Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

Ο εκχυδαϊσμός της Επιστήμης για συναδελφικούς λόγους!

Η παρούσα ανάρτηση γράφεται εξ αιτίας της θλιβερής στάσης ενός Λαϊκιστή εθνοπατέρα και Καθηγητή στο Συνταγματικό Δίκαιο στο Καποδιστριακό, του κ. Προκόπη Παυλόπουλου. Την πληροφορία για την απαράδεκτη στάση του έλαβα από σχετική ανάρτηση του καθηγητή κ. Στ. Τσακυράκη [την οποία διαβάστε εδώ].
 Σύμφωνα με το άρθρο 13 του Ποινικού μας Κώδικα, “α) υπάλληλος είναι εκείνος στον οποίο νόμιμα έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου”.

Διδάσκεται από τους ποινικολόγους μας ότι, “η έννοια του υπαλλήλου αποδίδεται στα εν λόγω εγκλήματα (αναφέρεται στα εγκλήματα περί την υπηρεσία, άρθρα 235-263Β. εξήγηση γράφοντος) είτε γενικά με τη λέξη υπάλληλος είτε προσδιορίζεται ειδικότερα με την αναφορά σε ορισμένο κύκλο υπαλλήλων (λ.χ. ανακριτικών υπαλλήλων, δικαστών κλπ). Την γενική δε έννοια τη δίνει ό ίδιος ο ποινικός κώδικας, η οποία ισχύει σε όλο το φάσμα των εγκλημάτων του ΠοινΚ, όπου απαντάται η έννοια του υπαλλήλου, είτε για να προσδιορίσει το υποκείμενο (λ.χ. άρθρο 343.α ΠοινΚ) είτε το αντικείμενο του εγκλήματος (λ.χ. στο άρθρο 167 ΠοινΚ), ενώ η διάταξη του άρθρου 263.α ΠοινΚ τη συμπληρώνει ειδικά όσον αφορά τα υπηρεσιακά εγκλήματα… Βασικό προσδιοριστικό στοιχείο της έννοιας του υπαλλήλου είναι η άσκηση δημόσιας υπηρεσίας, που σημαίνει άσκηση υπηρεσίας του Δημοσίου ως νομικού προσώπου (δημόσια υπηρεσία με τη στενή έννοια) ή υπηρεσίας των ΝΠΔΔ ως οργανικών μονάδων του συστήματος διοικητικής οργάνωσης. Δημόσια υπηρεσία λοιπόν είναι η άσκηση κάθε εξουσίας, εκτελεστικής, νομοθετικής ή δικαστικής, κάθε δηλαδή κρατικής λειτουργίας. Στο πλαίσιο της διοίκησης νοείται εδώ τόσο η κυριαρχική διοίκηση με περιοριστικό (τήρηση τάξεως και ασφάλειας) ή ρυθμιστικό (κατευθυντήριο, προγραμματικό ρόλο) περιεχόμενο, όσο και η παροχική (παροχή αγαθών και υπηρεσιών στους πολίτες), με την προϋπόθεση ότι ασκείται οργανικά από το Δημόσιο ως fiscus ή από άλλα ΝΠΔΔ (δημόσια υπηρεσία υπό οργανική έννοια). Το άρθρο 13.α ΠοινΚ δεν μιλά συνεπώς ούτε για δημόσια διοίκηση για να την ταυτίσει κανείς απλώς με την άσκηση διοικητικών-εκτελεστικών καθηκόντων και υπηρεσιών, ούτε για δημόσια εξουσία, για να την περιορίσει στο κυριαρχικό-εξουσιαστικό περιεχόμενο της υπηρεσίας, αλλά γενικά για δημόσια υπηρεσία” [Ν. Μπιτζιλέκης, Υπηρεσιακά εγκλήματα, δεύτερη έκδοση2001, σελίδες 77-78 υπό Β.1.1]. Κατά τον ΕισΑΠ Αθ. Κονταξή “ο ΠοινΚ στο άρθρο 13.α ακολουθεί δικό του κριτήριο ως προς το ποιος είναι υπάλληλος, δεν ακολουθεί κριτήρια διοικητικού δικαίου. Έτσι, ορίζει το βασικό προσδιοριστικό στοιχείο της έννοιας του υπαλλήλου είναι η άσκηση υπηρεσίας, δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου ΝΠΔΔ. Στην έννοια της δημοσίας υπηρεσίας περιλαμβάνεται η άσκηση κάθε κρατικής λειτουργίας (εκτελεστικής, νομοθετικής, δικαστικής), λαμβανομένου υπόψη ότι η έννοια της δημοσίας υπηρεσίας είναι γενική και δεν ταυτίζεται ούτε με την δημόσια διοίκηση, ούτε με την δημόσια εξουσία” ερμηνεία ποινικού κώδικα, τρίτη έκδοση, 2000, σελ. 227]. Σύμφωνα με εντελώς πρόσφατη νμλγ του Αρείου Πάγου η οποία περιγράφει αναλυτικά το περιεχόμενο της έννοιας του υπαλλήλου, “Η ιδιότητα του υπαλλήλου ενσωματώνει ειδικά καθήκοντα και υποχρεώσεις, δεδομένου ότι δι` αυτού εκφράζεται η βούληση της κρατικής εξουσίας ή του νομίμως συνεστημένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, από την ορθή δε άσκηση της εξουσίας εξαρτάται η απρόσκοπτη και εποικοδομητική λειτουργία των κρατικών οργάνων, των οποίων οι αποφάσεις επιλύουν ανακύπτοντα προβλήματα και διευθετούν ιδιωτικές διαφορές. Το υπαλληλικό καθήκον διαφοροποιείται εκάστοτε και η ειδικότερη μορφή του  εξαρτάται από το είδος και τη φύση αυτού. Ως πηγή του καθήκοντος θεωρείται διάταξη νόμου, διατάγματος ή ιδιαίτερες οδηγίες εντός των πλαισίων των νόμων. Ενίοτε το καθήκον ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας και εμμέσως προσδιορίζεται κατά περιεχόμενο, το οποίο δεσμεύει τον  υπάλληλο με συναφή υποχρέωση ενεργείας, εντός των προδιαγεγραμμένων ορίων, ή παραλείψεως,  οσάκις απαγορεύεται πάσα περαιτέρω ενέργεια, η υλοποίηση της οποίας αντιστρατεύεται τα σαφώς προσδιορισμένα καθήκοντα. Η ιδιότητα του υπαλλήλου δεν απαιτείται να είναι φύσεως διαρκούς, αφού αρκεί και η προσωρινή ανάθεση, αρκεί μόνον ότι λαμβάνει χώραν άσκηση ανατεθειμένων καθηκόντων λειτουργικώς συνυφασμένων προς την φύση της υπηρεσίας, η δε ενέργεια του υπαλλήλου να είναι συνέπεια της κατά το νόμο ασκήσεως της δραστηριότητας, ως περιεχόμενο του καθήκοντος του ανατεθέντος και αποδεκτού γενομένου. Ως υπάλληλος θεωρείται και ο δημοτικός σύμβουλος, νομίμως εκλεγείς ως μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου και μετέχων στις συνεδριάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου. Ως καθήκον, η παράβαση του οποίου καθιστά αξιόποινη τη συμπεριφορά του υπαλλήλου, δεν νοείται οποιοδήποτε υπαλληλικό καθήκον, το οποίο προκύπτει από τον νόμο ή από διοικητική πράξη κανονιστικού χαρακτήρα ή από ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή από τη φύση της υπηρεσίας και αναφέρεται στη γενική συμπεριφορά κάποιου ως υπαλλήλου, αλλά μόνο το καθήκον εκείνο που συνδέεται με την άσκηση συγκεκριμένης υπηρεσιακής δραστηριότητας στο πλαίσιο της καθ` ύλην και κατά τόπον αρμοδιότητας του υπαλλήλου, εκείνο δηλαδή που ανάγεται στην εκτέλεση του ανατεθειμένου σ` αυτόν υπηρεσιακού έργου. Ως εκ τούτου, αξιόποινο χαρακτήρα, κατά το άρθρο 259 ΠΚ, ενέχουν μόνον οι παραβάσεις συγκεκριμένων υπηρεσιακών καθηκόντων κατά την άσκηση υπηρεσιακής δραστηριότητας. Αντίθετη εκδοχή θα προσέκρουε στη συνταγματική αρχή "nullum crimen sine lege certa" (άρθρ. 7 παρ. 1 του Συντάγματος). Έτσι, αξιόποινη είναι η ελεγχομένη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) του υπαλλήλου μόνον αν συνιστά (θετικά ή αποθετικά) έκφραση πολιτειακής βουλήσεως και άσκηση κρατικής εξουσίας μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων και όχι απλώς η παράβαση υποχρεώσεων, που ανάγονται και εξυπηρετούν άλλα συμφέροντα των δημοσίων υπηρεσιών, όπως η εύρυθμη λειτουργία αυτών, η τήρηση της υπαλληλικής  δεοντολογίας κλπ. Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει την προστασία του γενικότερου  συμφέροντος της ομαλής και απρόσκοπτης διεξαγωγής της υπηρεσίας, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, ενεργητικό υποκείμενο του οποίου μπορεί να είναι μόνον υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α` και 263α του ίδιου Κώδικα, απαιτούνται α) παράβαση όχι απλού υπαλληλικού καθήκοντος, αλλά καθήκοντος της υπηρεσίας του υπαλλήλου, το οποίο καθορίζεται και επιβάλλεται στον υπάλληλο από το νόμο ή από διοικητική πράξη ή απορρέει από τις ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στην ίδια τη φύση της υπηρεσίας και αναφέρεται στην έκφραση από αυτόν της θελήσεως της πολιτείας, μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων και ενεργειών στις σχέσεις της απέναντι στους τρίτους, β) δόλος του δράστη, που περιέχει τη γνώση και τη θέληση της παραβάσεως του υπηρεσιακού του καθήκοντος και γ) σκοπός του δράστη, ως πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, συνιστάμενος στην επιδίωξη του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, χωρίς να είναι αναγκαίο να επιτευχθεί η επιδιωχθείσα ωφέλεια ή βλάβη, η οποία μπορεί να είναι είτε υλική είτε ηθική. Για να συντρέχει δε ο σκοπός αυτός πρέπει όχι μόνο η βούληση του δράστη να κατατείνει προς αυτόν, αλλά και η συμπεριφορά του, όπως αναπτύσσεται, να μπορεί αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξή του, αφού ο σκοπός να προσπορίσει τον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον προϋποθέτει ότι η πράξη, όπως επιχειρείται από το δράστη, δύναται να οδηγήσει στην απόκτηση παράνομου οφέλους ή στην πρόκληση βλάβης τρίτου (αντικειμενικό στοιχείο). Μεταξύ δε της αξιόποινης πράξεως της παραβάσεως καθήκοντος και του σκοπού οφέλους ή βλάβης πρέπει να υπάρχει αιτιώδης σχέση, ώστε η πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, αν δεν είναι ο αποκλειστικός τρόπος, πάντως πρέπει να είναι ο πρόσφορος τρόπος περιποιήσεως του σκοπουμένου οφέλους ή βλάβης. Σκοπός παράνομης ωφέλειας ή βλάβης συντρέχει όταν ο δράστης επιδιώκει με την παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων να επιφέρει την παράνομη ωφέλεια ή τη βλάβη και συγχρόνως όταν η υπηρεσιακή παράβαση είναι αντικειμενικά πρόσφορη να οδηγήσει στην ωφέλεια ή τη βλάβη με τον συγκεκριμένο τρόπο που σχεδιάστηκε και τελέστηκε από το δράστη, ο οποίος πρέπει να γνωρίζει την εν λόγω προσφορότητα. Τέτοια προσφορότητα υπάρχει όταν η ωφέλεια ή η βλάβη που επιδιώκει ο δράστης μπορεί να πραγματωθεί μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος ή και με την παράβαση αυτού. Για την ολοκλήρωση του εγκλήματος του άρθρου 259 του ΠΚ δεν απαιτείται να πραγματοποιηθεί η επιδιωκομένη παράνομη ωφέλεια ή βλάβη” [απόφαση υπ’  αριθμό 74/ 2013]. Επομένως, κ. Καθηγητά; Σεις είστε υπεράνω της Επιστήμης [την οποία, υποτίθεται, πως υπηρετείτε] και της ερμηνείας που παρέχουν τα ανώτατα Δικαστήρια της χώρας; Είναι ντροπή, ΝΤΡΟΠΗ για ένα Πανεπιστημιακό Δάσκαλο να υποτιμά τη νοημοσύνη των ακροατών του στο Κοινοβούλιο για να αποφύγει κάποιος συνάδελφος του τον έλεγχο της Δικαιοσύνης, την οποία, κατά τα λοιπά εμπιστεύεστε μόνο όταν εκδίδει αρεστές αποφάσεις σε σας αλλά σε βάρος των αδυνάτων! Εγώ δεν παίρνω θέση για την ενοχή ή όχι αυτού του εθνοπατέρα [δεν έχω άλλωστε τέτοια δυνατότητα. Και να την είχα δεν θα μετέτρεπα τον ιστολόγιο μου σε παραδικαστήριο!] όμως, μια παροιμία λέει πως “καθαρός ουρανός, αστραπές δε φοβάται!”. Το επιχείρημα του κ. Μιχελάκη για να αποφύγει τον έλεγχο της ενδεχόμενης διάπραξης, εκ μέρους του, αξιόποινων πράξεων, ότι τάχα ζήτησε την ποινική δίωξη αυτού που αποκάλυψε τις ενδεχόμενες σχέσεις του με τον επιχειρηματία, μονάχα θυμηδία προκαλούν! Μονάχα θυμηδία!!
Αισθάνομαι διπλή ντροπή ως ανδράποδο, που ζω σε μια ΕΠΑΙΣΧΥΝΤΗ δεύτερη Γερμανική ΚΑΤΟΧΗ, χείριστης της πρώτης Γερμανικής, εξ αιτίας τέτοιων εθνοπατέρων!

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...