Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2014

Ακυρότητα διατυπώσεων πλειστηριασμού, συμπαιγνία δανειστή με άλλους πλειοδότες.

Περίληψη: Πλειστηριασμός ακινήτου. Ακυρότητα αυτού λόγω μη τήρησης των διατυπώσεων που ορίζει ο νόμος και ειδικότερα λόγω παράλειψης επίδοσης της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης. Επίδοση σε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. Αρμόδια πρόσωπα προς παραλαβή εγγράφων. Απορριπτέος ο ισχυρισμός ότι παραβιάστηκε δεδικασμένο από απόφαση εκουσίας δικαιοδοσίας με την οποία διορίστηκε προσωρινή διοίκηση στην εταιρία, αφού από τις εν λόγω αποφάσεις δεν απορρέει ουσιαστικό δεδικασμένο. Παρεμπόδιση πλειοδοσίας, λόγω συνεννόησης του δανειστή ή τρίτων με τον υπερθεματιστή που τείνει σε παρακώλυση του ελευθέρου συναγωνισμού.
Στοιχεία που πρέπει να καθορίζονται στο δικόγραφο της ανακοπής προκειμένου να απαγγελθεί η ακυρότητα αυτή. (Απορρίπτει αναίρεση κατά της υπ΄ αριθμ. 4863/2008 απόφασης ΕφΑθηνών).
Άρειος Πάγος 1716/ 2011.
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 999 παρ. 4 ΚΠολΔ, ο πλειστηριασμός ακινήτου, με ποινή ακυρότητας, δεν μπορεί να γίνει αν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο ίδιο άρθρο, μεταξύ των οποίων είναι και η επίδοση περιλήψεως της κατασχετήριας έκθεσης στον οφειλέτη εντός 20 ημερών από την ημέρα της κατασχέσεως. Η διάταξη αυτή αφορά στην καθόλου παράλειψη των διατυπώσεων, όχι δε και στην περίπτωση που αυτές έλαβαν μεν χώρα, αλλά με τρόπο δικονομικώς άκυρο. Η ακυρότητα αυτή μίας ενδιάμεσης πράξεως της εκτελεστικής διαδικασίας απαγγέλεται κατόπιν ανακοπής, που πρέπει να ασκείται έως την έναρξη του πλειστηριασμού (αρθρ. 934 § ιβ ΚΠολΔ), υπό την επίκληση και απόδειξη δικονομικής βλάβης κατά το άρθρο 159 παρ. 3 του ΚΠολΔ. Αντιθέτως, αν ο πλειστηριασμός διενεργηθεί, παρά την πλήρη ανυπαρξία όλων ή μιας των τασσομένων με ποινή ακυρότητας διατυπώσεών του, είναι άκυρος ανεξαρτήτως βλάβης, η ακυρότητα δε αυτή αφορά την ίδια την τελευταία πράξη της εκτελέσεως και απαγγέλλεται κατόπιν ανακοπής που ασκείται από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον εντός 20 ημερών από τη μεταγραφή της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως επί πλειστηριασμού ακινήτων. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 124 παρ. 2, 126 παρ.1 εδ. δ`, 128, 129 και 139 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι για να είναι έγκυρη η επίδοση εγγράφου σε νομικό πρόσωπο, όπως είναι η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, πρέπει τούτο να παραδοθεί στον κατά το νόμο ή το καταστατικό εκπρόσωπό του, είτε στην κατοικία του, είτε στο κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο του νομικού προσώπου. Αν ο άνω εκπρόσωπος του νομικού προσώπου δεν βρίσκεται στην κατοικία του ή στο κατάστημα κλπ του νομικού προσώπου, το έγγραφο παραδίδεται στην πρώτη περίπτωση σε ένα από τους συγγενείς, υπηρέτες ή άλλους που συνοικούν με τον παραλήπτη και στη δεύτερη περίπτωση στο διευθυντή του καταστήματος, του γραφείου ή το εργαστηρίου ή σε ένα από τους συνεταίρους, συνεργάτες, υπαλλήλους ή υπηρέτες. Αν κανένα από τα προαναφερόμενα πρόσωπα δεν βρίσκεται στην κατοικία ή το κατάστημα κλπ γίνεται θυροκόλληση του προς επίδοση εγγράφου και τηρούνται περαιτέρω οι διατυπώσεις της παρ. 4 του άρθρου 128 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με την από 29-3-2006 ανακοπή της που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, ζήτησε την ακύρωση της εκθέσεως πλειστηριασμού ακινήτων της και της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, περί των οποίων συντάχθηκαν η υπ` αριθ. 40.317/2006 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και η υπ` αριθ. 40.339/2006 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης της συμβολαιογράφου Θήβας Ευαγγελίας Καραμαγκιώλη, για το λόγο ότι δεν επιδόθηκε νόμιμα σ` αυτήν το πρόγραμμα πλειστηριασμού.
Ειδικότερα, ισχυρίσθηκε ότι ο νόμιμος εκπρόσωπός της Α. Π. απουσίαζε από μακρού χρόνου από την κατοικία του και την έδρα της εταιρίας, προκειμένου να αποφύγει τη σύλληψη με βάση ένταλμα του ανακριτή που είχε εκδοθεί σε βάρος του για ποινική υπόθεση, γεγονότα που γνώριζε η επισπεύδουσα την εκτέλεση πρώτη των αναιρεσιβλήτων, η οποία όφειλε να ζητήσει τον διορισμό προσωρινής διοίκησης της εταιρίας και να επιδώσει έγκυρα στο νέο νόμιμο εκπρόσωπό της, άλλως να διενεργήσει την επίδοση κατά τις διατάξεις περί επιδόσεως σε πρόσωπο άγνωστης διαμονής. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ανακόπτουσα εταιρεία περιορισμένης ευθύνης συνεστήθη με την υπ` αριθ. .../5-6-1991 πράξη της συμβολαιογράφου Θηβών Ασημίνας Κωστή -Γκόγκου, από τους Α. Π. του Ι. και τη μητέρα του Ε. συζ. Ι. Π., κατοίκους .... Η διάρκειά της ορίστηκε τριακονταετής και διαχειριστής και εκπρόσωπός της ορίστηκε ο εταίρος Α. Π., για ολόκληρη τη διάρκειά της. Κατά του εν λόγω διαχειριστή της ανακόπτουσας εκδόθηκε το υπ` αριθμ. 17/14-7-2005 ένταλμα σύλληψης της ανακρίτριας Θηβών, για τις αναφερόμενες σ` αυτό πράξεις (συγκρότηση-ένταξη σε εγκληματική οργάνωση, κακουργηματική κλοπή κατ` εξακολούθηση από κοινού, κατοχή ναρκωτικών ουσιών και οπλοκατοχή), το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το υπ` αριθμ. 49/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που εκδόθηκε στις 27-1-2006, με το οποίο αυτός παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικαστεί για τις ως άνω, πλην της πρώτης, πράξεις. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η πρώτη των καθ ων η ανακοπή τραπεζική εταιρεία, δυνάμει της από 18-10-2005 κατασχετήριας επιταγής, την οποία επέδωσε στην ανακόπτουσα στις 25-10- 2005, επέσπευσε σε βάρος της αναγκαστική εκτέλεση, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 57 επόμ. του ν.δ. της 17.7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" προς ικανοποίηση απαιτήσεών της από τις αναφερόμενες σ` αυτή συμβάσεις αλληλόχρεου λογαριασμού, συνολικού ποσού 120.685,71 ευρώ και προέβη στην αναγκαστική κατάσχεση των περιγραφομένων σ` αυτή λεπτομερώς τεσσάρων ακινήτων ιδιοκτησίας της καθ` ης η εκτέλεση, που βρίσκονται στα Οινόφυτα Βοιωτίας. Κατά της εν λόγω επιταγής η καθ` ης η εκτέλεση εταιρεία, εκπροσωπούμενη από το διαχειριστή της Π. Α., άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θηβών την από 26-10-2005 ανακοπή και την από 27-10-2005 αίτηση αναστολής της εκτέλεσης. Στα εν λόγω δικόγραφα δηλώνεται διεύθυνση της ανακόπτουσας εταιρείας τα Οινόφυτα Θηβών και του διαχειριστή της η οδός .... (Αθήνα), δηλαδή η ίδια που αναφέρεται και στη συστατική της πράξη. Κατά τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναστολής, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θηβών, στις 14-11-2005, η αιτούσα εταιρεία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω διαχειριστή της, που παραστάθηκε κατά τη συζήτηση αυτή με τους δικηγόρους της που την εκπροσώπησαν, ο οποίος συνυπέγραψε και το από 7-11-2005 σημείωμα, που κατέθεσαν για την υποστήριξη της αίτησης αναστολής. Επίσης η ανακόπτουσα, εκπροσωπούμενη από τον ίδιο ως άνω Α. Π. ως διαχειριστή, άσκησε και την από 28-9-2005 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών, κατά της δανείστριας της ........... Τράπεζας, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η οφειλή της υπάγεται στους αναφερόμενους σ` αυτή νόμους και ότι η εναγομένη της οφείλει ποσό 41.261,74 ευρώ. Η επισπεύδουσα τράπεζα, μετά την επίδοση της ως άνω επιταγής προς πληρωμή στην καθ` ης η εκτέλεση και τη μη πληρωμή του εν λόγω ποσού, έδωσε εντολή στη συμβολαιογράφο να συντάξει πρόγραμμα πλειστηριασμού. Η τελευταία συνέταξε πρόγραμμα, με το οποίο ορίστηκε ότι ο πλειστηριασμός θα διενεργηθεί στις 8-3-2006, στο Δημοτικό Κατάστημα των Οινοφύτων Βοιωτίας. Αντίγραφο του εν λόγω προγράμματος επιδόθηκε στην έδρα της καθ` ης η εκτέλεση, στα Οινόφυτα Βοιωτίας, την 1-2-2006 με θυροκόλληση, διότι δεν βρέθηκε στα γραφεία της ο νόμιμος εκπρόσωπός της, ούτε άλλος υπάλληλος, αλλά και στην κατοικία του διαχειριστή της, στην οδό ... το οποίο (πρόγραμμα πλειστηριασμού) παρέλαβε η αναφερόμενη ως συνεργάτιδα του μητέρα του Ε. Π., διότι αυτός απουσίαζε. Στη συνέχεια, στις 8-3-2006 διενεργήθηκε ο πλειστηριασμός, πλειοδότησαν σ` αυτόν οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος των καθ` ων η ανακοπή, στους οποίους κατακυρώθηκε, αντί πλειστηριάσματος 168.000 ευρώ και συντάχθηκε η ανακοπτόμενη υπ` αριθμ. 40.317/8-3-2006 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού. Με την καταβολή του πλειστηριάσματος η συμβολαιογράφος εξέδωσε την επίσης ανακοπτόμενη υπ` αριθμ. 40.339/14-3-2006 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτων. Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο που έλαβαν χώρα οι ως άνω επιδόσεις του προγράμματος πλειστηριασμού στην καθ` ης η εκτέλεση εταιρεία, ήτοι στις 30-1-2006 και την 1-2-2006, ο διαχειριστής της Α. Π. ήταν άγνωστης διαμονής και δεν ασκούσε τα καθήκοντά του λόγω της φυγοδικίας του, με συνέπεια είτε την ακυρότητα των επιδόσεων, διότι αυτός δεν κλητεύθηκε ως άγνωστης διαμονής, είτε την ανυπαρξία τους, διότι η ανακόπτουσα στερούνταν διοίκησης, όπως ισχυρίζεται η ανακόπτουσα αβάσιμα, με τον πρώτο λόγο της ανακοπής της. Μετά ταύτα, με βάση τ` ανωτέρω αποδειχθέντα, ο πρώτος λόγος της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε ως βάσιμο το λόγο αυτό της ανακοπής και ακύρωσε την περίληψη κατασχετήριας έκθεσης έσφαλε.
Συνεπώς, πρέπει να γίνουν δεκτοί οι περί τούτου λόγοι της από 24-9-2007 έφεσης των καθ` ων η ανακοπή-υπερθεματιστών, να εξαφανιστεί και κατά τούτο η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί στο Δικαστήριο τούτο η υπόθεση για να δικαστεί (άρθρ. 535 Κ.Πολ.Δ.) και να απορριφθεί ο λόγος αυτός της ανακοπής ως ουσιαστικά αβάσιμος". Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της επιδόσεως του προγράμματος πλειστηριασμού στον ανωτέρω νόμιμο εκπρόσωπο της καθής η εκτέλεση εταιρίας αυτός δεν ήταν άγνωστης διαμονής και η εταιρία δεν εστερείτο διοίκησης και ότι εντεύθεν εγκύρως επιδόθηκε το πρόγραμμα πλειστηριασμού αφενός στην έδρα της εταιρίας και αφετέρου στην κατοικία του νομίμου εκπροσώπου της, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 124 παρ.2, 126 παρ.1 εδ.δ`, 128, 129, 139 ΚΠολΔ δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και περί του αντιθέτου πρώτος από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος κατά το μέρος που πλήττει την μη επιδεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ.8, 11γ` και 16 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο: α) δεν έλαβε υπόψη του την ένσταση της αναιρεσείουσας περί υπάρξεως δεδικασμένου αναφορικά με την έλλειψη κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης διοίκησης της εταιρίας, το οποίο απορρέει από την υπ` αριθ. 202/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και διόρισε προσωρινή διοίκηση στην αναιρεσείουσα εταιρία, β) παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη του την ανωτέρω δικαστική απόφαση που επικαλέσθηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα για την απόδειξη του δεδικασμένου και γ) παραβίασε το απορρέον από την εν λόγω απόφαση δεδικασμένο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφενός διότι οι αποφάσεις που εκδίδονται επί υποθέσεων εκούσιας δικαιοδοσίας δεν παράγουν ουσιαστικό δεδικασμένο σε υποθέσεις αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας (Α.Π. 260/2008, Α.Π. 281/1997) και αφετέρου διότι στηρίζεται σε ισχυρισμό (ένσταση δεδικασμένου) που δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής και των προτάσεων της αναιρεσείουσας, η τελευταία δεν προέβαλε τέτοια ένσταση, την οποία δεν θεμελιώνει μόνη η επίκληση ότι είχε διορισθεί προσωρινή διοίκηση με την υπ` αριθ. 202/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, η οποία απόφαση, ας σημειωθεί, δημοσιεύτηκε στις 27-6-2006, ήτοι μετά την επίδοση του προγράμματος πλειστηριασμού στις 30-1-2006 και 1-2-2006, δεν συντρέχει δε κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ που καθιστά επιτρεπτή την προβολή του ισχυρισμού το πρώτον στην αναιρετική δίκη, ενόψει και του ότι το δεδικασμένο δεν αφορά τη δημόσια τάξη (Α.Π. 1452/2010, Α.Π. 1758/2009).
Από τις διατάξεις των άρθρων 200, 281 και 288 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 959, 963, 988 και 1005 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, κάθε ενέργεια του δανειστή ή του υπερθεματιστή, η τρίτων που βρίσκονται σε συνεννόηση με τον υπερθεματιστή, η οποία παρεμποδίζει την πλειοδοσία και κατά συνέπεια την επιτυχία μεγαλύτερου εκπλειστηριάσματος και ειδικότερα κάθε ενέργεια των ανωτέρω προσώπων που τείνει σε παρακώλυση του ελεύθερου συναγωνισμού με απομάκρυνση των πλειοδοτών προς τον σκοπό να κατακυρωθεί το πράγμα αντί κατωτέρου τιμήματος στον υπερθεματιστή είναι αντίθετη προς την καλή πίστη που διέπει την ελευθερία των συναλλαγών και ο πλειστηριασμός που διενεργείται με τέτοιες αθέμιτες πράξεις και ενέργειες είναι άκυρος. Για να απαγγελθεί όμως στην περίπτωση αυτή ακυρότητα, πρέπει ο επικαλούμενος αυτήν να καθορίζει στο δικόγραφο της ανακοπής και τα πρόσωπα, τα οποία προσήλθαν ή επρόκειτο να προσέλθουν κατά τη διενέργεια του πλειστηριασμού και τα οποία απομακρύνθηκαν ή εμποδίστηκαν να προσέλθουν συνεπεία δολίων ενεργειών του δανειστή ή του υπερθεματιστή, ώστε να απορεί να ελεγχθεί η βασιμότητα τούτου. Σε αντίθετη περίπτωση υπάρχει αοριστία του δικογράφου της ανακοπής, η οποία δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με τις αποδείξεις (ΑΠ 147/ 2004).Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της ένδικης ανακοπής η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα ζήτησε την ακύρωση του πλειστηριασμού και της κατακυρωτικής έκθεσης, επικαλούμενη ότι η πρώτη των καθών η ανακοπή και ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων εν γνώσει της επέλεξε να διενεργηθεί ο πλειστηριασμός κατά το χρόνο που φυγοδικούσε ο νόμιμος εκπρόσωπος της και αυτή εστερείτο διοίκησης, ότι πριν τη διενέργεια του πλειστηριασμού απειλήθηκε η οικογένεια του τηλεφωνικώς από άγνωστα άτομα και ότι κατόπιν συμπαιγνίας της (επισπεύδουσας πρώτης των καθών η ανακοπή) με τους λοιπούς εκ των καθών η ανακοπή, που αναδείχθηκαν υπερθεματιστές, παρεμποδίστηκε η ελεύθερη προσέλευση πλειοδοτών και εμφανίσθηκαν μόνο οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος των καθών, οι οποίοι καιροφυλακτούσαν για να αποκτήσουν την περιουσία της στο 1/5 της πραγματικής της αξίας. Το Εφετείο έκρινε ότι, εφόσον στο δικόγραφο της ανακοπής δεν αναφέρονται συγκεκριμένως τα πρόσωπα, τα οποία παρεμποδίσθηκαν να πλειοδοτήσουν, ώστε να διακριβωθεί αν είχαν την πρόθεση, αλλά και τη δυνατότητα να συμμετάσχουν στον πλειστηριασμό, ο λόγος αυτός είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος. Έτσι που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε κήρυξε παρά τον νόμο απαράδεκτο και ο περί του αντιθέτου τρίτος από το άρθρο 559 αριθ.1 και 14 του ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι έχουν καταθέσει προτάσεις και η πρώτη εξ αυτών παρίσταται με διαφορετικό νομικό παραστάτη, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-11-2008 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "....." για αναίρεση της υπ` αριθ. 4863/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για την πρώτη αναιρεσίβλητη και στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ από κοινού για τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2011.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...