Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

Απόρρητο επικοινωνίας και άρση αυτού.

1) Περίληψη. Απόρρητο επικοινωνίας. Αρση του απορρήτου αυτού προς διακρίβωση τέλεσης εγκλήματος. Για ποια αδικήματα επιτρέπεται σύμφωνα με την περιοριστική απαρίθμηση του νόμου. Σε περίπτωση κατά την οποία δεν έχουν προσδιοριστεί επακριβώς τα αδικήματα για τα οποία διενεργείται εργαστηριακή διαδικασία και η έρευνα ξεκινά με πιθανολόγηση τελέσεως οιουδήποτε εγκλήματος, τότε μετά την ολοκλήρωσή της και προ πάσης χρήσεως των στοιχείων θα πρέπει οι αρμόδιες υπηρεσίες να απευθύνονται προς τον εισαγγελέα, ο οποίος και υποχρεούται να συγκεκριμενοποιήσει το αδίκημα. Στοιχεία αποθηκευμένα στο σκληρό δίσκο Η/Υ. Τα στοιχεία αυτά που ανήκουν στον ύποπτο τέλεσης ορισμένου εγκλήματος και τα οποία δεν αναφέρονται σε κάποια μορφής ανταπόκριση ή επικοινωνία με οποιονδήποτε τρόπο, δεν εμπίπτουν στη σφαίρα του απορρήτου της επικοινωνίας με αποτέλεσμα για την εργαστηριακή επεξεργασία τους να μην απαιτείται διαδικασία άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών. Εάν όμως τα αποθηκευμένα στοιχεία αναφέρονται σε κάποιας μορφή ανταπόκριση ή επικοινωνία, το απόρρητο των επικοινωνιών καταλαμβάνει και τα στοιχεία αυτά και άρα για την επεξεργασία τους και χρήση τους απαιτείται η τήρηση της διαδικασίας άρσης του απορρήτου, όπως προβλέπει ο νόμος 2225/1994 και το ΠΔ 47/2005.

Γνωμοδότηση Εισαγγελέα Αρείου Πάγου 6/ 2008.

Διατάξεις: άρθρα 9Α, 19 Συντ., 4 [παρ. 1], 5 [παρ. 10] Ν 2225/ 1994, 1 ΠΔ 47/ 2005.

Προς: Το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης - Αρχηγείο Ελληνικής Αστυνομίας - Κλάδος Ελληνικής Αστυνομίας - Κλάδος Διοικητικού-Δ/νση Οργάνωσης Νομοθεσίας - Τμήμα 3ο Νομικών Υποθέσεων
Εις απάντηση του υπ` αριθμ. .../13.9.2006 εγγράφου σας, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:

Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 Συντ.: "Το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο. Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων" κατά δε την παρ. 3 του ιδίου άρθρου, "απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και των άρθρων 9 και 9Α". Κατά το άρθρο δε 9Α Συντ.: "Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως ο νόμος ορίζει. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από Ανεξάρτητη Αρχή, που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως νόμος ορίζει".
Επίσης, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν 2225/1994, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 12 περ. α` του Ν 3115/2003: "Η άρση του απορρήτου είναι επιτρεπτή για τη διακρίβωση των κακουργημάτων που προβλέπονται από: α) τα άρθρα 134,135 παρ. 1,2, 135Α, 137Β, 138, 139, 140, 143, 144, 146,148 παρ. 2, 150,151, 157 παρ. 1, 187 παρ. 1, 2, 207, 208 παρ. 1,264 περ. β`, γ, 270, 272,275 περ. β`, 291 παρ. 1 εδ. β`, γ, 299,322,324 παρ. 2,3,374, 380, 385 του Ποινικού Κώδικα, β) τα άρθρα 26, 27, 28, 29, 31, 32, 33,34,35,39,40,41,63, 64,76,93 και 97 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα, γ) το άρθρο 15 παρ. 1 του Ν 2168/1993, δ) τα άρθρα 5, 6, 7 και 8 του Ν 1729/1987, ε) τα άρθρα 89, 90 και 93 του Ν 1165/1968. Επίσης επιτρέπεται η άρση του απορρήτου για τη διακρίβωση των προπαρασκευαστικών πράξεων για το έγκλημα της παραχάραξης νομίσματος κατά το άρθρο 211 του Ποινικού Κώδικα, κατά δε την παρ. 10 του άρθρου 5 του ιδίου νόμου: "Το περιεχόμενο της ανταπόκρισης ή επικοινωνίας, το οποίο έγινε γνωστό λόγω της άρσης του απορρήτου, καθώς και κάθε άλλο σχετικό με αυτή στοιχείο απαγορεύεται με ποινή κυριότητος, να χρησιμοποιηθεί και να ληφθεί υπόψη ως άμεση ή έμμεση απόδειξη σε άλλη ποινική, πολιτική, διοικητική και πειθαρχική δίκη και διοικητική διαδικασία για σκοπό διαφορετικό από εκείνον που είχε καθορισθεί από τη διάταξη. Κατ` εξαίρεση η Αρχή που εξέδωσε τη διάταξη μπορεί, κατά την αιτιολογημένη κρίση της να επιτρέψει με νεότερη διάταξη της να χρησιμοποιηθούν και να ληφθούν υπόψη τα παραπάνω στοιχεία, αν χρησιμεύουν για τη διακρίβωση άλλου ιδιαιτέρως σοβαρού εγκλήματος από αυτά που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου, καθώς και για υπεράσπιση κατηγορουμένου σε ποινική δίκη για πλημμέλημα ή κακούργημα".
Ακόμη, κατά το άρθρο 1 του ΠΔ 47/ 2005: "Για την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών και την καταγραφή σε ενιαίο κείμενο των όρων και της διαδικασίας αυτής καθώς και των τεχνικών και οργανωτικών μεθόδων με τις οποίες μπορεί αυτή να πραγματοποιηθεί και να διασφαλισθούν τα αποτελέσματα της, έτσι ώστε να μην θίγεται η ιδιωτική ζωή και η προσωπικότητα του πολίτη, παρά μόνο στο μέτρο και για όσο χρονικό διάστημα είναι αναγκαίο, χάριν της προστασίας της εθνικής ασφάλειας, της διακρίβωσης των εγκλημάτων που προβλέπονται στο άρθρο 4 του Ν 2225/1994, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν 3115/2003 και των εν γένει ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, εφαρμόζονται οι διαδικασίες που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος"· κατά δε το άρθρο 3 παρ. 1 του ιδίου ΠΔ: "Η άρση του απορρήτου δεν αφορά την διά ζώσης επικοινωνία, αλλά κάθε είδους επικοινωνία, η οποία διεξάγεται μέσω δικτύου επικοινωνίας ή παρόχου υπηρεσιών επικοινωνιών και την οποία χρησιμοποιεί ο συνδρομητής ή χρήστης κατά του οποίου λαμβάνεται το μέτρο της άρσης"· εις δε την παρ. 2 αναφέρονται τα είδη και οι μορφές επικοινωνίας, που υπόκεινται στην άρση του απορρήτου, μεταξύ δε αυτών αναφέρονται και η τηλετυπική επικοινωνία (συνδρομητική), η τηλεφωνική επικοινωνία, η επικοινωνία δεδομένων μέσων δικτύων δεδομένων, οι επικοινωνίες μέσω διαδικτύου (internet) κ.λπ.
Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι ο σκληρός δίσκος ενός υπολογιστή, εξαρτήματα και σύνεργα αυτού ως και πειστήρια ήχου, δεν αποτελούν είδος επικοινωνίας. Κατ` ακολουθίαν τούτου, τα στοιχεία τα οποία βρίσκονται αποθηκευμένα στο σκληρό δίσκο ηλεκτρονικών υπολογιστών, σε εξαρτήματα αυτών, σε ψηφιακή φωτογραφική μηχανή ή σε άλλο υλικό φορέα, που ανήκει στον ύποπτο τέλεσης ορισμένου εγκλήματος και τα οποία δεν αναφέρονται σε κάποιας μορφής ανταπόκριση ή επικοινωνία με οποιονδήποτε τρόπο, δεν εμπίπτουν στην προστατευτική σφαίρα του απορρήτου της επικοινωνίας με αποτέλεσμα για την εργαστηριακή επεξεργασία των στοιχείων αυτών, να μην απαιτείται η διαδικασία άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών. Εάν όμως τα αποθηκευμένα στοιχεία αναφέρονται σε κάποιας μορφής ανταπόκριση ή επικοινωνία, το απόρρητο των επικοινωνιών καταλαμβάνει και τα στοιχεία αυτά και τότε για την επεξεργασία και χρήση των στοιχείων αυτών απαιτείται η τήρηση των όρων και της διαδικασίας της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών, όπως προβλέπονται στο Ν 2225/1994, το Ν 3115/2003 και το ΠΔ 47/2005. Κατ` ακολουθίαν τούτου: α) σε περίπτωση που η Υπηρεσία σας γνωρίζει σε χρόνο προγενέστερο της έναρξης εργαστηριακής εξέτασης ηλεκτρονικών πειστηρίων ότι πρόκειται να επεξεργαστεί στοιχεία συγκεκριμένου προσώπου ή προσώπων που έχουν σχέση με τη διερευνομένη υπόθεση, είναι υποχρεωμένη να τηρήσει την προβλεπόμενη στο νόμο διαδικασία άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών, απευθυνόμενη προς τούτο στον αρμόδιο Εισαγγελέα, β) σε περίπτωση όμως που η ύπαρξη των αναφερομένων στοιχείων επικοινωνίας διαπιστωθεί μειά την έναρξη ή την ολοκλήρωση της εργαστηριακής διαδικασίας, τότε η Υπηρεσία σας, αφού ολοκληρώσει την εν λόγω διαδικασία, οφείλει, απευθυνόμενη προς τον αρμόδιο Εισαγγελέα να ζητήσει την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών. Η ολοκλήρωση της διαδικασίας στο στάδιο αυτό είναι σύμφωνη και με το άρθρο 251 ΚΠΔ κατά το οποίο ο ανακριτής και οι ανακριτικοί υπάλληλοι οφείλουν χωρίς χρονοτριβή να συγκεντρώνουν πληροφορίες για το έγκλημα και τους υπαιτίους και εκτός των άλλων να καταλαμβάνουν πειστήρια και γενικά να ενεργούν ο,τιδήποτε είναι αναγκαίο για τη συλλογή και τη διατήρηση των αποδείξεων, καθώς και για την εξασφάλιση των ιχνών του εγκλήματος. Μέχρι την έκδοση του σχετικού Βουλεύματος απαγορεύεται κάθε χρήση των εκ της εργαστηριακής διαδικασίας προκυψάντων στοιχείων επικοινωνίας, η οποία θα γίνει μετά την έκδοση του Βουλεύματος και αφού αυτό διατάσσει την άρση του απορρήτου. Σε αντίθετη περίπτωση, εάν δηλαδή διά του Βουλεύματος απορριφθεί η αίτηση της άρσης του απορρήτου για οποιονδήποτε λόγο, τότε τα άνω στοιχεία καταστρέφονται αμελλητί. Τα ανωτέρω είναι και σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 5 παρ. 10 του Ν 2225/1994, από τη διάταξη του οποίου προκύπτει σαφώς ότι απαγορεύεται, με ποινή ακυρότητας να χρησιμοποιηθεί το περιεχόμενο της ανταπόκρισης της επικοινωνίας. Οίκοθεν νοείται, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 Ν 2225/1994, ότι η εργαστηριακή διαδικασία των πειστηρίων σε ηλεκτρονική ή ψηφιακή μορφή (σκληροί δίσκοι Η/Υ κ.λπ.) ως και πειστηρίων ήχου, πρέπει να γίνεται για τη διακρίβωση ενός ή περισσοτέρων εγκλημάτων από αυτά που αναφέρονται στην άνω διάταξη στην οποία καθορίζονται με περιοριστική και όχι ενδεικτική απαρίθμηση τα κακουργήματα, για τη διακρίβωση των οποίων αίρεται το απόρρητο, απαγορευομένης κάθε διαδικασίας αν πρόκειται για οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Σε περίπτωση δε κατά την οποίαν δεν έχουν προσδιοριστεί επακριβώς τα αδικήματα για τα οποία διενεργείται εργαστηριακή διαδικασία και η έρευνα ξεκινά με πιθανολόγηση τελέσεως οιουδήποτε εγκλήματος, τότε μετά την ολοκλήρωση της και προ πάσης χρήσεως των στοιχείων αυτών θα πρέπει να απευθύνεσθε προς τον αρμόδιο Εισαγγελέα, ο οποίος υποχρεούται να συγκεκριμενοποιήσει το αδίκημα και εξ αυτού να προσδιοριστούν οι επόμενες ενέργειες.
Τέλος, σημειώνουμε ότι εφόσον η Υπηρεσία σας διατηρεί έστω και ελάχιστες αμφιβολίες περί του αν ορισμένα στοιχεία που προέκυψαν από την εργαστηριακή διαδικασία εμπίπτουν ή όχι στις διατάξεις περί προστασίας της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας, συνιστούμε να απευθύνεσθε προς διευκρίνιση τούτου, στον αρμόδιο Εισαγγελέα, προκειμένου να αποφεύγεται κάθε ακυρότητα της εργαστηριακής διαδικασίας.

                                                Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, 
                                                              Κυριάκος Καρούτσος.

2) Τηλεπικοινωνίες και επιβολή προστίμου από την ΑΔΑΕ για παράβαση της νομοθεσίας περί απορρήτου. Η απόφαση της αρχής επί της αιτήσεως θεραπείας στερείται εκτελεστότητας, εφόσον η αιτούσα δεν επεκαλέσθη νεότερα στοιχεία. Η αρμοδιότητα του ΣτΕ, κατά τον έλεγχο των πράξεων της ΑΔΑΕ, καλύπτει τις εγγυήσεις της «δίκαιης δίκης». Το άρθρο 6 του Κανονισμού της Εσωτερικής Λειτουργίας της ΑΔΑΕ, που ορίζει ότι οι συνεδριάσεις της αρχής δεν είναι δημόσιες, είναι συμβατό με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Η μη νόμιμη συγκρότηση της αρχής δεν ελέγχεται αυτεπάγγελτα. Δεν προβλέπεται άρση του απορρήτου με μόνη τη συναίνεση του συνδρομητή της τηλεφωνικής συνδέσεως. Για την επιμέτρηση του προστίμου ελήφθησαν υπόψη νόμιμα κριτήρια. Απορρίπτεται η αίτηση ακύρωσης. Η υπόθεση εισήχθη στην επταμελή σύνθεση με την αριθ. 2033/2011 απόφαση του 

ΣτΕ 1361/ 2013, Τμήμα Δ'

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2013, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Δ? Τμήματος, Σπ. Χρυσικοπούλου, Δ. Κυριλλόπουλος, Κ. Κουσούλης, Κ. Πισπιρίγκος, Σύμβουλοι, Χρ. Σιταρά, Μ. Αθανασοπούλου, Πάρεδροι.
7. Επειδή, από την προαναφερθείσα διάταξη προκύπτει ότι καθένας έχει το δικαίωμα η υπόθεσή του να εξετασθεί από «δικαστήριο», όταν αυτό αποφαίνεται είτε επί των «αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως», είτε «επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως». Ως «δικαστήριο» δε, κατά τα ειδικώτερον οριζόμενα στη διάταξη αυτή, νοείται το όργανο εκείνο, το οποίο αποφαίνεται, επί των υπαγομένων στην αρμοδιότητά του υποθέσεων, επί τη βάσει της κειμένης νομοθεσίας παγίως και όχι σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και μετά την τήρηση ορισμένης διαδικασίας, η οποία πρέπει να τελεί υπό ορισμένες εγγυήσεις. Οι εγγυήσεις αυτές συνίστανται στην αμεροληψία που πρέπει να έχει με τρόπο θεσμικά κατοχυρωμένο έναντι των διαδίκων το εν λόγω όργανο, στην ανεξαρτησία του από τη Διοίκηση και τα άλλα συντεταγμένα όργανα του Κράτους, στο πάγιο (και όχι περιστασιακό ή ad hoc χαρακτήρα του), στη δεσμευτικότητα των αποφάσεών του και, τέλος στη θεμελιώδη για τη λειτουργία κάθε Δικαστηρίου αρχή της δημοσιότητος των συνεδριάσεών του (βλ. αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α. Moser κατά Αυστρίας της 21-9-2006, Martinie κατά Γαλλίας της 12-4-2000, Werner κατά Αυστρίας της 24-11- 1997, Le Compte, Van Leuven, De Meyere κατά Βελγίου της 23-6-1981 κ.ά.). Περαιτέρω, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία τυχόν διαπιστωθεί ότι το όργανο το οποίο είναι επιφορτισμένο με την επιτέλεση του ως άνω έργου δεν ανταποκρίνεται στις τασσόμενες από την προαναφερθείσα διάταξη της ΕΣΔΑ απαιτήσεις, ώστε να δύναται να να θεωρηθεί ότι τούτο συνιστά «δικαστήριο», δεν παραβιάζεται η προαναφερθείσα διάταξη της ΕΣΔΑ, εφόσον προβλέπεται ότι οι αποφάσεις του υπόκεινται σε έλεγχο από δικαστικό όργανο πλήρους δικαιοδοσίας, δηλαδή από Δικαστήριο, το οποίο αποφαίνεται όχι μόνον επί του νομικού, αλλά και επί του πραγματικού μέρους της υποθέσεως και το οποίο λειτουργεί υπό τις διαγραφόμενες στη ρηθείσα διάταξη της ΕΣΔΑ εγγυήσεις (βλ. Ε.Δ.Δ.Α Albert et le Compte κατά Βελγίου της 10-2-1983, Chevrol κατά Γαλλίας της 13-2- 1983).
8. Επειδή, το Συμβούλιο της Επικρατείας, με την υπ’ αριθ. 3319/2010 απόφαση της Ολομελείας του, εδέχθη, κατ’ εφαρμογή της προαναφερθείσης διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, ότι στις περιπτώσεις των διαφορών που προκαλούνται από την προσβολή διοικητικών πράξεων με τις οποίες επιβάλλονται σοβαρές διοικητικές κυρώσεις (όπως είναι τα πρόστιμα μεγάλου ύψους), το αποφαινόμενο επ’ αυτών δικαστήριο είναι δυνατό να μην είναι πλήρους δικαιοδοσίας, αλλά ακυρωτικό, ελέγχον τη νομιμότητα και μόνο των ενώπιόν του προσβαλλομένων διοικητικών πράξεων, αν το διοικητικό όργανο που εξέδωσε την πράξη, η αμφισβήτηση της οποίας προκάλεσε τη δικαστική διαφορά, παρέχει αυτό το ίδιο ως εκ των όρων της λειτουργίας του, ορισμένες εγγυήσεις, τέτοιες που να επιτρέπουν να θεωρηθεί ως «δικαστήριο» για τις ανάγκες εφαρμογής του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Μεταξύ δε των εγγυήσεων αυτών κρίθηκε ότι περιλαμβάνεται και η δημοσιότητα της ενώπιον του διοικητικού οργάνου διαδικασίας. Στη συνέχεια, με την ίδια ως άνω απόφαση, έγινε δεκτό ότι η διάταξη του άρθρου 6 του εκδοθέντος επί τη βάσει της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 1 περ. ια του ν. 3115/2003 (Α’ 47) Κανονισμού Εσωτερικής Λειτουργίας της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (απόφαση ΑΔΑΕ 44/29-6- 2003 - Β’ 1642, ως ετροποποιήθη με την υπ’ αριθ. 886/29-6-2006 απόφαση της αυτής αρχής - Β’ 963), στην οποία ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι οι συνεδριάσεις της ανωτέρω Αρχής δεν είναι δημόσιες είναι ανίσχυρη. Τούτο δε διότι από την αρχή της φανεράς δράσεως των συντεταγμένων οργάνων της Πολιτείας, η οποία συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2 και 3, 66 παρ. 1 και 93 παρ. 2 του Συντάγματος, επιβάλλεται, όπως οι αποφάσεις της αρχής αυτής, με τις οποίες επιβάλλονται κυρώσεις εις βάρος διοικουμένων, εκδίδονται ύστερα από προηγηθείσα δημόσια συνεδρίαση, στην οποία θα είναι ελεύθερη η είσοδος στο κοινό και, συνεπώς, η μη τήρηση της δημοσιότητος των συνεδριάσεων της ΑΔΑΕ στις προαναφερθείσες περιπτώσεις συνεπάγεται την ακύρωση των σχετικών αποφάσεων.
9. Επειδή, μετά τη δημοσίευση της ανωτέρω αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας εκδόθηκε η απόφαση του ΕΔΔΑ .................................. κατά Κύπρου της 21-7-2011, η οποία αφορούσε την επιβολή προστίμων σε βάρος τηλεοπτικού σταθμού για παραβάσεις της ραδιοτηλεοπτικής νομοθεσίας. Με την απόφαση αυτή έγινε, μεταξύ άλλων, δεκτό ότι όταν ένα διοικητικό όργανο, το οποίο αποφαίνεται επί δικαιωμάτων αστικής φύσεως, δεν παρέχει εγγυήσεις δομικής αμεροληψίας (όπως είναι η δημοσιότης της ενώπιον αυτού διαδικασίας), δεν παραβιάζεται η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, στην περίπτωση που η ενώπιον του οργάνου αυτού διαδικασία και η σχετικώς εκδιδόμενη διοικητική πράξη ελέγχεται από δικαστήριο το οποίο έχει την εξουσία να εξετάσει αφ’ ενός μεν σημείο προς σημείο το σύνολο των προβαλλομένων αιτιάσεων, αφ’ ετέρου δε το σύνολο των ανακυπτόντων νομικών και πραγματικών ζητημάτων, περαιτέρω δε έχει τη δυνατότητα να ελέγξει την τήρηση της αρχής της αναλογικότητος μεταξύ του διαπραχθέντος παραπτώματος και της επιβληθείσης ποινής, καθώς και τον τρόπο ασκήσεως της διακριτικής εξουσίας της Διοικήσεως, τέλος δε δύναται να ακυρώσει την πράξη αυτή για διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων η πλάνη περί τα πράγματα ή η μη νόμιμη αιτιολογία, χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός ότι δεν έχει εξουσία να προβεί σε μεταρρύθμιση της διοικητικής πράξεως.
10. Επειδή, η απονεμόμενη στο Συμβούλιο της Επικρατείας από το Σύνταγμα (άρθρο 95 παρ. 1 εδ. α’) και το νόμο (άρθρο 45 παρ. 1 του π.δ/τος 18/1989) ευρύτατη εξουσία ελέγχου της νομιμότητος των προσβαλλομένων ενώπιόν του διοικητικών πράξεων με το ένδικο βοήθημα της αιτήσεως ακυρώσεως (στον οποίο περιλαμβάνεται και ο έλεγχος της συνδρομής του σκοπού για τον οποίο εκδόθηκε η διοικητική πράξη), πληροί όλα τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά και προϋποθέσεις ώστε το Συμβούλιο της Επικρατείας να χαρακτηρισθεί ως δικαστήριο το οποίο πληροί τις τασσόμενες από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ προϋποθέσεις, όταν αυτό ελέγχει τη νομιμότητα των πράξεων της ΑΔΑΕ με τις οποίες επιβάλλονται κυρώσεις, έστω και αν η διαδικασία η οποία εφαρμόζεται, σύμφωνα με τον Κανονισμό της Εσωτερικής Λειτουργίας της ΑΔΑΕ, ενώπιον της αρχής αυτής κατά την έκδοση των ανωτέρω πράξεων, δεν ανταποκρίνεται στις τασσόμενες από την προαναφερθείσα διάταξη απαιτήσεις, ώστε να δύναται η αρχή αυτή να θεωρηθεί ότι αποτελεί «δικαστήριο» κατά την έννοια της ίδιας ως άνω διατάξεως. Συνεπώς, η ρηθείσα αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά τον έλεγχο των ανωτέρω πράξεων της ΑΔΑΕ καλύπτει τις τασσόμενες από το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ εγγυήσεις της «δίκαιης δίκης». Κατ’ ακολουθία τούτων, η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 6 του Κανονισμού της Εσωτερικής Λειτουργίας της ΑΔΑΕ, η οποία ορίζει ότι οι συνεδριάσεις της αρχής αυτής δεν είναι δημόσιες, ερμηνευόμενη υπό το φως της ως άνω νεωτέρας αποφάσεως του ΕΔΔΑ και εντασσόμενη στο προαναφερθέν σύστημα δικαστικού ελέγχου, πλήρως συμβατό προς τις απαιτήσεις της διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, δεν παραβιάζει τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της φανεράς δράσεως της Διοικήσεως, λαμβανομένου υπόψη ότι η διαδικασία ενώπιον της αρχής αυτής, κατά την έκδοση των ρηθεισών πράξεών της, καλύπτεται από πλέγμα διαδικαστικών εγγυήσεων (προηγούμενη ακρόαση, δυνατότης υποβολής υπομνημάτων) ενώ εν τέλει οι πράξεις της υπόκεινται στον πλήρη δικαστικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας. Επομένως, ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι μη νόμιμη, διότι κατά τη διαδικασία εκδόσεώς της εφαρμόσθηκε η διάταξη του άρθρου 6 του Κανονισμού Εσωτερικής Λειτουργίας της ΑΔΑΕ, η οποία, ως αποκλείουσα τη δημοσιότητα των συνεδριάσεων της αρχής αυτής, είναι ανίσχυρη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
11. Επειδή, ο προαναφερθείς ν. 3115/2003, με το άρθρο 1 του οποίου συνεστήθη, κατά το άρθρο 19 παρ. 2 του Συντάγματος, η Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών, ορίζει στη διάταξη του άρθρου 2 τα εξής: «1. Η ΑΔΑΕ συγκροτείται από τον Πρόεδρο, τον Αντιπρόεδρο και άλλα πέντε (5) μέλη, καθώς και από αντίστοιχους αναπληρωτές, οι οποίοι πρέπει να διαθέτουν τις αυτές ιδιότητες και προσόντα. Τα μέλη της Α.Δ.Α.Ε. κατά την άσκηση των καθηκόντων τους απολαμβάνουν πλήρους προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας. 2. Ο Πρόεδρος, ο Αντιπρόεδρος και τα άλλα μέλη της Α.Δ.Α.Ε., καθώς και οι αναπληρωτές τους επιλέγονται από τη Βουλή σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 101 Α του Συντάγματος και την προβλεπόμενη από τον Κανονισμό της Βουλής διαδικασία και διορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την κοινοποίηση σε αυτόν της απόφασης της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής. 3… 4. Η θητεία του Προέδρου και των μελών της Α.Δ.Α.Ε. είναι τετραετής. Μόνο για την πρώτη σύσταση της Α.Δ.Α.Ε., τα μισά μέλη της Α.Δ.Α.Ε. διορίζονται για τετραετή θητεία και τα υπόλοιπα μισά για διετή θητεία, σύμφωνα με κλήρωση που διενεργείται από τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής αμέσως μετά τη λήψη της απόφασης επιλογής τους. Ο Πρόεδρος της Α.Δ.Α.Ε. γνωστοποιεί εγγράφως στο Πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων τα ονόματα των μελών της, των οποίων η θητεία λήγει. Η γνωστοποίηση γίνεται δύο (2) μήνες πριν από τη λήξη της θητείας τους. Σε περίπτωση που μέλος της Α.Δ.Α.Ε. απολέσει, για οποιονδήποτε λόγο την ιδιότητά του ως μέλος, για το υπόλοιπο της θητείας αυτού του μέλους διορίζεται νέο μέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. Η θητεία του Προέδρου και των μελών της Α.Δ.Α.Ε. μπορεί να ανανεωθεί μόνο μία φορά. 5…».
12. Επειδή, με το από 27-4-2011 υπόμνημά της η αιτούσα προβάλλει ότι η ΑΔΑΕ εξέδωσε την προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση πράξη υπό μη νόμιμη συγκρότηση. Τούτο δε διότι στη συνεδρίαση κατά την οποία εκδόθηκε η πράξη αυτή (16-6-2006) συμμετείχαν οι ......................, ................... και ............................., οι οποίοι είχαν διορισθεί με την υπ’ αριθ. 125807/30-7- 2003 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης (Β’ 1072) με διετή θητεία, η οποία έχει ήδη λήξει από την 1-8-2005 και, συνεπώς, η παράτασή της για χρονικό διάστημα πλεόν των δέκα (10) μηνών μετά την ως άνω λήξη της θητείας τους υπερβαίνει τον εύλογο χρόνο, κατά τον οποίο θα ήταν κατά το Σύνταγμα και το νόμο ανεκτή η εν λόγω παράταση. Ο λόγος αυτός αναφέρεται μεν σε πλημμέλεια συγκροτήσεως της ως άνω αρχής, η διάγνωσή του όμως προϋποθέτει έρευνα πραγματικού και, συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, δεν είναι εκ των αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενων από το Δικαστήριο λόγων. Συνεπώς, εφ’ όσον προβάλλεται το πρώτον με το ανωτέρω υπόμνημα της αιτούσας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
13. Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του ανωτέρω ν. 3115/2003, η συσταθείσα με το άρθρο αυτό Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών έχει ως σκοπό «την προστασία του απορρήτου των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Στην έννοια της προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών περιλαμβάνεται και ο έλεγχος τη τήρησης των όρων και της διαδικασίας άρσης του απορρήτου», ενώ στη διάταξη του άρθρου 11 του ίδιου ως άνω νόμου ορίζεται ότι: «Σε περίπτωση παραβάσεως της κείμενης νομοθεσίας, σε σχέση με το απόρρητο των επικοινωνιών ή τους όρους και τις διαδικασίες άρσης αυτού, η Α.Δ.Α.Ε. δύναται, με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή της και ύστερα από προηγούμενη κλήση για παροχή εξηγήσεων των ενδιαφερομένων, να επιβάλει στο υπαίτιο νομικό ή φυσικό πρόσωπο, μία ή περισσότερες από τις παρακάτω κυρώσεις: α) σύσταση για συμμόρφωση σε συγκεκριμένη διάταξη της νομοθεσίας με προειδοποίηση επιβολής κυρώσεων σε περίπτωση υποτροπής, β) πρόστιμο από δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ έως ένα εκατομμύριο πεντακόσιες χιλιάδες (1.500.000) ευρώ». Περαιτέρω, κατ’ εξουσιοδότηση της διατάξεως του άρθρου 9 του ανωτέρω νόμου εκδόθηκε το πδ 47/2005 (Α’ 64), με το οποίο καθιδρύεται αυστηρό νομικό πλαίσιο, εντός του οποίου και μόνον είναι δυνατή η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών και των ανταποκρίσεων, η οποία επιτρέπεται μόνο στις περιπτώσεις που αυτή απαιτείται για λόγους εθνικής ασφάλειας, καθώς και για τη διακρίβωση ποινικών κακουργημάτων ιδιάζουσας βαρύτητος και πάντοτε ύστερα από ειδική διάταξη της αρμόδιας δικαστικής αρχής. Στο άρθρο 3 του ανωτέρω π.δ/τος ορίζεται ότι: «Η άρση του απορρήτου δεν αφορά την διά ζώσης επικοινωνία, αλλά κάθε είδους επικοινωνία, η οποία διεξάγεται μέσω δικτύου επικοινωνίας ή παρόχου υπηρεσιών επικοινωνιών και την οποία χρησιμοποιεί ο συνδρομητής ή χρήστης κατά του οποίου λαμβάνεται το μέτρο της άρσης. 2. Τα είδη και οι μορφές επικοινωνίας, που υπόκεινται στη άρση του απορρήτου, είναι ιδίως τα ακόλουθα: α) …Τηλεφωνική επικοινωνία, ήτοι σταθερή και κινητή τηλεφωνία. δ) …» ενώ στη διάταξη του άρθρου 4 του ίδιου ως άνω π.δ/τος ορίζεται ότι: «1. Τα συγκεκριμένα στοιχεία επικοινωνίας, στα οποία είναι δυνατόν να αναφέρεται μια διάταξη άρσης του απορρήτου εξαρτώνται από το είδος της επικοινωνίας και εξειδικεύονται κατά περίπτωση ως εξής: α) … γ) Τηλεφωνική επικοινωνία: Επί συγκεκριμένου φυσικού ή νομικού προσώπου, που είναι συνδρομητής ή χρήστης παρόχου υπηρεσιών σταθερής ή κινητής τηλεφωνίας, είναι δυνατόν να ζητηθούν τα ακόλουθα συγκεκριμένα στοιχεία εισερχομένων και απερχομένων κλήσεων: α) Καλών και καλούμενος αριθμός κλήσης και στις αναπάντητες κλήσεις…». Τέλος, κατ’ επίκληση της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 1 περ. ιβ του ν. 3115/2003, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 630 α/12-11-2004 απόφαση της Α.Δ.Α.Ε. (Β’ 87), με την οποία εγκρίθηκε ο «Κανονισμός για τη Διασφάλιση Απορρήτου κατά την Παροχή Σταθερών Τηλεπικοινωνιακών Υπηρεσιών», στο άρθρο 5 του οποίου ορίσθηκε ότι: «1. Κάθε τηλεπικοινωνιακός πάροχος οφείλει να διασφαλίζει και να προστατεύει το απόρρητο των δεδομένων της επικοινωνίας, που χρησιμοποιείται για την παροχή της τηλεπικοινωνιακής υπηρεσίας, τη διεκπεραίωση της επικοινωνίας κτλ. Ενδεικτικά αναφέρονται οι παρακάτω πληροφορίες που πρέπει να προστατεύονται όσο ευρίσκονται στη δικαιοδοσία του παρόχου: α) ο αριθμός του καλούντος και του καλούμενου συνδρομητή, β) …. ε) ο χρόνος διενέργειας και η διάρκεια της συνομιλίας, στ) ….», ενώ στο άρθρο 13 του ίδιου Κανονισμού ορίσθηκε ότι: «1…5. Η ΑΔΑΕ διενεργεί έκτακτους ελέγχους σε περίπτωση δημόσιων καταγγελιών ή έγγραφων καταγγελιών εκ μέρους των χρηστών…».
14. Επειδή, όπως αναφέρθηκε σε προηγούμενη σκέψη, κατόπιν της από 7-2-2006 έγγραφης καταγγελίας συνδρομητού του ΟΤΕ, σύμφωνα με την οποία τρίτο πρόσωπο είχε γνώση της εξερχόμενης κίνησης της τηλεφωνικής σύνδεσης της ευρισκομένης στη Δράμα οικίας του, η Α.Δ.Α.Ε. διενήργησε σχετικούς ελέγχους στις εγκαταστάσεις του ΟΤΕ στη Δράμα και στην Αλεξανδρούπολη. Όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση πράξη της αρχής αυτής (υπ’ αριθ. 74/16-6-2006), από τον έλεγχο στις εγκαταστάσεις του ΟΤΕ στη Δράμα διεπιστώθη, μεταξύ άλλων έλλειψη αυστηρής διαδικασίας πρόσβασης στο ψηφιακό κέντρο, ελλιπής φυσική ασφάλεια του ψηφιακού κέντρου, και σειρά προσβάσεων στο σύστημα Απεικόνισης Αναλυτικών Στοιχείων Κλήσεων από μη εξουσιοδοτημένους προς τούτο υπαλλήλους του ΟΤΕ, χωρίς ο Οργανισμός αυτό να λάβει τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να απενεργοποιηθεί η ανωτέρω δυνατότητα προσβάσεως στο σύστημα, με αποτέλεσμα να καταστεί δυνατή η καταχρηστική χρήση του συστήματος αυτού, ενώ από τον έλεγχο στις εγκαταστάσεις του ΟΤΕ στην Αλεξανδρούπολη διεπιστώθη ότι παρά το γεγονός ότι μόνο ένας υπάλληλος ήταν εξουσιοδοτημένος να έχει πρόσβαση στο προαναφερθέν σύστημα, έτεροι, μη εξουσιοδοτημένοι προς τούτο υπάλληλοι παρεβίασαν το σύστημα αυτό με την χρήση του κωδικού του εξουσιοδοτημένου υπαλλήλου. Κατόπιν τούτων, η Α.Δ.Α.Ε. κατέληξε στο συμπέρασμα, όπως αυτό αποτυπώνεται στην ως άνω προσβαλλόμενη πράξη, ότι, σε ό,τι αφορά την τηλεφωνική συσκευή του ανωτέρω καταγγέλλοντος, υπήρξε παραβίαση της νομοθεσίας περί απορρήτου των επικοινωνιών, επί πλέον δε δεν ετηρήθησαν οι όροι και οι διαδικασίες άρσης του απορρήτου από την υπάλληλο του ΟΤΕ, σύζυγο του καταγγέλλοντος, η οποία προέβη στην επίμαχη παραβίαση του Συστήματος Απεικόνισης Αναλυτικών Στοιχείων Κλήσεων. Τέλος, με την ίδια ως άνω πράξη κατελογίσθη στην αιτούσα εταιρεία (ΟΤΕ) ότι δεν έλαβε επαρκή μέτρα ασφαλείας αναφορικά με τη διαδικασία πρόσβασης στο ανωτέρω σύστημα.
15. Επειδή, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η προσβαλλόμενη πράξη αιτιολογείται νομίμως και επαρκώς τόσο ως προς το σκέλος που αναφέρεται στην παραβίαση της νομοθεσίας περί απορρήτου των επικοινωνιών, καθόσον διεπιστώθη παρακολούθηση από υπάλληλο της αιτούσας των εξερχομένων κλήσεων της τηλεφωνικής σύνδεσης της κειμένης στη Δράμα οικίας του ως άνω συνδρομητού άνευ της συναινέσεώς του, (όπως δε προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση την παραβίαση αυτή απεδέχθη πλήρως η αιτούσα), όσο και ως προς το σκέλος που αναφέρεται στη μη λήψη μέτρων εκ μέρους της αιτούσας τα οποία να παρεμποδίζουν την πρόσβαση στο Σύστημα Απεικόνισης Αναλυτικών Στοιχείων Κλήσεων, καθόσον διεπιστώθη ότι μη εξουσιοδοτημένα προς τούτο πρόσωπα είχαν τη δυνατότητα, με την χρήση κωδικού που κατείχε μόνον ο εξουσιοδοτημένος υπάλληλος, να αποκτήσουν πρόσβαση στο ανωτέρω σύστημα. Κατ’ ακολουθία τούτων, ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται το αντίθετο πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος.
16. Επειδή, προβάλλεται, περαιτέρω, ότι η αιτούσα δεν παρεβίασε τη νομοθεσία περί απορρήτου των επικοινωνιών, διότι η υπάλληλος η οποία πραγματοποίησε την κατά τα ανωτέρω πρόσβαση είχε την ιδιότητα του χρήστη της επίμαχης τηλεφωνικής συσκευής (άρθρο 2 παρ. 2 ν. 3471/2006 - Α’ 133) και, συνεπώς, είχε το δικαίωμα σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 5 του ν. 2774/1999 (Α’ 287), να ζητήσει αναλυτική κατάσταση των κλήσεων από τη συσκευή αυτή. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 5 του ν. 2774/1999 προβλέπεται η δυνατότητα μόνο του συνδρομητή (ήτοι του προσώπου που έχει συνάψει σύμβαση με φορέα παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών - άρθρο 1 παρ. 1 ν. 3471/2006) να ζητεί, υπό τις αναφερόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις, την έκδοση αναλυτικού λογαριασμού, εν πάση δε περιπτώσει εξ ουδενός στοιχείου του φακέλου προέκυψε ότι η ανωτέρω υπάλληλος χρησιμοποιούσε την επίμαχη τηλεφωνική συσκευή, η οποία ευρίσκετο σε οικία όπου διέμενε η μητέρα του καταγγέλοντος. Εξ άλλου, αβασίμως προβάλλεται ότι εν προκειμένω δεν συνέτρεξε παραβίαση του απορρήτου των τηλεπικοινωνιών για το λόγο ότι ο καταγγέλων με την από 4-4-2006 επιστολή του προς την Α.Δ.Α.Ε. συνήνεσε στην άρση του εν λόγω απορρήτου, καθόσον εζήτησε να μη διερευνηθεί περαιτέρω η καταγγελία του, αφού διεπίστωσε ότι η παραβίαση του απορρήτου της επίμαχης τηλεφωνικής συνδέσεως είχε προκληθεί από τη σύζυγό του. Τούτο δε διότι, ανεξαρτήτως του ότι η ανωτέρω επιστολή συνετάγη σε χρόνο μεταγενέστερο της παραβιάσεως του ως άνω απορρήτου, από τις προαναφερθείσες σε προηγούμενη σκέψη διατάξεις του ν. 3115/2003 και του π.δ./τος 47/2005 δεν προβλέπεται η άρση του απορρήτου των τηλεφωνικών επικοινωνιών με μόνη τη συναίνεση του συνδρομητή της περί ης εκάστοτε πρόκειται τηλεφωνικής συνδέσεως. Αντιθέτως, στην μεν διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 2225/1994 (Α’ 121) προβλέπεται ότι την αίτηση για άρση του απορρήτου μπορεί να υποβάλει μόνο δικαστική ή άλλη πολιτική, στρατιωτική ή αστυνομική δημόσια αρχή στις περιπτώσεις που η εν λόγω άρση ζητείται για λόγους εθνικής ασφαλείας, στη δε διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 του ανωτέρω νόμου προβλέπεται ότι την ως άνω αίτηση μπορεί να υποβάλει μόνον ο καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιος εισαγγελέας στις περιπτώσεις που η άρση των επικοινωνιών ζητείται για τη διακρίβωση ιδιαιτέρως σοβαρών ποινικών αδικημάτων.
17. Επειδή, τέλος, ως προς το ύψος του επιβληθέντος προστίμου, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι αναιτιολόγητη, καθόσον υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ του προστίμου αυτού και της βλάβης την οποία υπέστη το δημόσιο συμφέρον από τη διαπιστωθείσα παράβαση. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το ύψος του επιβληθέντος προστίμου (100.000 ευρώ) απέχει πολύ από το, κατά το άρθρο 11 περ. β’ του ν. 3115/2003 ανώτατο όριο του ενός εκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων (1.500.000) ευρώ, ώστε να μην απαιτείται ως προς αυτό ειδικότερη αιτιολογία, εν πάση δε περιπτώσει, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη πράξη για την επιβολή του εν λόγω προστίμου σταθμίσθηκε αφ’ ενός μεν η βαρύτητα της παραβάσεως στην οποία υπέπεσε η αιτούσα ως προς την παραβίαση του απορρήτου της τηλεφωνικής επικοινωνίας του ανωτέρω καταγγέλλοντος, αφ’ ετέρου δε και η μη λήψη εκ μέρους της επαρκών μέτρων ασφαλείας σχετικά με τη διαδικασία πρόσβασης στο σύστημα Αναζήτησης Αναλυτικών Στοιχείων Κλήσεων.
18. Επειδή, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει ν’ απορριφθεί.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Απορρίπτει την αίτηση.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου και
Επιβάλλει στην ΑΕ με την επωνυμία «Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος ΑΕ» τη δικαστική δαπάνη της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2013 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 4ης Απριλίου του ίδιου έτους.
Σημείωση: Διαβάστε εδώ ένα αναλυτικό δημοσίευμα για το πως γίνονται οι παρακολουθήσεις, δηλαδή ως παραβιάζεται το απόρρητο στην πράξη. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...