Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

Προσωρινή κράτηση (προφυλάκιση), βιασμός, αιμομιξία.

Είτε συμφωνεί κανείς είτε διαφωνεί με την κρίση του Βουλεύματος, όμως, σε ένα δεν επιτρέπεται να διαφωνήσει: στην άκρως εμπεριστατωμένη αιτιολογία και επιχειρηματολογία του, σεβόμενο την συνταγματική υποχρέωση για παράθεση στο βούλευμα ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Γι΄ αυτό και μόνο αξίζει ένα "μπράβο" στα μέλη του Συμβουλίου αυτού [Γ.Φ].
Προσωρινή κράτηση. Κρίνεται βάσιμη η προσφυγή του κατηγορουμένου για τις πράξεις του βιασμού και της ασέλγειας μεταξύ συγγενών και διατάσσεται η αντικατάσταση της επιβληθείσας δυνάμει του εντάλματος της Ανακρίτριας προσωρινής κράτησης με τους περιοριστικούς όρους της καταβολής χρηματικής εγγύησης, της εμφάνισης στο αστυνομικά τμήμα του τόπου κατοικίας και της απαγόρευσης μετάβασης στο εξωτερικό, διότι δεν συντρέχουν ως προς τον προσφεύγοντα κατηγορούμενο οι προϋποθέσεις επιβολής προσωρινής κράτησης.

Συγκεκριμένα, παρά την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής που προέκυψαν σε βάρος του ως προς την τέλεση των ως άνω κακουργηματικών πράξεων - για τις οποίες απειλείται στο νόμο ποινή κάθειρξης με ανώτατο όριο τα είκοσι έτη - ο αιτών έχει αναπτύξει σταθερούς δεσμούς με το κοινωνικό και επαγγελματικό του περιβάλλον, στο οποίο διαβιεί με την οικογένεια του και δραστηριοποιείται ως μέλος της τοπικής κοινωνίας για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ περαιτέρω δεν επέδειξε κατά το παρελθόν ανάλογη εγκληματική δράση. Ως εκ τούτου η επιβολή προσωρινής κράτησης θα παραβίαζε την αρχή της αναλογικότητας, αφού το μέτρο αυτό δεν είναι ούτε πρόσφορο ούτε και αναγκαίο για την αποτροπή του προσφεύγοντος από την τέλεση νέων εγκλημάτων. Αντίθετη η εισαγγελική πρόταση.
Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κοζάνης 32/ 2013
Πρόεδρος: Μαρία Πετρίδου. Δικαστές: Δ. Δάλλας, Δ. Μίγκος. Εισαγγελέας: Δημήτριος Σταύρου.
Η εισαγγελική πρόταση έχει ως εξής.
Εισάγω ενώπιον σας, κατά τις διατάξεις του άρθρου 285 παρ. 1 του ΚΠΔ, την από 19.3.2013 προσφυγή του D. Τ. του Η, κατοίκου Κ, και ήδη προσωρινά κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, κατά του υπ` αριθμόν 9/14.3.2013 εντάλματος προσωρινής κράτησης της κ. Ανακρίτριας Πλημμελειοδικών Κοζάνης, και εκθέτω τα εξής:
1. Με το ανωτέρω ένταλμα της κ. Ανακρίτριας Πλημμελειοδικών Κοζάνης διατάχθηκε η προσωρινή κράτηση του προσφεύγοντος κατηγορουμένου, μετά από σύμφωνη γνώμη μας, επειδή αφενός από τα μέχρι τότε στοιχεία προέκυπταν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του για τα κακουργήματα του βιασμού και της ασέλγειας μεταξύ συγγενών, για τα οποία κατηγορείται, και αφετέρου γιατί κρίθηκε ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανό να διαπράξει και άλλα εγκλήματα.
2. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 285 παρ. 1 του ΚΠΔ «Κατά του εντάλματος για την προσωρινή κράτηση και της διάταξης του ανακριτή που επέβαλε περιοριστικούς όρους επιτρέπεται στον κατηγορούμενο να προσφύγει στο συμβούλιο των πλημμελειοδικών. Η προσφυγή γίνεται μέσα σε πέντε ημέρες από την προσωρινή κράτηση, προθεσμία η οποία αρχίζει να τρέχει από την επομένη της ενάρξεως εκτελέσεως του εντάλματος προσωρινής κρατήσεως και περατούται μετά την πάροδο του πενθημέρου, και συντάσσεται έκθεση από τον γραμματέα των πλημμελειοδικών ή από εκείνον που διευθύνει τις φυλακές, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο άρθρο 474 παρ. 1..», κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 474 παρ. 1 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο (εν προκειμένω η προσφυγή), αν ο ασκών αυτό κρατείται στην φυλακή, ασκείται με δήλωση του στον διευθύνοντα αυτήν, ενώ για την δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που το υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπο του, και από εκείνον που την δέχεται, δηλαδή τον γραμματέα ή τον διευθυντή της φυλακής, κατά περίπτωση. Η ενλόγω προσφυγή αποτελεί οιονεί ένδικο μέσο και επομένως εφαρμόζονται και γι` αυτήν οι γενικοί ορισμοί των ενδίκων μέσων.Έτσι, μπορεί να ασκηθεί είτε αυτοπροσώπως είτε με αντιπρόσωπο, που είναι εφοδιασμένος με ειδική εντολή κατ` άρθρο 96 παρ. 2 ΚΠΔ, η οποία προσαρτάται στη σχετική έκθεση κατ` άρθρο 465 παρ. 1 ΚΠΔ, είτε από το συνήγορο του κατηγορουμένου που παρέστη κατά την απολογία του κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 465 παρ. 2 ΚΠΔ (Συμ-βΠλημθεσ 44/2005, ΣυμβΠλημθεσ 1345/2001 ΠραξΛογΠΔ 2002.16, ΣυμβΠλημθεσ 443/2001 Αρμ 2001.1110 με παρατηρήσεις Α Ζαχαριάδη). Εφ` όσον η προσφυγή ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως το συμβούλιο ερευνά αυτή και ελέγχει αν η διάταξη ή το ένταλμα δικαιολογείται από πραγματική και νομική άποψη, θα πρέπει δηλαδή να εξετάσει την βασιμότητα της ενέργειας του ανακριτού σε σχέση με το συγκεντρωθέν μέχρι την έκδοση της διατάξεως ή του εντάλματος ανακριτικό υλικό, και σε καταφατική περίπτωση να απορρίψει την προσφυγή, ενώ σε αρνητική να την αποδεχθεί. Κατά την παρ. 4 του άρθρου 285 πάντως το συμβούλιο έχει την δυνατότητα, αν κρίνει ότι η έκδοση του εντάλματος ή της διατάξεως είναι βάσιμη, να μεταβάλει αυτά και να αντικαταστήσει την προσωρινή κράτηση με περιοριστικούς όρους ή τους επιβληθέντες όρους με άλλους, σε καμιά όμως περίπτωση δεν μπορεί να αντικαταστήσει τους επιβληθέντες όρους με προσωρινή κράτηση.
3. Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρου 282 παρ. 1 ΚΠΔ, όσο διαρκεί η προδικασία, εάν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα που τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τριών τουλάχιστον μηνών, είναι δυνατόν να διαταχθούν περιοριστικοί όροι, εφ` όσον αυτό κρίνεται αναγκαίο για την επίτευξη των στο άρθρο 296 ΚΠΔ σκοπών, που είναι η αποτροπή του κινδύνου τέλεσης νέων εγκλημάτων, η εξασφάλιση της παρουσίας του κατηγορουμένου στην ανάκριση ή στο Δικαστήριο και η υποβολή του στην εκτέλεση της εκδοθησομένης αποφάσεως. Κατά την διάταξη του άρθρου 282 παρ. 3 του ΚΠΔ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 24 παρ. 1 του ν. 3811/2009 και το δεύτερο εδάφιο της αντικαταστάθηκε από το άρθρο 31 παρ. 1 του ν. 4055/2012: «Προσωρινή κράτηση μπορεί να επιβληθεί αντί για περιοριστικούς όρους -εάν αιτιολογημένα κριθεί ότι οι τελευταίοι δεν επαρκούν εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της πρώτης παραγράφου του άρθρου αυτού, μόνο αν ο κατηγορούμενος διώκεται για κακούργημα και δεν έχει γνωστή διαμονή στη χώρα ή έχει κάνει προπαρασκευαστικές ενέργειες για να διευκολύνει τη φυγή του ή κατά το παρελθόν υπήρξε φυγόποινος ή φυγόδικος ή κρίθηκε ένοχος για απόδραση κρατουμένου ή παρα- βίαση περιορισμών διαμονής, εφόσον από τη συνδρομή των παραπάνω στοιχείων προκύπτει σκοπός φυγής ή κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανό, όπως προκύπτει από προηγούμενες αμετάκλητες καταδίκες του για ομοειδείς αξιόποινες πράξεις να διαπράξει και άλλα εγκλήματα. Εάν η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη απειλείται στο νόμο με ισόβια κάθειρξη ή πρόσκαιρη κάθειρξη με ανώτατο όριο τα είκοσι έτη ή εάν το έγκλημα τελέστηκε κατ` εξακολούθηση ή στο πλαίσιο εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης ή υπάρχει μεγάλος αριθμός παθόντων από αυτό, προσωρινή κράτηση μπορεί να επιβληθεί και όταν, με βάση τα συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης, κρίνεται αιτιολογημένα, ότι αν αφεθεί ελεύθερος, είναι πολύ πιθανό να διαπράξει και άλλα εγκλήματα. Μόνο η κατά το νόμο βαρύτητα της πράξης δεν αρκεί για την επιβολή προσωρινής κράτησης».
5. Σύμφωνα με την κατά του προσφεύγοντα ασκηθείσα ποινική δίωξη, αυτός την 10.3.2013 μετέφερε με το αυτοκίνητο του την ανήλικη (γεν. την 10.7.1995) θυγατέρα του Τ. Τ. σε ερημική δασική περιοχή πλησίον του Προσήλιου Κοζάνης, όπου, αφού με τη χρήση βίας εξουδετέρωσε την προβληθείσα από την τελευταία αντίσταση, την ανάγκασε να κατεβάσει το παντελόνι της και ακολούθως τοποθέτησε στο δάκτυλο του ένα προφυλακτικό και το εισήγαγε βίαια στον κόλπο της, παρά τη συνεχή και έντονη άρνηση της, τελώντας σε βάρος της ασελγή πράξη
6. Από το συγκεντρωθέν μέχρι την έκδοση του προσβαλλόμενου εντάλματος προσωρινής κράτησης αποδεικτικό υλικό προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του προσφεύγοντος για τις αποδιδόμενες σε αυτόν κακουργηματικές πράξεις. Συγκεκριμένα από την με χρονολογία 11.3.2012 κατάθεση της ως άνω ανήλικης θυγατέρας του προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις αποδιδόμενες σ` αυτόν κακουργηματικές πράξεις του βιασμού και της ασέλγειας μεταξύ συγγενών. 0 ίδιος άλλωστε ομολογεί τα αναφερθέντα πραγματικά περιστατικά, ισχυριζόμενος όμως και κατά την απολογία του, αλλά και με την υπό κρίση προσφυγή του, ότι οι πράξεις του δεν κατευθύνονταν στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας του, αλλά στην εξακρίβωση τυχόν επελθούσας ρήξης στον παρθενικό υμένα της θυγατέρας του. Ο ισχυρισμός του αυτός όμως, εδραζόμενος και στην ως άνω κατάθεση της παθούσας, καταρρίπτεται από την ίδια κατάθεση, στην οποία ναι μεν η παθούσα αναφέρει ότι της ζήτησε να βγάλει το παντελόνι προκειμένου να εξακριβώσει εάν έχει έλθει σε συνουσία με άντρα, πλην όμως αναφέρει επίσης ότι στις επανειλημμένες ερωτήσεις της προς τον προσφεύγοντα γιατί θέλει να κατεβάσει το παντελόνι της αυτός της απάντησε ότι θέλει να έρθει σε συνουσία μαζί της. Άλλωστε εάν ο σκοπός του προσφεύγοντος ήταν αυτός που ισχυρίζεται θα ζητούσε από την σύζυγο του και μητέρα της παθούσας να προβεί στην ως άνω εξακρίβωση, έστω και παρουσία του, και σε κάθε περίπτωση εντός της οικίας τους και δεν θα οδηγούσε την παθούσα σε ερημική τοποθεσία, γεγονός που δεν μπόρεσε να εξηγήσει. Προέκυψαν επομένως, κατά την γνώμη μας σοβαρές ενδείξεις ενοχής του προσφεύγοντος για τις αποδιδόμενες σε αυτόν πράξεις. Περαιτέρω ισχύουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 282 παρ. 3 ΚΠΔ, ως ισχύει, αφού οι αποδιδόμενες στον προσφεύγοντα κακουργηματικές πράξεις τιμωρούνται με κάθειρξη με ανώτατο όριο τα είκοσι έτη, ενώ από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτών και δη την μεταφορά της ανήλικης θυγατέρας του σε ερημική τοποθεσία, όπου, με σωματική βία και παρά την άρνηση και τις εκκλήσεις της, εξανάγκασε αυτή σε ασελγή πράξη, συνάγεται ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανό να διαπράξει και νέα παρόμοια εγκλήματα.
7. Επειδή κατά τα ως άνω θα πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη προσφυγή.
Βούλευμα.

Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 285 παρ. 1 ΚΠΔ «Κατά του εντάλματος για την προσωρινή κράτηση και της διάταξης του ανακριτή που επέβαλε περιοριστικούς όρους επιτρέπεται στον κατηγορούμενο να προσφύγει στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών. Η προσφυγή γίνεται μέσα σε πέντε ημέρες από την προσωρινή κράτηση και συντάσσεται έκθεση από το Γραμματέα των Πλημμελειοδικών ή από εκείνον που διευθύνει τις φυλακές σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ. Η προσφυγή διαβιβάζεται στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και εισάγεται από αυτόν χωρίς χρονοτριβή μαζί με την πρόταση του στο Συμβούλιο, το οποίο και αποφασίζει αμετάκλητα». Περαιτέρω, κατά την παρ. 4 του αυτού ως άνω άρθρου «το Συμβούλιο των Πλημμελειοδικών όταν ασχολείται με την προσφυγή μπορεί να άρει την προσωρινή κράτηση ή να την αντικαταστήσει με τους περιοριστικούς όρους που επιβάλλονται κατά την κρίση του ή να αντικαταστήσει με άλλους τους όρους που έχουν τεθεί». Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 282 του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 24 παρ. 1 του ν. 3811/2009 και το δεύτερο εδάφιο της αντικαταστάθηκε από το άρθρο 31 παρ. 1 του ν. 4055/2012, σε συνδυασμό με εκείνη της παραγράφου 1 του ιδίου άρθρου και Κώδικα σαφώς συνάγεται ότι προσωπική κράτηση μπορεί να επιβληθεί αντί για περιοριστικούς όρους εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της πρώτης παραγράφου (σοβαρές ενδείξεις ενοχής) εφόσον κριθεί αιτιολογημένα ότι η επιβολή περιοριστικών όρων δεν επαρκούν για την επίτευξη των αναφερόμενων στο άρθρο 296 ΚΠΔ σκοπών και μόνον αν ο κατηγορούμενος διώκεται για κακούργημα και δεν έχει γνωστή διαμονή στη χώρα ή έχει κάνει προπαρασκευαστικές ενέργειες για να διευκολύνει τη φυγή του ή κατά το παρελθόν υπήρξε φυγόποινος ή φυγόδικος ή κρίθηκε ένοχος για απόδραση κρατουμένου ή παραβίαση περιορισμών διαμονής, εφόσον από τη συνδρομή των παραπάνω στοιχείων προκύπτει σκοπός φυγής του κατηγορουμένου ή κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανό, όπως προκύπτει από προηγούμενες αμετάκλητες καταδίκες του για ομοειδείς αξιόποινες πράξεις, να διαπράξει και άλλα εγκλήματα. Επιπρόσθετα, σε περίπτωση που η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη απειλείται στο νόμο με ισόβια κάθειρξη ή πρόσκαιρη κάθειρξη με ανώτατο όριο τα είκοσι έτη ή εάν το έγκλημα τελέστηκε κατ` εξακολούθηση ή στο πλαίσιο εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης ή υπάρχει μεγάλος αριθμός παθόντων από αυτό, προσωρινή κράτηση μπορεί να επιβληθεί και όταν, με βάση τα συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης, κρίνεται αιτιολογημένα, ότι αν αφεθεί ελεύθερος, είναι πολύ πιθανό να διαπράξει και άλλα εγκλήματα. Εξάλλου, μόνη η βαρύτητα της πράξης δεν αρκεί για την επιβολή προσωρινής κράτησης. Από τη γραμματική, αλλά και τελολογική ερμηνεία των διατάξεων του ανωτέρω άρθρου συνάγεται, ότι σε περίπτωση εγκλήματος για την οποία απειλείται στο νόμο ποινή ισόβιας κάθειρξης ή πρόσκαιρης κάθειρξης με ανώτατο όριο τα είκοσι έτη, για να διαταχθεί η προσωρινή κράτηση του κατηγορουμένου, πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: 1) Σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου για κακούργημα, αφού η δυνατότητα επιβολής προσωρινής κρατήσεως περιορίστηκε με τον προαναφερόμενο ν. 2408/96 (άρθρο 2 παρ. 11) μόνο στις περιπτώσεις των δραστών που διώκονται για κακουργηματικές πράξεις καθώς και για το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας κατά συρροή. 2) Να υφίσταται κίνδυνος διάπραξης απ` αυτόν νέων εγκλημάτων, εφόσον αφεθεί ελεύθερος, γεγονός που πρέπει να προκύπτει από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης που κατηγορείται ή ακόμη και από πράξεις που τέλεσε στο παρελθόν. Τέτοια χαρακτηριστικά προσδίδει στην πράξη του κατηγορουμένου η επιτήδεια και μεθοδευμένη εγκληματική δράση με επιλογή ιδιαίτερων μέσων και τρόπων τέλεσης του εγκλήματος, το εκ της εγκληματικής πράξης πηγάζον και επιδιωκόμενο όφελος, η αντικοινωνική συμπεριφορά και ροπή του δράστη για την τέλεση και άλλων εγκλημάτων. Η προσωρινή κράτηση που από πλευράς συνεπειών δεν διαφέρει από την ποινή, είναι εξαιρετικό μέτρο δικονομικού καταναγκασμού (Ν. Κ, Οι δυσλειτουργίες ενός θεσμού, ΠοινΧρ ΛΣΤ.625), και αποβλέπει στο να εξασφαλισθεί η ανεμπόδιστη απονομή της ποινικής δικαιοσύνης. Είναι μία συνειδητή κάμψη του συνταγματικά κατοχυρωμένου τεκμηρίου αθωότητας (άρ. 11 παρ. 1 της από 10.2.1948 Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ σύμφωνα με το άρ. 28 παρ. 1 Συντάγματος). Η προσωρινή κράτηση επιβάλλεται όχι γιατί ο κατηγορούμενος είναι πιθανόν ένοχος, αλλά για να εξασφαλιστεί η παρουσία του κατά την ακροαματική διαδικασία και να διαπιστωθεί από τις εγγυήσεις της διαδικασίας του ακροατηρίου, αν πράγματι είναι ένοχος (άρθρο 296 ΚΠΔ). Όπως αναφέρθηκε, για να επιβληθεί ή να διατηρηθεί η προσωρινή κράτηση πρέπει, εκτός από τις σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου, να είναι απολύτως αναγκαία η επιβολή της για να ανακόψει την εγκληματική δραστηριότητα ή για να παρεμποδίσει τη σφόδρα πιθανή φυγή του. Τόσο οι περιοριστικοί όροι, όσο και η προσωρινή κράτηση είναι μέτρα δυνητικά, δηλαδή είναι δυνατό να μην επιβληθούν αν και συντρέχουν οι παραπάνω διαγραφόμενες προϋποθέσεις, πράγμα που επαφίεται στην έμφρονα κρίση του αρμοδίου δικαστικού οργάνου. Ο ανακριτής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 283 ΚΠΔ, έχει τρεις δυνατότητες ενέργειας, που απαριθμούνται κατά σειρά προτεραιότητας, υπό την έννοια ότι θα εξετάσει πρώτα τη δυνατότητα να αφήσει ελεύθερο τον κατηγορούμενο χωρίς όρους, δεύτερον, την αναγκαιότητα επιβολής περιοριστικών όρων και τελευταία, αν είναι απολύτως αναγκαία, την επιβολή προσωρινής κράτησης. Στην κρίση του δικαστή περί της επιλεκτέας ενέργειας από τις παραπάνω πρέπει να βαρύνει, μεταξύ άλλων, η προσωπικότητα, ο πρότερος βίος, η τυχόν επαγγελματική δραστηριότητα του κατηγορουμένου κλπ. Πάντως, ακόμη κι αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της προσωρινής κράτησης ο ανακριτής δεν υποχρεούται να εκδώσει ένταλμα προσωρινής κράτησης, αλλά μπορεί να επιβάλει περιοριστικούς όρους (ΒουλΣυμβΕφΑΘ 1300/2002, ΠοινΧρ 2002.550). Ο νομοθέτης, θέλοντας να αποφύγει τυχόν παρερμηνεία της παρ. 3 του άρθρου 282 ΚΠΔ ως προς τις συντρέχουσες επί ποινή απαραδέκτου προϋποθέσεις επιβολής της προσωρινής κράτησης, προσέθεσε στην παραπάνω παράγραφο τη φράση «Μόνη η κατά νόμο βαρύτητα της πράξης δεν αρκεί για την επιβολή προσωρινής κράτησης», πράγμα που σημαίνει ότι η βαρύτητα της αξιόποινης πράξης πρέπει να συνυπάρχει και με κάποια από τις επόμενες προϋποθέσεις εκ των οποίων μόνο η τελευταία παρέχει τη δυνητική ευχέρεια στον ανακριτή να αποφασίσει κατά την κρίση του αν πρέπει ή δεν πρέπει να αφεθεί ελεύθερος ο κατηγορούμενος, αυτή, δηλαδή, που ορίζει, αν κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανόν, όπως προκύπτει από συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης για την οποία κατηγορείται, να διαπράξει και άλλα εγκλήματα. Όμως, αν ο ανακριτής διατάξει με το ένταλμα που θα εκδώσει την προσωρινή κράτηση του κατηγορουμένου, επικαλούμενος την τελευταία περίπτωση, θα πρέπει υποχρεωτικά να αναφέρεται σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά της προηγούμενης ζωής του, όπως αξιόποινες πράξεις που τέλεσε στο παρελθόν, ή σε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της πράξης για την οποία κατηγορείται.Έτσι, σύμφωνα με τη θέληση του νομοθέτη το ένταλμα θα εκδίδεται σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, θα περιέχει με σαφήνεια και πληρότητα τις σκέψεις του ανακριτή, οι οποίες τον οδήγησαν στην έκδοση του και θα έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139, 283 παρ. 1 του ΚΠΔ (ΑΠ 1729/1989 ΠοινΧρ Μ.836, ΑΠ 1563/1988 ΠοινΧρ Λ0.386, ΑΠ 1595/1988 ΠοινΧρ Λ0.462, ΒουλΣυμβΕφΑΘ 1300/2002, ΠοινΧρ 2002.550).
II. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 ΠΚ όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 9 του ν. 1419/1984 και το άρθρο 8 παρ. 1 ν. 3500/2006, όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία ή σε άλλη ασελγή πράξη ή σε ανοχή της τιμωρείται με κάθειρξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτούνται: α) εξαναγκασμός κάποιου ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας σε συνουσία ή σε ανοχή ή σε άλλη ασελγή πράξη, που συντρέχει όταν το πρόσωπο χωρίς τη θέληση του υποβάλλεται σε συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως και β) ο εξαναγκασμός του παθόντος προσώπου να γίνεται με απειλή σπουδαίου ή αμέσου κινδύνου που στρέφεται κατά του σώματος, της ζωής ή άλλου ουσιώδους δικαιώματος του θύματος ή με σωματική βία, που είναι η φυσική δύναμη η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί ή που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί, χωρίς τη θέληση του σαρκική συνάφεια ή να επιχειρήσει ή να ανεχθεί ασελγή πράξη. Ο εξαναγκασμός μπορεί να γίνει με καθένα από τους παραπάνω αναφερόμενους τρόπους ή και με τους δύο αυτούς τρόπους, αφού πρόκειται για υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα. Ως ασελγής πράξη νοείται εκείνη η συμπεριφορά που κατά τα εξωτερικά της γνωρίσματα συνιστά εκδήλωση της γενετήσιας ζωής, αποβλέπει σε ηδονισμό, δηλαδή σε διέγερση ή ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής, και κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες προσβάλλει τη γενετήσια ελευθερία κι έτσι και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια συγκεκριμένου προσώπου, δηλαδή του θύματος. Με τη νομοθετική αναθεώρηση που επήλθε με το ν. 1419/1984 για τα εγκλήματα που αναφέρονται στη γενετήσια ζωή η έννοια της ασέλγειας επικεντρώθηκε σε εκείνο ακριβώς το στοιχείο, που της προσδίδει το βαρύτατα αντικοινωνικό χαρακτήρα της και έγινε έτσι σαφέστερη και ουσιαστικότερη. Τούτο συμβαίνει επειδή με την αναθεώρηση του έτους 1984, το στοιχείο αυτό έπαψε να είναι «η προσβολή του κοινού αισθήματος της αιδούς και των ηθών» και αντικαταστάθηκε από το πολύ πιο συγκεκριμένο και υποστατό της «προσβολής της γενετήσιας ελευθερίας και μέσω αυτής και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του θύματος».Έτσι, η έννοια της ασέλγειας εξακολουθεί να συγκροτείται από τρία στοιχεία, δύο αντικειμενικά και ένα υποκειμενικό, τα οποία είναι τα εξής: α) Ο εξωτερικός γενετήσιος χαρακτήρας της πράξης και έτσι ως ασελγής χαρακτηρίζεται εκείνη η πράξη που έχει έντονο γενετήσιο χαρακτήρα, δηλαδή η συνουσία και οι ανάλογες με αυτήν πράξεις ή απομιμήσεις της. Τέτοιες ενέργειες μπορεί να είναι π.χ. ορισμένες φετιχιστικές, μαζοχιστικές ή σαδιστικές πράξεις οι οποίες ενδέχεται βέβαια να συνιστούν κατά τις περιστάσεις όχι βιασμό, αλλά άλλη αξιόποινη πράξη, β) Η προσβολή της γενετήσιας ελευθερίας, η οποία κρίνεται πάντοτε in concrete, δηλαδή πρέπει η πράξη να έπληξε πράγματι τη γενετήσια ελευθερία του συγκεκριμένου ανθρώπου κατά του οποίου στρεφόταν. Για να χαρακτηριστεί μία πράξη ως ασέλγεια που ενδιαφέρει ποινικά, πρέπει να έχει κάποια βαρύτητα και σοβαρότητα, καθόσον σύμφωνα με βασική αρχή του ποινικού δικαίου μόνο πράξεις που έχουν βαρύτητα και σοβαρότητα μπορούν να χαρακτηριστούν ως εγκλήματα. Επομένως, οι διατάξεις των άρθρων 336,338 και 339 ΠΚ εφαρμόζονται μόνο σε σοβαρές προσβολές, όπως είναι η συνουσία και οι απομιμήσεις της (Π. Ν, ΠοινΧρ ΛΔ.346 επ.). Οι απλές ψαύσεις ερωτογενών περιοχών του σώματος (ελαφρότερες γενετήσιες πράξεις) υπάγονται στο άρθρο 337 ΠΚ ως «ασελγείς χειρονομίες» και οι χωρίς σωματική επαφή «ακόλαστες» πράξεις στο άρθρο 353 παρ. 2 ΠΚ/Ετσι, με τη διαβάθμιση αυτή και οι ελαφρότερες γενετήσιες πράξεις οριοθετούνται και κάποια νομική συνέχεια παρέχεται στη «φυσική συνέχεια» της γενετήσιας πραγματικότητας. γ) Τέλος, το τρίτο στοιχείο της ασέλγειας είναι υποκειμενικό, με την έννοια ότι αφορά στον εσωτερικό, τον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου και συνίσταται στο ότι η ενέργεια του δράστη πρέπει να αποβλέπει στον ηδονισμό, δηλαδή στη διέγερση ή στην ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής (ΑΠ 751/2011, Νόμος, Παπαγεωργίου Γονατάς σε Ποινικός Κώδικας Χαραλαμπάκη, άρθρο 336, σελ. 13981401 όπου και περαιτέρω παραπομπές στη νομολογία). Περαιτέρω, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, απαιτείται δόλος που συνίσταται στη γνώση και θέληση του δράστη να εξαναγκάσει άλλον, με σωματική βία η απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου ή και με τους δύο τρόπους μαζί, στις παραπάνω πράξεις εξώγαμης συνουσίας ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως και περιλαμβάνει και τη γνώση ότι το άλλο άτομο δεν συναινεί στη συνουσία ή την ασελγή πράξη.
III. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 346 παρ. 1 ΠΚ «με τις ποινές του άρθρου 345 παρ. 1 τιμωρείται η επιχείρηση κάθε άλλης, πλην της συνουσίας, ασελγούς πράξης που γίνεται μεταξύ των συγγενών που αναφέρονται στο άρθρο 345». Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 345 παρ. 1 ΠΚ, αιμομιξία είναι η συνουσία μεταξύ συγγενών εξ αίματος ανιούσας και κατιούσας γραμμής και τιμωρείται ως προς τους ανιόντες με κάθειρξη αν ο κατιών είχε συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο αλλά όχι το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του. Σύμφωνα με τα παραπάνω, στοιχεία του εγκλήματος του άρθρου 346 παρ. 1 ΠΚ είναι: α) υποκείμενο (μπορεί) να είναι συγγενής εξ αίματος ανιούσας και κατιούσας γραμμής ...ως ανιόντων και κατιόντων νοουμένων των γονέων και των τέκνων, των παππούδων και γιαγιάδων, εγγονών κο.κ. απεριορίστου βαθμού, β) επιχείρηση κάθε άλλης πλην της συνουσίας ασελγούς πράξης και γ) δόλος (αρκεί και ενδεχόμενος) που πρέπει να αναφέρεται και στη συγγένεια, δηλαδή να είναι γνωστή από το δράστη η συγγένεια. Πρέπει να σημειωθεί ότι μεταξύ των εγκλημάτων του βιασμού και της ασέλγειας μεταξύ συγγενών υπάρχει αληθής κατ` ιδέαν συρροή εφ` όσον η ασελγής πράξη τελέσθηκε με σωματική βία ή (και) με απειλή, διότι με μία πράξη προσβάλλονται διάφορα έννομα αγαθά, γενετήσια ελευθερία και η οικογένεια και πραγματώνεται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των δύο αυτών εγκλημάτων (ΑΠ 856/2009 Νόμος).
IV. Στην προκείμενη περίπτωση σε βάρος του D. Τ. του Η. και της Τ, κατοίκου Κ, και ήδη προσωρινά κρατούμενου στο κατάστημα κράτησης Κορυδαλλού, ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις αξιόποινες κακουργηματικές πράξεις του βιασμού (άρθρο 336 παρ. 1 ΠΚ) και της ασέλγειας μεταξύ συγγενών (άρθρο 346 παρ. 1 σε συνδυασμό με άρθρο 345 παρ. 1 ΠΚ), τις οποίες φέρεται ότι αυτός τέλεσε στο δημοτικό διαμέρισμα Π. Κ. Στις 10.03.2013 και παραγγέλθηκε η διενέργεια κύριας ανάκρισης δυνάμει της με αριθμό 19Α/2013 παραγγελίας του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Κοζάνης. Μετά την απολογία του κατηγορουμένου, εκδόθηκε με σύμφωνη γνώμη της Ανακρίτριας και του Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Κοζάνης για τις κακουργηματικές πράξεις που κατηγορείται, το υπ αριθμ. 9/14.3.2013 ένταλμα προσωρινής κράτησης, δυνάμει του οποίου ο κατηγορούμενος κρατείται προσωρινά από την 20.3.2013 στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, επειδή προέκυψαν σε βάρος του σοβαρές ενδείξεις ενοχής για τις κακουργηματικές πράξεις που κατηγορείται, για καθεμία των οποίων απειλείται στο νόμο ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης με ανώτατο όριο τα είκοσι χρόνια, επειδή κρίθηκε ότι αφενός η επιβολή περιοριστικών όρων στον κατηγορούμενο δεν επαρκεί για την προώθηση των αναφερόμενων στη διάταξη του άρθρου 296 ΚΠΔ σκοπών και αφετέρου, από τα ιδιαίτερα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά των πράξεων που αυτός κατηγορείται και ιδίως: α) από τον τρόπο που έδρασε οδηγώντας την ανήλικη θυγατέρα του με το αυτοκίνητο του σε ερημική δασική περιοχή έξω από την περιοχή των Σ. προς το δημοτικό διαμέρισμα Π, όπου ασφαλίζοντας τις θύρες του οχήματος τέλεσε ανενδοίαστα ασελγή πράξη σε βάρος της κόρης του, λίγο πριν την επιχείρηση της οποίας (πράξης) ο κατηγορούμενος είπε στην παθούσα ότι επιθυμεί να έλθει σε συνουσία μαζί της και για το λόγο αυτό έγινε δεκτό ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανό να διαπράξει και άλλα παρόμοια εγκλήματα. Εναντίον του παραπάνω εντάλματος ο κατηγορούμενος άσκησε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του Ε. Κ, την οποία διόρισε νόμιμα με την από 15.3.2013 έγγραφη εξουσιοδότηση του που φέρει θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής του από το Αστυνομικό Τμήμα Κοζάνης, παραδεκτά και εμπρόθεσμα στις 19.3.2013, δηλαδή εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 285 παρ. 1 ΚΠΔ πενθήμερης προθεσμίας από την έκδοση του εντάλματος που έλαβε χώρα στις 14.3.2013, την υπό κρίση με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2/19.3.2013 προσφυγή, με την οποία ζητεί την αντικατάσταση της προσωρινής κράτησης με άλλους ηπιότερους περιοριστικούς όρους. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, αρμοδίως εισάγονται στο Συμβούλιο αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1,138 παρ. 2 και 285 παρ. 1,4 ΚΠΔ, μαζί με τη σχετική υπ` αριθμ. 22/2013 Εισαγγελική πρόταση, η υπό κρίση προσφυγή του κατηγορουμένου και ήδη προσωρινά κρατούμενου, η οποία είναι νόμιμη, στηρίζεται στις αναφερόμενες στην υπό Ι νομική σκέψη διατάξεις και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ` ουσίαν.
V. Στη συγκεκριμένη περίπτωση από το ανακριτικό υλικό που συγκεντρώθηκε μέχρι σήμερα, και συγκεκριμένα από τις ένορκες και ανομωτί προανακριτικές και ανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων, το σύνολο των εγγράφων της ανακριτικής δικογραφίας, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος, διαμένει από το έτος 2001 στα Σ. Κ. με την οικογένεια του, που αποτελείται από τη σύζυγο του Μ. Τ. και τα τρία τέκνα του, Ε. Τ. που γεννήθηκε το έτος 1994, Τ. Τ. που γεννήθηκε το έτος 1995 και R. Τ. που γεννήθηκε το έτος 1998. Απασχολείται κατά τους θερινούς μήνες ως εργάτης σε διάφορες αγροτικές εργασίες, ενώ κατά τους χειμερινούς μήνες προσφέρει τις υπηρεσίες του ως χειρονακτικός εργάτης και τα ετήσια εισοδήματα του, σύμφωνα με τις ετήσιες φορολογικές δηλώσεις που υποβάλει, ανέρχονται στο ποσό των 10.500 ευρώ. Η δευτερότοκη θυγατέρα του, Τ. Τ, μαθήτρια της δεύτερης τάξης του Λυκείου, βρισκόταν κατά τους τελευταίους μήνες σε διαρκείς προστριβές με τους γονείς της επειδή ο πατέρας της από φιλικά του άτομα που συναντούσε στο καφενείο που σύχναζε είχε πληροφορηθεί ότι η κόρη του είχε συνάψει ερωτικό δεσμό με το S.K., κάτοικο Σ, ο οποίος στις 28 Δεκεμβρίου είχε μεταβεί μαζί μ` αυτόν, τη σύζυγο του και την κόρη του Τ. στην Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας προκειμένου να τους βοηθήσει στην υποβολή των απαιτούμενων εγγράφων για την ανανέωση της άδειας παραμονής τους και μάλιστα διάφοροι γνωστοί του μετέφεραν σ αυτόν ότι η θυγατέρα του έχει σεξουαλικές επαφές μαζί του. Ο κατηγορούμενος όμως δεν ενέκρινε τη σχέση της κόρης του με τον ομοεθνή του εξαιτίας της μεγάλης διαφοράς ηλικίας που είχε ο τελευταίος από την κόρη του ως γεννηθείς το έτος 1981, και τούτο επέτεινε τις καθημερινές διαμάχες τους. Ωστόσο, η ανήλικη θυγατέρα του, γνωρίζοντας το συντηρητικό χαρακτήρα του πατέρα της διαβεβαίωνε αυτόν καθημερινά ότι ουδέποτε κατά το παρελθόν είχε ολοκληρωμένες σεξουαλικές επαφές με άνδρα, και ισχυριζόταν ότι είναι παρθένα. Μάλιστα πρότεινε στον πατέρα της, που αρνούταν να ενστερνιστεί τους ισχυρισμούς της να ελέγξει την ύπαρξη του παρθενικού υμένα της παρουσία της μητέρας της. Ωστόσο, στους διαπληκτισμούς αυτούς, η σύζυγος του κατηγορουμένου Μ. Τ, κρατούσε ουδέτερη στάση, λέγοντας στον άντρα της να επιληφθεί αυτός μόνος στη διαχείριση και επίλυση του δυσχερούς αυτού οικογενειακού προβλήματος. Ο κατηγορούμενος, όμως, έχοντας την πεποίθηση ότι είναι απολύτως αληθή αυτά που του μεταφέρουν οι γνωστοί και φίλοι του, οι οποίοι τον διαβεβαίωναν ότι η κόρη του συχνά έρχεται σε σεξουαλικές επαφές με τον προαναφερόμενο αλβανό υπήκοο, ήταν βέβαιος ότι η θυγατέρα του όχι μόνο έχει απολέσει την παρθενία της, αλλά και ότι έχει εξελιχθεί σε ένα δοχείο ηδονής, έχοντας καθημερινά σεξουαλικές επαφές με το S. Κ. Μάλιστα, η πεποίθηση του αυτή διατρανώθηκε από το γεγονός ότι το πρώτο δεκαήμερο του Μαρτίου η θυγατέρα του έφευγε τα βράδια από το σπίτι για διασκέδαση, χωρίς να αναφέρει ακριβώς που πηγαίνει και ποιον συναντά. Ο κατηγορούμενος συνάντησε το S. Κ. και ζήτησε από αυτόν εξηγήσεις, πλην όμως, ο τελευταίος αρνήθηκε ότι έχει οποιαδήποτε επαφή με τη θυγατέρα του. Προκειμένου να αντιδράσει στην κατάσταση αυτή ο κατηγορούμενος και όντας πεπεισμένος για τον έκλυτο βίο που ακολουθούσε η θυγατέρα του Τ, προσέφυγε μαζί της στο Αστυνομικό Τμήμα Σ, υποβάλλοντας στις 9.3.2013 παράπονα κατά του S. Κ, ισχυριζόμενος ότι ο τελευταίος παρενοχλεί τη θυγατέρα του παίρνοντας την τηλέφωνο, καθώς και ότι μεταβαίνει στο σχολείο της την ώρα που τελειώνει τα μαθήματα της, δηλώνοντας συγχρόνως στους αστυνομικούς ότι επιθυμεί να μην την ξαναενοχλήσει. Παρόλα αυτά, όμως, η πεποίθηση του ότι η κόρη του είναι άτομο ανήθικο δεν κλονίστηκε από την καταγγελία που από κοινού με τη θυγατέρα του υπέβαλε στο Αστυνομικό Τμήμα Σ. και έτσι μη αποδεχόμενος το γεγονός ότι κάποιος τρίτος είχε έρθει σε σεξουαλική επαφή με την κόρη του, αποφάσισε να ενεργήσει ο ίδιος αιμομικτικές σεξουαλικές επαφές με την εκ πεποιθήσεώς του πόρνη ανήλικη θυγατέρα του. Αφού προμηθεύτηκε προφυλακτικά με το πρόσχημα ότι επιθυμεί να πάει μία βόλτα μαζί της, πρότεινε στη θυγατέρα του τις μεσημεριανές ώρες της 10.3.2013 να τον ακολουθήσει στο αυτοκίνητο. Η ανήλικη, που μέχρι τότε δεν είχε υποπτευθεί απολύτως τίποτα, επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο και ο πατέρας της την οδήγησε με το όχημα του σε ερημική δασική περιοχή του δημοτικού διαμερίσματος Π.. Αφού στάθμευσε το αυτοκίνητο κατέβηκε από αυτό και πήρε από το χώρο των αποσκευών τη σακούλα με τα προφυλακτικά και την έβαλε στην τσέπη του. Στη συνέχεια άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού και είπε στην κόρη του να καθίσει στο πίσω κάθισμα και να βγάλει το παντελόνι της. Η θυγατέρα του τον ρώτησε επανειλημμένες φορές για πιο λόγο θέλει να κατεβάσει το παντελόνι της και τότε αυτός της απάντησε ότι θέλει να συνουσιαστεί μαζί της. Τρομοκρατημένη η ανήλικη Τ. αρνήθηκε αρχικά να το κατεβάσει, πλην όμως, ο πατέρας της απειλώντας την με άμεσο και σπουδαίο κίνδυνο για τη σωματική της ακεραιότητα, λέγοντας της ότι σε περίπτωση που αρνηθεί να το πράξει δεν θα φύγουν από το σημείο εκείνο, την εξανάγκασε να κατεβάσει το παντελόνι της. Τότε ο πατέρας της αποβλέποντας στον ηδονισμό του με τη διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του, φόρεσε στο δάχτυλο του ένα προφυλακτικό και με βία έβαλε το δάχτυλο του μέσα στο αιδοίο της ανήλικης κόρης του. Αυτή σοκαρισμένη δεν αντέδρασε αρχικά στις ασελγείς πράξεις του ανιόντος πατέρα της που κατευθύνονταν στην ικανοποίηση των αιμομικτικών σεξουαλικών του ορέξεων, αλλά στην πορεία και καθώς αυτός ενέμενε στην ερωτική του διέγερση μέσω της απομίμησης συνουσίας που τελούσε μαζί της έχοντας το δάχτυλο του μέσα στο αιδοίο της, την ανάγκασε να τον σπρώξει βίαια από επάνω της, εξαιτίας του έντονου πόνου που βίωσε κατά τη διάρκεια της ασελγούς σεξουαλικής επαφής που είχε μαζί της. Αμέσως μετά προσπάθησε να εξέλθει από το όχημα πλην όμως, τούτο δεν έγινε εφικτό επειδή ο κατηγορούμενος είχε φροντίσει προηγουμένως, να κλειδώσει τις πόρτες του αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα η παθούσα να βρει διέξοδο από το ανοιχτό παράθυρο του αυτοκινήτου μέσω του οποίου εξήλθε στον περιβάλλοντα χώρο, αφού προηγουμένως αναγκάστηκε να σπρώξει και πάλι από πάνω της τον πατέρα της που ενεργούσε διαρκώς την ασελγή ηδονιστική πράξη σε βάρος της ανήλικης θυγατέρας του. Ο κατηγορούμενος που αποδέχεται ότι ενήργησε τις ασελγείς πράξεις σε βάρος της κόρης του, ισχυρίζεται ότι με τις ενέργειες του αποσκοπούσε όχι στην ικανοποίηση του ηδονιστικού του πάθους, αλλά στο να τρομοκρατήσει τη θυγατέρα του για τον κατά την πεποίθηση του έκφυλο βίο που είχε ακολουθήσει. Ωστόσο, ο ισχυρισμός του προέκυψε ότι είναι αβάσιμος επειδή: α) ο κατηγορούμενος είχε προσχεδιάσει τις ενέργειες του και συγκεκριμένα είχε φροντίσει να εφοδιαστεί με προφυλακτικά, τα οποία χρησιμοποίησε προκειμένου να μην αφήσει γεννητικά αποτυπώματα που θα αποδείκνυαν την εγκληματική δράση του. β) Μετά την επιστροφή του στα Σ. με την κόρη του δεν ανέφερε απολύτως τίποτα στη σύζυγο του, ούτε και την ενημέρωσε για την πράξη που σκόπευε να τελέσει σε βάρος της κόρης του. γ) Περαιτέρω, η θυγατέρα του προέβη σε καταγγελία των σε βάρος της αξιόποινων πράξεων στο Τμήμα Ασφάλειας Κοζάνης στις 11.3.2013 μετά τη μετάβαση της στο Νοσοκομείο Κ. προκειμένου να ενεργηθούν ιατρικές εξετάσεις για τους πόνους που ένιωθε στην κοιλιά της. δ) Επιπρόσθετα, ο κατηγορούμενος που διατεινόταν όλο αυτό το χρονικό διάστημα ότι την κόρη του παρενοχλούσε ο Αλβανός υπήκοος S. Κ, δεν ανέφερε στους αστυνομικούς του AT. Σ. στις 9.3.2013 τι έλεγε ο αλβανός φερόμενος εραστής στην κόρη του, ούτε και υπέβαλε μήνυση για οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη σε βάρος του. Εξάλλου, ο κατηγορούμενος, εφόσον επιθυμούσε να διαβεβαιωθεί για το απαράβατο της παρθενίας της ανήλικης θυγατέρας του ευχερώς μπορούσε να πράξει τούτο είτε επισκεπτόμενος κάποιον ιατρό, είτε να εξετάσει τη θυγατέρα του παρουσία της συζύγου του, πράξη στην οποία άλλωστε συμφωνούσε και η κόρη του. Αντίθετα, όμως, ο κατηγορούμενος προκειμένου να ικανοποιήσει τον αιμομικτικό σεξουαλικό του ηδονισμό παρέσυρε την ανήλικη κόρη του σε ερημική δασική τοποθεσία στο Π. Σ, όπου χωρίς τον κίνδυνο να γίνει αντιληπτός από περαστικούς ή περιοίκους τέλεσε σε βάρος της τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται. Εξάλλου, το γεγονός ότι η παθούσα μετέβαλε τη στάση της κατά την ανομωτί εξέταση της στην Ανακρίτρια Κ, κρίνεται ότι είναι απότοκο της πίεσης που δέχθηκε από το οικογενειακό της περιβάλλον, λόγω της εκτεταμένης δημοσιότητας που έλαβε η υπόθεση αυτή στην τοπική κοινωνία των Σ. Πέραν τούτου χαρακτηριστική είναι και η στάση του πατέρα της κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της θυγατέρας του στο Νοσοκομείο Κ, ο οποίος επιτακτικά ζητούσε να λάβει εξιτήριο από το Νοσοκομείο επειδή δεν είχε απολύτως τίποτα. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στις υπό II και III νομικές σκέψεις προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του προσφεύγοντα κατηγορουμένου για τις πράξεις που κατηγορείται και ως εκ τούτου οι περί αντιθέτου ισχυρισμοί που προβάλει με την υπό κρίση προσφυγή του, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. 
VI. Περαιτέρω, προέκυψε ότι η συνολική εγκληματική δράση του κατηγορουμένου περιορίζεται μέχρι σήμερα στην αμετάκλητη καταδίκη του για την πλημμεληματική πράξη της παράβασης της διάταξης του άρθρου 94 ν. 2696/1999, σύμφωνα με το ποινικό του μητρώο, ενώ ουδέποτε κατηγορήθηκε ή καταδικάστηκε κατά το παρελθόν για οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη σε βαθμό κακουργήματος, πολύ περισσότερο, δε, για πράξεις παρόμοιες με αυτές που κατηγορείται. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι από τις ένορκες καταθέσεις της παθούσας, αλλά και της έτερης ήδη ενήλικης κόρης του, καθώς και του οικογενειακού και επαγγελματικού περιβάλλοντος του, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος δεν παρενόχλησε σεξουαλικά μέχρι σήμερα, πέραν της παθούσας οποιοδήποτε άλλο τέκνο του, ούτε και υπέπεσε στην αντίληψη οποιουδήποτε τρίτου παρόμοιου τύπου παραβατική συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Οι σοβαρές ενδείξεις ενοχής που προέκυψαν σε βάρος του ως προς την τέλεση των κακουργηματικών πράξεων που κατηγορείται δεν αναιρούν το γεγονός ότι αυτός έχει αναπτύξει σταθερούς δεσμούς με το κοινωνικό και επαγγελματικό περιβάλλον στο οποίο διαβιεί με την οικογένεια του και δραστηριοποιείται ως μέλος της τοπικής κοινωνίας τα τελευταία δώδεκα χρόνια. Σύμφωνα με τα ανωτέρω ειδικά μνημονευόμενα περιστατικά της προηγούμενης ζωής του και ειδικότερα: α) από το γεγονός ότι κατά το παρελθόν δεν επέδειξε ανάλογη εγκληματική δράση, όπως αυτό καταδεικνύεται από το ποινικό του μητρώο, β) από το ότι ζει μόνιμα στα Σ. με την οικογένεια του όπου και βρίσκεται το κέντρο των επαγγελματικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων του, ενώ τόσο η παθούσα όσο και τα υπόλοιπα δύο τέκνα του παρακολουθούν μαθήματα σε ελληνικά δημόσια σχολεία, προκύπτει κατά την κρίση του Συμβουλίου τούτου ότι δεν συντρέχουν ως προς τον προσφεύγοντα κατηγορούμενο οι προϋποθέσεις για την επιβολή σε βάρος του προσωρινής κρατήσεως για τα εγκλήματα που κατηγορείται (ΣυμβΠλημΑΘ 5967/2003, ΠοινΧρ ΝΔ.936), καθόσον δεν είναι αναγκαία η προσωρινή του κράτηση για να αποτραπεί η τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων από αυτόν στο μέλλον, αφού προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με την επαγγελματική και κοινωνική του παράσταση μέχρι το χρόνο τέλεσης των αξιόποινων πράξεων που κατηγορείται, μπορεί να συμμορφωθεί με τους κανόνες της έννομης τάξης και να μην προβεί σε πράξεις όμοιες με αυτές που αποδίδονται σε βάρος του. Συνακόλουθα, το μέτρο της επιβολής σε βάρος του προσωρινής κράτησης που επιβλήθηκε με το πληπόμενο ένταλμα, οδηγεί σε υπέρβαση της αρχής της αναλογικότητας (ΟλΑΠ 14/2001, ΠοινΧρ ΝΒ.205, όπου παρατ. Μητσόπουλου και ήδη άρθρο 25 Σ), καθόσον το μέτρο αυτό στην προκείμενη περίπτωση δεν είναι αναγκαίο αλλά ούτε και πρόσφορο προς την επίτευξη του επιδιωκόμενου με την επιβολή της προσωρινής κράτησης σκοπού, υπό την αυτονόητη παραδοχή του ανθρωποκεντρικού χαρακτήρα του Δικαίου και σύμφωνα προς το άρθρο 5 παρ. 1 περ. γ` της ΕΣΔΑ, ενόψει του ότι η αποτροπή του κινδύνου τέλεσης νέων εγκλημάτων και η εξασφάλιση της παράστασης του κατηγορουμένου οποτεδήποτε στην ανάκριση και το αρμόδιο δικαστήριο, καθώς και η υποβολή αυτού στην εκτέλεση της απόφασης μπορεί να επιτευχθεί με τη σε βάρος του επιβολή άλλων περιοριστικών όρων. Κατ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ` ουσίαν βάσιμη η με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2/19.3.2013 προσφυγή του κατηγορουμένου κατά του υπ` αριθμ. 9/14.3.2013 εντάλματος προσωρινής κράτησης της Ανακρίτριας Πλημμελειοδικών Κ. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο δράσης του κατηγορουμένου και το γεγονός ότι επέδειξε ειδεχθή εγκληματική δράση σε βάρος της ανήλικης θυγατέρας του κρίνεται απολύτως αναγκαίο προκειμένου να αποτραπεί ο κίνδυνος τέλεσης νέων εγκλημάτων από τον κατηγορούμενο και να εξασφαλιστεί ότι αυτός θα παραστεί οποτεδήποτε στην ανάκριση ή στο δικαστήριο και θα υποβληθεί στην εκτέλεση της απόφασης που θα εκδοθεί (άρθρο 296 ΚΠΔ), μετά την αντικατάσταση της προσωρινής κράτησης που επιβλήθηκε σε βάρος του, να επιβληθούν σ` αυτόν οι ακόλουθοι περιοριστικοί όρου α) της εγγυοδοσίας ποσού χιλίων πεντακοσίων (1.500,00) ευρώ, η οποία πρέπει να καταβληθεί πριν την αποφυλάκιση του κατηγορουμένου, β) της εμφάνισης του στο Αστυνομικό Τμήμα του τόπου κατοικίας του κάθε 1η, 10η και 20η εκάστου μηνός, καθώς και γ) της απαγόρευσης μετάβασης του στο εξωτερικό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis