Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

Παγκοσμιοποίηση και ποινικό δίκαιο.

Ι. Μανωλεδάκης
Ιωάννης Μανωλεδάκης, Ασφάλεια και Ελευθερία [έκδοση 2002, σελίδες 211-223].
Συγκλονιστικός-όπως πάντα- ο αείμνηστος Δάσκαλος [Γ.Φ].

Ι. Ποινικό δίκαιο, (κρατική) εξουσία και (νομικός) πολιτισμός.

Το ποινικό δίκαιο είναι ένα έντονα πολιτικό φαινόμενο, καθώς αποτελεί προϊόν της εξουσίας και εντάσσεται στην επιδίωξη της αφενός να εξασφαλίσει την αυτοσυντήρηση και τους όρους αναπαραγωγής της και αφετέρου να επιτύχει την κοινωνική ειρήνη, ρυθμίζοντας τις κοινωνικές συγκρούσεις, προστατεύοντας τα έννομα αγαθά του ατόμου και του συνόλου και θέτοντας όρια στον κοινωνικό ανταγωνισμό.

Καμία εξουσία δεν μπορεί να επιβληθεί σ' έναν κοινωνικό χώρο αν δεν ελέγξει το «ποινικό φαινόμενο» που εκδηλώνεται εντός αυτού: Την προσβολή, δηλαδή, από κάποιους κοινωνούς αγαθών που ανήκουν σε άλλα άτομα ή στο κοινωνικό σύνολο και την κοινωνική αντίδραση σ' αυτή την προσβολή. Η εξουσία, τυποποιώντας και ελέγχοντας το «ποινικό φαινόμενο», αξιολογεί τις προσβολές των αγαθών, ρυθμίζει την ένταση της οργανωμένης αντίδρασης σ' αυτές, ποδηγετεί τη συμπεριφορά των ατόμων επί των οποίων ασκείται και «περνά» την ιδεολογία της κυριαρχικά στον κοινωνικό χώρο.

Είναι φανερό, λοιπόν, ότι ανάλογα με τη μορφή που παίρνει το ποινικό δίκαιο -δηλαδή η τυποποίηση του «ποινικού φαινομένου»- κατά τόπο και χρόνο, χαρακτηρίζεται και η φύση της εξουσίας που ασκείται στο αντίστοιχο ιστορικό στίγμα. Με άλλα λόγια, το ποινικό δίκαιο (δηλαδή η τυποποίηση του «ποινικού φαινομένου») συνιστά «δείγμα γραφής» του «πολιτικού λόγου» της εξουσίας και, τελικά, αποτελεί έκφραση του πολιτισμού του κοινωνικού χώρου, μέσα στον οποίον αυτή η εξουσία ασκείται. Ένας αυταρχικός κατασταλτικός μηχανισμός αντιστοιχεί σε μια αυταρχική πολιτεία και εντάσσεται μέσα στο ανάλογο κοινωνικό πολιτισμικό πλαίσιο, όπου μπορεί να εκφραστεί και να λειτουργήσει. Αντίθετα, η ποινική καταστολή που υποτάσσεται σε κανόνες και αρχές με ανθρωπιστικό προσανατολισμό ταιριάζει σε μια αυτοπεριοριζόμενη πολιτεία δικαίου, που λειτουργεί και εκφράζεται σ' ένα αντίστοιχο ανθρωποκεντρικό πολιτισμικό πλαίσιο.
Ότι το δίκαιο (και, βέβαια, ίσως κατεξοχήν το ποινικό δίκαιο) ανήκει στον πολιτισμό ενός τόπου όπου τούτο ισχύει και εφαρμόζεται, δεν μπορεί, νομίζω, να αμφισβητηθεί. Πάνω στα θεμέλια της κοινωνίας οικοδομείται ο ανθρώπινος πολιτισμός ως το σύνολο των υλικών και πνευματικών αξιών που διαμορφώθηκαν κατά την ιστορική πορεία ενός λαού και έθεσαν τις βάσεις για τη συνύπαρξη των ανθρώπων και την προώθηση των κοινωνικών τους σχέσεων. Όπως μόλις ειπώθηκε, αυτή η συνύπαρξη και η ρύθμιση της προσδιορίζονται έντονα από το ποινικό δίκαιο. Οι αρχές, συνεπώς, που το διέπουν συνιστούν αξίες του κοινωνικού χώρου, ο οποίος ρυθμίζεται από αυτό και συγκροτούν μαζί με άλλες αξίες -ηθικές, αισθητικές, επιστημονικές, τεχνικές- τον πολιτισμό του.
Εξουσία - ποινικό δίκαιο - πολιτισμός αποτελούν ένα άρρηκτα συνδεδεμένο τρίπτυχο. Η θεώρηση του ποινικού δικαίου μεμονωμένα, «ερήμην» των λοιπών όρων, είναι, συνεπώς, ελλιπής αφού παρακάμπτει την αφετηρία και παραβλέπει την καταληκτική λειτουργία του στον κοινωνικό χώρο.

II.Έννοια της «παγκοσμιοποίησης» και συνέπειες της στο χώρο του εγκλήματος.

Το κύριο χαρακτηριστικό της ιστορικής εποχής που διανύουμε είναι η παγκοσμιότητα: Η ρευστοποίηση των ορίων μεταξύ τοπικού και παγκόσμιου και η διάχυση του παγκόσμιου στο τοπικό. Στο μέτρο που το φαινόμενο αυτό, πέρα από την αναπόδραστη φυσική εξέλιξη που το δημιουργεί, εκβιάζεται και προωθείται από συγκεκριμένα κέντρα εξουσίας, γίνεται λόγος για «παγκοσμιοποίηση». Όπως είναι γνωστό, η παγκοσμιότητα εκφράζεται κυρίως σε δύο τομείς: στην οικονομία και στην επικοινωνία. Οι οικονομίες των επιμέρους κρατών έγιναν αμετάκλητα αλληλοεξαρτώμενες. Οι χρηματιστηριακές αγορές πλέκουν ένα αόρατο δίχτυ που συνδέει τις χώρες και ταυτόχρονα δένει σφιχτά και αιχμαλωτίζει τις κυβερνήσεις. Παράλληλα, η επικοινωνιακή έκρηξη σε όλο τον πλανήτη, η ταχύτητα των επικοινωνιών με το διαρκώς χαμηλότερο κόστος τους, οδηγούν και στην έκρηξη των χρηματιστηριακών και εμπορικών συναλλαγών, πολλαπλασιάζοντας τις εμπορικές και χρηματοοικονομικές ροές. Η ταχύτητα της παγκοσμιοποίησης αυξάνει όσο οι ροές αυτές γίνονται πιο άυλες με τα δεδομένα της πληροφορικής, τα οπτικοακουστικά μηνύματα, το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και το Ιντερνέτ. Σήμερα δεν γίνεται λόγος πια για πολυεθνικές επιχειρήσεις, μα για μια «παγκόσμια επιχείρηση», που δεν έχει συγκεκριμένο κέντρο, αλλ' αποτελεί ένα δίκτυο με πλοκάμια απλωμένα σε διάφορα σημεία του πλανήτη, σύμφωνα μ' ένα σαφή οικονομικό ορθολογισμό, βασισμένο στις οικονομικές αξίες της αποδοτικότητας και της παραγωγικότητας.
Πώς επιδρά όμως αυτή η ιστορική εξέλιξη στο «ποινικό φαινόμενο»;
Η απάντηση προϋποθέτει την αναγωγή στο γνωστό μας τρίπτυχο: εξουσία - ποινικό δίκαιο - πολιτισμός. Το φαινόμενο της «παγκοσμιοποίησης» αγγίζει ήδη και το «σκληρό πυρήνα» της εσωτερικής έννομης τάξης, στον οποίο ανήκει το ποινικό δίκαιο. Στο μέτρο που η εσωτερική κρατική εξουσία χάνει -λόγω ακριβώς της παγκοσμιοποίησης- τον έλεγχο σε δύο βασικούς παραδοσιακούς τομείς, την οικονομία και την επικοινωνία, η παραχώρηση μέρους της εξουσίας της σε διεθνή κέντρα είναι δεδομένη. Ήδη, στον οικονομικό τομέα η κρατική εξουσία υποκαθίσταται από εκείνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό σημαίνει πως και το ποινικό δίκαιο του αντίστοιχου τομέα εγκληματικότητας δεν θα εκπορεύεται πια από την εσωτερική εξουσία, αλλά από εκείνη που την υποκατέστησε στον τομέα αυτόν, δηλαδή από την Ευρωπαϊκή Ένωση, πιο συγκεκριμένα από το διευθυντήριο των Βρυξελλών. Στη συνέχεια θα δούμε αναλυτικότερα αυτή την εξέλιξη.
Από την άλλη πλευρά, η «παγκοσμιοποίηση», όπως είναι επόμενο, ευνόησε αυτούς που κατέχουν το χρηματιστηριακό κεφάλαιο και εκείνους που ελέγχουν την τεχνολογία των επικοινωνιών. Τούτο σημαίνει πως η ήδη υπάρχουσα ανισότητα ανάμεσα στον πλούσιο, αναπτυγμένο Βορρά και στο φτωχό, υποανάπτυκτο Νότο ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο. Καθώς, τώρα, οι εμπορικές και χρηματοοικονομικές ροές γίνονται ολοένα και πιο άυλες (όπως ήδη προηγουμένως ειπώθηκε), και συνεπώς δυσκολότερα ελέγξιμες, οδηγηθήκαμε με ταχείς ρυθμούς σε νέες κρίσιμες για τα φαινόμενα της εγκληματικότητας καταστάσεις: Αφενός αυξήθηκε δραματικά το μεταναστευτικό ρεύμα από τις φτωχές στις πλούσιες χώρες και αφετέρου αναπτύχθηκαν διεθνή δίκτυα μαφίας, οργανωμένου δηλαδή εγκλήματος, που ελέγχουν λαθραία κυκλώματα πορνείας, εμπορίου ναρκωτικών, όπλων, πυρηνικών υλικών κλπ. Παράλληλα, η αποδυνάμωση των επιμέρους κρατικών εξουσιών ενόψει της παγκοσμιοποίησης και η αύξηση της οικονομικής ανισότητας, ενίσχυσε στις καταπιεζόμενες μειονότητες τα αποσχιστικά κινήματα και ενθάρρυνε τις πράξεις τρομοκρατίας. Στην αδυναμία των επιμέρους κρατικών εξουσιών να αντιμετωπίσουν το παγκόσμια δικτυωμένο έγκλημα, αλλά και την τρομοκρατία, η συνδρομή ή και η «αυτεπάγγελτη» επέμβαση ενός παγκόσμιου χωροφύλακα φαίνεται αναπόφευκτη. Αυτός είναι, βέβαια, η μόνη σήμερα παγκόσμια υπερδύναμη: οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Στη συνέχεια θα δούμε αναλυτικότερα και αυτή την εξέλιξη.
Στο μέτρο τώρα που η εσωτερική (η κρατική) εξουσία για ν' αντιμετωπίσει τις νέες παγκόσμιες μορφές εγκληματικότητας είναι υποχρεωμένη να συμπράξει στην κατάρτιση διεθνών ποινικών διατάξεων, να προσχωρήσει σε διεθνείς συνθήκες, και όχι απλώς να συνεργαστεί, αλλά να προσαρμόσει το εσωτερικό ποινικό της δίκαιο σ' ένα λίγο ή πολύ ομοιόμορφο ή προς την ίδια κατεύθυνση κινούμενο «διεθνοποιημένο» δίκαιο, η υποχώρηση της κρατικής εξουσίας στον τομέα της ποινικής καταστολής μπροστά σε μια διεθνή δύναμη είναι αναπόφευκτη.
Τέλος, η παρούσα ανάλυση θα ολοκληρωθεί με την αναφορά στην πολιτισμική επίδραση της «παγκοσμιοποίησης» μέσω του διαμορφωμένου εξαιτίας της νέου ποινικού δικαίου.

III. Η εξέλιξη του ποινικού δικαίου ενόψει της «παγκοσμιοποίησης».

Ας δούμε λοιπόν αναλυτικότερα την επίδραση της «παγκοσμιοποίησης» στο ποινικό μας δίκαιο ενόψει των νέων μορφών εγκληματικότητας που εμφανίζονται εξαιτίας της και που μόλις επισημάνθηκαν.
i. Όπως είπαμε, στον τομέα του οικονομικού εγκλήματος, αλλά όχι σε όλη την έκταση τούτου, ο έλεγχος της ποινικής νομοθέτησης περνά ουσιαστικά, σταδιακά από τα χέρια της εσωτερικής κρατικής εξουσίας στη Διεύθυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ήδη έχει τεθεί σε εφαρμογή ο Κοινοτικός Τελωνειακός Κώδικας, που κωδικοποίησε σε ενιαίο κείμενο τις διατάξεις των διάφορων κανονισμών οι οποίοι είχαν κατά καιρούς εκδοθεί και ίσχυαν μεταξύ των κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Ο Κοινοτικός Τελωνειακός Κώδικας αποτελείται βασικά από δύο Κανονισμούς, που εφαρμόζονται άμεσα και υποχρεωτικά σε κάθε κράτος-μέλος της Ε.Ε. από 1ης Ιανουαρίου 1994. Και ναι μεν ο Κώδικας αυτός δεν περιέχει διατάξεις ποινικού δικαίου για πράξεις λαθρεμπορίας που τελούνται κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφού μέχρι στιγμής τα κοινοτικά όργανα δεν έχουν αρμοδιότητα να θεσπίζουν και να επιβάλλουν καθαρά ποινικές κυρώσεις. Ωστόσο, μέσω σχετικής Σύμβασης για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το ν. 2803/2000, οι πράξεις λαθρεμπορίας κατά της Κοινότητας τιμωρούνται ως απάτη (άρθρα 4-6 ν. 2803) με ποινές που μπορεί να φθάσουν τα είκοσι χρόνια κάθειρξη.
Εξάλλου, έμμεση νομοθετική παρέμβαση έχουμε με τη Σύμβαση για την καταπολέμηση της δωροδοκίας στην οποία ενέχονται υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που υπογράφηκε στις Βρυξέλλες την 26η Μαΐου 1997 και κυρώθηκε με το νόμο 2802/2000. Με το άρθρο 2 αντικαθίστανται τα άρθρα 235 και 236 ΠΚ για τη δωροδοκία υπαλλήλου, ενώ στο άρθρο 5 προβλέπεται ποινική ευθύνη των διευθυντών επιχείρησης σε περίπτωση που κάποιο πρόσωπο το οποίο τελεί υπό τις εντολές τους διαπράξει για λογαριασμό της επιχείρησης πράξη δωροδοκίας.
Μία άλλη επέμβαση στο χώρο της ποινικής νομοθεσίας γίνεται με την Οδηγία του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 10ης Ιουνίου 1991 σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (91/308/ΕΟΚ), και τις σχετικές πρόσφατες προτάσεις τροποποίησης της της Επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, και πρέπει να αναμένεται νέος ελληνικός ποινικός νόμος σε συμμόρφωση προς τις εν λόγω προτάσεις, που θα αντικαθιστά ή θα τροποποιεί το ν. 2331/1995 για το λεγόμενο «ξέπλυμα του βρώμικου χρήματος».
Εντονότερη ποινική παρέμβαση από πλευράς Ευρωπαϊκής Ένωσης επιχειρείται με τα δύο σχέδια του Corpus Juris για την ποινική προστασία των οικονομικών συμφερόντων της, που σηματοδοτεί και τις νέες εξελίξεις στη διελκυστίνδα εθνικής και διεθνοποιημένης ποινικής εξουσίας. Με τα σχέδια αυτά δεν επιχειρείται απλή συνεργασία, εναρμόνιση ή εξομοίωση έστω των ποινικών νομοθεσιών των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά η εγκαθίδρυση ενός ενιαίου ευρωπαϊκού δικαστικού χώρου.
Ως εδώ δεν θα υπήρχε τίποτε το επιλήψιμο, αφού εύλογο είναι η ποινική προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης να παρέχεται ενιαία σε όλα τα κράτη-μέλη της. Το κρίσιμο σημείο όμως είναι η ιδεολογία της ποινικής καταστολής, που «περνά» στον εσωτερικό χώρο με αυτές τις παρεμβάσεις. Διότι, όπως θα δούμε στη συνέχεια, και μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο είχαμε έμμεση διεθνή παρέμβαση στο χώρο της ποινικής καταστολής, ιδίως με τη Σύμβαση της Ρώμης και τα πρωτοκολλά της για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Εκείνη ωστόσο η παρέμβαση κινούνταν προς την κατεύθυνση της περιστολής, του περιορισμού της καταστολής στο μέτρο που έθιγε τον πυρήνα των διεθνώς αναγνωρισμένων δικαιωμάτων του ανθρώπου. Η σύγχρονη, αντίθετα, παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης φαίνεται να κινείται στο μοντέλο της αντιμετώπισης του εσωτερικού εχθρού των οικονομικών συμφερόντων της χωρίς να ενδιαφέρεται για την οριοθέτηση της αντιμετώπισης αυτής, ενόψει προστασίας και άλλων αξιών πέραν της περιουσίας. Γι' αυτό και σε διατάξεις του Corpus Juris συναντούμε έμμεση καθιέρωση αντικειμενικής ποινικής ευθύνης, παράκαμψη σε ορισμένες περιπτώσεις της αρχής της αναλογίας ή και αόριστες τυποποιήσεις αξιόποινων πράξεων, που δεν εναρμονίζονται με την αρχή της νομιμότητας. Αυτά, δηλαδή, ακριβώς που απαγορεύονται από τα ίδια τα κείμενα των Ευρωπαϊκών Διακηρύξεων έρχονται τώρα να υιοθετηθούν από τους ιθύνοντες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για χάρη της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της. Δικαιολογία; Η στερεότυπα επαναλαμβανόμενη υποκριτική και ανόητη «διαπίστωση» της «παρανοϊκής» κατάστασης που συνίσταται «στο άνοιγμα των συνόρων στους εγκληματίες και στο κλείσιμο τους στα όργανα δίωξης». Ωστόσο, το μεν άνοιγμα των συνόρων έγινε ακριβώς για χάρη των συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (και φυσικά το εκμεταλλεύονται και οι εγκληματίες), ενώ κλείσιμο των συνόρων στα όργανα δίωξης ούτε υπάρχει ούτε μπορούσε να υπάρχει με τις ισχύουσες συμβάσεις για αμοιβαία δικαστική συνδρομή και τα σύγχρονα, βέβαια, μέσα τεχνολογίας.
ii. Σχετικά με το χώρο, τώρα, του οργανωμένου εγκλήματος και της τρομοκρατίας η διεθνής παρέμβαση στην ποινική αντιμετώπιση του από τα κατ' ιδίαν κράτη -και από τη χώρα μας- είναι ολοφάνερη. Επανειλημμένες διεθνείς συναντήσεις με καταλυτική παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, ακόμα και όταν πρόκειται για ευρωπαϊκές διοργανώσεις, κινούνται στην εσφαλμένη λογική ότι η συρρίκνωση του κράτους δικαίου στον τομέα της ποινικής καταστολής είναι αναγκαία για την αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος. Μετά την κατάρρευση του Ανατολικού συνασπισμού των κομμουνιστικών κρατών, οι Η.Π.Α. κατέστησαν η μόνη υπερδύναμη του πλανήτη και ανέλαβαν το ρόλο του «παγκόσμιου χωροφύλακα». Στο μέτρο που το οργανωμένο έγκλημα -ενόψει της «παγκοσμιοποίησης»- απλώνει τα πλοκάμια του σε περισσότερες από μία χώρες, παίρνοντας διεθνείς διαστάσεις, η προσφυγή στη συνδρομή ή και η αυτόκλητη παρέμβαση του «παγκόσμιου χωροφύλακα» φαίνεται, όπως προηγουμένως ειπώθηκε, αναπόφευκτη. Και, φυσικά, αυτός ασκεί το ρόλο του όχι προς το συμφέρον της παγκόσμιας κοινότητας, αλλά προς το δικό του κρατικό συμφέρον, το οποίο ανάγεται από τον ίδιο σε παγκόσμιο. Ανάλογα ισχύουν και για το Διεθνές Ποινικό Δίκαιο και τα διεθνή ποινικά δικαστήρια που καλούνται να το εφαρμόσουν.
Ειδικότερα:
α) Στο χώρο της τρομοκρατίας είναι εύλογο το έντονο ενδιαφέρον των Η.Π.Α. για παγκόσμια αστυνόμευση, αφού η ατομική ή ομαδική τρομοκρατία αποτελεί τη μόνη απειλή για το εσωτερικό τους, καθώς άλλου είδους στρατιωτική απειλή προς το παρόν δεν αντιμετωπίζουν. Και οι πιέσεις στα φιλικά τους κράτη για σκλήρυνση της ποινικής νομοθεσίας τούτων είναι αναμενόμενη.
β) Όπως διαπρεπείς αμερικανοί νομικοί, εγκληματολόγοι και διανοούμενοι τονίζουν, οι Η.Π.Α. θεωρούν την ποινική διαδικασία σαν μια τεράστια μηχανή κοινωνικού ελέγχου. Έτσι, ενώ αναγνωρίζεται εκεί ότι ο ποινικός «πόλεμος για τα ναρκωτικά» δεν έχει σημαντική επίδραση στη χρήση τους και είναι πολύ λιγότερο αποτελεσματικός από τα εκπαιδευτικά και θεραπευτικά σχετικά προγράμματα, χρησιμοποιείται και ενισχύεται ως μέσο «κοινωνικής εκκαθάρισης» και ελέγχου των «επικίνδυνων τάξεων». Παράλληλα, χρησιμοποιήθηκε για τη διεθνοποποίηση του αμερικανικού μοντέλου ποινικής καταστολής και την επιβολή της αμερικανικής κυριαρχίας σε παγκόσμια κλίμακα, με την αποστολή ειδικών υπαλλήλων υπό διπλωματική κάλυψη σε πολλές χώρες (μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα) για να βοηθήσουν τις εσωτερικές διωκτικές αρχές στην προσπάθεια καταστολής της κατανάλωσης ναρκωτικών ουσιών. Ενόψει των δεδομένων αυτών δεν πρέπει να αναμένονται βασικές αλλαγές στην ποινική νομοθεσία για τα ναρκωτικά χωρίς τη συνδρομή των Η.Π.Α., δηλαδή χωρίς παράλληλη αλλαγή του αμερικανικού ποινικού μοντέλου στον τομέα αυτόν.
γ) Εντονότερη ποινική παρέμβαση των Η.Π.Α. εκδηλώνεται, τέλος, στο χώρο του διεθνούς ποινικού δικαίου και της λειτουργίας των διεθνών ποινικών δικαστηρίων. Η επιλεκτική -κατά τα συμφέροντα της υπερδύναμης- εφαρμογή του διεθνούς δικαίου και της διεθνούς νομιμότητας αλλοιώνει τη λειτουργία του δικαίου τούτου και την έννοια αυτής της νομιμότητας και ενθαρρύνει τη διεθνή α-νομϊα. Οι ελπίδες προς την αντίθετη κατεύθυνση με την ίδρυση του Διαρκούς Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου στη διάσκεψη της Ρώμης το 1998 φαίνεται δυστυχώς να διαψεύδονται μετά την τελική ψήφιση του Καταστατικού του. Από την αρχή εκδηλώθηκε σθεναρή αντίδραση των Η.Π.Α. σε θέματα που αν τελικά υιοθετούνταν στο Καταστατικό του Δικαστηρίου θα αποδυνάμωναν την επιλεκτική εφαρμογή του διεθνούς δικαίου (όπως για παράδειγμα η καθιέρωση της αρχής της διάζευξης στην αρμοδιότητα του δικαστηρίου). Έγιναν πολλές παραχωρήσεις για να υπογραφεί το Καταστατικό και από τις Η.Π.Α. που τελικά το υπέγραψαν την τελευταία ημέρα (31.12.2000) της προβλεπόμενης από το άρ. 125 του Καταστατικού προθεσμίας υπογραφής. Το μέλλον του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, από την ίδρυση του ακόμα, δεν διαγράφεται ευοίωνο. Ως αδυναμίες του Καταστατικού του μπορούν να θεωρηθούν η μη-υιοθέτηση ενός κοινά αποδεκτού ορισμού για την έννοια της «επίθεσης εναντίον κράτους»; με συνέπεια η διάταξη που αφορά το έγκλημα αυτό να μην μπορεί να ενεργοποιηθεί, η μη-υπαγωγή στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου των εγκλημάτων που τελούνται κατά τη διάρκεια εσωτερικών αναταραχών και εντάσεων που δεν έχουν εξελιχθεί σε εμφύλια σύρραξη, η δυνατότητα αυτοεξαίρεσης από τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ειδικά για εγκλήματα πολέμου για διάστημα επτά ετών, η μη-τυποποίηση ως διεθνούς εγκλήματος της χρήσης πυρηνικών όπλων, η θέση του Δικαστηρίου υπό τον πολιτικό έλεγχο του Συμβουλίου Ασφαλείας (!) που μπορεί να επιβάλλει την αποχή του Δικαστηρίου από την εκδίκαση συγκεκριμένης υπόθεσης, και, τέλος, η αποχή του Δικαστηρίου από την εκδίκαση αν το ενδιαφερόμενο κράτος δηλώσει ότι ερευνά αυτό την υπόθεση.

IV. Οι επιπτώσεις της «παγκοσμιοποίησης» στο νομικό μας πολιτισμό.

Η εξέλιξη του ποινικού δικαίου ενόψει της «παγκοσμιοποίησης», όπως σκιαγραφήθηκε προηγουμένως, δεν είναι θετική για τη διατήρηση του κοινού ευρωπαϊκού νομικού μας πολιτισμού, όπως αυτός διαμορφώθηκε -ιδίως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο- με την καθιέρωση της «ευρωπαϊκής δημόσιας τάξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου θεμελιωμένης νομικά στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση της Ρώμης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (1950), στα Πρωτόκολλα που τη συνοδεύουν και τη συμπληρώνουν και στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων που την κατοχυρώνει δικαστικά. Αυτό το νομικό καθεστώς, που επέδρασε σημαντικά στο εσωτερικό ποινικό δίκαιο και στην εφαρμογή του, θεμελίωσε έναν ευρωπαϊκό νομικό πολιτισμό με φιλελεύθερο και ανθρωπιστικό προσανατολισμό, χαρακτηριζόμενο από τον απόλυτο σεβασμό στην αξία του ανθρώπου, έναν πολιτισμό που εγγυάται τη διαβίωση του ανθρώπου σε μια κοινωνία με ανθρώπινο πρόσωπο.
Αντίθετα, οι διεθνείς τάσεις στο χώρο της ποινικής καταστολής και τα διεθνή κείμενα που τις εκφράζουν, και επιδρούν άμεσα ή έμμεσα στο εσωτερικό ποινικό δίκαιο, θυσιάζουν στο βωμό της αποτελεσματικότερης προστασίας (ιδίως των οικονομικών συμφερόντων, αλλά και της δημόσιας τάξης) τις εγγυήσεις του νομικού μας πολιτισμού. Αλλά και το Διεθνές Ποινικό Δίκαιο -στο οποίο οι ιδεολόγοι και ρομαντικοί είχαν στηρίξει στα τέλη του αιώνα που έφυγε τις ελπίδες τους για την καθιέρωση μιας ανθρωπιστικής έννομης τάξης σε παγκόσμια κλίμακα και τη δικαστική επιβολή της διεθνούς νομιμότητας- φαίνεται εγκλωβισμένο σε διεθνείς σκοπιμότητες, όπου τελικά επικρατεί το συμφέρον του ισχυρού.
Η αλλοίωση του νομικού μας πολιτισμού γίνεται ύπουλα, ίσως ανεπαίσθητα. Φραστικά, εξακολουθούν οι κατέχοντες διεθνή εξουσία να χρησιμοποιούν την ιδεολογία των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων»: Άλλοτε για να βομβαρδίσουν μια χώρα όπου η ηγεσία της τα προσβάλλει (οπότε οι βομβαρδισμοί καλούνται «ανθρωπιστικοί») και άλλοτε για να κατατάξουν σ' αυτά την «ασφάλεια του πολίτη», ώστε να δικαιολογήσουν την προσβολή για χάρη της των άλλων δικαιωμάτων με τη διαρκώς εντεινόμενη ποινική καταστολή.
Ο νέος πολιτισμός της «παγκοσμιοποίησης» προωθεί το μοντέλο του ιδιώτη μπροστά στον προσωπικό υπολογιστή του, που θα έχει την ψευδαίσθηση μιας παντοδύναμης ελευθερίας επικοινωνίας, αλλά που θα φοβάται ως ύποπτο το γείτονα του. Που θα καταφεύγει για τη μοναδική ψυχαγωγία του στο ηλεκτρονικό κουτί, για να γευτεί τα προϊόντα της μαζικής κουλτούρας, την world music, τις τηλεοπτικές σειρές και τα τηλεοπτικά παιχνίδια. «Υπό την κυριαρχία της εμπορευματικής λογικής, το πολιτιστικό μοντέλο παρεκτρέπεται στο ασήμαντο, στο εντυπωσιακό και στο χυδαίο». Ο παγκόσμιος άνθρωπος διαμορφώνεται έτσι «άδειος από πολιτισμό, από νόημα και από τη συνείδηση του άλλου», με τη συμβολή και του σύγχρονου «παγκοσμιοποιημένου» δικαίου.
Μπροστά σ' αυτή την εξέλιξη, η επιστήμη του ποινικού δικαίου -ελληνική και ευρωπαϊκή- πρέπει ν' αντισταθεί. Να μη συναινέσει στην αποδυνάμωση της εγγυητικής λειτουργίας του δικαίου τούτου και στη μετατροπή του σε σύγχρονο όπλο αστυνομικής φύσεως για την καταπολέμηση απλώς του εγκλήματος. Να μην αφήσει να υψωθούν τα τείχη της καταστολής για χάρη μιας κάλπικης ασφάλειας και να πνίξουν τον αέρα της ελευθερίας. Και να προσέξουμε ιδιαίτερα αυτό που ήδη τονίστηκε μόλις: ότι η διάβρωση του ανθρωπιστικού χαρακτήρα και η εκτροπή στο τιμωρητικό μοντέλο του ποινικού δικαίου γίνεται σιγά-σιγά, σταδιακά, μεθοδευμένα. Δεν θα δικαιολογείται πάντως, τουλάχιστον ο πολίτης-νομικός να πει: «Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον, ανεπαισθήτως μ' έκλεισαν από τον κόσμον έξω».

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...