Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2014

Η μυστήρια γοητεία της Νομικής Επιστήμης.

Karl Engisch, Εισαγωγή στη νομική σκέψη, 1981, σελίδες 17-22 [μετάφραση Διονυσίου Σπινέλη].
Όποιος καταπιάνεται με την προσπάθεια να φέρει τή νομική επιστήμη και τή νομική σκέψη πιο κοντά στον μή νομικό βλέπει πώς, σε σύγκριση με ό,τι συμβαίνει σε άλλες επιστήμες, έχει να αντιμετωπίσει αρκετές επιφυλάξεις και αντιρρήσεις. Άν ό νομικός κοιτάξει γύρω του στον κύκλο των θεωρητικών και πολιτιστικών επιστημών, στις όποίες ανήκει και η νομική, θα διαπιστώσει με ζήλια και στενοχώρια πώς οί περισσότερες άπό αυτές μπορούν να συναντήσουν extra muros πολύ περισσότερο ενδιαφέρον, κατανόηση και εμπιστοσύνη άπό ό,τι η δική του επιστήμη. Μάλιστα η γλωσσολογία, η φιλολογία, η θεωρία της τέχνης, η μουσικολογία και η θρησκειολογία γοητεύουν τον φιλομαθή άλλά όχι ειδικό πολύ περισσότερο άπό τή στενά συγγενική τους, κατά το αντικείμενο και τή μέθοδο, επιστήμη του δικαίου.


Χωρίς πολλούς ενδοιασμούς θα έκανε κανείς δώρο ένα βιβλίο με αρχαιολογικό ή ίστορικοφιλολογικό περιεχόμενο, όχι όμως και ένα με νομικό περιεχόμενο, ακόμη κι όταν δεν απαιτούνται ιδιαίτερες γνώσεις γιά το διάβασμα και τήν κατανόηση του. Οί συνηθισμένες εισαγωγές στη νομική επιστήμη, με σπάνιες εξαιρέσεις, φαίνεται ότι έχουν νά προσφέρουν κάτι μόνο στον αρχάριο νομικό, όχι όμως και στον ξένο προς τά νομικά. Πόσο συχνά βρίσκει κανείς ένα νομικό κείμενο στή βιβλιοθήκη ενός μή νομικού;
Οί λόγοι γι' αυτή τήν έλλειψη ενδιαφέροντος του μή ειδικού γιά τή νομική επιστήμη μπορούν νά βρεθούν εύκολα. Κι ωστόσο εδώ πρόκειται γιά κάτι πολύ ιδιόμορφο. Γιατί είναι ζήτημα αν άλλος πολιτιστικός τομέας άφορά τον άνθρωπο περισσότερο άπό ό,τι το δίκαιο. Υπάρχουν άνθρωποι πού μπορούν νά ζήσουν, και ζουν, χωρίς ζωντανή σχέση με τήν ποίηση, τήν τέχνη, τή μουσική. Υπάρχουν ακόμη άνθρωποι πού, όπως είπε ό Max Weber, είναι «άπό θρησκευτική άποψη άμουσοι». Άλλά δέν υπάρχει άνθρωπος πού νά μή ζει κάτω άπό το δίκαιο, πού νά μήν εγγίζεται και καθοδηγείται άπό αυτό. Ό άνθρωπος γεννιέται και μεγαλώνει μέσα στην κοινότητα και —με εξαίρεση μερικές ανώμαλες περιπτώσεις— ποτέ δέν αποχωρίζεται άπό την κοινότητα. Το δίκαιο όμως είναι ουσιαστικό στοιχείο της κοινότητας και γι' αυτό αναπόφευκτα μας άφορά. Ακόμη, η βασική αξία άπό την οποία πρέπει νά κατευθύνεται το δίκαιο, η δικαιοσύνη, δέν υπολείπεται άπό τις αξίες του ωραίου, του καλού και του άγιουΈνα δίκαιο δίκαιο «ανήκει στο νόημα του κόσμου". Γιατί μολαταύτα υπάρχει τόσο λίγο ενδιαφέρον για το δίκαιο και τή νομική επιστήμη; 
Θα μπορούσε κανείς νά αντιτάξει πώς άλλο είναι το δίκαιο και άλλο η νομική επιστήμη, και πώς μόνο αυτή η τελευταία φαίνεται ύποπτη στον μη ειδικό. Άλλά έκτος άπό το ότι και με το ίδιο το δίκαιο ό μή ειδικός ασχολείται μόνο όσο είναι πρακτικά επιβεβλημένο, το δίκαιο και η νομική επιστήμη δέν είναι καθόλου διαφορετικά πράγματα. Και πάντως διαφέρουν πολύ λιγότερο άπό ό,τι, λ.χ., η τέχνη άπό τή θεωρία της τέχνης. Βέβαια, και η θεωρία της τέχνης υπηρετεί τήν τέχνη διευκολύνοντας τήν κατανόηση της. Ακόμη, οί επιστημονικές θεωρίες μπορεί καμιά φορά νά επηρεάζουν τήν καλλιτεχνική δραστηριότητα. Γενικά όμως η τέχνη χαράζει τον δικό της δρόμο και η θεωρία της τέχνης τήν ακολουθεί, διαφωτίζοντας ή κάνοντας συλλογισμούς και ιστορικές αναδρομές- συχνά ό ίδιος ό καλλιτέχνης τήν αντιμετωπίζει με δυσπιστία, αν όχι με άρνηση και χλευασμό. Φυσικά, δέν έχω καμία πρόθεση νά αμφισβητήσω τή μεγάλη σημασία πού έχει η επιστημονική θεώρηση της τέχνης. Πόσο σημαντικός ήταν ό Winckelmann γιά τους κλασικούς μας! Πόσες επιτυχημένες παρατηρήσεις μας χάρισε ό Jackob Burckhardt ή ό Heinrich Woelfflin! Και όμως η διαπίστωση μας παραμένει: Τέχνη και θεωρία της τέχνης είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Παρόμοια ισχύουν μέ τις σχέσεις και άλλων πολιτιστικών επιστημών μέ το αντικείμενο καθεμιάς άπό αυτές.
Αντίθετα, είναι σχεδόν μοναδικό πλεονέκτημα της νομικής επιστήμης, σε σχέση μέ τις άλλες πολιτιστικές επιστήμες, ότι όχι μόνο συμβαδίζει και ακολουθεί τό δίκαιο, αλλά μπορεί νά συμβάλει στή διαμόρφωση και του δικαίου του ίδιου και της ζωής μέσα σε αυτό και κάτω άπό αυτό. Η νομική επιστήμη είναι ανέκαθεν επιστήμη πρακτική. Οί Ρωμαίοι ήξεραν τί κέρδιζαν μέ τή θεμελίωση της, γιά τήν οποία τους ανήκει αιώνια τιμή. Τήν εγκωμίασαν ώς («Divinarum atque humanarum rerum notitia» [γνώση των ανθρωπίνων και θείων πραγμάτων], τή θεώρησαν επομένως ζωντανότερη άπό όλες τις επιστήμες. Μέ τό δίκαιο και τή νομική τους επιστήμη έγιναν μεγάλοι και ισχυροί. Οί σκέψεις και οί παρατηρήσεις πού διατύπωσαν πραγματικά προικισμένοι και δημιουργικοί νομικοί έγιναν κτήμα του δικαίου όλων των εποχών, είτε γιατί ενέπνευσαν τους νομοθέτες είτε γιατί επηρέασαν τις δικαστικές αποφάσεις σέ ατομικές υποθέσεις. Έπί αιώνες οί νομικοί αντλούσαν άπό τή σοφία τών κλασικών ρωμαίων νομικών ή τών ιταλών μεταγλωσσογράφων (μετά τό 1250).
Άλλά και οί διδασκαλίες τών νεότερων νομικών, όπως ό Jhering, ό Windscheid, ό Binding, ό Liszt και ό Frank, υπήρξαν πάντα γόνιμες γιά τή νομική πρακτική και τή νομοθεσία, δηλαδή γιά τό ίδιο τό δίκαιο —χωρίς νά υπολογίσουμε τις περιπτώσεις όπου τό ίδιο τό νομοθετικό έργο ανατέθηκε σέ έναν νομικό διανοητή, όπως λ.χ. ανατέθηκε στον Eugen Huber η σύνταξη του Ελβετικού Άστικού Κώδικα του 1907. Αυτό τον κώδικα ό Wiacker στο βιβλίο του Privatrechtsgeschichte der Neuzeit τον χαρακτήρισε σάν «τό πολυτιμότερο προϊόν τής γερμανόφωνης νομικής επιστήμης του 19ου αιώνα μέ μορφή νόμου». Κανένας λογικός άνθρωπος δέν θά σκεφτεί νά τοποθετήσει γι' αυτό τους μεγάλους νομομαθείς πάνω άπό τους μεγάλους ιστορικούς, γλωσσολόγους και θεωρητικούς τής τέχνης, ή νά τους βάλει πλάι στους μεγαλοφυείς φιλοσόφους, ποιητές, καλλιτέχνες και μουσικούς. Ώς προς τήν άμεση όμως πολιτιστική τους επίδραση, τά σπουδαιότερα επιτεύγματα τής νομικής επιστήμης μπορούν κάλλιστα νά συγκριθούν μέ τά σημαντικότερα φιλοσοφικά δόγματα, έργα τέχνης και λογοτεχνικά δημιουργήματα. Άπό αυτή τήν άποψη έχουν τήν ίδια αξία. Είναι πιά αυτονόητο ότι αυτό συνεπάγεται μιά ιδιαίτερη ευθύνη γιά τή νομική επιστήμη.
Τελείως διαφορετική άπό τή διεκδίκηση κατανόησης και συμπάθειας σέ σχέση μέ τις άλλες θεωρητικές και πολιτιστικές επιστήμες είναι η συχνά αναγκαία υπεράσπιση τής νομικής άπό αμφισβητήσεις πού διατυπώνονται όταν συγκρίνεται μέ τις φυσικές επιστήμες. Τό γεγονός ότι γίνονται.τέτοιες συγκρίσεις σχετίζεται μάλλον μέ τό νομικό χαρακτήρα του δικαίου. Η επιστήμη του δικαίου, όπως και οί φυσικές επιστήμες, έχει αντικείμενο της νόμους. Οποιος μας αποκαλύπτει τους φυσικούς νόμους μας φανερώνει κάτι άπό τό Είναι και τήν Αναγκαιότητα. Οταν όμως ό νομικός μας οδηγεί κοντά στο Είναι, μπορεί νά μας πείσει γιά τήν αναγκαιότητα τών δικαιικών νόμων; Η ελευθερία, πού εύκολα παραχωρείται και αναγνωρίζεται στο ανθρώπινο πνεύμα εκεί όπου ενεργοποιείται η ατομικότητα, όπως συμβαίνει στις καλές τέχνες, πολύ συχνά εμφανίζεται σαν τύχη, αυθαιρεσία ή προπέτεια στην περιοχή του δικαίου, όπου πρέπει να κυριαρχούν κανόνες και νόμοι.
Βέβαια, και ό καλλιτέχνης παίρνει υπόψη του κανόνες και νόμους. Άλλά πρόκειται μόνο γιά «φόρμες», πού εκείνος μπορεί και οφείλει να τις γεμίσει με προσωπικό περιεχόμενο. Κι ακόμη, αυτές οι «φόρμες», αν και θεωρούνται σχετικά σταθερές, παίρνουν κατά περίπτωση ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Γι' αυτό διαφέρουν ανάλογα μέ τό πολιτιστικό περιβάλλον και είναι μεταβλητές στή ροή της ιστορίας. Δέν έχουν γενική ισχύ ούτε είναι αυστηρά δεσμευτικές. «Ό καλλιτέχνης μπορεί νά διαρρήξει τις φόρμες.» Όσον άφορα όμως τους νόμους οί οποίοι διέπουν και μέσα άπό τους οποίους κυριαρχεί τό δίκαιο, απαιτεί κανείς νά έχουν πάντα, όπως οί αλήθειες και οι φυσικοί νόμοι, γενική ισχύ — και όταν δέν συμβαίνει κάτι τέτοιο, απογοητεύεται βαθιά. Ό Pascal εξέφρασε μέ κλασικό τρόπο αυτή τήν απογοήτευση μέ τά παρακάτω λόγια, πού πολλοί τά έχουν επαναλάβει: «Δέν υπάρχει σχεδόν τίποτε δίκαιο ή άδικο, πού νά μην αλλάζει φύση ανάλογα μέ τή γεωγραφική περιοχή. Τρεις μοίρες διαφορά στην απόσταση άπό τον Πόλο ανατρέπουν όλη τή νομική επιστήμη. Ένας μεσημβρινός αποφασίζει γιά τήν αλήθεια. Έπειτα άπό λίγα χρόνια νομής αλλάζουν βασικοί νόμοι. Τό δίκαιο έχει τις εποχές του. Αστεία η δικαιοσύνη πού τήν περιορίζει ένας ποταμός ή ένα βουνό. Αλήθεια δώθε άπό τά Πυρηναία, πλάνη έκείθε». Τό γεγονός ότι οί νομικοί, παρά τις έντονες προσπάθειες, δέν κατάφεραν ώς σήμερα να βρουν τό αληθινό δίκαιο και νά τό συνδέσουν μέ τή «φύση», τή φύση των ανθρώπων ή τή φύση τών πραγμάτων, κάνει τήν επιστήμη τους νά εμφανίζεται άπό πολλές απόψεις θολή. Σ'αύτό ακριβώς βασίζεται ή πασίγνωστη κριτική (1848) πού άσκησε ό Julius v. Kirchmann, νομικός ό ίδιος, στή νομική επιστήμη ώς επιστήμη: «Ό ήλιος, τό φεγγάρι και τά αστέρια λάμπουν σήμερα όπως και πριν άπό χιλιάδες χρόνια. τό τριαντάφυλλο ανθίζει και σήμερα ακόμη όπως στον Παράδεισο- τό δίκαιο όμως έχει αλλάξει. Ό γάμος, η οικογένεια, τό κράτος, η ιδιοκτησία έχουν περάσει άπό τις πιο ποικίλες διαμορφώσεις».
Μερικά άπλα παραδείγματα μπορούν ϊσως νά κάνουν σαφή τήν απέχθεια τοϋ μή ειδικού γιά τήν "αυθαιρεσία» και τήν άπόστάση της νομικής επιστήμης άπό τή φύση. Τό πρώτο παράδειγμα είναι βέβαια κοινό, άλλά ακριβώς επειδή είναι απλό μπορεί νά προσφέρει μιά καλή αφετηρία γιά τήν παραπέρα παρατήρηση. Οταν ήμουν φοιτητής, ένας γιατρός είχε εκφράσει τήν αγανάκτηση του γιά τή διάταξη του άρθρου 1589 παρ. 2 του Αστικού Κώδικα, πού λέει ότι «τό εξώγαμο τέκνο και ό γεννήτορας του δέν θεωρούνται συγγενείς». Σέ αυτή τή διάταξη έβλεπε νομική αυθαιρεσία, αλαζονική άρνηση βιολογικών δεδομένων, ίσως και κάτι σάν σεμνοτυφία και ψεύτικη ηθική. Ισχυριζόταν ανοιχτά πώς τό δίκαιο δέν μπορούσε νά παραβλέπει μέ αυτό τον τρόπο φυσικά γεγονότα. Και τώρα τό δεύτερο παράδειγμα: Σέ μιά επιστημονική συζήτηση γιά τό φυσικό δίκαιο ένας βιολόγος έφερε τό συνηθισμένο παράδειγμα τών κανόνων πού τηρούν οί λύκοι όταν παλεύουν: όταν ό λύκος νικηθεί στον αγώνα, παίρνει «στάση ταπεινής υποταγής», πράγμα πού αναγκάζει τον αντίπαλο του νά σταματήσει νά δαγκώνει. Ήταν φανερό πώς ό βιολόγος πίστευε ότι αντίστοιχα και τό γνήσιο φυσικό δίκαιο θά έπρεπε νά έχει τις ρίζες του σέ βιολογικά δεδομένα. Τό «φυσικό δίκαιο» πού εμφανίζεται άπό νομική πλευρά, όπως εκδηλώνεται λόγου χάρη στά ατομικά και τά ανθρώπινα δικαιώματα, δέν του φαινόταν γνήσιο φυσικό δίκαιο. Και ένα τελευταίο παράδειγμα: Σέ ιατρικούς κύκλους ακούγεται συχνά τό παράπονο πώς οί νομικοί δέν κατανοούν σωστά τήν ιατρική. Ιδιαίτερα τους ενοχλεί τό γεγονός ότι η νομολογία του γερμανικού Ακυρωτικού θεωρεί «σωματική βλάβη» ακόμη και τήν αναγκαία και σύμφωνη μέ τους κανόνες της επιστήμης ιατρική επέμβαση, η οποία δέν είναι αξιόποινη, μόνο και μόνο επειδή ό άρρωστος έχει δηλώσει ότι συμφωνεί νά υποβληθεί σ' αυτή. Αυτή η άποψη φαίνεται πώς αντιστρατεύεται τή φύση του ιατρικού επαγγέλματος, και μόνο μέ τήν υπεροψία τών νομικών μπορεί νά εξηγηθεί.
Τί πρέπει νά πει ό νομικός γιά όλα αυτά; Πώς μπορεί νά αντιμετωπίσει τήν αδιαφορία, τήν αντιπάθεια, τή δυσπιστία; Καταρχήν πρέπει νά εξοικειώσει τον ξένο προς τήν επιστήμη του με τον τρόπο της σκέψης του, πού φαίνεται παράξενος και μυστηριώδης. Μπορούμε νά διασώσουμε τήν υπόληψη της νομικής σκέψης μόνο αναλύοντας την ευσυνείδητα, επισημαίνοντας τις πλάνες και τά λάθη της, καθώς και τις προσπάθειες γιά νά τά άποφύγει. Οπως όλες οί ανθρώπινες προσπάθειες και πράξεις, έτσι και η επιστήμη του δικαίου έχει ελαττώματα και είναι εκτεθειμένη σε κινδύνους. Άλλά μπορεί να ελπίζει κανείς ότι η επιστήμη αυτή, στην οποία τόσοι έξοχοι άνθρωποι αφιέρωσαν τις δυνάμεις τους, δεν έχει εγκαταλειφθεί άπό όλα τα καλά πνεύματα.

Addthis