Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2014

Προκαταρκτική εξέταση όπως ισχύει σήμερα.


(ΝΟΒ 2013/767) Ποινική δικονομία. Η προκαταρκτική εξέταση, μετά αλλεπάλληλες νομοθετικές τροποποιήσεις και όπως διαμορφώθηκε με τον νέο ν. 4055/12 αναβαθμίστηκε, ενεργείται πριν ασκηθεί ποινική δίωξη, όπως και η ανάκριση, συνιστά βασικό στάδιο της προδικασίας και πλέον έχει δικαιοδοτικό και όχι απλώς διοικητικό χαρακτήρα. Απαρίθμηση ανακριτικών πράξεων και αποδεικτικών μέσων στα οποία δύναται να προσφύγει ο ενεργών αυτήν. Κατάργηση της μυστικότητας της προκαταρκτικής εξέτασης, η οποία πλέον πρέπει να είναι συνοπτική.Επί προκαταρκτικής εξέτασης ο νομοθέτης δε θέλησε τη χορήγηση και στον πολιτικώς ενάγοντα των ιδίων δικαιωμάτων που δίδει σε αυτόν μετά την άσκηση ποινικής δίωξης (αρ.108 ΚΠΔ) διότι στοχεύει στη σε σύντομο χρόνο εκκαθάριση της ποινικής διαφοράς και στο να προστατεύεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και η προσωπικότητα του κάθε μηνυόμενου πολίτη. Επομένως και ο δηλώσας σχετική παράσταση πολιτικώς ενάγων, όταν διενεργείται προκαταρκτική εξέταση και έχει διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη, δεν είναι διάδικος και δεν έχει δικαίωμα διορισμού τεχνικών συμβούλων, όπως έχει τούτο, κατ` αρ. 204§ 1, 2 του ΚΠΔ, όταν γίνεται ανάκριση διότι τότε υπάρχει κατηγορούμενος. Δεν αντίκειται στο Συντ. και την ΕΣΔΑ η εν λόγω ρύθμιση. Απορρίπτει την αναίρεση του Εισαγγελέα του Α.Π. ως αβάσιμη.

Άρειος Πάγος [τμήμα ΣΤ, σε Συμβούλιο]  1575/ 2012

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του 2559/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Με προσφεύγων-πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Π. του Ι..

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαο Παντελή που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη με αρ. εκθ. 27/30-8-2012 αναίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που ασκήθηκε εμπρόθεσμα, και παραδεκτά, κατ` άρθρο 479 και 483 παρ.3α ΚΠΔ, πλήττεται το παρεμπίπτον με αρ. 2559/2012 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, για τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. στ` του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, της υπέρβασης εξουσίας.
Όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο 2559/2012 βούλευμά του, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σε αυτό εισαγγελική πρόταση, απέρριψε ως μη νόμιμη και μη προβλεπόμενη από το νόμο, την από 26-3-2012 αίτηση - προσφυγή του Α. Π., εγκαλούντος πολιτικώς ενάγοντος, με την οποία ζητούσε την υπέρ αυτού επίλυση διαφωνίας του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, ο οποίος με την από 14-2-2012 πράξη του αρνήθηκε στον πολιτικώς ενάγοντα τον διορισμό τεχνικού συμβούλου, επί πραγματογνωμοσύνης κατασχεθέντων ψηφιακών πειστηρίων εγκλήματος, φερομένου ως τελεσθέντος μέσω διαδικτύου σε βάρος του εγκαλούντος", διενεργούμενης από την ΔΕΕ/ΕΛ.ΑΣ., που είχε διαταχθεί στο πλαίσιο διαταχθείσας και διενεργούμενης από την Υποδ. Αντιμετ. Οργανωμ. Εγκλήματος της ΕΛ.ΑΣ. προκαταρκτικής εξέτασης. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα, δέχθηκε ότι το άρθρο 307 εδ. γ` του ΚΠΔ, δεν εφαρμόζεται κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης, καθόσον κατ` αυτήν δεν υπάρχουν διάδικοι και συνεπώς δε νοείται διαφωνία μεταξύ εισαγγελέα και μη υπάρχοντος διαδίκου, έστω και αν δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής ο παθών με την έγκληση και το δικαίωμα προσφυγής στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών δεν ανήκει στον πολιτικώς ενάγοντα, αλλά στο διάδικο και τέτοιος κατά την έννοια του άνω άρθρου 307 εδ. γ του ίδιου Κώδικα δεν είναι ο εγκαλών προσφεύγων στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 31 του ΚΠΔ, όπως η παρ. 2 αντικ. με το άρθρο 2 παρ.1 του ν. 3160/2003 και στη συνέχεια με το άρθρο 5 του ν. 3346/2005, και όπως η παρ. 3 αντικ. με το άρθρο 8 του ν. 3904/2010, ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών έχει δικαίωμα να ενεργεί: α) προκαταρκτική εξέταση, για να κρίνει αν υπάρχει περίπτωση ποινικής δίωξης, β) προανάκριση, για να βεβαιωθεί αξιόποινη πράξη. Μπορεί ακόμα να παρευρίσκεται ο ίδιος ή ένας από τους αντιεισαγγελείς που υπάγονται σ` αυτόν κατά την ενέργεια κάθε ανακριτικής πράξης και να ενημερώνεται οποτεδήποτε ως προς τα έγγραφα που αφορούν την ανάκριση. 2. Η προκαταρκτική εξέταση ενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 240 και 241. Αν αυτή γίνεται ύστερα από μήνυση ή έγκληση κατά ορισμένου προσώπου ή αν κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο η τέλεση αξιόποινης πράξης, το πρόσωπο αυτό καλείται πριν από σαράντα οκτώ ώρες για παροχή εξηγήσεων και εξετάζεται ανωμοτί. Εχει δικαίωμα να παρίσταται με συνήγορο, να αρνηθεί εν όλω ή εν μέρει την παροχή εξηγήσεων και να λάβει προθεσμία μέχρι σαράντα οκτώ ώρες για την παροχή τους, η οποία μπορεί να παραταθεί από εκείνον που διενεργεί την προκαταρκτική εξέταση. Επίσης, μπορεί να ζητήσει να του χορηγηθεί αντίγραφο της μήνυσης ή της έγκλησης. Αυτός που ενεργεί την προκαταρκτική εξέταση πρέπει να ενημερώσει προηγουμένως τον εξεταζόμενο για την πράξη που αφορά η εξέταση και για τα παραπάνω δικαιώματα του. Προηγούμενη έγγραφη εξέταση του προσώπου αυτού που έγινε ενόρκως ή χωρίς τη δυνατότητα παράστασης με συνήγορο, δε μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της εισαγγελίας. Εφόσον ο μηνυόμενος ή εγκαλούμενος ή εκείνος κατά του οποίου στρέφονται οι υποψίες κλητεύτηκε νόμιμα και δεν εμφανίστηκε, η προκαταρκτική εξέταση περατώνεται και χωρίς την εξέταση του. 3. Η προκαταρκτική εξέταση είναι συνοπτική και το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την κατά το άρθρο 36 πληροφόρηση της αρμόδιας αρχής μέχρι την κίνηση ή όχι της ποινικής δίωξης, δε μπορεί να υπερβεί τους τρεις μήνες. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ο χρόνος αυτός μπορεί να παραταθεί έως τρεις το πολύ μήνες ή, εφόσον η φύση της υπόθεσης ή της πράξης που πρέπει να διενεργηθεί το επιβάλλει, για εύλογο χρονικό διάστημα, με ειδικά αιτιολογημένη πράξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών ή εφετών κατά περίπτωση".
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 43 του ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την τροποπ. του με το άρθρο 27 παρ.3 του ν. 4055/2-3-2012, ορίζονται τα ακόλουθα: "1. 0 εισαγγελέας όταν λάβει τη μήνυση ή την αναφορά, κινεί την ποινική δίωξη, παραγγέλλοντας προανάκριση ή ανάκριση ή εισάγοντας την υπόθεση με απευθείας κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, όπου αυτό προβλέπεται. Σε κακουργήματα κινεί την ποινική δίωξη μόνο εφόσον έχουν ενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση ή προανακριτικές πράξεις κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 243 και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη. Αν έχει προηγηθεί ένορκη διοικητική εξέταση ή υπάρχει πόρισμα ή έκθεση ελέγχου του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης ή Σώματος ή Υπηρεσίας Επιθεώρησης και Ελέγχου των φορέων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3074/2002 (Α` 296) και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη, μπορεί να μην ενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση. 2. Αν η μήνυση ή η αναφορά δεν στηρίζεται στο νόμο ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία της ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών τη θέτει στο αρχείο και υποβάλλοντας τη δικογραφία στον εισαγγελέα εφετών, αναφέρει σε αυτόν τους λόγους για τους οποίους δεν άσκησε ποινική δίωξη. Ο τελευταίος έχει δικαίωμα να παραγγείλει προκαταρκτική εξέταση αν πρόκειται για κακούργημα ή την άσκηση ποινικής δίωξης ή τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης στα λοιπά εγκλήματα. 3. Αν έχει διενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση ή προανακριτικές πράξεις κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 243 ή ένορκη διοικητική εξέταση και ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών κρίνει ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη, θέτει την υπόθεση στο αρχείο και υποβάλλοντας τη δικογραφία στον εισαγγελέα εφετών, αναφέρει σε αυτόν τους λόγους για τους οποίους δεν άσκησε ποινική δίωξη. Ο τελευταίος έχει δικαίωμα να παραγγείλει την άσκηση ποινικής δίωξης. 4. Μήνυση ή η αναφορά η οποία υποβάλλεται με οποιονδήποτε τρόπο ανωνύμως ή με ανύπαρκτο όνομα, τίθεται αμέσως στο αρχείο από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών και εφαρμόζονται αναλόγως όσα ορίζονται στην παράγραφο 2. Οταν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι που μνημονεύονται ειδικά στην παραγγελία του εισαγγελέα πλημμελειοδικών, μπορεί να διαταχθεί και προκαταρκτική εξέταση. 5. Ο αρμόδιος εισαγγελέας ανασύρει τη δικογραφία από το αρχείο μόνον όταν γίνεται επίκληση ή αναφαίνονται νέα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία, τα οποία δικαιολογούν κατά την κρίση του την επανεξέταση της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή καλεί το μηνυόμενο ή αυτόν σε βάρος του οποίου διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση να παράσχει εξηγήσεις".
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 47 του ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την τροποπ. με το άρθρο 28 παρ.2,3 του ν. 4055/2-3-2012, ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Ο εισαγγελέας εξετάζει την έγκληση που έλαβε και αν κρίνει ότι αυτή δε στηρίζεται στο νόμο ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία της ή είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, την απορρίπτει με διάταξη, η οποία περιλαμβάνει συνοπτική αιτιολογία. Ο εγκαλών έχει δικαίωμα να λάβει γνώση και αντίγραφο της διάταξης επιδίδεται στον εγκαλούντα. 2. Αν ενεργήθηκαν προκαταρκτική εξέταση ή ανακριτικές πράξεις, κατά το άρθρο 243 παρ. 2 ή ένορκη διοικητική εξέταση και ο εισαγγελέας κρίνει ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την κίνηση της ποινικής δίωξης, ενεργεί όπως στην προηγούμενη παράγραφο. 3. Όσα αναφέρονται στα άρθρα 43 παράγραφοι 1 και 5, 44 και 45 εφαρμόζονται και ως προς την έγκληση". Κατά τις διατάξεις του άρθρου 108 του ΚΠΔ, ορίζονται τα ακόλουθα: "ο πολιτικώς ενάγων έχει επίσης τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 101, 104, 105 και 106. τα δικαιώματα αυτά μπορεί να τα ασκήσει από τη στιγμή που ο κατηγορούμενος θα κληθεί σε απολογία ή θα εκδοθεί εναντίον του ένταλμα σύλληψης ή βίαιης προσαγωγής". Κατά τις διατάξεις του άρθρου 204 παρ. 1, 2 του ΚΠΔ, ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Όταν γίνεται ανάκριση για κακούργημα, εκείνος που ενεργεί την ανάκριση και διορίζει πραγματογνώμονες γνωστοποιεί συγχρόνως το διορισμό στον κατηγορούμενο, στον πολιτικώς ενάγοντα και στον αστικώς υπεύθυνο σύμφωνα με το άρθρο 192. Αυτοί, μέσα σε προθεσμία που ορίζεται από εκείνον που ενεργεί την ανάκριση, μπορούν να διορίσουν με δικές τους δαπάνες τεχνικό σύμβουλο, που επιλέγεται μεταξύ όσων έχουν την ικανότητα να διοριστούν σύμφωνα με το νόμο πραγματογνώμονες στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εκείνοι που έκαναν το διορισμό οφείλουν να ειδοποιήσουν εγγράφως αυτόν που διέταξε την πραγματογνωμοσύνη για το διορισμό του τεχνικού συμβούλου. Η διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης δεν εμποδίζεται από τη μη εμπρόθεσμη άσκηση του παραπάνω δικαιώματος. 2. Η γνωστοποίηση που προβλέπεται στην παρ. 1 δεν είναι υποχρεωτική στην περίπτωση που επιβάλλεται η άμεση ενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, καθώς και στην περίπτωση της προκαταρκτικής πραγματογνωμοσύνης που προβλέπει το άρθρο 187.
Αυτό δεν εμποδίζει πάντως το διορισμό τεχνικών συμβούλων από τους διαδίκους". Κατά τις διατάξεις του άρθρου 307 παρ. 1, 2 του ΚΠΔ, ορίζονται τα ακόλουθα: "Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης το συμβούλιο των πλημμελειοδικών με πρόταση του εισαγγελέα ή ενός διαδίκου ή με αίτηση του ανακριτή αποφασίζει: α) όταν ο ανακριτής νομίζει ότι δεν πρέπει να συμμορφωθεί με πρόταση των παραπάνω, β) όταν πρόκειται να κανονιστεί στην προδικασία ένα δύσκολο ζήτημα, όπως η κατάσχεση κ.τ.λ. γ) για όλες τις διαφορές που προκύπτουν στην προδικασία μεταξύ των διαδίκων ή μεταξύ αυτών και του εισαγγελέα ...". 
Από το περιεχόμενο των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η προκαταρκτική εξέταση, μετά αλλεπάλληλες νομοθετικές τροποποιήσεις των ετών 2003, 2005 και 2010 και όπως διαμορφώθηκε με το νέο ν. 4055/ 2012, καταστάσα υποχρεωτική μάλιστα επί κακουργημάτων για να κινηθεί ποινική δίωξη, αυτή αναβαθμίστηκε, ενεργείται πριν ασκηθεί ποινική δίωξη, όπως και η ανάκριση, σύμφωνα με τα άρθρα 240 και 241 του ΚΠΔ και συνιστά βασικό στάδιο της προδικασίας, κατά το οποίο χρησιμοποιούνται όλα τα αποδεικτικά μέσα του άρθρου 178 ΚΠΔ, αποσκοπεί δε στη διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων για να ασκηθεί ή όχι ποινική δίωξη και ασκείται ποινική δίωξη μόνον αν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις τέλεσης του εγκλήματος. Προανάκριση και προκαταρκτική εξέταση, από πλευράς τρόπου ενεργείας και σκοπού, ταυτίζονται πλέον. Στην προανάκριση υπάρχουν κατηγορούμενοι, ενώ στην προκαταρκτική εξέταση υπάρχουν ύποπτοι οι οποίοι καλούνται να δώσουν κάποιες εξηγήσεις, όμως, μπορούν να αρνηθούν ακόμα και την παροχή των αιτουμένων εξηγήσεων, έχουν δε όλα τα δικαιώματα των κατηγορουμένων, όπως, να παρίστανται με συνήγορο ή να εκπροσωπούνται από συνήγορο, να λαμβάνουν αντίγραφα της μήνυσης ή έγκλησης και όλων των εγγράφων της δικογραφίας, το δικαίωμα παροχής 48ωρης προπαρασκευαστικής προθεσμίας με δυνατότητα παράτασης, δικαίωμα πρότασης μαρτύρων κ.λπ. Κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης, η οποία πλέον έχει δικαιοδοτικό και όχι απλώς διοικητικό χαρακτήρα, ο ενεργών αυτήν, εισαγγελέας ή ανακριτικός υπάλληλος, μετά από έγγραφη παραγγελία του εισαγγελέα, δύναται να προσφύγει σε όλα τα κατά το άρθρο 178 και 253 ΚΠΔ αποδεικτικά μέσα και σε όλες τις από τον ΚΠΔ προβλεπόμενες ανακριτικές πράξεις, όπως είναι πχ. οι έρευνες και οι κατασχέσεις (και άρση κατάσχεσης), η πραγματογνωμοσύνη, η διαβίβαση αιτημάτων δικαστικής συνδρομής κ.λπ., εκτός από εκείνες που δε συμβιβάζονται με τη φύση της προκαταρκτικής εξέτασης, όπως είναι η σύλληψη του υπόπτου και η λήψη απολογίας.
Περαιτέρω, παρά τον παραπάνω νέο αναβαθμισμένο χαρακτήρα της προκαταρκτικής εξέτασης, της κατάργησης πλέον της μυστικότητας της προκαταρκτικής εξέτασης, με την παροχή όλων των δικαιωμάτων στον ύποπτο, από όλες τις παραπάνω αναφερθείσες διατάξεις που προβλέπουν τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, προκύπτει, τόσο από τη σαφή γραμματική διατύπωση των διατάξεων αυτών, όπως διαμορφώθηκαν με τον νέο ν. 4055/2012 (άρθρα 47, 108, 204 και 307 του ΚΠΔ), όσο και από το πνεύμα του νομοθέτη, η προκαταρκτική εξέταση να είναι συνοπτική και το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την κατά το άρθρο 36 πληροφόρηση της αρμόδιας αρχής μέχρι την κίνηση ή όχι της ποινικής δίωξης, να μη μπορεί να υπερβεί τους τρεις μήνες, ήτοι να περατούται σε σύντομο χρόνο, δικαιολογείται η διαφοροποίηση της θέσης του δηλώσαντος παράσταση πολιτικής αγωγής στην προκαταρκτική εξέταση, από εκείνη στην προανάκριση ή την ανάκριση και επομένως ο νομότυπα δηλώσας με την έγκληση ή τη μήνυση ή και αργότερα παράσταση πολιτικής αγωγής κατά την προκαταρκτική εξέταση, δεν καθίσταται διάδικος και δεν έχει τα ίδια δικαιώματα, ύστερα από την κλήση του υπόπτου προς παροχή εξηγήσεων, που έχει ο πολιτικώς ενάγων, όταν ενεργείται προανάκριση ή κυρία ανάκριση, διότι τότε υπάρχει κατηγορούμενος. Αν ο νομοθέτης ήθελε το αντίθετο, θα τροποποιούσε ρητά, με τον τροποποιητικό ν. 3160/2003 ή το ν. 3346/2005, άρ.5 και με τον άνω πρόσφατο ν. 4055/2012, τις παραπάνω διατάξεις, όπως και εκείνη του άρθρου 31 παρ.2 και 108, που ρύθμισε την προκαταρκτική εξέταση και δίδει δικαιώματα σαφώς μόνο στον καθιστάμενο ύποπτο, όχι δε και στον δηλώσαντα προ της ασκήσεως ποινικής δίωξης πολιτικώς ενάγοντα, πριν ο ύποπτος καταστεί κατηγορούμενος. Από την πλευρά του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής προ της ασκήσεως ποινικής δίωξης, τα δικαιώματά του σαφώς προσδιορίζονται στο άρθρο 108 του ΚΠΔ, εκείνα των άρθρων 101, 104, 105 και 106, και μπορεί να τα ασκήσει, με αφετηριακό χρονικό σημείο, που ορίζεται επίσης ρητά από τη στιγμή που ο κατηγορούμενος θα κληθεί σε απολογία ή θα εκδοθεί εναντίον του ένταλμα σύλληψης ή βίαιης προσαγωγής, που προϋποθέτουν όμως ασκηθείσα ποινική δίωξη και όχι όταν διενεργείται προκαταρκτική εξέταση, που έχουμε απλώς κλήση προς εξέταση υπόπτου προσώπου, που δίδει απλώς έγγραφες εξηγήσεις και επομένως ο πολιτικώς ενάγων δεν έχει τα δικαιώματα αυτά πριν ασκηθεί δίωξη, όταν έχει διαταχθεί και διενεργείται προκαταρκτική εξέταση. Μάλιστα ρητά προβλέπει το διορισμό τεχνικών συμβούλων εκ μέρους του πολιτικώς ενάγοντος, σε σοβαρά εγκλήματα, ήτοι μόνον όταν διεξάγεται ανάκριση για κακούργημα. Τούτο δε, δεν οφείλεται σε αβλεψία του νομοθέτη, ούτε υφίσταται νομοθετικό κενό προς ρύθμιση και αναλογική ερμηνεία και εφαρμογή, γιατί επί προκαταρκτικής εξέτασης ο νομοθέτης δε θέλησε τη χορήγηση και στον πολιτικώς ενάγοντα των ιδίων δικαιωμάτων που δίδει σε αυτόν μετά την άσκηση ποινικής δίωξης (άρ.108), και επί προκαταρκτικής εξετάσεως, διότι στοχεύει στη σε σύντομο χρόνο εκκαθάριση της ποινικής διαφοράς και στο να αποφεύγονται άσκοπες ποινικές διώξεις που υπερφορτώνουν την ποινική διαδικασία και στο να προστατεύεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και η προσωπικότητα του κάθε μηνυόμενου πολίτη, όπως απαιτεί και το τεκμήριο αθωότητας, κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξετάσεως, κατά την οποία ο καταμηνυόμενος ή εγκαλούμενος είναι απλώς ύποπτος και δεν καθίσταται κατηγορούμενος, αν δεν προκύψουν επαρκείς ενδείξεις. Άλλωστε, κατ` άρθρο 47 ΚΠΔ, αν δεν προκύψουν επαρκείς ενδείξεις, η υπόθεση αρχειοθετείται και δεν πρέπει να διασύρεται ο καταμηνυθείς ύποπτος από την πλήρη δημοσιότητα και την παρουσία, ενημέρωση και εμπλοκή στην υπόθεση του πολιτικώς ενάγοντος μηνυτή - εγκαλούντος, πλην της εξέτασης αυτού και των προτεινομένων από αυτόν μαρτύρων και αποδεικτικών μέσων. Επομένως και ο δηλώσας σχετική παράσταση πολιτικώς ενάγων, όταν διενεργείται προκαταρκτική εξέταση και έχει διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη, δεν είναι διάδικος και δεν έχει δικαίωμα διορισμού τεχνικών συμβούλων, όπως έχει τούτο, κατ` άρθρο 204 παρ. 1, 2 του ΚΠΔ, όταν γίνεται ανάκριση. Με την ερμηνεία αυτή της παραπάνω διατάξεως, δεν παραβιάζεται το άρθρο 6§1 της ΕΣΔΑ και τα άρθρα 4 και 20 του Συντ. και δη το δικαίωμα παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας του πολιτικώς ενάγοντος και οι αρχές της ισότητας, της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας και της δίκαιης δίκης, που διαπνέουν το ποινικό δικονομικό μας σύστημα.
Κατ` ακολουθία τούτων, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το να δεχθεί, με το προσβαλλόμενο 2559/2012 βούλευμα του, ότι στο πλαίσιο της διενεργούμενης προκαταρκτικής εξέτασης και της διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης, ο εγκαλών πολιτικώς ενάγων Α. Π. δεν είχεν αποκτήσει την ιδιότητα του διαδίκου και δεν είχε δικαίωμα διορισμού τεχνικού συμβούλου, όπως αποφάνθηκε σχετικά ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών και απέρριψε σχετική αίτηση του και περαιτέρω ότι δεν είχε το Συμβούλιο δικαιοδοσία κατ` άρθρο 307 περ.γ του ΚΠΔ, να αποφανθεί επί της από 26-3-2012 προσφυγής του άνω πολιτικώς ενάγοντος κατά της αρνητικής πράξης του Εισαγγελέα, για το λόγο ότι με τη διάταξη αυτή δίνεται δικαιοδοσία στο παραπάνω Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, για επίλυση των αναφυομένων διαφορών που προκύπτουν στην προδικασία, μόνον όταν διεξάγεται ανάκριση, όπως ρητά ορίζει η εν λόγω διάταξη, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και την εφαρμογή των προεκτεθεισών δικονομικών διατάξεων και δεν υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, όπως υποστηρίζει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Αρα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά του παραπάνω βουλεύματος ως αβάσιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αρ. εκθ. 27/30-8-2012 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση του με αριθμό 2559/2012 παρεμπίπτοντος βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2012.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...