Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2014

Ένορκοι: θεσμός που διασύρει τη Δικαιοσύνη!

Γράφει ο Γιώργος Ε. Φραγκούλης. ΠΗΓΗ.-

οι δικαστικές συνειδήσεις δεν καθιδρύονται με νομικές διατάξεις, ούτε μορφοποιούνται με πομπώδεις εξορκισμούς. Είναι καρποί αγωγής και ακάματου μοχθου και ψυχικής ανθοφορίας απαύγασμα. Εξ ου και οι φωτεινές δικαστικές συνειδήσεις στη χώρα μας δεν χρειάστηκαν πλέγματα προοδευτικών διατάξεων για να αναδειχθούν. Έλαμψαν, τουναντίον, στο ζόφος της απολυταρχίας και διακρίθηκαν σε καθεστώτα ανελευθερίας και καταπιέσεων. Η φροντίδα επομένως, επιλογής των αρίστων είναι το πρώτο μέλημα της Πολιτείας” [Δημήτρης Τσεβάς].

     Κύριε Διευθυντή,



με αφορμή τις τελευταίες συζητήσεις γύρω από τον θεσμό!! των ενόρκων θα ήθελα να εκφράσω, σαν πολίτης που θέλει να συμμετέχει–όπως απαιτεί εδώ και αιώνες ένας μεγάλος πρόγονος μας [“μόνοι γαρ τον τε μηδέν τώνδε μετέχοντα ουκ απράγμονα, αλλ΄ αχρείον νομίζομεν” Θουκυδίδης, Ιστορίες, Βιβλίο Β΄, § 40.4-6]–στη διαμόρφωση της κοινωνικής ζωής στον περίγυρο του, κάποιους προβληματισμούς μου.

     Ποια είναι η δικαιολογία της δημιουργίας του θεσμού των ενόρκων; «Το μόνο που φαίνεται ότι μπορεί να δικαιολογήσει το παράδοξο αυτό, είναι η ύπαρξη μιας κάποιας δυσπιστίας προς τους τακτικούς δικαστές σε σχέση με τις ποινικές υποθέσεις. Πράγματι, η δυσπιστία των ανδρών της γαλλικής επανάστασης προς την τάξη των επαγγελματιών δικαστών, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί και λειτουργήσει κατά τους χρόνους της απολυταρχίας, υπήρξε ο λόγος της εισαγωγής του θεσμού των λαϊκών δικαστών στην Γαλλία το 1791 και από κει στη λοιπή ηπειρωτική Ευρώπη κατ΄ επιρροή του αγγλικού προτύπου, το οποίο από παλιά συγκέντρωνε τον θαυμασμό των Διαφωτιστών” [Ν. Ανδρουλάκης]. Απορία επιζητούσα απάντηση από τους ένθερμους υποστηρικτές των ενόρκων: μήπως ζούμε στη χώρα μας σε καθεστώς απολυταρχίας και οι δικαστές μας είναι τάχα πειθήνιοι υπάλληλοι του εκάστοτε Βασιλιά Ήλιου; Ποιοι άραγε εισέρχονται σήμερα [και από ανέκαθεν!]στο δικαστικό σώμα στη χώρα μας; Όχι προφανώς, όπως χυδαία διαδίδεται από τους βολεμένους, οι ανίκανοι και αποτυχημένοι Δικηγόροι! Αλλά [στη συντριπτική πλειοψηφία τους] τα φτωχόπαιδα που δεν έχουν ματσωμένο μπαμπά να τους έχει στρωμένο τον επαγγελματικό κύκλο ώστε να επιβιώσουν στον σκληρότατο χώρο της Δικηγορίας [αυτό το είχε ομολογήσει σε κάποια συνέντευξη του, μεταξύ άλλων, και ο Δικαστής–καταδικαστής των δικτατόρων Γιάννης Ντεγιάννης]. Είναι άραγε δυνατόν τέτοια παιδιά να είναι πειθήνιοι υπάλληλοι απολυταρχικών αντιλήψεων;

     Ποια είναι λοιπόν τα περίφημα πλεονεκτήματα του θεσμού αυτού για τα οποία κρίνεται ότι πρέπει να εξακολουθεί να υπάρχει, υποστηρίζεται δε τώρα τελευταία ότι πρέπει να παραχωρηθεί κι άλλη ποινική ύλη!! προς εκδίκαση στους ενόρκους. Μας πληροφορεί λοιπόν και πάλι ο Ν. Ανδρουλάκης, “εν πρώτοις, σε αντίθεση προς τους τακτικούς δικαστές, οι οποίοι από τα πράγματα έχουν λίγο-πολύ ένα κοινό οπτικό πεδίο και όμοιες γνώσεις και εμπειρίες, οι ορίζοντες των διαφορετικής και ποικίλης προέλευσης και απασχόλησης ενόρκων, λαμβανομένων στο σύνολο τους, είναι ευρείς και διαφοροποιημένοι. Έπειτα, γιατί οι ένορκοι αντιμετωπίζουν την ποινική δίκη ως ένα μοναδικό και κατά κανόνα ανεπανάληπτο γεγονός της ζωής τους, με αποτέλεσμα να εντείνουν εξαιρετικά την προσοχή και την καθόλου δεκτικότητα τους απέναντι στα όσα διαδραματίζονται στο ακροατήριο. Αντίθετα ο τακτικός δικαστής, έχοντας ασχοληθεί κατά κόρον με ανάλογες υποθέσεις, αναπτύσσει συχνά την επικίνδυνη τάση να γενικεύει και, κατά συνέπεια, να παραγνωρίζει τις ιδιορρυθμίες της συγκεκριμμένης περιπτώσεως”. Αναφέρεται επίσης και το επιχείρημα που θάθελε να διατυπώσει ο κατηγ/νος στο δικαστή της έδρας σχετικά με την κατανόηση της ψυχολογίας του “δεν είμαστε το ίδιο και γι΄ αυτό δεν μπορείς να με καταλάβεις”. Κ. Διευθυντή, προ καιρού, ένας πελάτης μου τραπεζουπάλληλος σε μεγάλη Τράπεζα του Ηρακλείου ζήτησε τη συμβουλή μου, “ρε Γιώργο, μούρθε διορισμός ως ενόρκου, πες μου τι να κάνω; τι σχέση έχω εγώ με δικαστήρια για να κάνω το δικαστή, να πάω κει πάνω και νά κάψω τσαθρώπους;”! Κ. Διευθυντή, είναι γνωστό ότι σήμερα στην χώρα μας προΐσταται της Δικαιοσύνης ένα από τα λαμπρότερα μυαλά που ανέδειξε ποτέ η ελληνική δικαστική οικογένεια, ο κ. Στέφανος Ματθίας. Παραθέτω απόσπασμα από τους προβληματισμούς που διετύπωσε το 1989 [σε άρθρο του με τίτλο « Οι ένορκοι, για τι;»] σχετικά με τους ενόρκους, “Οι ένορκοι, ενώ δεν έχουν έναντι των τακτικών δικαστών πρόσθετους τίτλους λαϊκότητας, βρίσκονται σε αδυναμία να παρακολουθήσουν τις συχνά, ιδίως σήμερα, πολύπλοκες περιστάσεις διάπραξης του εγκλήματος, να συνδυάσουν και να αξιολογήσουν τα αποδεικτικά στοιχεία, να σταθμίσουν τη συμπεριφορά του φερόμενου ως δράστη και να προσδιορίσουν την ποινική του ευθύνη. Συναισθανόμενοι την αδυναμία τους αυτή, προσέρχονται στη δικαστική έδρα με την ψυχολογία του παρείσακτου. Συμμετέχουν ελάχιστα ή καθόλου στη διαδικασία. Όταν εκδηλώνουν ενδιαφέρον και παίρνουν ενεργότερο μέρος στη διαδικασία, δίνουν την εντύπωση ότι τελούν υπό το κράτος αθέμιτων επηρεασμών. Συχνότατα κατέχονται από συναισθήματα ταύτισης, ενοχών, φοβίας ή από ιδεοληψίες πολιτικές, θρησκευτικές ή ηθολογικές. Ανεξέλεγκτες προκαταλλήψεις παραμορφώνουν την κρίση τους. Όταν φτάσει η ώρα της διάσκεψης, οι ένορκοι είναι παραζαλισμένοι.  Άλλοτε καχύποπτοι απέναντι στους τακτικούς δικαστές, επειδή θεωρούν ότι αυτοί επιζητούν να υφαρπάξουν την ψήφο τους, άλλοτε άβουλοι, άλλοτε μπερδεμένοι σε φανταστικά διλλήματα. Αν αφεθούν ακαθοδήγητοι βρίσκονται στην ίδια σύγχυση στην οποία θα βρισκόταν ο τακτικός δικαστής που θα ήταν αναγκασμένος να κάνει μια χειρουργική επέμβαση. Αλλά και η καθοδήγηση τους είναι συχνά ανέφικτη. Διότι μέσα στο δωμάτιο της διάσκεψης είναι κλεισμένες δυο ετερόκλητες ομάδες που δεν μιλούν την ίδια γλώσσα. Οι ένορκοι δεν είναι ικανοί να συζητήσουν επειδή είναι δέσμιοι ιδεοληψιών και συναισθηματικών πιέσεων. Ιδίως όταν ο τύπος ασχολείται με τη δικαζόμενη υπόθεση και έχει εκφέρει ικασίες, κατέχονται από την ανησυχία πως θα κριθεί η ψήφος τους. Αισθάνονται περισσότερο κρινόμενοι παρά κριτές. Η εγγενής αντινομία του μικτού ορκωτού συστήματος συνίσταται στο ότι οι δυο ομάδες, των τακτικών δικαστών αφενός και των ενόρκων αφετέρου, είναι τόσο ανόμοιες ώστε δεν μπορούν να διασκεφθούν. Η έλλειψη γνώσεων, εξοικείωσης και συναίσθησης αποστολής των ενόρκων καθιστά αδύνατη την ισότιμη σύμπραξη τους με τους τακτικούς δικαστές”. Διερωτώμαι άραγε, θα βρεθεί κανείς “προοδευτικός”! να αμφισβητήσει το ήθος και τις γνώσεις του κ. Ματθία ώστε να χαρακτηρίσει αντιδραστικές τις απόψεις αυτές οι οποίες με βρίσκουν απόλυτα σύμφωνο άλλωστε. Σ΄ όλα τα ανωτέρω, προσθετέα και τα επόμενα: το θάρρος αντίστασης τους στις διάφορες πιέσεις. Προ καιρού, σε σχετική συζήτηση με μια οδοντίατρο, μέλος του Ε.Σ.Υ. μου έλεγε, “εμένα αν ήμουν ένορκος και εδίκαζα υπόθεση ανθρωποκτονίας, αν μου έκαναν ένα τηλεφώνημα απειλιτικό κατά της ζωής μου, θα αθώωνα χωρίς δισταγμό τον κατηγ/νο!”. Αυτό είναι το θάρρος, αυτή η δύναμη αντίστασης τους. Δεν συμβαίνει άραγε το ίδιο με τους δικαστές μας; Δεν είναι όλοι οι δικαστές μας το ίδιο! Όμως, μην ξεχνάμε ότι μέλη του δικαστικού σώματος υπεράσπισαν την τιμή της Δικαιοσύνης σε δύσκολες εποχές, όταν όλα τα σκιαζε η φοβέρα κια τα πλάκωνε η σκλαβιά [εφταετή σκοταετία]. Ποιος θα ξεχάσει ένα Τούση, ένα Μαργέλο, τους αδερφούς Φλώρους; Ποιος θα ξεχάσει τις δολοφονίες δικαστών από οργανώσεις βίας; Αλλά και πέραν τούτων, φανταστείτε στη σημερινή εποχή του αμοραλισμού και του ρουσφετιού, να τηλεφωνήσει κάποιος εθνοπατέρας σε ένορκο και να του ζητήσει να προσέξει τον κατηγορούμενο με αντάλλαγμα ένα ρουσφέτι. Αυτός, άραγε, θα μπορεί να αντισταθεί στην πίεση αυτή, στην εποχή της ανεργίας και των πράξεων απελπισίας, μάρτυρες των οποίων γινόμαστε όλοι αυτές τις ημέρες;

     Ποιοι είναι αυτοί που υποστηρίζουν την διαιώνηση και αναβάθμιση!! του θεσμού των ενόρκων; Γράφει και πάλι ο κ. Ματθίας, “οι συνήγοροι, γνωρίζοντας το συναισθηματικό κλίμα των ενόρκων, επιμένουν στις πτυχές που είναι πρόσφορες να διεγείρουν ευνοϊκές συγκινησιακές αντιδράσεις, προσπαθώντας παράλληλα να καλλιεργήσουν στους ενόρκους ευθυνοφοβία”. Η θέση μου: κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, οι Δικηγόροι του παραπάνω είδους! Ποια η εξήγηση αυτού του φαινομένου; Αρμοδιότερος όλων να μας απαντήσει δεν είναι άλλος από τον πατριάρχη της μαζικής ψυχολογίας. Εξηγούσε λοιπόν ο Γουσταύος Λε Μπον, “Τα ορκωτά δικαστήρια, όπως όλες οι μάζες, θαμπώνονται πολύ από το γόητρο, και ο Πρόεδρος Γκλαζέ παρατηρεί σωστά πως, δημοκρατικότατα στη σύνθεση τους, δείχνονται πολύ αριστοκρατικές στα αισθήματα τους: το όνομα, η καταγωγή, η μεγάλη περιουσία, η φήμη, η παράσταση ενός διάσημου Δικηγόρου, κάθε τι που ξεχωρίζει και κάθε τι που λάμπει αποτελούν σημαντικώτατο πλεονέκτημα για τους κατηγορούμενους. Για να επηρεάσουμε τα συναισθήματα των ενόρκων, όπως συμβαίνει με όλες τις μάζες, πρέπει πολύ λίγο να ανατρέχουμε στη λογική ή να μεταχειριζόμαστε εντελώς στοιχειώδη συλλογιστική διαδικασία. Και αυτό ακριβώς θα πρέπει να είναι η απασχόληση ενός καλού Δικηγόρου. Με δίδαξε η πείρα, έλεγε ένας άγγλος δικηγόρος, πως τη στιγμή που πρόκειται να διατυπώσουν την ετυμηγορία τους, χρειάζονται ένας ή δυο δραστήριοι άνθρωποι για να παρασύρουν τους υπόλοιπους ενόρκους. Κι αυτούς ακριβώς τους δυο-τρεις χρειάζεται να τους πείσουμε με επιδέξιες υποβολές. Πρέπει πρώτα-πρώτα και πριν απ΄ όλα να τους είμαστε αρεστοί. Όταν κάτι αρέσει στον άνθρωπο της μάζας κι όλας, έχει πεισθεί γι΄ αυτό και είναι ολότελα διατεθειμένος να θεωρήσει ως εξαίρετα όλα τα επιχειρήματα που του παρουσιάζουν. Είναι γνωστό πως στη διάρκεια των αγορεύσεων του στα κακουργιοδικεία ο Lachaudδεν άφινε καθόλου από τα μάτια του δυο ή τρεις ενόρκους που τους ήξερε ή τους ένιωθε πως είχανε επίδραση αλλά ήταν δύστροποι. Γενικά όμως κατόρθωνε να μεταπείσει αυτούς τους δύσπιστους. Ωστόσο μια φορά στην επαρχία συνάντησε ένα που μάταια τον πολιορκούσε με την πιο επίμονη επιχειρηματολογία επί τρία τέταρτα της ώρας: ο πρώτος της δευτέρας σειράς, ο έβδομος ένορκος. Ήταν πολύ απελπιστική η κατάσταση. Μονομιάς τότε, ενώ ανέπτυσσε με φλογερό τρόπο ένα επιχείρημα του, σταματάει και απευθυνόμενος στον Πρόεδρο του Κακουργιοδικείου, «Κύριε Πρόεδρε, δεν θα μπορούσατε να τραβήξετε την απέναντι σας κουρτίνα. Ο έβδομος κύριος ένορκος κινδυνεύει να στραβωθεί απ΄ τον ήλιο». Ο έβδομος ένορκος κοκκίνησε, χαμογέλασε, ευχαρίστησε. Είχε κερδιθεί από την υπεράσπιση”. Αυτή λοιπόν είναι η μεγάλη επιστημονική κατάρτιση!! αυτή είναι η απύθμενη! η μοναδική! η σπάνια! η χαρισματική! ικανότητα των αυτοαποκαλούμενεν ποινικολόγων!!!  Όλες αυτές οι μοναδικές ικανότητες τους περιέχονται σε μια λέξη:  ΥΠΟΚΡΙΤΙΚΗ!

     Χρέος όλων μας που αγαπάμε τη Δικαιοσύνη είναι να μαχόμαστε με πάθος τους ανεπαρκείς δικαστές. Δηλαδή, να εφαρμόσουμε την παρακαταθήκη του αξέχαστου Δημήτρη Τσεβά. Να μαχώμαστε για να έχουμε όσο το δυνατόν περισσότερους Τσεβάδες, Ζορμπάδες, Δαλιάνηδες, Κρουσταλάκηδες, στο ελληνικό δικαστικό σώμα. Αν πιστεύουμε [όπως εγώ] ότι ο πολίτης έχει δυο πολύτιμους συμμάχους απέναντι στην κρατική αυθαιρεσία, τον Τύπο και τη Δικαιοσύνη, αυτό έχουμε σαν χρέος. Δεν έχουμε ανάγκη από θεσμούς που εξυπηρετούν μονάχα την ΥΠΟΚΡΙΤΙΚΗ και καταρρακώνουν και ξεφτυλίζουν κάθε έννοια Δικαιοσύνης. Η Δικαιοσύνη σαν θεσμός ελευθερίας είναι ένα πολύτιμο αγαθό και είναι ασυγχώρητο έγκλημα να το αναθέτουμε σε δειλούς και ανεπαρκείς. Είναι καιρός, νομίζω, να περάσουμε από τη δικηγορία της κουρτίνας του κακουργοδικείου στην επιστημονική δικηγορία. Είναι καιρός η εφαρμοσμένη νομική επιστήμη να περάσει από τη  φάση της προϊστορίας της στην φάση της ιστορίας της. Έτσι, συμφωνώντας απόλυτα με τον Πρόεδρο κ. Ματθία, τάσσομαι ανεπιφύλακτα υπέρ της πλήρους κατάργησης αυτού του αναχρονιστικού θεσμού. Δικαιώματα δεν έχει μόνο ο εγκληματίας αλλά και, κυρίως, το θύμα και η επιζώσα οικογένεια του. Οι δίκες στη χώρα μας με ενόρκους, τον τελευταίο καιρό δικαιώνουν, δυστυχώς!, τους παρόντες προβληματισμούς μου.

     Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΕΒΔΟΜΑΔΑ της 15-6-1998, σελ· 20.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...