Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2014

Το ακηδεμόνευτο Κίνημα των Ειρηνοδικείων και η Νομιμότητα.

Λαϊκή Στάση Πληρωμών Ηρακλείου
Αφορμή για τους παρόντες προβληματισμούς αποτέλεσε για τον γράφοντα, το νεοπαγές
φαινόμενο‒που αποκαλώ εγώ, ίσως αυθαίρετα, «Το Κίνημα των Ειρηνοδικείων»‒της απόπειρας ματαίωσης κάθε Τετάρτη στα Ειρηνοδικεία της χώρας, των επιχειρούμενων πλειστηριασμών περιουσιών των πολιτών λόγω χρεών τους προς τις Τράπεζες αλλά και προς το Δημόσιο.

Υποψήφιες προς εφαρμογή διατάξεις κατ’ αυτού του ‒ανεπιθύμητου για τους Εξουσιαστές και του ΕυρωΠΕΟΥΣ τοκογλύφους‒φαινομένου, ορθότερα, αυθόρμητης, ακηδεμόνευτης αντίδρασης των νεόδουλων της δεύτερης Γερμανικής ΚΑΤΟΧΗΣ, είναι οι επόμενες:
Ι) Στάση σε συνδυασμό προς Αντίσταση [άρθρα 169 και 167 του ισχύοντος Ποινικού μας Κώδικα, αντίστοιχα]. Α) Σύμφωνα με το άρθρο 170 που καθορίζει [τυποποιεί] το έγκλημα της Στάσης, «§ 1. Όποιος με πρόθεση συμμετέχει σε δημόσια συνάθροιση πλήθους που διαπράττει με ενωμένες δυνάμεις κάποια από τις πράξεις του άρθρου 167 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. § 2. Οι υποκινητές της στάσης, καθώς και εκείνοι που μεταχειρίστηκαν σωματική βία ή απειλές σωματικής βίας ή βιαιοπράγησαν, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών, αν άλλη διάταξη νόμου δεν τιμωρεί την πράξη με βαρύτερη ποινή». Σύμφωνα με το άρθρο 167 που καθορίζει [τυποποιεί] το έγκλημα της Αντίστασης, «§ 1. Όποιος μεταχειρίζεται βία ή απειλή βίας για να εξαναγκάσει κάποια αρχή ή υπάλληλο να ενεργήσουν πράξη που ανάγεται στα καθήκοντα τους ή να παραλείψουν νόμιμη πράξη, καθώς και όποιος βιαιοπραγεί κατά υπαλλήλου ή προσώπου που έχειπροσληφθεί ή άλλου υπαλλήλου που έχει προστρέξει για να τον υποστηρίξει ενώ διαρκεί η νόμιμη ενέργεια του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Σε κάθε περίπτωση αποκλείεται η μετατροπή ή η αναστολή της ποινής. § 2. Αν οι πράξεις που προβλέπει η προηγούμενη παράγραφος έγιναν από πρόσωπο που οπλοφορεί ή φέρει αντικείμενα με τα οποία μπορεί να προκληθεί σωματική βλάβη ή έχει καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά του ή έγινε από περισσότερους, καθώς και αν το πρόσωπο κατά του οποίου στράφηκε η πράξη διέτρεξε σοβαρό προσωπικό κίνδυνο, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη». Β) Κρίσιμες έννοιες, μεταξύ άλλων, για την στοιχειοθέτηση των υπό εξέταση εγκλημάτων αποτελούν οι έννοιες του υπαλλήλου και της βίας. Η πρώτη έννοια (του υπαλλήλου) καθορίζεται από τον ίδιο τον Ποινικό μας Κώδικας στο άρθρο 13 στοιχείο α. Σύμφωνα με την εκεί αυθεντική περιγραφή του, «υπάλληλος είναι εκείνος στον οποίο νόμιμα έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου».
Γ) Η νομολογία του Αρείου Πάγου καθορίζει ως εξής το περιεχόμενο [ποινική υπόσταση, στην ορολογία της Νομικής Επιστήμης] της Στάσης: «με τις διατάξεις του άρθρου 170 § § 1 & 2 του ΠΚ ορίζεται ότι … Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει, ότι αναγκαίο στοιχείο για τη θεμελίωση του υπ` αυτών προβλεπομένου και τιμωρουμένου εγκλήματος της στάσης αποτελεί η συμμετοχή σε δημόσια συνάθροιση πλήθους ανθρώπων, οι οποίοι με ενωμένες δυνάμεις διαπράττουν κάποια ή κάποιες από τις πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 167 ΠΚ και συνθέτουν το έγκλημα της αντιστάσεως. Είναι δε η συνάθροιση του πλήθους δημόσια, όταν είναι δυνατή η συμμετοχή σ` αυτήν καθενός που επιθυμεί να γίνει μέλος της» [Άρειος Πάγος απόφαση υπ’ αριθμό 2232/ 2006]. «Το έγκλημα της Στάσης αποτελεί μια διακεκριμένη μορφή του εγκλήματος της Αντίστασης [Ποινικός Κώδικας άρθρο 167]. Η Στάση καθ’ αυτή δεν αποτελεί έγκλημα ειμή όταν το πλήθος με ενωμένες δυνάμεις τελεί κάποια πράξη από τις αναφερόμενες στο άρθρο 167 Ποινικού Κώδικα. Ένα έγκλημα όμως Στάσης υπάρχει όσες πράξεις αντίστασης κι αν τελούνται» [ΕισΑΠ Αθ. Κονταξής, ερμηνεία ποινικού κώδικα, 2000, σελ. 1523]. Κατά τον Ι. Μανωλεδάκη, "Η στάση είναι συμμετοχή σε πλήθος που διαπράττει Αντίσταση" [προσβολές κατά της πολιτειακής εξουσίας, έκδοση 1988, σελ. 120 υπό πργφ. 1.3.1.Α.γ]. 1) Τι σημαίνει, άραγε, ο όρος συμμετοχή στο υπό εξέταση έγκλημα; Σύμφωνα με την Επιστήμη [Ι. Μανωλεδάκης, προσβολές κατά της πολιτειακής εξουσίας, 1988, από τη σειρά «εκδόσεις ποινικού δικαίου», τόμος 7, σελ. 121-123], «συμμετοχή είναι η συνδρομή στη συγκρότηση φορέα συλλογικής αντίστασης. Δεν είναι λοιπόν συμμετοχή με την καθημερινή έννοια του όρου σε κάποιο πλήθος, αλλά σωματική και ψυχική στήριξη του πλήθους στην έκνομη ενέργεια του. . Και μόνη η σωματική και ψυχική υποστήριξη αυτού του εχθρικού προς την πολιτειακή εξουσία πλήθους συνιστά καθεαυτή αξιόποινη πράξη έστω και αν ο συμμετέχων δεν προβαίνει ο ίδιος σε οποιαδήποτε βίαιη ενέργεια. Αντικειμενικά λοιπόν, συμμετοχή σημαίνει υλική συνένωση με το πλήθος. Απαιτείται τοπική συνάφεια των ατόμων, για τη συγκρότηση της ανθρώπινης εκείνης μάζας που θα μπορούσε να ονομασθεί πλήθος. Δεν αρκεί για να θεμελιωθεί η αξιόποινη συμμετοχή ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης της Στάσης η ψυχική απλώς επαφή με το πλήθος (π.χ. χειροκροτήματα από το μπαλκόνι), η επικοινωνία από μακριά με ασύρματο, τρανζίστορ ή άλλο ανάλογο τεχνικά μέσο επικοινωνίας από απόσταση. Μια τέτοια ψυχική επαφή μπορεί να συνιστά συμμετοχή με την έννοια των άρθρων 46 επ (δηλαδή ως ηθικών αυτουργών, έμμεσων συνεργών κλπ) στη στάση που διαπράττει από το πλήθος». Όποιος απλά παρευρίσκεται σε μια τέτοια παράνομη συνάθροιση δεν διαπράττει καμιά αξιόποινη πράξη. 2) Τι σημαίνει πλήθος στο υπό εξέταση έγκλημα; Κατά τον Αρεοπαγίτη [δικαστή της Ε.Ο. 17 Νοέμβρη] Μιχαήλ Μαργαρίτη, «ως πλήθος μπορεί να χαρακτηριστεί ομάδα προσώπων ο αριθμός των οποίων δεν είναι άμεσα διακριτός. Θα πρέπει τα άτομα αυτά να είναι συγκεντρωμένα και να παρέχουν στους εκτός της συνάθροισης την εντύπωση ότι πρόκειται για ένα ενωμένο τοπικώς σύνολο. Ο αριθμός δεν πρέπει να είναι μικρότερος από 15, αλλά υπό ειδικές συνθήκες μπορεί και μικρότερος, αρκεί να μπορεί να προκαλέσει ανησυχία διατάραξης της δημόσιας τάξης» [ερμηνεία ποινικού κώδικα, τρίτη έκδοση, 2014, άρθρο 170 § 2, σελ. 457]. Κατά τον Ι. Μανωλεδάκη «το πλήθος είναι έννοια ποιοτική και ποσοτική … Το πλήθος προϋποθέτει αριθμητική ποσότητα σε ενότητα: είναι αριθμός προσώπων ‒που. Αυτό σημαίνει πως η οποιαδήποτε προσπάθεια ποσοτικού μόνο προσδιορισμού του πλήθους δεν θα ήταν σωστή. Από την άλλη όμως πλευρά, ένα αριθμητικό minimum είναι απολύτως αναγκαίο για τη συγκρότηση αυτού του μεγέθους (το minimum αυτό είναι αναγκαίο για τη συγκρότηση της έννοιας του πλήθους και δεν μπορεί βέβαια να εξαρτάται από σκοπιμότητες του τύπου “αναλογία δύναμης πολιτειακής εξουσίας προς την εκδηλούμενη κατ’ αυτής αντίσταση. Έτσι, αν είναι ένας λ.χ. αστυνομικός που προσπαθεί να επιβάλλει την κρατική βούληση και τρεις οι πολίτες που του αντιστέκονται {αναλογία 1: 3}” δε θα πούμε ότι υπάρχει γι’ αυτό λόγο πλήθος, ενώ θα αρνηθούμε την έννοια αυτή σε περίπτωση που η αναλογία είναι 2 : 3 ή 3 : 3. το κείμενο εντός της παρένθεσης είναι από την υποσημείωση 13 του παραπάνω συγγράμματος του Ι. Μανωλεδάκη, σελίδες 124-125). Δε μπορεί λ.χ. να γίνει λόγος για πλήθος δύο ή τριών ατόμων» [στο ίδιο έργο του, σελίδες 124-125]. 3) Για την έννοια του «δημόσια συνάθροιση» παραπέμπω στην παραπάνω απόφαση του Αρείου Πάγου. Όπως ερμήνευσε τον όρο αυτό «Είναι η συνάθροιση του πλήθους δημόσια, όταν είναι δυνατή η συμμετοχή σ` αυτήν καθενός που επιθυμεί να γίνει μέλος της». Επομένως, ένας περαστικός από μια παράνομη συνάθροιση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εγκληματών. Δεν υπάρχει άλλωστε και η προϋπόθεση της ψυχικής συμμετοχής. Έννοια της συνάθροισης: Κατά τον ΕισΑΠ Αθ. Κονταξή,είναι η " επί το αυτό (είτε για να εκφράσουν ή ανταλλάξουν γνώμες ή πληροφορίες, είτε να εκδηλώσουν ή προβάλλουν γνώμες, φρονήματα ή αιτήματα) μετά από προηγούμενη συνεννόηση προς λήψη αποφάσεως και κοινή ενέργεια. Η ενωτική-συλλογική συνείδηση της ενιαίας εμφανίσεως και δια των ενωμένων δυνάμεων δράση αποτελεί απαραίτητο στοιχείο της συναθροίσεως. Άλλως πρόκειται περί απλού πλήθους. Υπό την ανωτέρω έννοια η συνάθροιση αποτελεί γεγονός περιορισμένης χρονικής διάρκειας, μετά δε τη λήξη αυτής ουδείς νομικός δεσμός υφίσταται μεταξύ των συναθροισθέντων" [στο ίδιο έργο του, σελίδες 1524-1525]». Κατά τον Ι. Μανωλεδάκη «…η ιδιότητα του πλήθους έγκειται εδώ στη σύναξη και παραμονή σε σύναξη για κάποιο σκοπό δημόσια. Πρόκειται για συγκέντρωση επί το αυτό, απροσδιορίστου αριθμού ανθρώπων. Οι άνθρωποι αυτοί δεν πρέπει να είναι περαστικοί που πηγαινοέρχονται αλλά σταθερός πυρήνας που εμμένει στη σύναξη του. Μπορούν να προσέρχονται και να προστίθενται σ’ αυτόν και άλλοι άνθρωποι ή να “παραιτούνται” και να αποχωρούν ορισμένοι. Ένας όμως σταθερός πυρήνας ανθρώπινης μάζας είναι αναγκαίος για την πλήρωση της έννοιας “συναθροισμένο πλήθος”» [στο ίδιο έργο του σελ∙ 125 υπό § 1.3.ii]. 4) η έκνομη συμπεριφορά να διαπράττεται με ενωμένες δυνάμεις των συμμετεχόντων στο πλήθος. Κατά τον Αρεοπαγίτη Μιχαήλ Μαργαρίτη «με ενωμένες δυνάμεις νοείται η εκτέλεση των πράξεων αντίστασης από περισσότερους του ενός που δρουν είτε ως συναυτουργοί, δηλαδή με συναπόφαση είτε ως παραυτουργοί, λ.χ. όταν ρίπτονται λίθοι από διάφορα σημεία της συνάθροισης. Δεν είναι δε ανάγκη να διαπράττει ο συμμετέχων στο πλήθος τις πράξεις αντίστασης αρκεί που τις αποδέχεται και ενώνεται για να ενισχύσει σωματικά, ψυχικά τις πράξεις αντίστασης» [στο ίδιο έργο του υπό § 4, σελ∙ 458]. Για την διάπραξη της παράνομης πράξης από περισσότερους του ενός, σύμφωνοι και Κονταξής [σελ. 1529] και Μανωλεδάκης [σελ. 126 υπό § 1.3.iv].
Κατ΄ άλλη άποψη, σημαντικών επίσης νομομαθών, αρκεί τέλεση πράξης και από ένα μέλος του πλήθους [Καρανίκας, Γαρδίκας]. Σύμφωνα με τη θεμελιώδη ερμηνευτική αρχή που κρατεί στο ποινικό δίκαιο, in dubio pro mittiore, θα πρέπει να προτιμηθεί, ως περισσότερο ευνοϊκή, η ερμηνεία που απαιτεί για την κατάφαση της Στάσης, τη διάπραξη των πράξεων αντίστασης από περισσότερα του ενός μελών του πλήθους. Κατά τον αλησμόνητο Δάσκαλο μου Γεώργιο‒Αλέξανδρο Μαγκάκη «η αρχή αυτή (in dubio pro mittiore) ορίζει ότι σε περίπτωση που μια ποινική διάταξη επιδέχεται πολλές, το ίδιο γερά θεμελιωμένες ερμηνείες, τότε πρέπει να προτιμηθεί η πιο ευνοϊκή για τον κατ/ νο. Γιατί σ’ αυτή την περίπτωση που γεννιέται αμφιβολία ποια από τις πολλές και το ίδιο ισχυρές ερμηνείες αποδίδει την αληθινή βούληση του νόμου, επιβάλλεται να διαλέξουμε αυτή που είναι η ευμενέστερη για τον κατ/ νο, μια και αυτή εκφράζει το minimum, που σαν τέτοιο πάντως περιλαμβάνεται σ’ αυτή τη βούληση. Έτσι έχει διατυπωθεί και ισχύει η αρχή in dubio pro mittiore, δηλαδή η αρχή ότι σε περίπτωση ερμηνευτικού διλλήματος, πρέπει να προτιμηθεί η ευνοϊκότερη για τον κατ/ νο ερμηνεία» [ποινικό δίκαιο, τεύχος α΄, 1979, σελ. 73. Ο ίδιος επίσης, στο σπουδαίο συλλογικό έργο «συστηματική ερμηνεία του ποινικού κώδικα, άρθρα 1-133, έκδοση 2005, άρθρο 1, πλαγιάριθμος 62, σελ∙ 34»]. Κατά τον Πατριάρχη του Γενικού Μέρους του ποινικού μας κώδικα, Νικόλαο Χωραφά, πλήρους ειρωνείας!, «αν ο νομοθέτης δεν κατόρθωσε να εκφρασθεί‒ ίσως λόγω φόρτου εργασίας ‒αρκούντως σαφώς, δεν είναι έργον του δικαστού να καταδωρίζει εισητήριον δια τας φυλακάς» [το περίφημο αυτό απόσπασμα υπάρχει στο έργο του Δασκάλου μου Νικολάου Ανδρουλάκη, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, τόμος Ι, 2006, υποσημείωση 72, σελ∙ 116 αλλά και στο περίφημο συλλογικό έργο «συστηματική ερμηνεία του ποινικού κώδικα, άρθρα 1-133, 2005, άρθρο 1, πλαγιάριθμος 62, σελ∙ 34 (ερμηνεία αυτού του άρθρου από τον αείμνηστο Δάσκαλο μου-και αγωνιστή υπέρ της Δημοκρατίας- Γεώργιο –Αλέξανδρο Μαγκάκη)»]. Αλλά και κατά την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου πρέπει να ακολουθείται στην περίπτωση πολλών έγκυρων ερμηνειών ποινικού νόμου η σπουδαία ερμηνευτική αυτή αρχή. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την υπ’ αριθμό 760/ 1988 απόφαση της Ολομέλειας του [διαβάστε την στο βιβλίο «Ολομέλεια Αρείου Πάγου 1950-2002», επιμέλεια έκδοσης, καθηγητή Λάμπρου Μαργαρίτη, έκδοση 2003, σελίδες 654-658, εδώ σελ. 657, «σε κάθε περίπτωση ερμηνείας ποινικής διατάξεως η οποία καθιερώνει και τιμωρεί κάποιο έγκλημα, πρέπει να στενεύονται και όχι να διευρύνονται τα όρια της ερμηνείας αυτής».
Γίνεται αντιληπτή ‒ακόμη και από τους αδαείς περί την Νομική Επιστήμη‒η σπουδαιότητα της αρχής αυτής για τις ελευθερίες των ατόμων. Κι αν θα μου αντέλεγε ο εξανδραποδισμένος Ραϊχικός Ανθρωπάκος, το εκφυλλισμένο κύτταρο του Ανθρώπου, τι με νοιάζουν εμένα όλα αυτά, εγώ δεν διαμαρτύρομαι, πληρώνω τους φόρους μου, θα του υπενθύμιζα τρεις μεγάλους διανοητές: α) κατά τον μεγάλο Γερμανό Νομικό Beling, «το αν θα τελέσουμε ή όχι μιαν αξιόποινη πράξη εξαρτάται από εμάς∙ όμως, το αν θα βρεθούμε στο εδώλιο του κατηγορουμένου δεν εξαρτάται από εμάς» [παρατίθεται στο περίφημο έργο του δασκάλου μου Νικόλαου Ανδρουλάκη, θεμελειώδεις έννοιες της ποινικής δίκης, δεύτερη έκδοση 1994, § 43, σελ∙ 27]. Συνεχίζοντας τη σκέψη αυτή του Beling ο Δάσκαλος μου Ν. Ανδρουλάκης παρατηρεί, «Παράγοντες όπως είναι η σύγχυση της ταχύτητας, η ψευδής καταμήνυση, η πολιτική σκοπιμότητα, η πλάνη των διωκτικών αρχών, μπορούν να εμπλέξουν οποιονδήποτε πολίτη στα δίχτυα της ποινικής δικαιοσύνης, άσχετα από την κατάληξη που θα έχε η σχετική δίκη. Το αίτημα της διασφαλίσεως του ατόμου δεν περιορίζεται μόνο στη σπουδαιότατη προστασία του εκάστοτε συγκεκριμένου κατηγορουμένου, αλλά έχει μιαν ολική γενικότερη και καθολικότερη, αφορά δηλαδή στον καθένα από εμάς. Για τον λόγο άλλωστε αυτό ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας χαρακτηρίσθηκε προσφυώς [Τσουκαλάς] ως ο “κώδικας των τιμίων ανθρώπων” (ή, αλλιώς, η Magna Carta του ατόμου)» [στο ίδιο έργο, στην ίδια §, στην ίδια σελίδα και στην υποσημείωση 77 (όσον αφορά το Magna Carta του ατόμου)]. β) έγραφε ο Μενέλαος Λουντέμης, προσφυέστατα!, "Κάποτε, δοκίμασαν μερικοί να φωνάξουν αλλά χάθηκαν μαζί με τη φωνή τους. Στον κόσμο αυτό αν ήρθες για να μετρήσεις μόνο τα χρόνια σου και να φύγεις, δεν έχεις να φοβηθείς από τίποτα! Ποτέ τον φρόνιμο άνθρωπο δεν τον πειράζουν … Μα, αν είναι να χαθεί κάποτε ο κόσμος, θα χαθεί από τους φρόνιμους του. Γιατί οι φρόνιμοι με τη φρονιμάδα τους, βοήθησαν τους σκληρούς να γίνουν σκληρότεροι. Οι λιπόψυχοι–πολλές φορές–βλάψαν πιο πολύ κι από τους καταδότες, και θαρρώ πως αυτοί είναι και οι μεγαλύτεροι καταδότες! Ο καταδότης μπορεί να βλάψει μόνο έναν. Μα όταν η ψυχή του δειλού διαλυθεί, η αναθυμίαση της θα δηλητηριάσει όλο τον κόσμο" [Οδός Αβύσσου, αριθμός 0, σελίδες 93-94], γ) Έγραφε, προφητικά!, ο Κάρολος Μαρξ «Αν ο Γερμανός αναγνώστης σήκωνε φαρισαϊκά τους ώμους του για την κατάσταση των Άγγλων εργατών (αντικαταστήστε με «την κατάσταση των απειλουμένων με πλειστηριασμό περιουσιών συμπολιτών». Σημείωση γράφοντος) της βιομηχανίας και της γεωργίας, ή αν θα καθησύχαζε αισιόδοξα τον εαυτό του με το ότι στη Γερμανία τα πράγματα δεν είναι καθόλου τόσο άσχημα, τότε είμαι υποχρεωμένος να του φωνάξω: De te fabula narrator (Για σένα μιλάει ο μύθος!)» [πρόλογος στην πρώτη έκδοση του Κεφαλαίου, εκδοτικό ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ, έκδοση 1978, μετάφραση Π. Μαυρομμάτη, σελ∙ 12]. Εν κατακλείδι, για το έγκλημα της Στάσης, κατά τον Ι. Μανωλεδάκη, «υπάρχει ένας “σκληρός πυρήνας” πλήθους, αυτών που κατά συναυτουργία τελούν Αντίσταση, και ένας ευρύτερος γύρω τους χώρος ανθρώπινης μάζας που ενώνεται σωματικά και ψυχικά και υποστηρίζει τον πρώτο χωρίς να διαπράττει τις ενέργειες της Αντίστασης. Αυτοί που αποτελούν το “σκληρό πυρήνα” είναι συναυτουργοί Αντίστασης σε Στάση [ΠοινΚ 170 § 2], ενώ οι άλλοι που σωματικά και ψυχικά τους ενισχύουν γύρω τους, όντας απλοί τουλάχιστον συνεργοί τους, τελούν το έγκλημα της Στάσης στη βασική απλή μορφή του [ΠοινΚ 170§ 1]» [στο ίδιο έργο του, στην υποσημείωση 16, σελ∙ 126]. Τελειώνοντας με το έγκλημα της Στάσης για να ασχοληθούμε με το βασικό έγκλημα της Αντίστασης [ΠοινΚ 167] χωρίς το οποίο [Αντίσταση] δεν νοείται Στάση, γράφει τα εξής σημαντικά ο αείμνηστος Ι. Μανωλεδάκης, «τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης της Στάσης συμπληρώνονται και με τα όμοια στοιχεία του εγκλήματος της Αντίστασης, αφού η διάπραξη της τελευταίας ανήκει στα πρώτα. Κατά συνέπεια, και οι λόγοι που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της Αντίστασης, είτε γενικοί είτε ειδικοί, εφαρμόζονται και στο έγκλημα της Στάσης. Ειδικότερα, η άμυνα υπέρ τρίτου μπορεί να δικαιολογήσει τη Στάση. Επίσης, η έλλειψη νομιμότητας των πράξεων της αρχής ή του υπαλλήλου. Γιατί αν η επιβολή της πολιτειακής εξουσίας δεν είναι νόμιμη, δεν υπάρχει άδικη Αντίσταση. Αν όμως δεν υπάρχει άδικη Αντίσταση δεν μπορεί να υπάρχει και τελικά άδικη Στάση που θεμελιώνεται στην πρώτη. Συνεπώς, η έλλειψη νομιμότητας των πράξεων της Αρχής αίρει και τον άδικο χαρακτήρα της Στάσης» [στο ίδιο Έργο του, § 1.3.iv.Β, σελίδες 126-127]. Αν επομένως παρανομεί ο συμβολαιογράφος, τότε, δικαιολογημένα, μπορεί να αντισταθεί το πλήθος των πολιτών που συρρέει στο Ειρηνοδικείο, έστω και αν οι πλειστηριασμοί αφορούν περιουσίες τρίτων προσώπων και όχι τις δικές τους.
ΙΙ) Αντίσταση [ΠοινΚ 167]. Όπως προεκτέθηκε, η ποινική υπόσταση του εγκλήματος αυτού αποτυπώνεται στον Ποινικό μας Κώδικα ως εξής: «§ 1. Όποιος μεταχειρίζεται βία ή απειλή βίας για να εξαναγκάσει κάποια αρχή ή υπάλληλο να ενεργήσουν πράξη που ανάγεται στα καθήκοντα τους ή να παραλείψουν νόμιμη πράξη, καθώς και όποιος βιαιοπραγεί κατά υπαλλήλου ή προσώπου που έχειπροσληφθεί ή άλλου υπαλλήλου που έχει προστρέξει για να τον υποστηρίξει ενώ διαρκεί η νόμιμη ενέργεια του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Σε κάθε περίπτωση αποκλείεται η μετατροπή ή η αναστολή της ποινής. § 2. Αν οι πράξεις που προβλέπει η προηγούμενη παράγραφος έγιναν από πρόσωπο που οπλοφορεί ή φέρει αντικείμενα με τα οποία μπορεί να προκληθεί σωματική βλάβη ή έχει καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά του ή έγινε από περισσότερους, καθώς και αν το πρόσωπο κατά του οποίου στράφηκε η πράξη διέτρεξε σοβαρό προσωπικό κίνδυνο, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη». Α) Θα αρχίσω την ανάλυση αυτού του εγκλήματος με την έννοια του υπαλλήλου και της Αρχής. Ο νομοθετικός καθορισμός [τυποποίηση, ποινική υπόσταση του εγκλήματος] της Αντίστασης εκτέθηκε στην § Ι Β. Άραγε, ο συμβολαιογράφος είναι Αρχή με την έννοια που αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης της Αντίστασης; Ο Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Μαργαρίτης [ερμηνεία ποινικού κώδικα, τρίτη έκδοση, 2014, § 2.Β, σελ∙ 446] είναι σαφής. Υποστηρίζει, «Αρχές είναι μόνιμα όργανα της κρατικής εξουσίας ανεξάρτητα από το πρόσωπο του φορέα τους που είναι προορισμένα να δρουν με αυθεντία για την πραγματοποίηση των σκοπών του Κράτους, όπως λ.χ. ο διοικητής αστυνομικού τμήματος, η πρυτανεία του Πανεπιστημίου, ο διευθυντής της ΔΟΥ, ο διοικητής της στρατιωτικής μονάδας, ο προϊστάμενος δικαστικής υπηρεσίας, ο λιμενάρχης, ο διευθυντής δημόσιου νοσοκομείου, το δικαστήριο, ο Εισαγγελέας, ο ανακριτής, ο αστυνομικός (ΑΠ 1607/ 2008, ΑΠ 1527/ 2007), η Κυβέρνηση κλπ. Όχι όμως οι εκκλησιαστικές «Αρχές» (Γνωμοδότηση ΕισΑΠ 12/ 1961), ούτε ο Δικηγόρος ή ο συμβολαιογράφος, ενώ είναι Αρχή ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου και οι πρυτάνεις των ΑΕΙ. Κατά τον Ι. Μανωλεδάκη, «Αρχή θεωρείται το μονοπρόσωπο ή συλλογικό όργανο του κράτους που, είτε συγκροτεί το ίδιο μια αυτοτελή κρατική λειτουργική μονάδα είτε διευθύνει μια κρατική υπηρεσία, έχει τη νομική δυνατότητα να εκδίδει εκτελεστές πράξεις μέσα στα πλαίσια του νομικά προσδιορισμένου κύκλου της αυτόβουλης ενέργειας του ως κρατικού οργάνου» [στο ίδιο έργο του, σελ. 36]. Για τους Δικηγόρους και τους συμβολαιογράφους υποστηρίζει ότι «Ο συμβολαιογράφος δεν αποτελεί Αρχή, ούτε και ο δικηγόρος, αφού δεν μπορεί να θεωρηθούν γενικά όργανα του κράτους, ούτε διευθύνουν κρατική υπηρεσία, ανεξάρτητα αν αποτελούν δημόσιους λειτουργούς. Ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου αποτελεί ωστόσο αρχή, αφού στο πρόσωπο του συγκεντρώνονται οι παραπάνω προϋποθέσεις του ορισμού μας, δεδομένου ότι οι δικηγορικοί σύλλογοι είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Ο πρύτανης ΑΕΙ και η σύγκλητος (ως συλλογικό όργανο) αποτελούν αρχές. Τα πειθαρχικά και υπηρεσιακά συμβούλια των κρατικών υπηρεσιών και των Ν.Π.Δ.Δ, στο μέτρο που έχουν αποφασιστικές αρμοδιότητες (και όχι απλώς συμβουλευτικές) και εκδίδουν εκτελεστές πράξεις, αποτελούν αρχές» [στο ίδιο έργο, σελίδες 38-39]. Υπάλληλος. Σύμφωνα πάλι με τον Ι. Μανωλεδάκη, «υπάλληλος θεωρείται εκείνος στον οποίο νόμιμα είχε ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση δημόσιας υπηρεσίας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου Ν.Π.Δ.Δ. Με την έννοια αυτή, οι δικηγόροι και οι συμβολαιογράφοι, όταν ειδικά ασκούν δημόσια υπηρεσία, όπως λ.χ. όταν είναι δικαστικοί αντιπρόσωποι σε εκλογές ή όταν βεβαιώνουν τη γνησιότητα αντιγράφου, αποτελούν υπαλλήλους και συνεπώς μπορεί να καταστούν αντικείμενα αντίστασης» [στο ίδιο έργο του, σελ. 39]. Τίθεται, αναπόφευκτα, το ερώτημα: ο συμβολαιογράφος όταν παρευρίσκεται στο Ειρηνοδικείο για τη διενέργεια πλειστηριασμού φέρει την έννοια του υπαλλήλου ή της αρχής σύμφωνα με το περιεχόμενο της αντικειμενικής υπόστασης της Αντίστασης; Η απάντηση εξαρτάται από το αν ήθελε κριθεί ότι η διενέργεια πλειστηριασμού είναι δημόσια υπηρεσία. Την ιδιότητα της Αρχής δεν τη φέρει σε καμιά περίπτωση. Την ιδιότητα του υπαλλήλου όμως;Νομίζω πως ναι! Έστω και αν ο πλειστηριασμός είναι μια αγοραπωλησία του ιδιωτικού δικαίου [Άρειος Πάγος Ολομέλεια 1177/ 1984] όμως επειδή δημιουργείται υπό την αιγίδα [προστασία] του Δημοσίου-ώστε να αποφεύγονται οι αυτοδικίες-θεωρώ πως ο συμβολαιογράφος, κατά το στάδιο αυτό, ασκεί δημόσια υπηρεσία (με την έννοια που έχει ο όρος αυτός στο άρθρο 13.α το ΠοινΚ). Περισσότερα για την έννοια του  υπαλλήλου βλ. σχετική πρόσφατη ανάρτηση που γράφτηκε εξ αιτίας της αστείας δικαιολογίας του Καθηγητή και βουλευτή Πρ. Παυλόπουλου όσον αφορά την άδεια άσκησης ποινικής δίωξης κατά του βουλευτή Μιχελάκη, εδώ.
Έννοια της βίας στο έγκλημα της Αντίστασης. Κατά τον Άρειο Πάγο [απόφαση 44/ 2013] "ως βία στο έγκλημα της Αντίστασης νοείται τόσον η σωματική όσο και η ψυχολογική, καθώς και κάθε ενέργεια που μπορεί να διεγείρει στον υπάλληλο φόβο και να τον παρεμποδίσει στην εκτέλεση της υπηρεσιακής πράξης. Συνεπώς, εμπίπτει στην έννοια αυτή της βίας και η βίαιη απώθηση του υπαλλήλου, η οποία είναι τρόπος ασκήσεως σωματικής βίας". Ο Άρειος Πάγος προχωρεί όμως ακόμη αυστηρότερα στην περιγραφή [τυποποίηση] της Αντίστασης (ως προς την αντικειμενική υπόσταση της) και δέχεται ότι «το έγκλημα της Αντίστασης με τη μορφή της βίας προς εξαναγκασμό είναι τυπικό και συνεπώς είναι τελεσμένο με την άσκηση της βίας ή την εκφορά της απειλής και δεν απαιτείται να επιτεύχθηκε το σκοπούμενο αποτέλεσμα» [απόφαση 808/ 2010]. Σύμφωνα με αυτό τον ευρύτατο ορισμό, η ανακοίνωση του θύματος του πλειστηριασμού ότι θα αυτοκτονήσει αν γίνει ο πλειστηριασμός μπορεί να επηρεάσει [απειλή, ψυχολογική βία] τον συμβολαιογράφο ώστε να παραλείψει να ασκήσει τα καθήκοντα του, δηλαδή π.χ. να σηκωθεί και να εγκαταλείψει την αίθουσα πλειοδοσίας του Ειρηνοδικείου οπότε ματαιώνεται έτσι ο πλειστηριασμός και το θύμα σώζει την περιουσία του. Αν το καταγράψει στο βιβλίο συμβάντων του ο συμβολαιογράφος, τότε, το θύμα του πλειστηριασμού μπορεί να διωχθεί για Αντίσταση; Με βάση τον επικίνδυνα ευρύτατο αυτό ορισμό της βίας που δίδει το Ακυρωτικό μας, ναι! Η ψυχολογική βία (που εξετάζεται αμέσως παρακάτω) έγκειται στις τύψεις συνείδησης που θα έχει ο συμβολαιογράφος και στον "εύλογο" φόβο της «κατάρας» του θύματος (αν είναι και θρησκόληπτο!) που θα προκαλέσει και βλάβη υγείας του συμβολαιογράφου! Βεβαίως η Δικαιοσύνη θα κρίνει κατά πόσο αυτή η ψυχολογική απειλή είναι βάσιμη! Θα το ξαναγράψω, μια ποινική δίωξη δε σημαίνει και καταδίκη, δε σημαίνει ενοχή.
Ποια είναι η ψυχολογική βία [vis compulsiva] που δέχεται το Ακυρωτικό μας; Η κοινή απειλή. Κατά τον Ι. Μανωλεδάκη, «η απειλή, ως μορφή βίας, αποβλέπει κι αυτή σε εξαναγκασμό, όπως η σωματική βία, με τη διαφορά ότι η κάμψη της αντίστασης του θύματος δε γίνεται με χρήση υλικής δύναμης και αφαίρεση σωματικής δυνατότητας του, αλλά με ψυχολογική επενέργεια πάνω του, γι’ αυτό και καλείται ψυχολογική βία. Περιεχόμενο της απειλής είναι η εξαγγελία ενός επικείμενου κακού (το επικείμενο είναι μέσα στην έννοια της απειλής. Η απειλή είναι πράξη του παρόντος που αναφέρεται στο μέλλον) που στρέφεται είτε κατά του ίδιου του απειλούμενου είτε κατά οικείου του. Το εξαγγελλόμενο κακό πρέπει να φαίνεται ότι ελέγχεται από το δράστη της απειλής: είτε ότι μπορεί να το πραγματώσει ο ίδιος, είτε εφόσον το πραγματώνει άλλος ότι μπορεί να τον ελέγξει» [στο ίδιο έργο του, σελίδες 53-54].
Στην αντικειμενική υπόσταση της Αντίστασης περιλαμβάνεται και η βία κατά πραγμάτων; Π.χ. εκτοξεύεται η φράση στο συμβολαιογράφο, "αν επιτρέψεις να γίνει η πλειοδοσία θα σου κάψω το σπίτι ή το αυτοκίνητο" κλπ. Με βάση τον ευρύτατο-χωρίς διακρίσεις-ορισμό του Αρείου Πάγου, ναι [σύμφωνος με αυτή την άποψη ο Αρεοπαγίτης Μαργαρίτης (στην ερμηνεία του ποινικού κώδικα, άρθρο 13 πργφ. 7.δ, σελ. 39) ο οποίος δέχεται ότι "ότα αναφέρεται όχι η σωματική βία αλλά απλώς βίας, όπως λ.χ. στα άρθρα 157, 157Α, 161, 167, 385" νοείται και η βία κατά πραγμάτων].  Εντελώς αντίθετη άποψη έχει ο Μανωλεδάκης ο οποίος υποστηρίζει ότι «όπου ο νομοθέτης θέλησε το απειλούμενο κακό να μην είναι μόνο σωματική βία (εναντίον προσώπου) αλλά και καταστροφή κάποιου πράγματος (βιαιοπραγία κατά πράγματος) χρησιμοποίησε τη διατύπωση «ή απειλή άλλης παράνομης πράξης», όπως ακριβώς στο άρθρο 330 ΠοινΚ. Κατά συνέπεια, η απειλή βίας του άρθρου 167 δεν περιλαμβάνει και απειλές για καταστροφή πραγμάτων (δηλαδή απειλές για βιαιοπραγία κατά πραγμάτων). Ο όρος βία κατά πραγμάτων αποτελεί absurdum (= παράλογο. μετάφραση γράφοντος), γιατί η βία είναι ενέργεια για την κάμψη της ανθρώπινης αντίστασης και τον εξαναγκασμό σε πράξη, και τα πράγματα δεν εξαναγκάζονται. Αν δεχόμασταν την αντίθετη εκδοχή, ότι δηλαδή με την έκφραση «ή απειλή βίας» ο νομοθέτης εννοούσε και την απειλή βιαιοπραγίας κατά πραγμάτων, θα διερύναμε την έκταση εφαρμογής του άρθρου 167 πέρα από τα όρια που είχε πριν την τροποποίηση του με το Ν. 410/ 76, πράγμα που δε δέχτηκε ούτε ο εισηγητής της τροποποίησης. Εξάλλου, αν ο νομοθέτης ήθελε να περιλάβει και βίαιες ενέργειες (βιαιοπραγίες) κατά πραγμάτων στο απειλούμενο κακό, θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη διατύπωση «βία ή απειλή» (χωρίς άλλο προσδιορισμό), οπότε θα αρκούσε απειλή άλλης παράνομης πράξης, αρκεί να προκαλούσε τρόμο ή ανησυχία στον απειλούμενο» [στο ίδιο έργο του, στην υποσημείωση 65, σελίδες 53-54]. Σωστότερη θεωρώ την άποψη και του Αρείου Πάγου και του Αρεοπαγίτη Μαργαρίτη, αφού με την απειλή βίας κατά πραγμάτων επιτυγχάνεται το ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή ο εξαναγκασμός σε παράλειψη πράξης που δικαιούται να επιχειρήσει ο υπάλληλος επί του πλειστηριασμού.
ΙΙΙ) Συμμορία. Σύμφωνα με τον Άρειο Πάγο [απόφαση υπ’ αριθμό 1040/ 2011], «Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 187 του ΠΚ, με κάθειρξη μέχρι 10 ετών τιμωρείται όποιος συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα από τρία ή περισσότερα πρόσωπα (οργάνωση) και επιδιώκει τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων που προβλέπονται στα άρθρα ... του ΠΚ. Κατά δε τη διάταξη της παρ. 3 του ιδίου άρθρου, όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της παραγράφου 1, ενώνεται με άλλον για να διαπράξει κακούργημα (συμμορία) τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον 6 μηνών. Με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται ο υπαίτιος αν η κατά το προηγούμενο εδάφιο ένωση έγινε για τη διάπραξη πλημμελήματος, το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με το οποίο επιδιώκεται οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος ή προσβολή της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας ή της γενετήσιας ελευθερίας». Στη συνέχεια ο Άρειος Πάγος προβαίνει στη διάκριση της εγκληματικής οργάνωσης [άρθρο 187 § 1 Ποινικού Κώδικα] από την απλή συμμορία [άρθρο 187 § 5]. Έτσι, «Από τις διατάξεις αυτές, όπως ισχύουν από τις 27.6.2001 μετά την αντικατάστασή τους με το Ν. 2928/2001 και από την Αιτ. Έκθ. του τελευταίου, προκύπτει, ότι, η εγκληματική ομάδα της παρ. 1 διαστέλλεται από αυτή της παρ. 3 [ήδη § 5. εξήγηση γράφοντος] με βάση τρία κριτήρια, ένα ποιοτικό (δομημένη ομάδα), ένα ποσοτικό (τρία ή περισσότερα πρόσωπα) και ένα χρονικό (διάρκεια δράσης). Συγκρότηση της εγκληματικής οργάνωσης είναι η καθοδηγητική και κατευθυντήρια συμβολή στη δημιουργία της. Μέλος της οργάνωσης αυτής είναι εκείνος, που υποτάσσει τη βούλησή του στην οργάνωση χωρίς να είναι αναγκαία και η προσωπική συμμετοχή του στις κατ` ιδίαν πράξεις της οργάνωσης. Δομημένη ομάδα είναι εκείνη που δεν σχηματίζεται περιστασιακά για τη διάπραξη ενός εγκλήματος, αλλά συγκροτείται για να έχει διαρκή δράση, ενώ υποκειμενικώς απαιτείται δόλος κάθε μέλους να θέλει την ένταξή του στην εγκληματική οργάνωση, ήτοι απαιτείται κάθε μέλος να έχει ως σκοπό τη διάπραξη περισσοτέρων από ένα κακουργημάτων, που αναφέρονται στη διάταξη της παρ. 1 (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υποστάσεως), ο ειδικός δε αυτός δόλος νοείται συνολικός (ενιαίος), δηλ. τα μέλη να έχουν προαποφασίσει ήδη κατά την ίδρυση της οργάνωσης ότι η δράση τους θα εκδηλωθεί σε βάθος χρόνου με την τέλεση περισσοτέρων κακουργημάτων και χωρίς να έχουν καταστρωθεί οι λεπτομέρειες κ.λπ. των εγκλημάτων τούτων». Κατά τον Ι. Μανωλεδάκη [ασφάλεια και ελευθερία, 2002, σελ∙ 129], για να υπάρχει εγκληματική οργάνωση (187 § 1) πρέπει: «α) η ένωση να περιέχει τρία τουλάχιστον πρόσωπα και όχι δυο, όπως στην περίπτωση της συμμορίας, όπου βέβαια δεν αποκλείεται τα πρόσωπα που ενώνονται να είναι και περισσότερα από δυο, β) η ένωση αυτή να είναι δομημένη (αυστηρή οργάνωση) και δεν αρκεί μια στοιχειώδης οργάνωση όπως στη συμμορία, γ) η ένωση να έχει διαρκή δράση (στη συμμορία δεν είναι απαραίτητο αλλά και δεν αποκλείεται), δ) τα σχεδιαζόμενα από την ένωση κακουργήματα να είναι μόνο αυτά που κατά τρόπο ρητό και περιοριστικό αναφέρονται στην § 1 του άρθρου 187 και όχι οποιοδήποτε άλλο κακούργημα,όπως συμβαίνει με την περίπτωση της συμμορίας, όπου φυσικά δεν αποκλείεται (κι αυτό είναι το συνηθισμένο) να σχεδιάζεται η τέλεση κακουργημάτων από αυτά που αναφέρονται στην § 1, ε) τα σχεδιαζόμενα κακουργήματα να είναι περισσότερα από ένα και δεν αρκεί η επιδίωξη της διάπραξης και ενός μόνο κακουργήματος όπως συμβαίνει με τη συμμορία».Αν διέπρατταν οι διαμαρτυρόμενοι πολίτες του Ειρηνοδικείου κάποια αυτοτελή αξιόποινη πράξη (τιμωρούμενη, κατ'  ελάχιστον, με πάνω από ένα χρόνο ποινή) κατά τη διενέργεια πλειστηριασμού θα διώκονταν, μεταξύ άλλων, και για Συμμορία (όχι εγκληματική οργάνωση ΠοινΚ 187 πργφ. 1).
IV) Διατάραξη της κοινής ειρήνης (ΠοινΚ 189). Σύμφωνα με το άρθρο 189 § 1, «όποιος συμμετέχει σε δημόσια συνάθροιση πλήθους που με ενωμένες δυνάμεις διαπράττει βιαιοπραγίες εναντίον προσώπων ή πραγμάτων ή εισβάλλει παράνομα σε ξένα σπίτια, κατοικίες ή άλλα ακίνητα, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δυο ετών». Από τα στοιχεία της ποινικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος ενδιαφέρον έχουν αυτά που περιγράφονται με τη φράση «ή εισβάλλει παράνομα σε ξένα σπίτια, κατοικίες ή άλλα ακίνητα». Κατά τον Αρεοπαγίτη Μιχ. Μαργαρίτη «σπίτια είναι τα οικοδομήματα που προορίζονται για οίκηση. Κατοικία είναι το οικοδόμημα που πράγματι κατοικείται, ενώ άλλα ακίνητα κτήματα είνι τα αστικά και αγροτικά,λ.χ μάνδρες, κατστήματα, εργοστάσια, γραφεία. Παράνομη εισβολή νοείται χωρίς δικαίωμα και δεν λαμβάνονται υπόψη ο σκοπός και ο λόγος αυτής» [ερμηνεία ποινκ, σελίδες 528-529]. Κατά τον Ι. Μανωλεδάκη, «οι εισβολές σε ξένους χώρους έχουν την έννοια της διατάραξης της οικιακής ειρήνης που τυποποιείται στο άρθρο 334 § 1 ΠΚ (δηλαδή διατάραξη οικιακής ειρήνης. εξήγηση γράφοντος), όταν αναφέρονται στις κατοικίες ή σε χώρους που χρησιμοποιούνται για εργασία, δηλαδή παράνομη είσοδος ή παραμονή παρά τη θέληση του δικαιούχου, ενώ στις άλλες περιπτώσεις (σπίτια ή άλλα μη χρησιμοποιούμενα την ώρα εκείνη ακίνητα κτήματα) έχουν την έννοια της επιθετικής απλώς εισβολής. Αν συνεπώς πρόκειται για κατοικημένο χώρο η εισβολή μπορεί να γίνει είτε με αντικανονική είσοδο είτε και με παραμονή παρά τη θέληση αυτού που κατοικεί, έστω και αν η είσοδος δεν υπήρξε αντικανονική» [επιβουλή της δημόσιας τάξης, 1990, σελίδες170-171]. Ως «άλλα ακίνητα κτήματα» θεωρούνται χώροι περιφραγμένοι ώστε να μην είναι δυνατή η ελεύθερη είσοδος οιουδήποτε σ’ αυτούς (όπως λ.χ. μάντρες, υπαίθριοι κινηματογράφοι, αλλά και καταστήματα, γραφεία κλπ)» [Μανωλεδάκης, στο ίδιο έργο, σελ. 171]. Το Ειρηνοδικείο δε θεωρείται «άλλο ακίνητο κτήμα» αφού οι συνεδριάσεις κατά τη διεξαγωγή πλειστηριασμού είναι πάντα δημόσιες. Και η Δημοσιότητα έχει πάντοτε ένα σκοπό: τον έλεγχο της κρατικής εξουσίας και την αποφυγή παρανομιών. Οι επόμενες σκέψεις είναι ειλημμένες από το χώρο της Ποινικής Δικονομίας αλλά θεωρώ πως έχουν εφαρμογή, ιδίως, και κατ'  εξοχήν!, και στη διαδικασία διεξαγωγής πλειστηριασμών περιουσιών. Έγραφε ο Δάσκαλος μου Νικόλαος Ανδρουλάκης «Λαϊκή δημοσιότητα σημαίνει την παροχή της δυνατότητας σε κάθε πολίτη να παρακολουθήσει από κοντά με τις δικές του αισθήσεις την εξέλιξη της διαδικασίας. Η λαϊκή δημοσιότητα δεν συνδέεται με την παρουσία ολόκληρου του λαού αλλά απλώς λαού, δηλαδή κοινού αορίστως, που μπαίνει στο χώρο της εκδίκασης αδιακρίτως και ακωλύτως. Δεν επαρκεί μόνη παρουσία ενός συνόλου από εγκάθετους ή αλλιώς ad hoc επιλεγμένα πρόσωπα, δηλαδή ενός κατ’ ευφημισμόν κοινού, το οποίο εμφανίζεται ως ένα προσωπικό μηδέν, χωρίς οποιοδήποτε δικαίωμα, οποιαδήποτε αξίωση. Ως μια μάζα που απλώς χάσκει, παρατηρεί απλώς και συμμετέχει απαθώς, με άλλα λόγια: της δημοσιότητας των δικαστηρίων στις δεσποτείες. Απαραίτητο είναι, αντίθετα, το άνοιγμα των θυρών του δικαστηρίου στον οποιονδήποτε πολίτη και μόνο σ’ αυτόν» [Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης, δεύτερη έκδοση, 1994, πλαγιάριθμοι 209-210, σελίδες 131-132]. 
V) Διατάραξη συνεδριάσεων [ΠοινΚ 197]. Σύμφωνα με το άρθρο 197 πργφ. 1 του ΠοινΚ, “όποιος χωρίς να διαταράξει την κοινή ειρήνη εμποδίζει αυθαίρετα τις συνεδριάσεις υπηρεσιακού συλλόγου συγκροτημένου σύμφωνα με το νόμο για τη διεξαγωγή δημόσιων υποθέσεων ή πολιτικού κόμματος που λειτουργεί νόμιμα ή σωματείου αναγνωρισμένου σύμφωνα με το νόμο ή των αρχών και συμβουλίω κάποιου καθιδρύματος ή τις διαταράττει σοβαρά με διέγερση θορύβου ή αταξίας ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δυο ετών”. Αντικείμενο του εγκλήματος αυτού μπορούν να αποτελέσουν: “α) υπηρεσιακοί σύλλογοι, β) πολιτικά κόμματα, γ) σωματεία, οι αρχές τους, δ) συμβούλια και αρχές ιδρυμάτων,   ε) δικαστήρια, που αντιστοιχούν στα έννομα αγαθά της πολιτειακής εξουσίας [περιπτώσεις α-β], της προσωπικής ελευθερίας [περιπτώσεις γ-δ] και της απονομής της δικαιοσύνης [περίπτωση ε]” (Μανωλεδάκης, επιβουλή… πργφ 4.3.1.Α., σελ. 252). Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι η αίθουσα πλειοδοσίας του Ειρηνοδικείου δε μπορεί να υπαχθεί σε καμιά περίπτωση από τις περιγραφόμενες ως δυνάμενες να αποτελέσουν αντικείμενο του εγκλήματος αυτού. Επομένως, παρέλκει περαιτέρω ενασχόληση με αυτό το έγκλημα που διεκδικεί ενδεχομένως εφαρμογή στην υπό κρίση θεματική μας.
VI) Από όλα όσα εκτέθηκαν μέχρι τώρα προκύπτει ότι ΚΑΝΕΝΑ έγκλημα (ιδίως της παράνομης βίας, ΠοινΚ 330) δεν τελείται από τους πολίτες που συμμετέχουν κάθε Τετάρτη στα Ειρηνοδικεία εφ’ όσον δεν απειλούν τους συμβολαιογράφους, ούτε εμποδίζουν με απειλές τους ενδιαφερόμενους να πλειοδοτήσουν. Οι διαμαρτυρίες των πολιτών των οποίων κινδυνεύουν οι περιουσίες λόγω οφειλών σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν vis compulsiva (ψυχολογική βία) γιατί για vis absoluta (σωματική βία) δε μπορεί, επ’ ουδενί, βέβαια να γίνει λόγος. Επομένως, ούτε συμμορία μπορεί να θεμελιωθεί εις βάρος των συμμετεχόντων, ούτε στάση μαζί με αντίσταση, ούτε παράνομη βία. Όσο δεν προβαίνουν σε πράξεις βίας κατά των συμβολαιογράφων ή των ενδιαφερομένων να πλειοδοτήσουν, π.χ. απειλές, εξυβρίσεις, παρεμπόδιση να εισέλθουν στην αίθουσα πλειοδοσιών του Ειρηνοδικείου, δεν διαπράττουν καμιά αξιόποινη πράξη. Αντιθέτως, με την παρουσία τους έχουν, μεταξύ άλλων, κατορθώσει να εξαφανίσουν τα κοράκια των πλειστηριασμών!
VII) Περαίνοντας, ο καθένας που θέλει να λέγεται ενεργός πολίτης πρέπει να δρα από όποιο μετερίζι μπορεί και όπως μπορεί. Κανείς δεν ειναι περισσευούμενος στον κοινό αγώνα ενάντια στους ασεβήσαντες στην Πατρίδα μας. Όσο αφορά την ταπεινότητα μου, παρά το γεγονός πως απορρόφησε ένα δεκαήμερο από την επαγγελματική δραστηριότητα μου η συγγραφή του παρόντος άρθρου (που πιθανότατα θα έχει αδυναμίες!), η δράση μου διαπνέεται ΠΑΝΤΟΤΕ από την σκέψη του Διαφωτιστή Charles de Montesquieu,
"Αν ήξερα κάτι που θα μου ήταν προσωπικά ωφέλιμο και που θα ήταν επιζήμιο στην οικογένεια μου, θα το απέρριπτα από το πνεύμα μου. 
Αν ήξερα κάτι ωφέλιμο για την οικογένεια μου και που δε θα ήταν για την πατρίδα μου, θα ζητούσα να το ξεχάσω. 
Αν ήξερα κάτι ωφέλιμο για την πατρίδα μου και που θα ήταν επιζήμιο στην Ευρώπη, ή που θα ήταν ωφέλιμο στην Ευρώπη και επιζήμιο στο ανθρώπινο γένος, θα το θεωρούσα έγκλημα".

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...