙΖΕΙ, ΣΤ’ ΑΛΗΘΕΙΑ, ΝΑ ΤΗ ΧΑΣΕΙ».
Σίγουρα δεν είναι ευχάριστο να στέλνεις ανθρώπους στην ανεργία. Όμως γιατί αυτή η πρεμούρα [προσωπικά δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία πως οι εξεγερμένοι είναι τα σόγια και οι φίλοι των απολυμένων «επαναστατών» του Κρατικού Γκαίμπελς!] για τους υπό απόλυση κρατικοδίαιτους υπαλλήλους του Κρατικού Γκαίμπελς; Και φυσικά δε δίδω καμιά σημασία, καμία πίστη στους γραφικούς γκαλοπατζήδες οι οποίοι θα έπρεπε ΟΛΟΙ τους να είναι στη φυλακή για το πώς χαλιναγωγούν την κοινή προβατοειδή γνώμη! Έχω κάποιες απορίες: θέλουν να παραμείνει δημόσιος ο Κρατικός Γκαίμπελς; Μη τους στερήσουμε αυτή τη χαρά, μη τους τη στερήσουμε! Με ένα όρο: να λειτουργούν με κριτήρια ιδιωτικής οικονομίας. Καπιταλισμό δε μας λένε πως έχουμε; Γιατί θα πρέπει να υποχρεώνεται ο Πολίτης να συντηρεί αυτούς τους τύπους με εξευτελιστικές τηλεθεάσεις [και δε το συμπεραίνω αυτό από τους θλιβερούς, κατάπτυστους, απατεώνες γκαλοπατζήδες αλλά από τη μεταπήδηση τους στα ιδιωτικά σκουπιδοκάναλα όπου δεν έχουν αυτοί ζωή πάνω από δυο μήνες!] και εξωφρενικούς μισθούς; Ας φροντίσουν να επιβιώσουν όπως τα σκουπιδοκάναλα, δηλαδή με τις διαφημίσεις. Και βάσει της θεωρίας της δημιουργικής καταστροφής του Αυστριακού Joseph Schumpeter [εδώ] μια επιχείρηση όταν δε πάει καλά οφείλει να ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΤΑΙ από την οικονομική ζωή! Άλλη απορία: γιατί αυτοί οι «επαναστάτες» όταν έβλεπαν να γεμίζει ο Κρατικός Γκαίμπελς από παρείσακτους κομματόσκυλους δεν αντέδρασαν; Δεν αντιλαμβάνονταν ότι κάποιο στιγμή το μπακάλικο του Κρατικού Γκαίμπελς θα χρεοκοπούσε; Αλλά, όχι! Η νοοτροπία τους ήταν: τι με νοιάζει εμένα, εγώ τους πληρώνω; Τα κορόιδα [για να μη χρησιμοποιήσω βαρύτερη έκφραση] οι χαρατσοοφειλέτες νεόδουλοι ιθαγενείς! Δόστε τους τον Κρατικό Γκαίμπελς να τον διαχειριστούν μόνοι τους για να διαπιστωθεί γρήγορα, πολύ γρήγορα, η ανικανότητα τους! Αν τα καταφέρουν, ας μοιράζονται όσους μισθούς θέλουν! Φτάνει να μη μου πειράζουν την τσέπη, δεν τους ΟΦΕΙΛΩ ΤΙΠΟΤΑ, δεν απολαμβάνω από αυτούς ΤΙΠΟΤΑ!
Επί της ενημέρωσης. Αν έχουν κόκο αλήθειας αυτά που παρουσιάζουν οι θλιβεροί, κατάπτυστοι γκαλοπατζήδες, η αναγνωσιμότητα [τηλεθέαση] τους είναι για γέλια. Ελεεινό παραμάγαζο του κρατικού Γκαιμπελισμού είναι! Ελεγχόμενοι από τον Εσωτερικό Δυνάστη, εκάστοτε Fuehrer δεν έχουν την παραμικρή δυνατότητα να είναι αντικειμενικοί. Εδώ δεν την έχουν οι εγχώριοι νταβατζήδες γιατί εξαρτώνται, πάλι!, από τον Fuehrer είτε μέσω των κρατικών διαφημίσεων είτε μέσω των κρατικών εργολαβιών, αφού τα σκουπιδοκάναλα και τις σκουπιδοφυλλάδες τους τις έχουν για να εκβιάζουν–αν μπορούν–τον εκάστοτε Εσωτερικό Fuehrer. Όσες φορές επιχείρησαν αυτοί οι «επιχειρηματίες» να επενδύσουν στα Βαλκάνια [δε μιλάω για Ευρώπη ή Αμερική] απέτυχαν παταγωδώς!
Συμπεραίνω καταλήγοντας: δόστε αυτό το ΚΑΤΑΠΤΥΣΤΟ παραμάγαζο του Κρατικού Γκαίμπελς, το εκτροφείο της ΜΑΥΡΗΣ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑΣ του εκάστοτε Fuehrer, του μηχανισμού μαυρίσματος της ψυχής των νεόδουλων, στους κομματόσκυλους διαχειριστές του! Έτσι, και δε θα τους ηρωποιήσετε και δε θα χάσετε και τους σίγουρους ψήφους αυτών των Κομματόσκυλων Σας. Μα καλά είστε τόσο ανόητοι κ.κ. Fuehrer και Πολιτικά Auschwitz; Τόσο ανόητοι;

Όσο δε για τα Πολιτικά Auschwitz αρκεί να σταθεί κάποιος στα Ορφανά του Στάλιν! Έκλεισαν τον δικό τους τηλεοπτικό σταθμό [ποιoς τους έβλεπε;], απολύσεις από την ΤΥΠΟΕΚΔΟΤΙΚΗ, από το Ριζοσπάστη αλλά, κατά τα λοιπά, τους έπιασε ο πόνος για τους Κομματόσκυλους του Κρατικού Γκαίμπελς! Προφανώς η ανεργία είναι επώδυνη ανάλογα με τι κομματικά ή απολιτικά χρώματα έχει ο άνεργος!! Και πάνω απ’  όλα, αρκεί να μη τους πληρώνω Εγώ [το Πολιτικό Auschwitz]!

Addthis