Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

Περι του μη δειν δανείζεσθαι [ΙΙ]

Πλούταρχος, περί του μη δειν δανείζειν [έκδοση ΝΕΦΕΛΗ, 2011, μετάφραση Πολυξένης Παπαπάνου, σελίδες 21-47].--
Το πρώτο μέρος του ανεπανάληπτου αυτού έργου του Πλούταρχου θυμηθείτε το εδώ. Το πρώτο μέρος [πρώτη ανάρτηση] του μνημειώδους αυτού έργου φιλοξένησε στο σπουδαίο ιστολόγιο του (εδώ)-με κολακευτικό πρόλογο για τον υποφαινόμενο-ο καταξιωμένος Δημοσιογράφος των ιστορικών και σπουδαίων ΑΝΤΙΘΕΣΕΩΝ στην ΚΡΗΤΗ T.V. κ. Γιώργος Σαχίνης. Γνωστό είναι πως ο Δημοσιογράφος αυτός ούτε κόλακας είναι ούτε έχει ανάγκη να είναι λόγω της αξιοσύνης του. Τον ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ πολύ, άλλη μια φορά για τη τιμή! Σημασία δεν έχει τι σου γράφουν ή τι σου λένε. Σημασία έχει ΠΟΙΟΣ το γράφει, ΠΟΙΟΣ το λέει! [Γ.Φ].-


Οι Μεσήνιοι λένε:
Υπάρχει μια Πύλος πριν την Πύλο, κι υπάρχει κι άλλη μια Πύλος [Στράβων, VIII, III, 7. Στην Πελοπόννησο υπήρχαν τρεις πόλεις με το όνοαμ Πύλος, στην Ήλιδα, στην Μεσσήνη και την Τριφυλία. σημείωση μεταφράστριας].
Για τους δανειστές μπορούμε να πούμε:
Υπάρχει τόκος πριν τον τόκο, κι υπάρχει κι άλλος τόκος.
Κι έπειτα περιγελούν βέβαια τους φιλοσόφους, που λένε ότι τίποτα δεν γεννιέται από το τίποτα· γιατί στην περίπτωση τους, από κάτι που ούτε υπάρχει ούτε υπήρξε, γεννιέται τόκος [σε πολλά σημεία ο Πλούταρχος παίζει με τις λέξεις, χρησιμοποιώντας τες με διπλή σημασία. Εδώ το παιγνίδι είναι οροφανές, καθώς η πρώτη σημασία της λέξης τόκος είναι γέννα. σημείωση μεταφράστριας]. Επιπλέον, θεωρούν τη δουλειά του φοροσυλλέκτη επαίσχυντη, παρόλο που είναι νόμιμη, ενώ οι ίδιοι, με τον δανεισμό, επιβάλλουν φόρους παρανόμως ή, για να πούμε τα πράγματα με τ' όνομα τους, δανείζοντας εξαπατούν διότι, όποιος παίρνει λιγότερα από το ποσό που γράφει -το συμφωνητικό, εξαπατάται. Οι Πέρσες μάλιστα, από όλα τα παραπτώματα, θεωρούν το ψέμα δεύτερο σε βαρύτητα, ενώ το χρέος πρώτο, καθώς οι οφειλέτες καταφεύγουν συχνά και σε ψεύδη. Περισσότερο ωστόσο ψεύδονται, και μάλιστα με δόλο, οι δανειστές στα κατάστιχά τους, όταν γράφουν ότι δίνουν στον τάδε το δείνα ποσό, ενώ του δίνουν λιγότερα. και αιτία των ψεμάτων τους είναι η πλεονεξία, όχι η ανάγκη ούτε η δυσπραγία, μα η απληστία, που στο τέλος, ενώ καταστρέφει τα θύματα τους, σ' εκείνους δεν φέρνει ούτε απόλαυση ούτε όφελος. Γιατί ούτε τα χωράφια που κατάσχουν από τους οφειλέτες τα καλλιεργούν ούτε στα σπίτια τους, απ' τα οποία τους έχουν πετάξει έξω, κατοικούν ούτε στα τραπέζια τους τρώνε- ούτε τα ρούχα τους φορούν παρά, με το που θα καταστρέψουν έναν, ρίχνονται στο κυνήγι και δεύτερου, χρησιμοποιώντας τον πρώτο για δόλωμα. Και η άγρια αυτή πρακτική εξαπλώνεται σαν πυρκαγιά, που μεταδίδεται από τον έναν στον άλλον και φουντώνει από τον όλεθρο και τον αφανισμό όσων βρεθούν στο πέρασμα της· ενώ ο δανειστής, που τη συνδαυλίζει και την τρέφει βλάπτοντας πολλούς, δεν αποκομίζει τελικά τίποτα περισσότερο από το να διαβάζει πότε πότε στα κατάστιχα του πόσους ανθρώπους πούλησε σκλάβους και πόσους ξεσπίτωσε, και να βλέπει πώς έφτασαν σ' αυτόν τα χρήματα που έχει συσσωρεύσει. Και μη νομίζετε ότι αυτά τα λέω επειδή έχω κηρύξει τον πόλεμο στους δανειστές·
ποτέ δεν κλέψανε τα βόδια μου ούτε και
τ' άλογα μου [Όμηρος, Ιλιάδα, Α 154. σημείωση μεταφράστριας].

Θέλω όμως να δείξω σ' όσους σπεύδουν απερίσκεπτα να δανειστούν πόση ντροπή φέρνει αυτό και πόση στέρηση της ελευθερίας, καθώς και ότι ο δανεισμός είναι πράξη υπέρτατης αφροσύνης και μαλθακότητας. Έχεις; Μη δανείζεσαι, γιατί δεν σου λείπουν. Δεν έχεις; Μη δανείζεσαι, γιατί δεν θα ξεπληρώσεις το χρέος σου. Ας τα δούμε αυτά τα δύο, το καθένα ξεχωριστά. Ο Κάτων είπε σ' έναν μοχθηρό ηλικιωμένο άντρα: «Γιατί, άνθρωπε μου, στα πολλά κακά των γερατειών προσθέτεις και την ντροπή της μοχθηρίας;». Έτσι κι εσύ, στη φτώχεια, που πολλά κακά φέρνει μαζί της, μην προσθέτεις και τις ταλαιπωρίες του δανεισμού και του χρέους, αλλά και μην στερείς το μόνο στο οποίο υπερέχει του πλούτου, την ξεγνοιασιά. Γιατί τότε προκύπτει η γελοία κατάσταση της παροιμίας:

Δεν μπορώ να κουβαλήσω την κατσίκα, 
φορτώστε στους ώμους μου το βόδι.
Πλούταρχος

Ενώ λοιπόν δεν μπορείς να τα βγάλεις πέρα με τη φτώχεια σου, φορτώνεις στον εαυτό σου και τον δανειστή, φορτίο δυσβάσταχτο και για άνθρωπο πλούσιο. Μα πώς θα ζήσω; ρωτάς, ενώ έχεις χέρια, έχεις πόδια, έχεις φωνή, είσαι άνθρωπος και άρα ικανός να αγαπάς και να αγαπιέσαι, να προσφέρεις και να εκφράζεις ευγνωμοσύνη για όσα σου προσφέρουν. Γίνε δάσκαλος, παιδαγωγός [οι παιδαγωγοί ήταν συνήθως δούλοι, που είχαν ως καθήκον τους να συνοδεύουν τα παιδιά στις διάφορες υποχρεώσεις τους και να επιβλέπουν την ανατροφή και την εκπαίδευση τους. σημείωση μεταφράστριας], θυρωρός, ναυτικός· τίποτε απ' αυτά δεν είναι πιο επαίσχυντο ούτε και πιο δυσάρεστο από το ν' ακούς να σου λένε «πλήρωνε».
Ο Ρουτίλιος [Ρωμαίος Συγκλητικός, 25-92 π.Χ. σημείωση μεταφράστριας], ο γνωστός Ρωμαίος, πήγε στον Μουσώνιο [Ρωμαίος στωϊκός φιλόσοφος που έζησε τον 1 ο μ.Χ αιώνα, δάσκαλος του Επίκτητου. σημείωση μεταφράστριας] και του είπε: «Μουσώνιε, ο Ζευς ο Σωτήρας, που τον μιμείσαι και τον έχεις για πρότυπο σου δεν δανείζεται». Και ο Μουσώνιος χαμογελώντας αποκρίθηκε: «Ούτε και δανείζει».
Ο Ρουτίλιος λοιπόν, δανειστής ο ίδιος, επέκρινε εκείνον επειδή δανειζόταν. Τι στωική αλαζονεία! Γιατί επικαλείσαι τον Δία τον Σωτήρα, όταν μπορείς να αναφερθείς σε πράγματα που έχεις μπρος στα μάτια σου; Δεν δανείζονται τα χελιδόνια, δεν δανείζονται τα μυρμήγκια, που η φύση δεν τους έδωσε ούτε χέρια ούτε λογική ούτε τέχνη· ενώ οι άνθρωποι, παρά την ανώτερη ευφυΐα τους, συντηρούν, για τις πολλές τους ικανότητες, άλογα, σκύλους, πέρδικες, λαγούς, καλιακούδες. Έχεις δηλαδή σχηματίσει για τον εαυτό σου τη γνώμη ότι είσαι πιο αναξιόπιστος από την καλιακούδα και πιο κακόφωνος από την πέρδικα και ταπεινότερης καταγωγής από τον σκύλο, ώστε να μην μπορείς να εξασφαλίσεις βοήθεια από κανέναν άνθρωπο φροντίζοντας, διασκεδάζοντας, προστατεύοντας τον ή πολεμώντας γι' αυτόν; Δεν βλέπεις πόσες ευκαιρίες προσφέρουν και η στεριά και η θάλασσα;
Και είδα λοιπόν τον Μίκυλο [είναι μάλλον άγνωστο για ποιον πρόκειται. Σύμφωνα με μια εκδοχή, αντιπροσωπεύει τον φτωχό, τίμιο βιοπαλαιστή, κάτι τέτοιο ωστόσο δεν θα ταίριαζε απολύτως στα συμφραζόμενα. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, πρόκειται για τον παπουτσή Μίκυλλο, ένα από τα πρόσωπα του έργου του Λουκιανού, Κατάπλους ή Τύραννος. σημείωση μεταφράστριας] λέει ο Κράτης [Κυνικός φιλόσοφος (365-285 π.Χ) καταγόμενος από τη Θήβα, δάσκαλος του Ζήνωνα (333-262 π.Χ), ιδρυτή του Στωικισμού. σημείωση μεταφράστριας] να ξαίνει μαλλί, μαζί και η γυναίκα του, σ' έναν φοβερό αγώνα για να γλιτώσουν τον λιμό.
Και ο βασιλιάς Αντίγονος [Αντίγονος Γονατάς βασιλιάς της Μακεδονίας (319-239 π.Χ). Θαύμαζε τον Ζήνωνα και κατά καιρούς υπήρξε ακροατής του Κλεάνθη. σημείωση μεταφράστριας] ρώτησε τον Κλεάνθη [Στωικός φιλόσοφος (331-232 π.Χ), καταγόμενος από την Άσσο της Τρωάδας, μαθητής και διάδοχος του Ζήνωνα. σημείωση μεταφράστριας], βλέποντας τον και πάλι στην Αθήνα: «Ακόμη αλέθεις, Κλεάνθη;». «Αλέθω, βασιλιά», είπε. «ώστε να μην εγκαταλείψω τον Ζήνωνα ούτε και τη φιλοσοφία». Τέτοιο ήταν το πνεύμα του ανθρώπου αυτού, που, ερχόμενος από τον μύλο και τη σκάφη του ζυμώματος, με το ίδιο το χέρι που άλεθε κι έψηνε το ψωμί έγραφε για τους θεούς, τη σελήνη, τα άστρα και τον ήλιο. Κι όμως εμείς αυτές τις θεωρούμε εργασίες που μόνο σε δούλους αρμόζουν. Για να διατηρήσουμε λοιπόν την ελευθερία μας ενώ έχουμε συνάψει δάνεια, κολακεύουμε ανθρώπους που καταστρέφουν σπιτικά, γινόμαστε σωματοφυλακές τους, τους καλούμε σε γεύματα, τους προσφέρουμε δώρα και τους πληρώνουμε φόρους, κι όλα αυτά όχι γιατί μας αναγκάζει η φτώχεια (αφού κανείς δεν δανείζει σε φτωχό), αλλά για χάρη της πολυτέλειας. Αν αρκούμασταν στα απαραίτητα, οι δανειστές δεν θα υπήρχαν ως είδος, όπως δεν
υπάρχουν Κένταυροι και Γοργόνες
. Τους δανειστές τους δημιούργησε η τρυφή, όπως ακριβώς και τους χρυσοχόους, τους αργυροχόους, τους αρωματοποιούς και τους βαφείς υφασμάτων. Διότι χρεωνόμαστε για να πληρώσουμε όχι το ψωμί και το κρασί, μα εξοχικές κατοικίες, δούλους, μουλάρια, ανάκλιντρα και τραπεζώματα, καθώς και για να χρηματοδοτούμε, χωρίς καμία συγκράτηση, θεάματα για τις πόλεις, επιδιδόμενοι σε στείρους και δυσάρεστους ανταγωνισμούς. Άνθρωπος όμως που μπλέκει μια φορά, μένει χρεώστης για πάντα και, σαν άλογο που του έχουν φορέσει χαλινάρι, δέχεται στη ράχη του τον έναν αναβάτη μετά τον άλλον· και μη βρίσκοντας κανένα καταφύγιο σ' εκείνα τα λιβάδια και τα βοσκοτόπια, περιπλανιέται μάταια, όπως οι δαίμονες [Πνεύματα καταδικασμένα από τους θεούς να ζουν ως θνητοί και να περνούν από μια σειρά ενσαρκώσεων. σημείωση μεταφράστριας] που λέει ο Εμπεδοκλής, οι διωγμένοι απ' τους θεούς κι απ' τα ουράνια:
Ο μανιασμένος άνεμος στη θάλασσα τους ρίχνει, 
κι η θάλασσα τους ξεβράζει στην ξηρά· η γη
τους παραδίνει στις ακτίνες 
του ακάματου ήλιου· κι εκείνος στον άνεμο
που στροβιλίζεται.

«Ο ένας λοιπόν τον άλλο διαδέχεται», τοκογλύφος ή μεσάζοντας, πρώτα Κορίνθιος, έπειτα Πατρινός, έπειτα Αθηναίος, μέχρι που ο οφειλέτης, σφυροκοπούμενος από παντού, να γίνει χίλια κομμάτια και να ξοφλήσει. Αν πέσει κάποιος μες στη λάσπη πρέπει ή να σηκωθεί αμέσως ή να μείνει ακίνητος· αν στριφογυρνάει και κυλιέται με το σώμα του μουσκεμένο, μαζεύει επάνω του ακόμη περισσότερη βρομιά. Αντιστοίχως και οι οφειλέτες, δανειζόμενοι από τον έναν για να πληρώσουν τον άλλον και μετακυλίοντας τα χρέη τους, φορτώνονται όλο και περισσότερους τόκους και δυσχεραίνουν όλο και πιο πολύ τη θέση τους· και δεν διαφέρουν σε τίποτε από ανθρώπους που πάσχουν από χολέρα, ασθένεια που, όχι μόνο δύσκολα θεραπεύεται, αλλά και που, προκαλώντας στους ασθενείς εμετούς, τους κάνει να αποβάλλουν το φάρμακο που τους έχει δώσει ο γιατρός, με αποτέλεσμα να γίνονται διαρκώς όλο και πιο άρρωστοι. Έτσι λοιπόν και οι οφειλέτες, δεν φροντίζουν να γλιτώσουν οριστικά από τα χρέη και, κάθε φορά που φτάνει η στιγμή, με οδύνη και σπαραγμό πληρώνουν τον τόκο, που ευθύς αμέσως τον διαδέχεται άλλος, προκαλώντας καινούριους πονοκεφάλους και ναυτίες· ενώ θα έπρεπε να απαλλαγούν από τις οφειλές τους, ώστε να ζήσουν υγιείς και ελεύθεροι.
Απ' αυτό το σημείο και εξής απευθύνομαι στους πιο εύπορους και στους πιο καλομαθημένους, σ' εκείνους που λένε: «Μα θα μείνω χωρίς δούλους, χωρίς σπιτικό και χωρίς στέγη;». Σαν να λέει στον γιατρό ένας άρρωστος, με σώμα πρησμένο από την ασθένεια: «Μα θα γίνω ισχνός και άσαρκος;». Γιατί όχι, αν έτσι θα είσαι υγιής; Μείνε λοιπόν κι εσύ χωρίς δούλους, για να μη γίνεις δούλος ο ίδιος· και χωρίς περιουσία, για να μη γίνεις περιουσία άλλου. Άκου την ιστορία με τους γύπες: Όταν κάποτε ένας γύπας έκανε εμετό και έλεγε ότι του βγαίνουν τα σωθικά, ένας άλλος, που ήταν παραδίπλα, αποκρίθηκε: «Και τι πειράζει; Δεν βγαίνουν τα δικά σου τα σωθικά, αλλά του πτώματος που μόλις κατασπαράξαμε». Έτσι και οι οφειλέτες, δεν πουλάνε τα δικά τους χωράφια ούτε τα δικά τους σπίτια, αλλά του δανειστή, που με τον νόμο κατέστησαν κύριο τους. «Μά τον Δία», λένε. «Τη γη αυτή μου την άφησε ο πατέρας μου». Μα και την ελευθερία και την αξιοπρέπεια, που θα πρέπει να είναι για σένα πιο σημαντικές, ο πατέρας σου σού τις έδωσε. Και το πόδι και το χέρι ο γεννήτορας σου το έκανε, αλλά, άμα σαπίσει, πληρώνεις γιατρό να σου το κόψει. Η Καλυψώ έντυσε τον Οδυσσέα «με ρούχα ευωδιαστά» [Όμηρος, Οδύσσεια ε 264. σημείωση μεταφράστριας] που ανέδιναν θεϊκή πνοή, δώρα και ενθύμια της αγάπης της. Μα όταν το πλεούμενο του ανατράπηκε, κι ο ίδιος πάλευε με τα κύματα, καταφέρνοντας μετά βίας να κρατηθεί στην επιφάνεια, έβγαλε από πάνω του τα ρούχα της Καλυψώς, που είχαν μουσκέψει και βαρύνει, τύλιξε το γυμνό του στήθος μ' ένα μαντίλι και
πέρα απ' την ακτή κολύμπησε, με βλέμμα
πάντα στη στεριά·

κι όταν πια ήταν ασφαλής, δεν του λείψανε ούτε ρούχα ούτε τροφή. Μήπως δεν τους βρίσκει φουρτούνα τους οφειλέτες, όταν εμφανίζεται κάθε τόσο ο δανειστής και λέει «πλήρωνε»;
Και με τα λόγια αυτά, τα νέφη σύναξε
και τάραξε τη θάλασσα
-και χύμηξαν ο σιρόκος κι ο νοτιάς, μαζί
κι ένας πουνέντες μανιασμένος [Οδύσσεια ε 291, 295. σημείωση μεταφράστριας].

Έτσι κι οι τόκοι σωρεύονται ο ένας πάνω στον άλλο· κι ο άνθρωπος που βλέπει να τον πνίγουν τα χρέη, αγωνίζεται να μείνει στην επιφάνεια, μα δεν μπορεί να κολυμπήσει μακριά απ' όσα τον βαραίνουν και να γλιτώσει. τον παρασύρουν στον βυθό και αφανίζεται μαζί με τους φίλους που είχαν εγγυηθεί για το δάνειο του. Ο Θηβαίος Κράτης, χωρίς να έχει κανέναν δανειστή να τον πιέζει και χωρίς μάλιστα να χρωστάει σε κανέναν, μη μπορώντας ν' αντέξει τις καθημερινές ευθύνες, τις έγνοιες και τους περισπασμούς, εγκατέλειψε μια περιουσία οκτώ ταλάντων, φόρεσε έναν φθαρμένο χιτώνα, πήρε κι ένα δερμάτινο σακούλι, και βρήκε καταφύγιο στη φιλοσοφία και την πενία. Ενώ ο Αναξαγόρας [Προσωκρατικός φιλόσοφος (499-428 π.Χ) καταγόμενος από εύπορη οικογένεια των Κλαζομενών της Μικράς Ασίας, τις οποίες εγκατέλειψε για να ζήσει στην Αθήνα. Θεωρείται ότι πρώτος έφερε τη φιλοσοφία από την Ιωνία στην Αθήνα. Στους μαθητές του συγκαταλέγονταν ο Περικλής και ο Ευριπίδης. σημείωση μεταφράστριας] άφησε τη γη του να γίνει βοσκοτόπι. Αλλά γιατί μιλάμε γι' αυτούς, όταν ο Φιλόξενος [Λυρικός ποιητής (436-380 π.Χ) καταγόμενος από τα Κύθηρα, διάσημος για τους διθυράμβους του. Αναφέρεται ότι προκάλεσε την μήνιν του τυράννου των Συρακουσών Διονύσιου όταν επανειλημένα εκφράστηκε αρνητικά για τις ποιητικές του απόπειρες. σημείωση μεταφράστριας], ο λυρικός ποιητής, έχοντας κλήρο σε σικελική αποικία, πολύ άνετη ζωή και πλούσιο σπιτικό, βλέποντας να βασιλεύει γύρω του η τρυφή, η ηδυπάθεια και η αμουσία, είπε: «Μά τους θεούς, απ' το να χαθώ εγώ εξαιτίας αυτών των αγαθών, προτιμότερο να χάσω εγώ αυτά»· κι αφήνοντας σε άλλους τον κλήρο του, εγκατέλειψε το νησί. Κι όμως οι οφειλέτες ανέχονται τις πιέσεις των δανειστών, ανέχονται να καταβάλλουν φόρο υποτέλειας, να γίνονται σκλάβοι, να εξαπατώνται· και υπομένουν, όπως ο Φινέας [Ο Δίας είχε τυφλώσει τον Φινέα και είχε αναθέσει στις Άρπυιες να του αρπάζουν το φαγητό προτού προλάβει να ικανοποιήσει την πείνα του. Από το μαρτύριο του τον απάλλαξαν οι Αργοναύτες, τους οποίους σε αντάλλαγμα συμβούλεψε πως να περάσουν τις Συμπληγάδες. σημείωση μεταφράστριας], να τους κλέβουν και να τους λεηλατούν φτερωτές Άρπυιες, που τους αρπάζουν την τροφή χωρίς καν να περιμένουν να έρθει η ώρα της· αγοράζουν το σιτάρι πριν θεριστεί και το λάδι πριν πέσει η ελιά, και λένε: «Για το κρασί δίνω τόσο» και σημειώνουν την τιμή· ενώ το σταφύλι κρέμεται ακόμη στο κλήμα, προσμένοντας τον Αρκτούρο [από τα λαμπρότερα άστρα του νυχτερινού ουρανού. Ανατέλλει περίπου στα μέσα Σεπτεμβρίου. σημείωση μεταφράστριας].
Πλούταρχος [έκδοση ΝΕΦΕΛΗ, 2011, σε μετάφραση Πολυξένης Παπαπάνου, σελίδες - See more at: http://www.gefragoulis.blogspot.gr/2014/10/blog-post_10.html#more
Πλούταρχος [έκδοση ΝΕΦΕΛΗ, 2011, σε μετάφραση Πολυξένης Παπαπάνου, σελίδες - See more at: http://www.gefragoulis.blogspot.gr/2014/10/blog-post_10.html#more

Addthis