Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Δικαίωμα του συνέρχεσθαι, διάλυση δημοσίων συγκεντρώσεων, χρήση όπλων από αστυνομία.

Γνωμ/ τηση ΕισΑΠ 4/ 1999 ΠοινΔικ 1999.587.
Εισαγγελέας: Βασίλειος  Παπαδάκης.

1. Δικαίωμα του συνέρχεσθαι.

Ειδικός περί συναθροίσεως νόμος είναι το ν.δ. 794/ 71 που εξακολουθεί να ισχύει [εφόσον εκτελεστικός νόμος της ως άνω συνταγματικής διατάξεως δεν έχει εκδοθεί] αν και περιέχει αρκετές αντισυνταγματικές διατάξεις. Ισχύουν επίσης το β.δ. 168/ 72 περί καθορισμού των χώρων όπου απαγορεύεται η πραγματοποίηση συναθροίσεων και το β.δ. 269/ 72 περί εγκρίσεως του κανονισμού διαλύσεως δημοσίων συναθροίσεων.


Προηγούμενες, τούτων διατάξεις δεν καταργήθηκαν ρητώς, με αποτέλεσμα να υφίσταται μια απαράδεκτη νομοθετική σύγχυση και αβεβαιότητα [Δαγτόγλου, ατομικά δικαιώματα, 1991]. Έτσι η υπ٬ αριθμό 11/ 1962 γνωμοδότηση του ΕισΑΠ παραπέμπει στο ν. 29/ 1943 στα άρθρα 299 και 300 του Κανονισμού Χωροφυλακής, στα άρθρα 123-128 του κανονισμού υπηρεσίας στρατευμάτων στις πόλεις στον υπ′ αριθμό 61/ 1952 κανονισμό της πρώην αστυνομίας πόλεων και την υπ٬ αριθμό 76/ 1954 αστυνομική διάταξη της Αστυνομικής Διεύθυνσης Αθηνών. Οι διατάξεις αυτές δεν έχουν ρητώς καταργηθεί από νεότερες νομοθετικές ρυθμίσεις.
Ερώτημα πρώτο: Συνάδουν προς την ισχύουσα συνταγματική τάξη οι διατάξεις του β.δ. 168/ 72;
Το διάταγμα αυτό που εξεδόθη κατ· εξουσιοδότηση του άρθρου 6 § 6 του ν.δ. 794/ 71 έχει χαρακτήρα “μη αυτοτελούς” διατάγματος με την έννοια ότι η έκδοση του συνδέεται με την ύπαρξη του εξουσιοδοτικού νόμου, συνεπώς καταργείται αυτοδικαίως μαζί με την κατάργηση του νόμου, δηλαδή του ν.δ. 794/ 71. Επειδή όμως εξακολουθεί να ισχύει ο νόμος βάσει του άρθρου 112 § 1 Συντάγματος [ΑΠ 782/ 79 ΠοινΧ ΚΘ 883], ασφαλώς και το β.δ. 168/ 72 είναι σε ισχύ. Περαιτέρω, με το διάταγμα αυτό απαγορεύεται η εν υπαίθρω πραγματοποίηση δημοσίων συναθροίσεων και η διέλευση κινουμένων τοιούτων πορειών σε ορισμένους δρόμους που αναλυτικώς παρατίθενται. Περιεχόμενο της ελευθερίας της συνάθροισης είναι η ελευθερία οργάνωσης διεξαγωγής, διεύθυνσης και συμμετοχής στη συνάθροιση. Στην ελευθερία της συνάθροισης ανήκει και η ελευθερία καθορισμού του τόπου και του χρόνου διεξαγωγής της. Όμως καθόλου δεν είναι αντίθετοι στο Σύνταγμα περιορισμοί που αποβλέπουν στην προστασία άλλων εννόμων αγαθών. Οι κατοικίες λ.χ. των μελών της κυβερνήσεως, οι πρεσβείες ξένων κρατών μπορεί να χαρακτηριστούν ως χώροι στους οποίους δεν επιτρέπεται η διεξαγωγή συνάθροισης ή πορείας. Επίσης συνταγματική είναι η απαγόρευση πορειών κατά την ώρα κυκλοφοριακής αιχμής στις κεντρικές οδικές αρτηρίες των πόλεων, στις εθνικές οδούς [Δαγτόγλου, σελ˙ 742]. Θα ήταν παραλογισμός αν υποστηριζόταν ότι η ελευθερία των συναθροίσεων υπερέχει της οδικής ασφάλειας που ανάγεται ή αναφέρεται σε ζωή, περιουσία κλπ. Όλως ενδεικτικώς περί των κρατούντων ευρωπαϊκών αντιλήψεων μνημονεύουμε σχετική διάταξη του Ολλανδικού Συντάγματος: “αναγνωρίζεται το δικαίωμα της συναθροίσεως, αλλά δεν θίγεται καθόλου η ευθύνη του καθενός έναντι του νόμου” [άρθρο 9 Συντάγματος της Ολλανδίας]. Οι συναθροίσεις πρέπει να διεξάγονται με τρόπο που να μην διαταράσσεται ή να διαταράσσεται μόνο στο μέτρο του απολύτως αναγκαίου η οδική κυκλοφορία. Με την έννοια αυτή είναι δυνατή και η συνύπαρξη της πορείας, σε καθορισμένη λωρίδα ή επί πεζοδρομίου ταυτόχρονα με την παράλληλη κυκλοφορία των οχημάτων. Η διατάραξη θα ήταν μέσα στα μέτρα του απολύτως αναγκαίου με τον τρόπο αυτό. Η αστυνομική αρχή που είναι υπεύθυνη για την τήρηση της δημόσιας τάξης [συμπεριλαμβάνεται και η οδική τάξη] είναι σε θέση να εκτιμήσει τα συγκεκριμένα μέτρα που πρέπει να λαμβάνει κατά περίπτωση.
Ερώτημα δεύτερο: Μπορεί η Αστυνομία να απαγορεύει την κίνηση συναθροίσεων και πορειών επί του οδοστρώματος των πόλεων ή σε μέρος αυτού, ανάλογα με τον όγκο των συγκεντρωμένων και σε περίπτωση παραβίασης της απαγόρευσης, ποιες πρέπει να είναι οι περαιτέρω ενέργειες της αστυνομίας;
Έχει σχεδόν απαντηθεί το ερώτημα ήδη. Μόνο που συνιστά υποχρέωση των αστυνομικών αρχών να προλαμβάνουν ή να αποτρέπουν τους κινδύνους που επισημαίνει η § 2 του άρθρου 11 Συντάγματος. Επομένως ο καθορισμός αντί της πλήρους απαγορεύσεως ορισμένων όρων διεξαγωγής μιας πορείας είναι απολύτως σύμφωνος με το Σύνταγμα και το νόμο [άρθρο 6 § 4 ν.δ. 794/ 71], αφού διασφαλίζει πλην των άλλων και την ομαλή διεξαγωγή και την αποδοχή της από το ευρύ κοινό που δεν μετέχει στη συνάθροιση. Σε περίπτωση παραβίασης των όρων που περιέχει η αιτιολογημένη απόφαση η οποία κοινοποιείται στο διοργανωτή ή τον πρόεδρο της συναθροίσεως τουλάχιστον 48 ώρες πριν από αυτήν, τότε η Αστυνομία οφείλει να ζητήσει από τους διευθύνοντες τη συνάθροιση, να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για την αποκατάσταση της νόμιμης διεξαγωγής της είτε να κηρύξει τη λήξη της, μόνο δε αν αυτοί αρνηθούν ή αδυνατούν, δικαιούται η αστυνομία να προχωρήσει στη διάλυση της συνάθροισης [άρθρο 7 § 2 ν.δ. 794/ 71]. Μετά την κοινοποίηση της απόφασης για διάλυση που γίνεται τρεις φορές [λ.χ. με μεγάφωνο] στους συμμετέχοντες, καθένας που εξακολουθεί να μην απομακρύνεται, διαπράττει το αδίκημα του ΠΚ 171 § 1 ενώ για τα πρόσωπα του άρθρου 3 § 3 ν.δ. 794/ 71 θα εφαρμοσθεί η ποινική διάταξη του άρθρου 9 § 1 περίπτωση β΄, γ΄.
Ερώτημα τρίτο: Σε περίπτωση αποκλεισμού τμημάτων του εθνικού οδικού δικτύου ή ζωτικών για την κυκλοφορία επαρχιακών οδών από συναθροίσεις ή από τη στάθμευση οχημάτων των μετεχόντων στη συνάθροιση, μπορεί η αστυνομία να απαγορεύει τη συνάθροιση και τη στάθμευση των οχημάτων επί των ως άνω οδών και ποιες ποινικές διατάξεις πρέπει να εφαρμόζει για κάθε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς την απαγόρευση;
Όπως ορίζεται στην § 2 του άρθρου 11 του Συντάγματος, η αστυνομική αρχή μπορεί να απαγορεύσει την εν υπαίθρω συνάθροιση με αιτιολογημένη απόφαση, γενικώς μεν αν επίκειται σοβαρός κίνδυνος στη δημόσια ασφάλεια, σε ορισμένη δε περιοχή, αν απειλείται σοβαρά, διαταραχή της κοινωνικοοικονομικής ζωής. Στην έννοια της συνάθροισης περιέχεται η διαδήλωση και η πορεία. Το Σύνταγμα επιτρέπει την προληπτική απαγόρευση των υπαίθριων συναθροίσεων για τους παραπάνω λόγους και αφήνει τον περαιτέρω προσδιορισμό στο νόμο. Τέτοιος ειδικός νόμος δεν εκδόθηκε ακόμη και εξακολουθεί να εφαρμόζεται το ν.δ. 794/ 71. Ο νόμος αυτός προσθέτει στη δημόσια ασφάλεια και τη “δημόσια τάξη”. Η προσθήκη αυτή δεν είναι συνταγματική, διότι αντιβαίνει στο άρθρο 11 § 2 Συντάγματος που περιλαμβάνει μόνο τη Δημόσια Ασφάλεια. Η έννοια της “Δημόσιας Τάξης” είναι ευρύτερη, γιατί περιέχει πλην της Δημόσιας Ασφάλειας και την τήρηση της θεμελιώδους στο Δημόσιο Δίκαιο αρχής της συνεχούς και αδιατάρακτου λειτουργίας των δημοσίων υπηρεσιών, των αστικών συγκοινωνιών [ΣτΕ Ολομ 957/ 78]. Συνεπώς για επικείμενο κίνδυνο της δημόσιας τάξης δεν επιτρέπεται προληπτική απαγόρευση [γενική] της υπαίθριας συνάθροισης, φυσικά όμως για το λόγο αυτό, επιτρέπεται η διάλυση της ήδη διεξαγόμενης. Περαιτέρω η ΕΣΔΑ [άρθρο 11 § 2 εδ˙ 1 ν.δ. 53/ 74] επιτρέπει περιορισμούς της ελευθερίας συναθροίσεων για λόγους προασπίσεως της τάξεως ή προλήψεως της αταξίας [for the prevention of disorder]. Έτσι θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι βάσει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που κυρώθηκε και από την Ελλάδα [ν.δ. 53/ 74] επιτρέπεται η λήψη μέτρων που αποσκοπούν στην προάσπιση της τάξεως ακόμη και προληπτικά. Επειδή όμως η εσωτερική νομοθεσία δεν πρέπει να αντίκειται στο Σύνταγμα και πάλι πρέπει να θεωρείται ότι ούτε βάσει αυτής της διατάξεως επιτρέπεται προληπτική διάλυση της γενικής υπαίθριας συνάθροισης, εκ του λόγου ότι επίκειται κίνδυνος της Δημόσιας Τάξης ενώ αν ο κίνδυνος αφορά τη Δημόσια Ασφάλεια, τότε επιτρέπεται. Το άρθρο 11 § 2 Συντάγματος επιτρέπει την απαγόρευση της υπαίθριας συνάθροισης, αν σε ορισμένη περιοχή απειλείται σοβαρά διαταραχή της κοινονικοοιοκονομικής ζωής. Η διατύπωση είναι αόριστη και μπορεί να συντρέχει και όταν δεν απειλείται καθόλου η Δημόσια Ασφάλεια. Έτσι έχει γίνει δεκτό ότι συντρέχει τέτοια περίπτωση όταν η συνάθροιση απειλεί την κοινή ειρήνη [ΠΚ 189] ή θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια των συγκοινωνιών και των κοινωφελών εγκαταστάσεων [ΠΚ 290 επ]. Η απειλή διακοπής της συγκοινωνίας, αστικής ή εξ ίσου της υπεραστικής, όπου διεξάγεται συνεχής διαμετακόμιση ζωτικών αγαθών, προσώπων και υπηρεσιών, συνιστά περίπτωση σοβαρής διαταραχής της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της χώρας [ΣτΕ Ολομ 957/ 79] και εμπίπτει στην έννοια της συνταγματικής διατάξεως του άρθρου 11 § 2 περ˙ β΄ του Συντάγματος και άρα είναι επιτρεπτή η προληπτική απαγόρευση της συνάθροισης αυτής. Φυσικά είναι επιτρεπτή κατά μείζονα λόγο η διάλυση μιας τέτοιας συνάθροισης και κατά τη διεξαγωγή της. Στα πλαίσια αυτής της τοποθέτησης είναι επιτρεπτή επίσης η υπό όρους διεξαγωγή της [λ.χ. απαγόρευση της στάθμευσης των τρακτέρ στην οδική αρτηρία, η κατάληψη από τους συμμετέχοντες μέρους μόνον του οδοστρώματος]. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης των μετεχόντων, εφαρμόζονται ανάλογα οι ποινικές διατάξεις των άρθρων 167, 170, 171 ΠΚ. Όμως μεταξύ των ταυτιζομένων διατάξεων του ποινικού κώδικα και των ποινικών διατάξεων του ν.δ. 794/ 71 θα εφαρμοσθούν εκείνες που περιέχουν τις βαρύτερες ποινικές συνέπειες.
Τέλος, θα πρέπει να θεωρούνται ως μη ισχύουσες οι ποινικές διατάξεις: α) του άρθρου 9 § 1 περ˙ ά, όταν δεν έγινε γνωστοποίηση της συνάθροισης, γιατί δεν συμβιβάζεται η αναγγελία με την απόλυτη συνταγματικά κατοχύρωση της [Δαγτόγλου, σελ˙ 741], β) ως μη ισχύουσα πρέπει να θεωρηθεί και η ποινική διάταξη του άρθρου 9 § 2 περ˙ ά ν.δ. 794/ 71 που αφορά σήματα διαλυθέντων κομμάτων, γ) επίσης η διάταξη του άρθρου 9 § 2 εδ˙ γ ν.δ. ΄794/ 71 μπορεί να ισχύσει μόνο για την περίπτωση του άρθρου 6 § 6 [πλην του κτηρίου του συνταγματικού δικαστηρίου που δεν υφίσταται] ενώ δεν ισχύει για τις § § 7, 8, 9 του άρθρου 6 λόγω μεταβολής των σημερινών πληθυσμιακών και λοιπών δεδομένων. Με το ίδιο σκεπτικό θα ήταν ευκταία και η εναρμόνιση των ρυθμίσεων του β.δ. 168/ 72 επί τη βάσει των σημερινών δεδομένων, που πιθανώς έχουν μεταβληθεί, για όσο τουλάχιστον χρονικό διάστημα οι δημοκρατικές κυβερνήσεις εξακολουθούν να μην καταρτίζουν νόμο, σύμφωνα με το άρθρο 11 § 2 Συντάγματος.
Τέλος, θα πρέπει να επισημανθεί ότι σύμφωνα με το άρθρο 25 § 3 Συντάγματος καταχρηστική άσκηση δικαιώματος δεν επιτρέπεται, δηλαδή η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος που κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα, είναι αντισυνταγματική. Εκ του λόγου ότι δεν αναφέρει η διάταξη κυρώσεις σε περίπτωση παραβιάσεως της, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν συνέπειες, η κυριότερη των οποίων είναι, ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά δεν απολαμβάνει πλέον τη συνταγματική προστασία του ατομικού δικαιώματος το οποίο δεν μπορεί να επικαλείται ο καταχρώμενος [Δ. Τσάτσου, συνταγματικό δίκαιο, 1988 σελ˙ 279, ΠΠρΑθ 1044/ 86 Δνη 1987.710, Δαγτόγλου, σελ˙ 140]. Εξυπακούεται βέβαια ότι η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος κρίνεται μόνο από τα δικαστήρια, με αρκετή δυσκολία και περίσκεψη, αφού η έννοια της καταχρήσεως είναι αόριστη και η ευρύτητα των σκοπών των ατομικών δικαιωμάτων δεδομένη.

2. Διάλυση δημοσίων συναθροίσεων.

Εγκύκλιος 13/23-12-1977, ΠοινΧ 1978.170.
Εισαγγελέας: Αλέξανδρος  Φλώρος.

Περίληψη: προϋποθέσεις διαλύσεως δημοσίων εν υπαίθρω συναθροίσεων, ο Εισαγγελεύς δύναται να παρίσταται μόνον εις εν υπαίθρω και ουχί εν κλειστώ χώρω συναθροίσεις, εκφέρει δε απλώς συμβουλευτικήν γνώμην περί της διαλύσεως ως και της χρήσεως των όπλων, οφείλει να μη γνωμοδοτεί υπέρ της διαλύσεως εάν η απόφασις της Αστυνομικής Αρχής δεν είναι επαρκώς ητιολογημένη, να καταβάλει δε πάσαν προσπάθειαν καταπείσεως των συναθροισθέντων να διαλυθούν.
Κατά την § 1 του άρθρου 11 του ισχύοντος Συντάγματος 1975, “οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα όπως συνέρχονται ησύχως και αόπλως” κατά δε την § 2 του αυτού άρθρου “μόνον εις δημοσίας εν υπαίθρω συναθροίσεις δύναται να παρίσταται η αστυνομία. Αι εν υπαίθρω συναθροίσεις δύνανται να απαγορευθούν δι΄ ητιολογημένης αποφάσεως της αστυνομικής αρχής, γενικώς μεν αν εκ τούτων επίκειται σοβαρός κίνδυνος εις την δημοσίαν ασφάλειαν, εις ωρισμένην δε περιοχήν αν απειλείται σοβαρά διαταραχή της κοινωνικοοικονομικής ζωής, ως ο νόμος ορίζει”. Εξ άλλου κατά το ν.δ. 794/71 “περί δημοσίων συναθροίσεων” και το κατ΄ εξουσιοδότησιν του άρθρου 8 τούτου εκδοθέν β.δ. 269/72 “περί εγκρίσεως του κανονισμού διαλύσεως δημοσίων συναθροίσεων” των οποίων αι διατάξεις, όσαι δεν αντίκεινται προς το ανωτέρω άρθρον του Συντάγματος, ισχύουν μέχρι εκδόσεως του υπ΄ αυτού προβλεπομένου νόμου [άρθρο 112 § 1 Συντάγματος] δύναται η αστυνομική αρχή να διαλύει παρανόμους δημοσίας εν υπαίθρω συναθροίσεις, εις ας περιλαμβάνονται και αι κινηταί τοιαύται [διαδηλώσεις, πορείαι εις οδούς κ.λ.π.] κατά την υπό του εν λόγω κανονισμού προβλεπομένην διαδικασίαν.
Εκ των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι: 1) Συνάθροισις υπό την εν τω Συντάγματι έννοιαν, είναι η σκόπιμος κατ΄ αρχήν, και ουχί τυχαία, προσωρινή επί το αυτό συνάντησις αξιολόγου αριθμού προσώπων προς έκφρασιν ή ακρόασιν ανακοινώσεως ή γνώμης επί ωρισμένου θέματος ή προς διαδήλωσιν φρονημάτων ή αιτημάτων οιουδήποτε χαρακτήρος ή προς λήψιν από κοινού αποφάσεων ή προς από κοινού άσκησιν του δικαιώματος του αναφέρεσθαι [βλ· Α. Σβώλου–Γ. Βλάχου, το σύνταγμα της Ελλάδος, τ΄ Β΄, σελ· 195]. Ήσυχος δε είναι αύτη, υπό την εν τω συντάγματι επίσης έννοιαν, η μη αποβλέπουσα εις εγκληματικούς σκοπούς. 2) Επιτρέπεται απαγόρευσις μόνον δημοσίας εν υπαίθρω συναθροίσεως εις τας εν τω άρθρω 11 του συντάγματος προβλεπομένας περιπτώσεις, αρμοδία δε προς τούτο, ως και δια την διάλυσιν απαγορευθείσης δημοσίας εν υπαίθρω συναθροίσεως, είναι αποκλειστικώς η Αστυνομική Αρχή του τόπου, εις ον αύτη πρόκειται να πραγματοποιηθεί, της οποίας Αρχής η σχετική περί απαγορεύσεως απόφασις, ήτις ως διοικητική πράξις υπόκειται εις προσβολήν δι΄ αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, δέον να είναι αιτιλογημένη, εκθέτουσα αναλυτικώς τους λόγους τους δικαιολογούντας ότι επίκειται σοβαρός κίνδυνος εις την δημοσίαν ασφάλειαν ή απειλή σοβαράς διαταραχής της κοινωνικοοικονομικής ζωής εις ωρισμένην περιοχήν, ως και ότι είναι αδύνατος η αποτροπή αυτών δι΄ άλλων ηπιωτέρων της απαγορεύσεως μέτρων. 3) Συντρεχούσης προϋποθέσεως διαλύσεως δημοσίας εν υπαίθρω συναθροίσεως η Αστυνομική Αρχή προβαίνει εις τας εξής ενεργείας: α) Προσκαλεί εις τον τόπον αυτής [ συναθροίσεως] εγκαίρως και εις κατεπειγούσας περιπτώσεις εκτάκτως τους εκπροσώπους της Διοικητικής και Δικαστικής Αρχής προς τους οποίους ανακινοί τον λόγον της προσκλήσεως των και β) προσκαλεί, παρουσία των ως είρηται εκπροσώπων, δια μεγαφώνων ή άλλου προσφόρου μέσου τους μετέχοντας της συναθροίσεως, όπως απομακρυνθούν του τόπου αυτής και διαλυθούν ησύχως, υπομιμνήσκουσα εις αυτούς τας υπό του Νόμου προβλεπομένας κυρώσεις, την εν λόγω δε πρόσκλησιν επαναλαμβάνει τρις, 4) Εάν μετά την τρίτην πρόσκλησιν οι οργανωταί και οι μετέχοντες της συναθροίσεως δεν υπακούσουν, η Αστυνομική Αρχή διατάσσει, παρουσία των εκπροσώπων της Διοκικητικής και Δικαστικής Αρχής και μετά γνώμην τούτων, την διάλυσιν αυτής δια χρήσεως, κατά την κρίσιν της, μετ΄ εκτίμησιν της καταστάσεως, των προσφόρων προς τον σκοπόν τούτον μέσων, ιδία δε δια βιαίας απωθήσεως, του καταιονισμού δι΄ ύδατος ή άλλων συναφών μέσων, 5) Εις κατεπειγούσας περιπτώσεις, καθ΄ ας παρίσταται άμεσος κίνδυνος διασαλεύσεως της τάξεως, ο εκπρόσωπος της Αστυνομικής Αρχής δικαιούται και προ της αφίξεως εις τον χώρον της συναθροίσεως των εκπροσώπων της Διοικητικής και Δικαστικής Αρχής, να προβαίνει εις τας ανωτέρω ενεργείας και 6) εάν δια της χρήσεως ηπίων μέσων δεν επιτευχθεί η διάλυσις της συναθροίσεως, αύτη δ΄ εξελιχθεί εις βιαίαν ή εκ της συναχίσεως της προκαλείται άμεσος κίνδυνος της ζωής ή σωματικής ακεραιότητος των μετεχόντων αυτής ή ούτοι εκτρέπονται εις αξιοποίνους πράξεις ή ήρξαντο βιαιπραγούντες κατά των ανδρών της δημοσίας δυνάμεως, δύναται ο εκπρόσωπος της Αστυνομικής Αρχής, μετά γνώμην των εκπροσώπων της Διοικητικής και Δικαστικής Αρχής και αφού προηγουμένως καλέσει και πάλιν τους μετέχοντας της συναθροίσεως να διαλυθούν, να διατάξει την χρήσιν των όπλων υπό των ανδρών της δημοσίας δυνάμεως και των μετ΄ αυτών συμπραττόντων οργάνων. Χρήσις των όπλων άρχεται δι΄ εκφοβιστικής εις τον αέραν βολής, εάν δε και μετά τούτο δεν ήθελον αποσυρθεί οι μετέχοντες της συναθροίσεως, συγχωρείται οιαδήποτε χρήσις των όπλων. Δύναται δε η αστυνομική αρχή εις την περίπτωσιν ταύτην, εάν αι δυνάμεις δεν επαρκούν προς αντιμετώπισιν της καταστάσεως, να ζητήσει εγγράφως, ως προβλέπεται υπό του άρθρου 297 του από 12 ης Μαρτίου 1958 Κανονισμού Υπηρεσίας Χωροφυλακής, ως εκυρώθη υπό του από 22-3-1958 Β.Δ. και υπό των άρθρων 121-128 του Κανονισμού της εν πόλεσιν Υπηρεσίας Στρατευμάτων, από τον Ανώτερον Διοικητήν της Φρουράς την αναγκαίαν δύναμιν προς ενίσχυσιν.
Κατόπιν των ανωτέρω ο εκπρόσωπος της Δικαστικής Αρχής, όστις κατά τον ως άνω Κανονισμόν διαλύσεως δημοσίων συναθροίσεων είναι ο Εισαγγελέυς Πρωτοδικών ή ο νόμιμος αναπληρωτής του, υποχρεούται προσκαλούμενος υπό της αρμόδιας Αστυνομικής Αρχής, να παραστεί εις δημοσίας εν υπαίθρω συναθροίσεις και μόνον εις αυτάς και δη όταν συντρέχει περίπτωσις διαλύσεως αυτών, ουχί δε και εις δημοσίας εν κλειστώ χώρω συναθροίσεις, εις τας οποίας ούτε και η Αστυνομική Αρχή δικαιούται να παρίσταται, εφ΄ όσον αύται πραγματοποιούνται ησύχως και αόπλως, ως επίσης και εις συναθροίσεις, αι οποίαι γίνονται προς παρακολούθησιν δημοσίων θεαμάτων ή αθλητικών ή άλλων εν γένει αγώνων και αι οποίαι, άλωστε, ρητώς εξαιρούνται υπό της § 3 του άρθρου 1 του ανωτέρω ν.δ. 794/71. Και προσέτι εκφέρει απλώς κατά τα ως άνω, την γνώμην του, αν πρέπει να διαλυθεί ή όχι δημοσία εν υπαίθρω συνάθροισις και εν συνεχεία αν πρέπει να γίνει χρήσις των όπλων ή όχι. Η γνώμη του αύτη, ήτις πρέπει να δίδεται πάντοτε εγγράφως, συμβουλευτικόν χαρακτήρα έχει, δεδομένου ότι, ως και ανωτέρω εκτίθεται, αποκλειστιήν αρμοδιότητα εις αμφότερα τα θέματα έχει η Αστυνομική Αρχή.
Δέον όμως να λεχθεί ότι ο Εισαγγελεύς Πρωτοδικών, ως εκπρόσωπος της Δικαστικής Αρχής, οφείλει να μη γνωμοδοτεί υπέρ της διαλύσεως τοιαύτης συναθροίσεως, όταν η σχετική απόφασις της Αστυνομικής Αρχής δεν είναι επαρκώς ητιολογημένη και ως εκ τούτου δεν δύναται ούτος να πεισθεί απολύτως, ότι πράγματι επίκειται σοβαρός κίνδυνος εις την δημοσίαν ασφάλειαν ή απειλή σοβαράς διαταραχής της κοινωνικοοικονομικής ζωής εις ωρισμένην περιοχήν. Όπως επίσης οφείλει να μη γνωμοδοτεί και υπέρ της χρήσεως όπλων δια την κατά τα ως άνω διάλυσιν συναθροίσεως, όταν δεν υπάρχει εξαιρετική ανάγκη και δεν έχουν εξαντληθεί πάντα τα ηπιότερα μέσα, δεδομένου ότι αύτη [η χρήσις όπλων] είναι το έσχατον μέσον και γίνεται ουχί προς πρόληψιν κινδύνου, αλλά προς καταστολήν επελθούσης λίαν σοβαράς διαταραχής της δημοσίας ασφαλείας, με γνώμονα πάντοτε να μη γίνει κακόν μεγαλύτερον από ό,τι χρειάζεται δια να προστατευθούν τα πρόσωπα ή η ιδιοκτησία. Ακόμη οφείλει ο Εισαγγελεύς, προ της γνωμοδοτήσεως του υπέρ διαλύσεως απαγορευθείσης νομίμως δημοσίας εν υπαίθρω συναθροίσεως και εν συνεχεία αν παραστεί ανάγκη, υπέρ της χρήσεως των όπλων, να καταβάλει πάσαν δυνατήν προσπάθειαν να πείσει τους μετέχοντας τοιαύτης συναθροίσεως, να διαλυθούν ησύχως, η υποχρέωσις δ΄ αύτη του Εισαγγελέως απορρέει και του άρθρου 95 του Οργανισμού των Δικαστηρίων, κατά το οποίον ούτος “χρεωστεί να επαγρυπνεί επί των υπαρχόντων νόμων … και οσάκις το κοινόν συμφέρον απαιτεί, να λαμβάνει πρόσφορα μέτρα”.

3. Χρήση όπλων από την Αστυνομία.


Περίληψη: Περιπτώσεις κατά τις οποίες επιτρέπεται η χρήση των όπλων από τους αστυνομικούς. Μη προσδιορισμός του ειδικότερου τρόπου της επιτρεπτής χρήσεως των όπλων. Εφαρμοστέες διατάξεις. Ρύθμιση του θέματος από τον ν.29/1943. Κρίση περί της ισχύος ορισμένων από τις διατάξεις αυτού, οι οποίες κατά την εφαρμογή τους πρέπει να συνδυαστούν με άλλες ισχύουσες διατάξεις (π.δ.141/1991). Η κρίση περί της τηρήσεως ή μη της διατάξεως του άρθρου 133 περ. α του ΠΔ 141/1991 ανήκει στα αρμόδια δικαστήρια τα οποία σε συνδυασμό και με άλλους παράγοντες κρίνουν σε κάθε περίπτωση περί του επιτρεπόμενου ειδικότερου τρόπου και περί της επιτρεπόμενης ειδικής μορφής χρήσεως των όπλων από τους αστυνομικούς.

Γνωμοδότηση Εισαγγελέως Αρείου Πάγου 12/8-9-1992
Εισαγγελέας: Γεώργιος Πλαγιαννάκος.
Προς
Τον κ. Υπουργό της Δημοσίας Τάξεως.

Σε απάντηση του με το αριθ. πρωτ. 8517/4/2γ/1992 έγγραφό σας τεθέντος ερωτήματος, ως προς το αν εξακολουθεί να ισχύει ο Νόμος 29/ 1943 "περί των περιπτώσεων, καθ' ας επιτρέπεται η χρήσις των όπλων υπό της δημοσίας δυνάμεως", έχομε την τιμή να σας γνωρίσουμε ότι η επί του ερωτήματος αυτού γνώμη μας είναι η ακόλουθη:
1. Με την υπ' αριθ. 301/30.5.1946 Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου (και στην περιεχόμενη σ' αυτή αρίθμιση υπό τον αριθμό 69, ΦΕΚ 180/ 1946, τεύχος Α), εκδοθείσαν κατ' εφαρμογή του άρθρου 3 της υπ' αριθ. 58/27.6.1945 Συντακτικής Πράξεως (ΦΕΚ 163/1945, τεύχος Α), κυρώθηκε ο Νόμος 29/1943 "περί των περιπτώσεων καθ' ας επιτρέπεται η χρήσις των όπλων υπό της δημοσίας δυνάμεως". Επομένως ο Ν. 29/1943 εξακολουθεί μεν να ισχύει (και για το λόγο αυτό άλλωστε στο άρθρο 133 του Πρ.Δ/τος 141/1991 γίνεται ρητή παραπομπή στον ως άνω Ν. 29/1943, όπως και στο προϊσχύσαν άρθρο 300 του από 22.3/28.4.1958 Β.Δ/τος περί "Κανονισμού της Χωροφυλακής" γινόταν επίσης ρητή παραπομπή στο Ν. 29/1943), πλην όμως από τις επί μέρους διατάξεις του εν λόγω νόμου μερικές μεν, λόγω μεταγενεστέρων επί του αυτού αντικειμένου νομοθετικών ρυθμίσεων
(ενόψει και διατάξεων του ισχύοντος Συντάγματος), πρέπει να θεωρηθεί ότι έχουν καταργηθεί ή ατονήσει, άλλες δε, λόγω της παρακάτω (στους αριθμούς 3 έως 7) αοριστίας τους, θα πρέπει κατά την εφαρμογή τους να συνδυασθούν και με άλλες ισχύουσες διατάξεις. Θα πρέπει να προστεθεί ότι ούτε με το άρθρο 62 παρ. 2 του Ν. 1481/1984 "περί Οργανισμού Υπουργείου Δημοσίας Τάξης" (με το οποίο ορίζεται ότι: "καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη που αντίκειται στις διατάξεις αυτού του νόμου") καταργήθηκε ο Ν. 29/1943, ο οποίος, δεν περιέχει διατάξεις αντικείμενες στο Ν. 1481/1984, ενόψει μάλιστα του ότι η από το άρθρο 10 παρ. 2 του Ν. 1481/1984 προβλεπόμενη "νομαρχιακή αστυνομική επιτροπή" δεν έχει τον χαρακτήρα της κατά το άρθρο 11 παρ. 2 του Συντάγματος "αστυνομικής αρχής" (πρβλ. Γνωμοδ. ΕισΑΠ 5/1986, ΠοινΧρ ΛΣΤ, 777, πρβλ. όμως και Βασ. Σκουρή - Αν. Τάχου, Δίκαιο της Δημόσιας Τάξης, 1990, σελ. 166-167).
2. Εκτός άλλων διατάξεων του Ν. 29/1943 και οι ακόλουθες διατάξεις του νόμου τούτου είναι πλέον αμφιβόλου ισχύος: α) Η διάταξη του άρθρου 1 εδάφιο δ και του άρθρου 2, εδάφια 1 και 2 του Ν. 29/1943 περί διαλύσεως συναθροίσεων παρά την απαγόρευση της αρμόδιας Αρχής. Οι διατάξεις αυτές πρέπει να θεωρηθούν καταργημένες, καθ' ο μέρος καλύπτονται από τις περί απαγορεύσεως και διαλύσεως δημοσίων συναθροίσεων μεταγενέστερες διατάξεις (καθό μέρος οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στο ισχύον Σύνταγμα) του Ν.Δ/τος 794/ 1971 (άρθρα 7 και 8) και του Β.Δ/τος 269/1972, οι οποίες αρύονται την ισχύ τους από το άρθρο 112 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος (πρβλ. σχετικώς Γνωμοδ. ΕισΑΠ 5/1986, ΠοινΧρ ΛΣΤ, 777 και ΑΠ 782/1979, ΠοινΧρ ΚΘ, 883).
β) Αμφιβολίες ως προς τον τρόπο και τη μορφή της επιτρεπτής χρήσεως των όπλων μπορεί να γεννήσει η διάταξη του εδαφίου δ, της παρ. 1 του Ν. 29/1943, η οποία επιτρέπει τη χρήση των όπλων (άραγε και δια πυροβολισμών κατά του πλήθους;), όταν οι μετέχοντες σε συνάθροιση που έχει απαγορευθεί "καίπερ δεν εκτρέπονται εις έκτροπα", εν τούτοις σε πρόκληση της Αρχής να διαλυθούν αρνούνται να πράξουν τούτο. Υποστηρίχθηκε η άποψη ότι η διάταξη αυτή έπαυσε να ισχύει, το μεν
διότι δεν συνάδει προς τις μεταγενέστερες διατάξεις των άρθρων 167, 170 και 189 του Ποιν. Κώδ. (οι οποίες για την αντικειμενική υπόσταση των αντιστοίχων ποινικών αδικημάτων που συνδέονται με δημόσιες συναθροίσεις προϋποθέτουν την άσκηση βίας ή απειλής βίας από τους συμμετέχοντες) και επί πλέον προς το ότι ο Ποινικός Κώδικας προβλέπει ειδικά την ποινική ευθύνη των μετεχόντων σε απαγορευμένη δημόσια συνάθροιση, όταν αρνούνται να διαλυθούν (άρθ. 171 ΠοινΚ), το δε διότι η ως άνω διάταξη (υπό την προϋπόθεση ότι επιτρέπει την με οποιοδήποτε τρόπο και μορφή χρήση των όπλων) είναι αμφίβολο αν συμπολιτεύεται σε όλη της την έκταση με την περί απολύτου προστασίας της ζωής διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του Συντάγματος (πρβλ. σχετικώς το έργο των Καθηγητών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Βασιλ. Σκουρή-Αναστ. Τάχου, Δίκαιο της Δημόσιας Τάξης, 1990, σελ. 247-248).


3. Στον ως άνω Ν. 29/1943 αναφέρονται μεν γενικώς οι περιπτώσεις, κατά τις οποίες οι άνδρες της αστυνομίας "δύνανται να ποιήσωνται χρήσιν των όπλων άνευ ουδεμιάς ευθύνης δια τας συνεπείας", χωρίς όμως να προσδιορίζονται η ειδικότερη μορφή και ο ειδικότερος τρόπος της κατά τα άνω επιτρεπτής χρήσεως των όπλων σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και γι' αυτό ακριβώς, λόγω αυτής της αοριστίας, την οποία επιτείνει η ευρύτητα του πλαισίου των περιπτώσεων επιτρεπτής χρήσεως των όπλων, η ειδικότερη μορφή και ο ειδικότερος τρόπος της κατά τα άνω επιτρεπτής χρήσεως των όπλων σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση μόνο σε συνδυασμό με άλλες ισχύουσες ή ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις μπορεί να συναχθεί. Για την πληρέστερη κατανόηση της απόψεως αυτής και για το σχετικό προβληματισμό, παραθέτουμε τις ακόλουθες δύο περιπτώσεις:
α) Ανακύπτει το ερώτημα αν, κατ' εφαρμογή της περιπτώσεως α του άρθρου 1 του Ν. 29/1943, είναι επιτρεπτό οι αστυνομικοί να πυροβολήσουν μόνο προς εκφοβισμό, ή να πυροβολήσουν και να τραυματίσουν στα πόδια, ή να πυροβολήσουν και να φονεύσουν τους επιτιθέμενους κατά των αστυνομικών μόνο με πέτρες. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην ίδια ως άνω διάταξη αναφέρεται και η κατά των αστυνομικών επίθεση με πυροβόλα όπλα και έτσι με τη διατύπωση αυτή του νόμου εξομοιώνεται (από άποψη επιτρεπτού χρήσεως των όπλων) η περίπτωση της κατά των αστυνομικών επιθέσεως με πυροβόλα όπλα και της επιθέσεως με πέτρες, ενώ είναι προφανής η μεταξύ των δύο τούτων περιπτώσεων διαφορά. Ετσι με την ως άνω διάταξη του Ν. 29/1943 οι δύο αυτές περιπτώσεις ταυτίζονται από άποψη επιτρεπτού χρήσεως των όπλων από τους αστυνομικούς, χωρίς περαιτέρω να προσδιορίζεται αν και στις δύο αυτές περιπτώσεις επιτρέπεται η με τον ίδιο τρόπο και με την ίδια μορφή χρήση των όπλων από τους αστυνομικούς.
β) Ανακύπτει επίσης το ερώτημα αν, κατ' εφαρμογή των περιπτώσεων ε και στ του άρθρου 1 του Ν. 29/1943, είναι επιτρεπτό οι αστυνομικοί να πυροβολήσουν μόνο προς εκφοβισμό, ή να πυροβολήσουν και να τραυματίσυν στα πόδια, ή να πυροβολήσουν και να φονεύσουν τον για πταισματική παράβαση ή για ελαφρό πλημμέλημα (π.χ. κλοπή ευτελούς αξίας) κρατούμενο, ο οποίος αποπειράται να αποδράσει, για τις περιπτώσεις δε αυτές γεννώνται και περαιτέρω ερωτήματα για διαβαθμίσεις, εξαρτώμενες και από το αν ο αστυνομικός, ο πυροβολών κατά του επιχειρούντος να αποδράσει κρατουμένου, γνωρίζει ή αγνοεί την αιτία για την οποία κρατείται ο αποπειρώμενος να αποδράσει κρατούμενος.
4. Από τις υπό μορφή παραδειγμάτων παρατεθείσες ως άνω δύο περιπτώσεις καθίσταται προφανές ότι στο Ν. 29/1943 προσδιορίζονται μεν γενικώς οι περιπτώσεις, κατά τις οποίες οι άνδρες της αστυνομίας "δύνανται να ποιήσωνται χρήσιν των όπλων άνευ ουδεμιάς ευθύνης δια τας συνεπείας", δεν προσδιορίζεται όμως ο ειδικότερος τρόπος και η ειδικότερη μορφή (κατά διαδοχική και αξιολογική διαβάθμιση) της κατά τα άνω επιτρεπτής χρήσεως των όπλων από τους αστυνομικούς σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση (όπως π.χ. προσδιορίζεται, μόνο όμως για την περίπτωση διαλύσεως απαγορευμένων από την αρμόδια Αρχή συναθροίσεων, στα άρθρα 1 και 2 του ως άνω, στον αριθμό 2, στοιχείο α, Β.Δ/τος 269/ 1972 και όπως προσδιοριζόταν επίσης για την ίδια περίπτωση τόσο στα άρθρα 299 και 300 του από 12.3/28.4.1958 Β.Δ/τος "περί Κανονισμού της Χωροφυλακής", όσο και στο ως άνω, στον αριθμό 2, άρθρου 2, εδάφια 1 και 2 του Ν. 29/1943, ακόμη όμως και για την περίπτωση αυτή ισχύουν τα παρακάτω στον αριθμό 6 εκτιθέμενα).
5. Προς πλήρωση συνεπώς του ως άνω νομοθετικού κενού και προκειμένου να καθορισθεί σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ο ειδικότερος τρόπος και η ειδικότερη μορφή της από τους αστυνομικούς επιτρεπτής χρήσεως των όπλων, είναι αναγκαία η προσφυγή σε άλλες, εκτός του Ν. 29/1943 κείμενες, διατάξεις και ειδικότερα, αναλόγως των κατ' ιδίαν περιπτώσεων, είτε στις διατάξεις περί αμύνης (άρθ. 22 και 23 ΠοινΚ), είτε στις διατάξεις περί καταστάσεως ανάγκης (άρθρα 25 και 32 ΠοινΚ), είτε στη διδασκαλία περί συγκρούσεως καθηκόντων (πρβλ. και άρθ. 20 και 21 ΠοινΚ) κλπ, ενόψει μάλιστα του ότι σε πολλές περιπτώσεις ανακύπτει η ανάγκη σταθμίσεως της αξίας των εκατέρωθεν διακυβευομένων εννόμων αγαθών και συμφερόντων (π.χ. στην ως άνω στο αριθμό 3, στοιχείο β περίπτωση ανακύπτει η ανάγκη σταθμίσεως της, ενόψει και των άρθρων 5 παρ. 2 και 7 παρ. 2 του Συντάγματος, αξίας της ανθρώπινης ζωής και σωματικής ακεραιότητας αφενός και της διατηρήσεως της κρατήσεως δια της παρεμποδίσεως αποδράσεως του κρατουμένου αφετέρου), η οποία στάθμιση επιδρά, αναλόγως των κατ' ιδίαν περιπτώσεων και για το σχηματισμό της κρίσεως περί του επιτρεπόμενου κάθε φορά ειδικότερου τρόπου και περί της επιτρεπόμενης κάθε φορά ειδικότερης μορφής χρήσεως των όπλων από τους αστυνομικούς, κρίση, που ανήκει τελικώς στα αρμόδια δικαστήρια.
6. Ολα τα παραπάνω εκτεθέντα δεν αναιρούνται από τη διάταξη του άρθρου 133, περιπτ. α, του Πρ.Δ/τος 141/1991, με την οποία ορίζεται ότι η χρήση των όπλων από τους αστυνομικούς γίνεται στις περιπτώσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 29/30.4.1943, "εφόσον υπάρχει απόλυτη ανάγκη και αφού εξαντληθούν όλα τα ηπιότερα μέσα". Ο περιεχόμενος στη διάταξη αυτή περιορισμός "εφόσον υπάρχει απόλυτη ανάγκη και αφού εξαντληθούν όλα τα ηπιότερα μέσα" δεν αναιρεί τα ως άνω στον αριθμό 5 εκτεθέντα, αφού παραμένει και πάλι χωρίς ειδικότερο καθορισμό ο ειδικότερος τρόπος και η ειδικότερη μορφή της εκάστοτε επιτρεπτής χρήσεως των όπλων από τους αστυνομικούς (και γι' αυτό ανακύπτουν και πάλι τα παραπάνω στους αριθμούς 3, 4 και 5 προβλήματα), περαιτέρω δε το πότε υπάρχει "απόλυτη ανάγκη" (σύμφωνα με την προπαρατεθείσα διάταξη), τα ποια κάθε φορά είναι τα ενδεδειγμένα "ηπιότερα μέσα" και το αν κάθε φορά εξαντλήθηκαν ή όχι "όλα" τα ηπιότερα αυτά μέσα, ενέχουν, ως εκ της φύσεως των εννοιών αυτών, αοριστία. Η προπαρατεθείσα άλλωστε διάταξη του άρθρου 133, περίπτ. α του Πρ.Δ/τος 141/1991 αποτελεί απλώς ρητή νομοθετική θέσπιση των αρχών της αναγκαιότητας, της αναλογικότητας και της επιείκειας, οι οποίες, κατά τα διδασκόμενα από παλαιότερα στη θεωρία, αποτελούν βασική προϋπόθεση της νόμιμης χρήσης των όπλων (πρβλ. το ως άνω έργο των Βασ. Σκουρή- Αν. Τάχου, Δίκαιο της Δημόσιας Τάξης, 1990, σελ. 242 και 245) και γι' αυτό σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση η κρίση περί της τηρήσεως ή μη της ως άνω διατάξεως του άρθρου 133 περίπτ. α του Πρ.Δ/τος 141/ 1991 (και συνεπώς η κρίση περί της τηρήσεως ή μη των ως άνω αρχών της αναγκαιότητας, της αναλογικότητας και της επιείκειας) ανήκει τελικώς στα αρμόδια δικαστήρια, τα οποία, σε συνδυασμό και με όλα τα παραπάνω (στους αριθμούς 1 έως 5) εκτεθέντα, θα κρίνουν σε κάθε περίπτωση περί του επιτρεπόμενου ειδικότερου τρόπου και περί της επιτρεπόμενης ειδικότερης μορφής χρήσεως των όπλων από τους αστυνομικούς.
7. Από όλα τα παραπάνω (στους αριθμούς 1 έως 6) εκτεθέντα καθίστανται προφανείς οι λόγοι για τους οποίους, όταν σε συγκεκριμένη περίπτωση ανακύπτει ζήτημα επιτρεπτής ή μη χρήσεως των όπλων από τους αστυνομικούς, τα αρμόδια δικαστήρια (όπως και σεις επισημαίνετε στο ως άνω υπ' αριθ. 8517/4/2γ/1992 έγγραφό σας) προσφεύγουν πολλές φορές σε άλλες, εκτός τους Ν. 29/1943 κείμενες, διατάξεις και προβαίνουν σε σχετικές νομικές αξιολογήσεις, για να διαμορφώσουν την επί του ως άνω ζητήματος τελική κρίση τους.
8. Θα πρέπει να προστεθεί ότι συγγραφείς τινες χαρακτηρίζουν τις διατάξεις του Ν. 29/1943 ως "συγκεχυμένες και αλληλοαναιρούμενες" και εκφράζουν αμφιβολίες για τη συνταγματικότητα των διατάξεων αυτών "ενόψει της αοριστίας και της ευρύτητας των περιπτώσεων νόμιμης χρήσης των όπλων" (έναντι της κατ' άρθρ. 5 παρ. 2 του Συντάγματος απόλυτης προστασίας της ζωής) και θεωρούν ότι "είναι άξιο απορίας το πως διατηρήθηκε μέχρι σήμερα τέτοια νομοθεσία" (πρβλ. το έργο των καθηγητών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Βασ. Σκουρή-Αναστ. Τάχου, Δίκαιο της Δημόσιας Τάξης, 1990, σελ. 247-248 κακ 258).

9. Ως συμπέρασμα όλων όσων έχουν εκτεθεί παραπάνω μπορεί να διατυπωθεί το ότι οι διατάξεις του Ν. 29/1943 είναι ατελείς και ασαφείς και ως εκ τούτου δεν είναι αυτάρκεις, έτσι δε εξηγείται το ότι για να διαπιστωθεί σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αν έγινε ή όχι επιτρεπτή εκ μέρους αστυνομικών χρήση των όπλων, τα δικαστήρια αναγκάζονται να προσφεύγουν και σε άλλες, εκτός του ν. 29/1943 κείμενες, διατάξεις (όπως άλλωστε και σεις επισημαίνεται τούτο και στο ως άνω υπ' αριθ. 8517/4/2γ/1992 έγγραφό σας). Ως εκ τούτου και ενόψει της ανάγκης αντιμετωπίσεως νέων μεθόδων και νέων (τρομοκρατικών και άλλων) μορφών βίας κατά προσώπων και επιθέσεων κατά αστυνομικών, θα ήταν σκόπιμο να επιδιωχθεί η δια νόμου θέσπιση διατάξεων, με τις οποίες, εντός των πλαισίων του ισχύοντος Συντάγματος, να καθορίζεται σαφέστερα η ειδικότερη μορφή και ο ειδικότερος τρόπος της από τους άνδρες της αστυνομίας επιτρεπτής χρήσεως των όπλων σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση (ή κατά γενικότερες κατηγορίες περιπτώσεων), να διαγράφονται με μείζονα κατά το δυνατόν ακρίβεια οι περιπτώσεις, κατά τις οποίες θα υπάρχουν ευρύτερα όρια δυνατότητας επιτρεπτής από τους άνδρες της αστυνομίας χρήσεως των όπλων και να προσδιορίζονται λεπτομερέστερα για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση (ή κατά γενικότερες κατηγορίες περιπτώσεων) οι λόγοι απαλλαγής από κάθε ευθύνη των ποιουμένων επιτρεπτή χρήση των όπλων ανδρών της αστυνομίας. Η εντός των σκιαγραφηθέντων ως άνω πλαισίων θέσπιση νέων διατάξεων θα έχει ως συνέπεια αφενός μεν να μειωθούν, κατά το δυνατόν, οι υπάρχουσες (και στα ίδια ακόμη τα αστυνομικά όργανα), αποτρεπτικές πολλές φορές της αστυνομικής δράσεως, αμφιβολίες, ως προς το αν είναι ή όχι σύννομη η χρήση των όπλων (και υπό ποιο τρόπο ή υπό ποια μορφή) στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφετέρου δε να μειωθεί, κατά το δυνατόν, η ανάγκη προσφυγής του ερμηνευτή σε άλλες διατάξεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...