Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2014

Σύνταγμα και Ελευθερία.

Αριστ. Μάνεσης
Αριστόβουλος Μάνεσης, Το συνταγματικόν Δίκαιον ως τεχνική της πολιτικής ελευθερίας, 1962 [στη συλλογή άρθρων του με τίτλο, Συνταγματική θεωρία και πράξη, τόμος Ι, 1980, σελίδες 52-61].--

Είς τό πλαίσιον τής κρατικώς ώργανωμένης κοινωνικής συμβιώσεως δύο κύριοι μέθοδοι συνδυασμού ελευθερίας καί κρατικού καταναγκασμού, δύο μέθοδοι επιτεύξεως τής έν γένει πολιτικής ελευθερίας δύνανται νά υπάρξουν: α') άφ' ενός μέν ή θέσπισις παντοίων περιοριστικών φραγμών έναντι τών ασκούντων τήν κρατικήν έξουσίαν, β') άφ' έτέρου δέ η ενεργός συμμετοχή τών έξουσιαζομένων είς τήν συγκρότησιν καί τήν άσκησίν της. Τό Συνταγματικόν Δίκαιον, αναλόγως του εκάστοτε συσχετισμού τών κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων καί του αντιστοίχου περιεχομένου καί τής διαρθρώσεως τών κανόνων του, αποβαίνει περισσότερον ή όλιγώτερον «τεχνική» τής έν γένει πολιτικής ελευθερίας.


Κατά τους τελευταίους δύο αίώνας τό Συνταγματικόν Δίκαιον ενεφανίσθη κατά πρώτον λόγον ώς τεχνική τής ατομικής ίδίως ελευθερίας, ρυθμίζον, διά τής θεσπίσεως ποικίλων περιορισμών έν τή ασκήσει τής κρατικής εξουσίας, τήν όργάνωσιν καί τήν λειτουργίαν του φιλελευθέρου πολιτεύματος. Σύν τώ χρόνω όμως τό Συνταγματικόν Δίκαιον ήρχισε νά άποβαίνη «τεχνική» τής έν στενή έννοια πολιτικής ελευθερίας διά τής θεσπίσεως τής συμπράξεως τών πολιτών είς τον σχηματισμόν καί τήν έκδήλωσιν τής κρατικής θελήσεως, ήτοι δια τής ρυθμίσεως της οργανώσεως και λειτουργίας τού δημοκρατικού πολιτεύματος. Είναι προφανές, ότι τό φιλελεύθερον και τό δημοκρατικόν πολίτευμα δέν συμπίπτουν ούτε έννοιολογικώς ούτε ιστορικώς. Φιλελεύθερον ενδέχεται να είναι, έν τινι μέτρω, καί έν μοναρχικόν πολίτευμα, όπως π.χ. τό τής συνταγματικής μοναρχίας, πού έπεκράτει κατά τόν 19ον αίώνα, είς τό όποίον η κρατική εξουσία ύπέκειτο είς περιορισμούς, άνεγνωρίζοντο δέ ατομικά δικαιώματα έναντι αυτής. Και αντιστρόφως είναι δυνατόν, μέχρις ενός σημείου, νά νοηθή δημοκρατικόν πολίτευμα μή φιλελεύθερον, όπως π.χ. η αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία, όπου η ελευθερία τών πολιτών έπραγματοποιείτο διά τής άμεσου συμμετοχής των είς τήν άσκησιν τής κρατικής εξουσίας, έναντι τής οποίας όμως ούτοι, ώς άτομα, ήσαν νομικώς απροστάτευτοι. Δέν πρέπει λοιπόν νά συγχέονται τό φιλελεύθερον καί τό δημοκρατικόν πολίτευμα. Η ελευθερία είναι μέν παρούσα εντός αυτών και διασφαλίζεται διά τών κανόνων του Συνταγματικού Δικαίου, άλλ' είς έκάτερον ύπό διάφορον μορφήν και αποτελεσματικότητα.
Πάντως η ελευθερία τών υποκειμένων είς τήν κρατικήν έξουσίαν προσώπων πραγματοποιείται είς εύρυτέραν έκτασιν καί μέ μεγαλυτέραν έντασιν, επιτυγχάνεται κατά τρόπον πλέον βέβαιον καί αύθεντικόν, διασφαλίζεται δέ άποτελεσματικώτερον καί πληρέστερον, όταν τό Συνταγματικόν Δίκαιον καθιεροί θετικώς τήν ένεργόν σύμπραξιν αυτών είς τήν συγκρότησιν καί είς τήν άσκησίν της, παρά όταν αρνητικώς θεσπίζη περιορισμούς αυτής απέναντι των. Είς τήν σημερινήν έποχήν, έκ τών αντικειμενικών δεδομένων τής έν γένει κοινωνικής πραγματικότητος, άλλά καί είδικώτερον συνεπεία τών επιστημονικών καί τεχνικών προόδων, καθίσταται αναπόφευκτος, ή καί επιβεβλημένη, η δραστική ρύθμισις πλείστων καί ποικίλων θεμάτων του κοινωνικού βίου έκ μέρους τής κρατικής εξουσίας, ένώ έκ παραλλήλου αύτή έχει είς τήν διάθεσίν της όλοέν καί τελειότερα μέσα καταναγκασμού, ώστε να έπιβάλλη τήν θέλησίν της κατά τρόπον όλοέν καί περισσότερον άκαταγώνιστον. Ύπό τάς συνθήκας αυτάς τής ώς έκ τών πραγμάτων εντεινόμενης κρατικής επιβολής τυγχάνει βέβαιον ότι, χωρίς τήν ένεργόν σύμπραξιν τών κυβερνωμένων είς τον σχηματισμόν καί τήν έκδήλωσιν τής κρατικής θελήσεως, χωρίς τον ούτω πως έπιτυγχανόμενον διαρκή, έκ τών έσω, έ λ ε γ χ ο ν έπί τής κρατικής εξουσίας, αί λοιπαί δυνατότητες έλέγχου έπ' αυτής καί δή περιορισμού της άποδυναμούνται. Χωρίς τήν υπέρ τής ελευθερίας του έγγύησιν, τήν οποίαν θετικώς παρέχει είς τόν άρχόμενον η ιδιότης του ως άρχοντος—«έν μέρει άρχεσθαι καί άρχειν»—η άλλη, η αρνητική μορφή τής ελευθερίας του αρχομένου μένει ουσιαστικώς έκθετος καί τείνει νά άποβή φενάκη. Τό Συνταγματικόν Δίκαιον καθίσταται λοιπόν αληθώς τεχνική τής πολιτικής ελευθερίας, Ιδίως έφ' όσον διά τών κανόνων του προβλέπει καί διασφαλίζει, κατά τό δυνατόν, τήν ένεργόν καί αύθεντικήν σ υ μ μ ε τ οχ ή ν τών έξουσιαζομένων είς τήν συγκρότησιν καί τήν άσκησιν τής κρατικής εξουσίας, καί συνεπώς τόν αυτοκαθορισμόν των. Τούτο συμβαίνει είς τό δημοκρατικόν πολίτευμα.
Η δημοκρατία είναι τό κατ' εξοχήν πολίτευμα τής πολιτικής ελευθερίας. Επιβάλλεται πάντως νά σημειωθή, ότι η ούτω πως έπιτυγχανομένη πολιτική ελευθερία, τότε μόνον είναι α υ τ ά ρ κ η ς, όταν, κατά θεωρίαν, ό αύτοκαθορισμός του λαού γίνεται δι' ομοφωνίας, διά παμψηφίας. Όταν όμως—όπως συμβαίνει είς όλα τά σύγχρονα κράτη—οι πολίται οί αποτελούντες τόν λαόν (έν ευρεία έννοία) δέν μετέχουν όλοι ενεργώς είς τήν άσκησιν όλης τής κρατικής εξουσίας, είτε οί μετέχοντες δέν έχουν όλοι σύμφωνον γνώμην, τούτο σημαίνει ότι υπάρχει εκάστοτε μερίς τις πολιτών οί οποίοι δέν «αυτοκαθορίζονται», άλλ' «ετεροκαθορίζονται». Έν τοιαύτη περιπτώσει υφίσταται έξ αντικειμένου ανάγκη, όπως τό Συνταγματικόν Δίκαιον προστατεύη διά τών κανόνων του τήν έλευθερίαν τών «έτεροκαθοριζομένων». Πρέπει όμως νά τονισθή, ότι τούτο ενδείκνυται όχι μόνον χάριν τών διαφωνούντων, δηλαδή χάριν τής μειοψηφίας—η οποία, κατά τεκμήριον, ευρίσκεται έν πλάνη ή έν άδίκω ή άντιτίθεται προς τήν καθεστηκυΐαν δημοκρατικήν έννομον τάξιν—άλλ' ιδίως χάριν του συνόλου τών πολιτών. Διότι πας τι ενδέχεται νά έχη κάποτε γνώμην διάφορον τής εις συγκεκριμένην στιγμήν πρακτούσης. Και διότι η έ λ ε υ θε ρ ί α νοθεύεται καί διακυβεύεται όταν δέν είναι αδιαίρετος: η ελευθερία πού αξίζει καί έχει πρακτικήν σημασίαν δέν είναι τόσον η ελευθερία τών συμφωνούντων, δσον ή ελευθερία τών διαφωνούντων. Προς κατοχύρωσιν ακριβώς, όχι τής ατομικής απλώς, άλλά τής κατά κυριολεξίαν πολιτικής ελευθερίας, δηλαδή αυτής ταύτης τής δημοκρατίας — καί δή, πλέον συγκεκριμένως, του αύθεντικού αύτοκαθορισμού διά τής συμμετοχής τών πολιτών είς τόν σχηματισμόν καί τήν έκδήλωσιν τής κρατικής θελήσεως—ήτοι είς έπαλήθευσιν τής νομικής ιδιότητος του λαού ώς κυριάρχου, ενδείκνυται όπως εντός καί του δημοκρατικού πολιτεύματος καθιδρύονται στοιχειώδεις τινές φραγμοί, περιοριστικοί τών ασκούντων τήν κρατικήν έξουσίαν καί ώρισμένα βασικά ατομικά δικαιώματα έναντι αυτής. Είναι βεβαίως γνωστόν, ότι τοιούτοι θεσμοί έθεσπίσθησαν κατά τους τελευταίους δύο αιώνας δια νά προστατεύσουν τά συμφέροντα τών ατόμων άπό προσβολάς τής κρατικής εξουσίας—τής εξουσίας ιδίως του μονάρχου—είς τήν άσκησιν τής οποίας ταύτα δέν μετείχον, ούτε είχον τήν δυνατότητα νά τήν ελέγχουν επαρκώς. 'Εφ' όσον όμως υφίσταται δημοκρατικόν πολίτευμα, όπου η εξουσία ανήκει είς τόν λαόν καί ελέγχεται λυσιτελώς πως άπό αυτόν, καί είς τό όποίον, «έξ ορισμού», θεωρείται ότι δέν υπάρχει άντίθεσις, άλλά ταύτισις τών θελήσεων κυβερνώντων καί κυβερνωμένων, οί οίοιδήποτε περιορισμοί τής κρατικής εξουσίας δέν φαίνεται νά έχουν κατ' αρχήν νόημα, παρέχουν τήν έντύπωσιν αντινομίας, άφού, είς τελευταίαν άνάλυσιν, κατευθύνονται κατά τής θελήσεως του κυριάρχου λαού άπό τήν οποίαν προσπαθούν νά τόν προστατεύσουν. Έν τούτοις, η άντίληψις αύτη είναι υπερβάλλοντος σχηματική καί, ώς τοιαύτη, δέν ανταποκρίνεται προς τά αντικειμενικά δεδομένα. Άφ' ενός μέν, διότι λησμονεί, ότι η πλήρης ταύτισις κυβερνώντων καί κυβερνωμένων, αρχόντων καί αρχομένων—η οποία λογικώς θά καθίστα περιττήν τήν θέσπισιν συγκεκριμένων διαρθρωτικών περιορισμών έν τή ασκήσει τής κρατικής εξουσίας καί ατομικών τίνων δικαιωμάτων έναντι αυτής—δέν αποτελεί ιστορικόν δεδομένον, άλλ έπιδ ί ω ξ ι ν προς έπίτευξιν τής οποίας τείνει τό δημοκρατικόν πολίτευμα 'Αφ' έτερου δε, διότι παραβλέπει τό γεγονός, ότι είς τά σύγχρονα κράτη με τήν μεγάλην έκτασιν και τόν μεγάλον πληθοσμόν και τά πολύπλοκα προβλήματα η δημοκρατία δεν δύναται να είναι άμεσος- είναι κατά βάσιν έμμεσος, αντιπροσωπευτική και δή, συνήθως, όχι είς πρώτον μόνον βαθμόν. Υπό τάς συνθήκας αύτάς ουδόλως αποκλείεται οί έν ονόματι του κυριάρχου λαού ασκούντες τήν κρατικήν έξουσίαν νά μή εκφράσουν ή εκτελέσουν δεόντως τήν θέλησίν του είς δεδομένην στιγμήν ή νά καταχρασθούν τής ανατεθειμένης είς αυτούς εξουσίας. Διά νά καθίσταται εφικτός ό έπί τών εκάστοτε ασκούντων τήν κρατικήν έξουσίαν αποτελεσματικός έλεγχος τών άπαρτιζόντων τόν λαόν πολιτών, διά νά επιβάλλεται δηλαδή εκάστοτε λυσιτελώς η λαϊκή θέλησις, πρέπει νά υπάρχουν και νά λειτουργούν κατάλληλοι προς τούτο θεσμοί, οί δε πολίται νά απολαύουν ώρισμένων στοιχειωδών ατομικών δικαιωμάτων έναντι τών ασκούντων τήν κρατικήν έξουσίαν. Ουσιώδες τυγχάνει προ πάντων νά διασφαλίζονται εκείνα, τουλάχιστον καί ίδίως, τά ατομικά δικαιώματα τά όποια διευκολύνουν καί εγγυώνται τήν έλευθέραν καί άνόθευτον άσκησιν τών πολιτικών δικαιωμάτων. Δεδομένου ότι οί πολίται συμβάλλουν είς τόν σχηματισμόν και τήν έκδήλωσιν τής κρατικής θελήσεως διά τής δηλώσεως τής ατομικής των θελήσεως, πρέπει προφανώς νά είναι είς θέσιν νά μορφώνουν και εκφράζουν ελευθέρως τήν θέλησίν των καί τήν γνώμην των. Κατά συνέπειαν καί κατά βάσιν, η ελευθερία τής σκέψεως καί τής εκφράσεως τής γνώμης, ύπό τάς ποικίλας εκφάνσεις της, επίσης δε η προσωπική ελευθερία καί ασφάλεια, ώς αποτελούσα άναγκαίαν προϋπόθεσιν τής ελευθερίας τής γνώμης, πρέπει νά είναι νομικώς κατωχυρωμέναι, διά νά δύναται νά γίνη λόγος περί ελευθέρας διαμορφώσεως τής λαϊκής θελήσεως, περί αυθεντικής αναγωγής της είς κρατικήν θέλησίν καί περί λαϊκής κυριαρχίας [Ούχ ήττον η αληθώς ελευθέρα καί αυθεντική έκφρασις τής θελήσεως τών άπαρτιζόντων τόν λαόν πολιτών προϋποθέτει, έπί   πλέον, καί την απουσίαν οίκονομικής εξαρτήσεως καί καταπιέσεως, τήν ίκανοποίησιν τών στοιχειωδών, τουλάχιστον, βιοτικών, υλικών καί πνευματικών, αναγκών των—τροφής, κατοικίας, ενδύσεως, παιδείας— τήν πρόνοιαν διά τήν έργασίαν, τήν ύγείαν καί τήν περίθαλψίν των, τήν έξασφάλισιν κοινής αφετηρίας καί αντικειμενικώς ίσων ευχερειών διά τήν αξιοποίησαν τών ικανοτήτων έκάστου, τήν έν γένει παροχήν είς όλους τών αυτών πραγματικών δυνατοτήτων διά τήν ελεύθερον άσκησαν τών δικαιωμάτων των. Ήτοι, μέ δύο λέξεις, προϋποθέτει τήν ούσιαστικήν καί αποτελεσματικήν άπό πάσης πλευράς κατοχύρωσιντής αξίας των ώς ανθρώπων. Η πολιτική δημοκρατία, άντιμετωπίζουσα τους πολίτας μόνον αφηρημένος καί άγνοούσα αυτούς ώς ανθρώπους μέ συγκεκριμένην, διάφορον, κοινωνικήν τοποθέτησαν καί μέ άνισους ήδη οίκονομικάς δυνατότητας ελευθέρας υπάρξεως καί ενεργείας, εμφανίζεται ώς τυπική δημοκρατία. Η δημοκρατία καθίσταται ουσιαστική, μόνον έφ' όσον η ίσότης καί δι' αυτής η ελευθερία, τάς οποίας πραγματοποιεί κατ' αρχήν η πολιτική δημοκρατία, διευρύνονται καί επεκτείνονται, πέραν του καθαρώς νομικού - πολιτικού, καί έπί του οικονομικού καί του καθ' όλου κοινωνικού πεδίου, ώστε νά διέπουν καί τάς οικονομικάς καί κοινωνικάς σχέσεις. Τούτο συμβαίνει είς τήν κοινωνικήν δημοκρατίαν. Είς αυτήν, καταλυομένης όχι μόνον τής πολιτικής, αλλά καί τής οικονομικοκοινωνικής κυριαρχίας τών ολίγων έπί τών πολλών, ό λαός καθίσταται πράγματι καί ουσιαστικώς, ήτοι όχι μόνον νομικοπολιτικώς, αλλά καί οίκονομικώς καί κοινωνικώς κυρίαρχος, όπότε καί μόνον η δημοκρατία-καί η ελευθερία—ολοκληρούται καί τελειούται. Πάντως δέν πρέπει νά λησμονήται, ότι η πολιτική δημοκρατία αποτελεί ήδη ι σ τ ο ρ ι κ ή ν κατάκτησιν, τήν οποίαν ουδείς δικαιούται νά άγνοήση. Τούτο σημαίνει, ότι η κατά τα ανωτέρω προώθησις τής ουσιαστικής εφαρμογής τής δημοκρατικής αρχής δέν είναι ιστορικώς δυνατόν νά γίνη εναντίον τής πολιτικής δημοκρατίας, αλλ έπί πλέον αυτής· καί οτι η κοινωνική δημοκρατία, άφ' ότου καταστή οπωσδήποτε δυνατόν νά καθιδρυθή, αποκλείεται νά μή ν ο θ ε υ θ ή καί παραφθαρή, ώς έκ τών πραγμάτων άναποφεύκτως, έφ' όσον δέν συνδυάζεται καί μέ πολιτικήν δημονκρατία. Είς τό ιστορικόν γίγνεσθαι τό θέμα τής πολιτικής δημοκρατίας καί τό θέμα τής κοινωνικής δημοκρατίας δέν τίθενται διαζευκτικώς, αλλ' αθροιστικώς. Η κοινωνική δημοκρατία δέν έρχεται «καταλύσαι, αλλά πληρώσαι» τήν πολιτικήν δημοκρατίαν. Η κοινωνική δημοκρατία δέν δύναται νά νοηθή καί νά ύπάρξη ώς άρνησις, άλλ' ώς διαλεκτική ύπέρβασις τής πολιτικής δημοκρατίας: είναι μία ανωτέρας υφής ένότης, είναι ιστορική σύνθεσις, δηλαδή όλοκλήρωσις τής δημοκρατίας. Εν minimum επίτευγμα προς τήν κατεύθυνσιν τής κοινωνικής δημοκρατίας αποτελεί η συνταγματική άναγνώρισις κοινωνικών δικαιωμάτων, διά των οποίων, πέραν του status negativus (ατομικά δικαιώματα) καί του status activus (πολιτικά δικαιώματα) διασφαλίζεται ό status positivus των υποκειμένων είς τήν κρατικήν έξουσίαν προσώπων. Τοιαύτας διατάξεις περιέλαβε, τό πρώτον μετά τόν α' παγκόσμιον πόλεμον, τό Γερμανικόν Σύνταγμα του 1919 (τής Βαϊμάρης) καί άλλα τινά Συντάγματα, μεταξύ των οποίων καί τό Σύνταγμα τής Ελληνικής Δημοκρατίας του 1927 είς τά άρθρα 21 (προστασία τής επιστήμης καί τής τέχνης), 22 (προστασία τής εργασίας καί μέριμνα υπέρ τής ηθικής καί υλικής έξυψώσεως των εργαζομένων), 24 (προστασία του γάμου καί τής οίκογενείας).—Τό ισχύον ήδη παρ' ήμίν Σύνταγμα τού 1864/1911/1952 έχει παραμείνει καί έπί του προκειμένου άσυγχρόνιστον, καθ' ήν στιγμήν, μεταπολεμικώς, τά Συντάγματα των διαφόρων κρατών αναγνωρίζουν κατά κανόνα, πλην τών ατομικών, καί «κοινωνικά» δικαιώματα]. Η απουσία νομικής διασφαλίσεως τών ώς άνω στοιχειωδών ατομικών δικαιωμάτων, ώς καί καθιερώσεως σχετικής τίνος διακρίσεως τών εξουσιών προς άνάσχεσιν τής εξουσίας τών κυβερνώντων, έχει ώς συνέπειαν, όχι μόνον νά εγκαταλείπεται η μειοψηφία, δηλ. οί εκάστοτε διαφωνούντες, εις τό έλεος τής οίασδήποτε θελήσεως τής πλειοψηφίας, η οποία ενδέχεται νά άποβή πλειοψηφία χωρίς έλεος, άλλά καί—τούθ' όπερ κυρίως ενδιαφέρει τήν δημοκρατίαν—θέτει έν αμφιβάλω τήν γνησιότητα τής θελήσεως του κυριάρχου λαού. Κατ' άκολουθίαν τούτων, καίτοι η ουσία του δημοκρατικού πολιτεύματος έγκειται είς τήν διά τής λαϊκής κυριαρχίας πραγματοποιούμενην πολιτικήν κυρίως έλευθερίαν, έν τούτοις, έφ' όσον ο πολίτης, είς κάθε κράτος, δέν παύει νά είναι καί υπήκοος, αύτη δέν δύναται νά θεωρηθή ώς επαρκώς κατωχυρωμένη, έάν δέν συνοδεύεται καί άπό ποσοστόν τι ελευθερίας έναντι τής κρατικής εξουσίας
Καί ταύτα μέν ούτως, όσον άφορά τάς δύο είδικωτέρας μορφάς τής έν γένει πολιτικής ελευθερίας. Επιβάλλεται όμως νά γίνη προς τούτοις μία τελική παρατήρησις, διά  νά   μή   δημιουργούνται   αυταπατάται. Η ελευθερία η πραγματοποιούμενη έν τω πλαισίω τής κρατικώς ώργανωμένης κοινωνικής συμβιώσεως, ήτοι τό καθεστώς ελευθερίας, τό όποίον ενδέχεται νά καθιδρύεται εντός του κράτους, δέν είναι πάντως δυνατόν νά έξικνήται μέχρι τοιούτου σημείου, ώστε νά άφαιρή έξ αύτού τό θεμελιώδες καί είδικόν γνώρισμα του ώς «μηχανισμού καταναγκασμού», τό όποίον αποτελεί τήν ούσίαν παντός κράτους· ούτε νά άλλοιώνη τόν πρωταρχικόν σκοπόν πάσης κρατικής οργανώσεως, ό όποίος έγκειται είς τήν αύτοσυντήρησίν της καί τήν προστασίαν τής ιδίας της υπάρξεως. Τά όρια τής πολιτικής ελευθερίας κείνται είς τους πρωταρχικούς καί βασικούς σκοπούς τοϋ κράτους. Εντός αύτού η έν γένει πολιτική ελευθερία δέν δύναται νά νοηθή πέραν ενός «ελαχίστου ορίου συντηρήσεως» του κράτους, δέν δύναται να ύπαρξη έάν και έφ' όσον διακυβεύη τήν διάρκειαν και τήν ύπαρξίν του. Τό Συνταγματικόν Δίκαιον και τών πλέον φιλελευθέρων και τών πλέον δημοκρατικών κρατών διαμορφούται και διαρθρούται πάντοτε κατά τοιούτον τρόπον, ώστε η ελευθερία τών πολιτών νά μή θέτη είς κίνδυνον τήν άσφάλειαν του δεδομένου κράτους. Έν η δε περιπτώσει ό συνδυασμός ασφαλείας του κράτους και πολιτικής έν γένει ελευθερίας δέν καθίσταται δυνατόν νά διατηρηθή, η ασφάλεια του κράτους υπερισχύει καί η ελευθερία υποχωρεί. Δέν υπάρχει τίποτε τό έκπληκτικόν είς τήν διαπίστωσιν αυτήν, άρκεί νά λάβη τις ύπ' όψιν τήν φύσιν και τους πρωταρχικούς σκοπούς του κράτους έν γένει. Έξ άλλου, τόσον η πολιτική ιστορία, όσον καί η παρατήρησις τών συνταγματικών καί νομοθετικών δεδομένων όλων ανεξαιρέτως τών συγχρόνων κρατών βεβαιούν του λόγου τό ασφαλές. Δέον όμως νά σημειωθή ότι οί χάριν τής κρατικής ασφαλείας επιβαλλόμενοι περιορισμοί τής έν γένει πολιτικής ελευθερίας οφείλουν νά μή υπερβαίνουν ώρισμένα ακραία όρια, πέραν τών οποίων εξαλείφεται η «είδοποιός διαφορά» του δεδομένου κράτους ώς φιλελευθέρου ή ώς δημοκρατικού.
* * *
Τό Συνταγματικόν Δίκαιον, ρυθμίζον κατά βάσιν τήν συγκρότησιν καί τήν άσκησιν τής κρατικής εξουσίας, δέν είναι πάντοτε καί αναγκαίως, δύναται όμως νά άποβή ουσιωδώς «τεχνική» τής πολιτικής ελευθερίας. Προσεπάθησα νά καταδείξω, ότι τό Συνταγματικόν Δίκαιον προσφέρεται κατ' εξοχήν προς τούτο, έφ' όσον βεβαίως οί κανόνες του άφ' ενός μέν έχουν τό κατάλληλον περιεχόμενον, άφ' έτέρου δέ είναι περιβεβλημένοι μέ ηυξημένην τυπικήν ίσχύν. Διά τής δυναμένης ούτω πως νά πραγματοποιηθή πολιτικής ελευθερίας, δηλαδή τής ελευθερίας τών ανθρώπων έν σχέσει προς τόν είς τό πλαίσιον του κρατικώς ώργανωμένου κοινωνικού βίου άσκούμενον καταναγκασμόν, διασφαλίζεται έν τινι μέτρω καί έπιβεβαιούται η αξία τής ανθρώπινης προσωπικότητος ώς υπέρτατη αξία του έν κοινωνία βίου. Η ελευθερία καί η αξιοπρέπεια του άνθρώπου είναι αλληλένδετοι. Τό Συνταγματικόν Δίκαιον, κατ' εξοχήν, αποτελεί τήν νομικήν έκφρασιν τών μέχρι σήμερον ιστορικών επιτευγμάτων τής άνθρωπότητος είς τόν άδιάκοπον αγώνα της διά τήν πραγμάτωσιν του ωραιότερου και αγιοτέρου ίδανικού της: τής απελευθερώσεως και καταξιώσεως τής ανθρωπινής προσωπικότητος.
Έφ' όσον τό Συνταγματικόν Δίκαιον είναι η τεχνική τής πολιτικής ελευθερίας, η επιστήμη η ασχολούμενη με τήν έρμηνείαν και μελέτην τών κανόνων του αποβαίνει η επιστήμη τής πολιτικής ελευθερίας. Βαρεία η ευθύνη όσων έταξαν εαυτούς εις τήν καλλιέργειαν και τήν ύπηρεσίαν του κλάδου τούτου τής έπιστήμης του Δικαίου. Ακόμη βαρύτερα η ευθύνη και δυσχερεστέρα η αποστολή τών εχόντων τήν τιμήν νά διδάσκουν άπό τής πανεπιστημιακής έδρας τό μάθημα τής πολιτικής ελευθερίας. Οσον άφορά τήν ταπεινότητα μου, ας μου έπιτραπή νά είπω ότι έχω βαθυτάτην έπίγνωσιν τής μεγάλης ευθύνης, τήν οποίαν επωμίζομαι.
Η έδρα του Συνταγματικού Δικαίου είναι, όπως είχεν είπει ό πρώτος έν Ελλάδι κάτοχος αυτής εις τό Πανεπιστήμιον Αθηνών Ν. Ι. Σαρίπολος, «η ελευθερωτέρα τών εδρών». Επειδή δέ τοιαύτην τήν έθεώρει, έλεγεν ό αυτός Σαρίπολος πατήρ, πρό 100 ακριβώς ετών, τό 1862, είς έναρκτήριον μάθημα του: «εί περ η ελευθερία άπό τής οικουμένης άπάσης έδιώκετο, ήθελε διασωθή έν Ευρώπη· εί δ' άπό τής Ευρώπης πάσης έφυγαδεύετο, έδει αυτήν εύρείν καταφυγήν έν τή κοιτίδι αυτής, τή ωραία ημών Ελλάδι· ει δ' άπό ταύτης έξωθείτο, τό ίερόν τούτο του Πανεπιστημίου έδος άξιον αυτής ήθελε γενή κρυπτήριον και κρυφιομύσται αυτής οι έν αύτώ τής σοφίας λειτουργοί. εί δέ, τέλος, και ένταϋθα ό απηνής διωγμός κατελάμβανεν αυτήν, ήθελον παραλάβει αυτήν, έγώ τουλάχιστον, υπό τήν καθηγητικήν τήβεννόν μου και καταβή μελανείμων τήν έδραν ταύτην, ώς διοπετές τι παλλάδιον κατακρύπτων αυτήν μέχρις ου αίσιώτεραι έπιλάμψωσιν ήμέραι, όπως τήν φυγάδα αποδώσω τή πατρίδι». Δέν νομίζω ότι είς τήν πατρίδα μας καί μάλιστα εις τήν σημερινήν έποχήν είναι δυνατόν νά άνακύψη θέμα εφαρμογής τών υποθηκών του Σαριπόλου. Πάντως η αξία των παραμένει αμείωτος, πολύτιμος και σεβαστή διά κάθε Ελληνα καθηγητήν του Συνταγματικοϋ Δικαίου.
Αγαπητοί φοιτηταί καί φοιτήτριαι,
Μαζί θά μελετήσωμεν τό ισχύον έλληνικόν Συνταγματικόν Δίκαιον ώς «τεχνικήν» της πολιτικής ελευθερίας. Θα είμαι δέ ευτυχής, αν η διδασκαλία και η μελέτη του Συνταγματικού Δικαίου σας βοηθήση να γίνετε, όχι μόνον καλοί επιστήμονες, άλλά και καλοί πολίται. Και καλός πολίτης είναι μόνον ό ελεύθερος πολίτης. Ό πολίτης αυτός ενδιαφέρεται δια τά πολιτικά πράγματα. Εκείνος δέ πού δεν μετέχει εις αυτά είναι, όχι φιλήσυχος, άλλ' άχρηστος πολίτης. Έφ' όσον ιδίως το πολίτευμα είναι κατά βάσιν δημοκρατικόν, ό πολίτης υπέχει ε ύ θ ύ ν η ν δια τάς πράξεις τής κρατικής εξουσίας, τήν ασκησιν τής οποίας δικαιούται καί οφείλει νά έλέγχη συνεχώς. Ή συναίσθησις τής ευθύνης του αναλύεται είς τήν συναίσθησιν τόσον τών καθηκόντων του, όσον και τών δικαιωμάτων του. Ό ελεύθερος πολίτης γνωρίζει καί δύναται καί νά άρχεται καί νά αρχή. Εν μέγα τέκνον του μακεδόνικου Ελληνισμού, ό Αριστοτέλης, του οποίου τό όνομα φέρει, σεμνυνόμενον, τό Πανεπιστήμιον τούτο τής Βορείου Ελλάδος εις τό όποιον φοιτάτε, είχε καθορίσει προ πολλών αιώνων είς τί έγκειται η αρετή του πολίτου: «Δει δέ τόν πολίτην τον αγαθόν έπίστάσθαι καί δύνασθαι καί άρχεσθαι καί άρχειν» [Πολιτικά Γ. 4.1277b, 13-15]. Μέ τήν δισυπόστατον αυτήν αρετήν του πολίτου επιτυγχάνεται όχι μόνον η διασφάλισις καί η συντήρησις, αλλά και η άξιοποίησις καί η περαιτέρω έξέλιξις καί προαγωγή τής έν γένει πολιτικής ελευθερίας.

Addthis