Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014

Privacy (Ιδιωτικότητα) και κάμερες.

Οι κ.κ. Μπαλτάκος και Κασιδιάρης.
Γράφει ο Γιώργος Φραγκούλης. ΠΗΓΗ.

Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στον ΠΟΛΙΤΗ μου στις 5-5-2014 ενόψει της τότε έντονης πολιτικής πραγματικότητας. 

1. Άρθρο 19 Συντάγματος 1975/ 1986/ 2001/ 2008:1. Το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο. Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων. 3. Απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και των άρθρων 9 και 9 Α”.

Άρθρο 9 Συντάγματος 1975/ 1986/ 2001/ 2008:1. Η κατοικία του καθενός είναι άσυλο. Η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη. Καμία έρευνα δε γίνεται σε κατοικία, παρά μόνο όταν και όπως ορίζει ο νόμος και πάντοτε με την παρουσία εκπροσώπων της δικαστικής εξουσίας”.

Άρθρο 9 Α Συντάγματος 1975/ 1986/ 2001/ 2008: “Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει”.
Αφορμή για τους παρόντες προβληματισμούς μου έλαβα από το λεγόμενο Baltakos-gate! Το οποίο θυμηθείτε εδώ [τη συνομιλία μεταξύ των κ.κ. Μπαλτάκου (Νο 2 της εκτελεστικής εξουσίας) και του Ηλία Κασιδιάρη, υπόδικου Βουλευτή της Χρυσής Αυγής].
2. Ο αείμνηστος Δάσκαλος μου Αριστόβουλος Μάνεσης-κορυφαίος στο Συνταγματικό Δίκαιο της χώρας μας-μεταπολιτευτικά-έγραφε, επ' ευκαιρία της καταγωγής και προστασίας του απορρήτου: “Το άρθρο 19 του Συντάγματος προστατεύει το απόρρητο των επιστολών και της καθ' οιονδήποτε τρόπον ελευθέρας ανταποκρίσεως ή επικοινωνίας. Η ατομική αυτή ελευθερία βρίσκεται στο μεταίχμιο περισσοτέρων της μιας ατομικών ελευθεριών: α) αποτελεί εγγύηση της εν γένει προσωπικής ελευθερίας διότι συνδέεται άμεσα με την “ιδιωτική ζωή” (privacy) και είναι οιονεί προέκταση του ασύλου της κατοικίας. Διαφέρει όμως από την καθαρή privacy (απομόνωση) γιατί είναι επικοινωνία, μέσα όμως σε οικειότητα” (intimité), β) προστατεύει την ελεύθερη-και εμπιστευτική-προς ένα άλλο πρόσωπο, τον “ανταποκριτή”, εκδήλωση και ανακοίνωση στοχασμών, ιδεών, συναισθημάτων, και έτσι μετέχει και της πνευματικής ελευθερίας και διακίνησης, που την προβλέπει και προστατεύει το άρθρο 14 του Συντάγματος, γ) έχει σχέση με το δικαίωμα της ιδιοκτησίας και ιδίως της πνευματικής, αφού η επιστολή, αν έχει ιδιαίτερη αξία, μπορεί να αποτελέσει μέρος της περιουσίας του αποστολέα ή του παραλήπτη” (ατομικές ελευθερίες, τεύχος α', 19813 , σελίδες 232-233). Ο διαπρεπής Δάσκαλος μου Π. Δαγτόγλου γράφει, μεταξύ άλλων, “η ιδιωτική σφαίρα (privacy) αναφέρεται στην ιδιωτική (εν αντιθέσει προς τη δημόσια) ζωή του ατόμου και μάλιστα (α) τόσο στην ατομική όσο και κατ' επέκταση την οικογενειακή του ζωή, και β) τόσο στον άμεσο βιοτικό του χώρο (κατοικία), όσο και στην επικοινωνία με τους συνανθρώπους του” [ατομικά δικαιώματα, 20124, πλαγιάριθμος 496, σελ. 327]. Τονίζοντας δε την αξία και την σημασία της privacy γράφει, “Η ιδιωτική σφαίρα του ατόμου αποτελεί συστατικό μέρος της προσωπικότητας του. Όταν η σφαίρα αυτή δε γίνεται σεβαστή, εμποδίζεται η ανάπτυξη της προσωπικότητας και σε ακραίες περιπτώσεις διακινδυνεύεται και αυτή η πνευματική υγεία του ανθρώπου. Χωρίς ιδιωτική σφαίρα το άτομο χάνει την ατομικότητα του και μετατρέπεται σε ανώνυμο και άβουλο ποσοστό του συνόλου. Είναι λογικώς επόμενο ότι τα ολοκληρωτικά καθεστώτα περιορίζουν σημαντικά και σε πολλές περιπτώσεις αίρουν την ιδιωτική σφαίρα του ατόμου. Αλλά και σε μια φιλελεύθερη δημοκρατική πολιτεία διακινδυνεύεται η ιδιωτική σφαίρα του ανθρώπου από τρεις κυρίως πλευρές: πρώτον, από το συνηθισμένο περιορισμό του σύγχρονου ανθρώπου σε μικρές κατοικίες που δυσχεραίνουν τη διατήρηση της ιδιωτικής σφαίρας έναντι τόσο των συγκατοίκων, όσο και των γειτόνων. Για τον άστεγο βέβαια το πρόβλημα φτάνει σε σημείο κρίσεως. Ο δεύτερος σύγχρονος κίνδυνος της ιδιωτικής σφαίρας προέρχεται από τη διαρκώς αυξανόμενη τεχνολογική δυνατότητα διεισδύσεως στην ιδιωτική σφαίρα τρίτων χωρίς τη θέληση ή καν τη γνώση τους. Ο τρίτος σύγχρονος κίνδυνος προέρχεται από την καταχρηστική χρησιμοποίηση των πληροφοριών που συσσωρεύονται στα διάφορα συστήματα ηλεκτρονικών υπολογιστών” [στο ίδιο Έργο του, πλαγιάριθμος 497, σελίδες 327-328].
3. Ο Ποινικός Κώδικας μας περιγράφει ως εξής την υπόσταση του εγκλήματος των υποκλοπών (βέβαια, ο τίτλος του άρθρου για τις υποκλοπές έχει ως εξής: Παραβίαση του απορρήτου της τηλεφωνικής επικοινωνίας και της προφορικής συνομιλίας): “άρθρο 370 Α § 1. Όποιος αθέμιτα παγιδεύει ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο παρεμβαίνει σε συσκευή, σύνδεση ή δίκτυο παροχής υπηρεσιών τηλεφωνίας ή σε σύστημα υλικού ή λογισμικού που χρησιμοποιείται για την παροχή τέτοιων υπηρεσιών, με σκοπό ο ίδιος ή άλλος να πληροφορηθεί ή να αποτυπώσει σε υλικό φορέα το περιεχόμενο τηλεφωνικής συνδιάλεξης μεταξύ τρίτων ή τα στοιχεία της θέσης και κίνησης της εν λόγω επικοινωνίας, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Με την ίδια ποινή τιμωρείται η πράξη του προηγούμενου εδαφίου και όταν ο δράστης αποτυπώσει σε υλικό φορέα το περιεχόμενο της τηλεφωνικής επικοινωνίας του με άλλον χωρίς τη ρητή συναίνεση του τελευταίου. § 2. Όποιος αθέμιτα παρακολουθεί με ειδικά τεχνικά μέσα ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα προφορική συνομιλία μεταξύ τρίτων ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα μη δημόσια πράξη άλλου, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Με την ίδια ποινή τιμωρείται η πράξη του προηγούμενου εδαφίου και όταν ο δράστης αποτυπώνει σε υλικό φορέα το περιεχόμενο της συνομιλίας του με άλλον χωρίς τη ρητή συναίνεση του τελευταίου”.
4. Προηγουμένως πληροφορηθήκαμε πως έχει η Privacy από πλευράς συνταγματικού δικαίου (προστασία των ατομικών ελευθεριών). Στο χώρο του ποινικού Δικαίου υποστηρίζεται από διαπρεπή Υπηρέτη του ότι, “Η ιδιωτικότητα, από άποψη Ποινικού Δικαίου, δεν αποτελεί ένα αυτοτελές έννομο αγαθό, αλλά ως επιμέρους όψη της προσωπικής ελευθερίας είναι σύνθεση ιδιωτικών απορρήτων: το άσυλο της κατοικίας, δηλαδή ο απόρρητος ιδιωτικός χώρος όπου ζει και εργάζεται ο άνθρωπος και φυλάσσει τα προσωπικά του αντικείμενα, το απόρρητο της επικοινωνίας του με άλλους (γραπτής, τηλεφωνικής, τηλεγραφικής, ηλεκτρονικής), το απόρρητο των ιδιωτικών του στιγμών, το απόρρητο των προσωπικών του δεδομένων (στοιχείων που εκφράζουν την προσωπικότητα του). [Ο νομοθετικός ορισμός των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ως κάθε πληροφορίας που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων είναι τόσο ευρύς που καταντά ανόητος]. Η ουσία, λοιπόν, της ιδιωτικότητας είναι το απόρρητο της ιδιωτικής ζωής. Το απόρρητο προσδιορίζεται υποκειμενικά και αντικειμενικά. Υποκειμενικά, είναι ό,τι θέλει και σε όση έκταση θέλει να κρατήσει μυστικό από τους άλλους ο φορέας του σχετικού δικαιώματος. Αντικειμενικά προσδιορίζεται από το χώρο και τον τρόπο που φυλάσσεται το απόρρητο, ανεξάρτητα από τη βούληση του δικαιούχου. Δε μπορεί λ.χ. κάποιος να συνομιλεί για ιδιωτικά έστω θέματα με το γείτονα του δυνατά, από τα παράθυρα των σπιτιών τους, και να επικαλείται το απόρρητο, αξιώνοντας από τους άλλους να μην ακούνε! Ο λόγος σ' αυτή τη περίπτωση εκφέρεται δημόσια και δε προστατεύεται ως απόρρητη ιδιωτική επικοινωνία, ανεξάρτητα από τη βούληση των συνομιλούντων να μην ακουστεί το περιεχόμενο της συνομιλίας τους. Το ίδιο ισχύει και γι' αυτούς που μιλούν δυνατά στο κινητό τους τηλέφωνο στο δρόμο ή σε άλλους δημόσιους χώρους (λ.χ. τρένα, λεωφορεία). Δημόσιος τόπος ή τρόπος τέλεσης μιας πράξης υπάρχει όταν αυτή γίνεται αντιληπτή την ώρα που τελείται από αόριστο αριθμό ανθρώπων” [Ιωάννης Μανωλεδάκης, εισαγωγική ομιλία, στο συλλογικό έργο με τίτλο “παραβίαση της ιδιωτικότητας, οι κάμερες”, 2009, σελίδες 3-4]. Και τίθεται το ερώτημα: η privacy ως επιμέρους έκφανση της προσωπικής ελευθερίας ανυψούται άνω των άλλων ατομικών ελευθεριών (π.χ. προστασία της ζωής, της τιμής, της προσωπικής ελευθερίας κλπ); Υποστηρίζεται στο σημείο αυτό από τον ίδιο Δάσκαλο ότι, “πρέπει να τονιστεί ότι η privacy, ως επί μέρους όψη του εννόμου αγαθού της προσωπικής ελευθερίας δε μπορεί να έχει απόλυτη προστασία, ώστε να καταστεί υπερέχουσα αξία σε σχέση με το έννομο αγαθό της προσωπικής ελευθερίας (το οποίο “υπηρετεί”) και τα άλλα έννομα αγαθά, των οποίων η προστασία είναι σχετική στο πλαίσιο της έννομης τάξης. Αυτό σημαίνει ότι και οι απόλυτες απαγορεύσεις της δικαστικής αξιοποίησης των προϊόντων παραβίασης της “ιδιωτικότητας” ατόμων προκειμένου να προστατευθούν έννομα αγαθά άλλων ατόμων δε μπορεί να έχουν θέση στο δικαιικό μας σύστημα της στάθμισης των αγαθών και της ισορροπημένης προστασίας τους, και είναι αντίθετες προς το Σύνταγμα και τις διεθνείς συμβάσεις που κατοχυρώνουν την ισότητα των πολιτών και την αρχή της αναλογικότητας στην επιβαλλόμενη καταστολή, αλλά και στην παρεχόμενη προστασία. Απόλυτη προστασία της “ιδιωτικότητας” στις μεταξύ ισότιμων πολιτών σχέσεις θα σήμαινε λ.χ. να τεθεί σε κίνδυνο η προσωπική ελευθερία και η τιμή (και όχι μόνο αυτά τα αγαθά) ενός άδικα κατηγορούμενου ατόμου, για να προστατευθεί η “ιδιωτικότητα” ενός συκοφάντη ψευδομηνυτή. Ένα τέτοιο “δίκαιο”, όμως, δεν είναι πια δίκαιο” [στο ίδιο έργο, σελ. 5].
5. Τι έχει αποφανθεί το Ακυρωτικό (Άρειος Πάγος) της χώρας μας; Σύμφωνα με την υπ' αριθμό 1/ 2001 απόφαση της Ολομέλειας του, “... Κατά τη θεμελιώδη, όμως, διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας. Στην προστατευόμενη από το Σύνταγμα και μάλιστα πρωταρχικά, αξία του ανθρώπου περιλαμβάνεται και η ελευθερία της επικοινωνίας, αφού μέσω και αυτής εκφράζεται και πραγματώνεται η αξία του ανθρώπου. Η συνταγματική κατοχύρωση της ελευθερίας αυτής προκύπτει και από το άρθρο 9 παρ. 1 εδαφ. β΄ του Συντάγματος, που ορίζει ότι η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη, καθώς και από το άρθρο 19 του Συντάγματος, που ορίζει ότι το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο. Το τελευταίο αυτό άρθρο αναφέρεται μεν στο απόρρητο της ελεύθερης ανταποκρίσεως ή επικοινωνίας, είναι, όμως, πρόδηλο ότι προϋποθέτει την ελευθερία της ανταποκρίσεως ή επικοινωνίας ως συνταγματικά προστατευόμενο έννομο αγαθό. Ανάλογα προκύπτουν και από την αντίστοιχη ρύθμιση του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου(ΕΣΔΑ), που οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος. Η εν αγνοία, όμως, και χωρίς τη συναίνεση ενός των συνομιλητών μαγνητοφώνηση ιδιωτικής συνομιλίας ενέχει παγίδευσή του και συνεπώς, αποτελεί δέσμευση και περιορισμό στην ελεύθερη άσκηση της επικοινωνίας. Γι αυτό, ασχέτως του χώρου όπου έγινε η συνομιλία, η μαγνητοταινία, στην οποία αυτή χωρίς τη συναίνεση του ετέρου των συνομιλητών αποτυπώθηκε, είναι συνταγματικά απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο και δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί εναντίον του σε πολιτική δίκη, ανεξαρτήτως του προσώπου που επιχείρησε τη μαγνητοφώνηση, δηλ. έστω κι αν πρόκειται για πρόσωπο που μετέσχε στη μαγνητοφωνηθείσα συζήτηση. Πράγματι η απονομή της δικαιοσύνης δεν πρέπει να γίνεται έναντι οιουδήποτε τιμήματος. Η αντίθετη άποψη θα μπορούσε να οδηγήσει υπό την επίκληση της ανάγκης αποκτήσεως αποδεικτικού μέσου για ενδεχόμενα δικαιώματα- στη γενίκευση της χρήσεως μαγνητοφώνων από τους συνομιλητές προσώπων, η φωνή των οποίων θα καταγραφόταν χωρίς τη συναίνεσή τους. Κατ αυτόν, όμως, τον τρόπο η ελευθερία της επικοινωνίας θα περιοριζόταν, διότι τότε ο καθένας θα ζούσε με το καταθλιπτικό συναίσθημα ότι κάθε αστόχαστη ή υπερβολική, έστω, έκφρασή του, στα πλαίσια μιας προφορικής ιδιωτικής συζητήσεως, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στη συνέχεια υπό άλλες περιστάσεις ως αποδεικτικό μέσο εναντίον του, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν τα σύγχρονα τεχνικά μέσα παρέχουν ευρείες δυνατότητες αλλοιώσεως του περιεχομένου των αποτυπώσεων, οι οποίες (αλλοιώσεις) είναι πολύ δύσκολο ή και αδύνατο να διαγνωσθούν. Εξ άλλου, χωρίς την ανωτέρω κύρωση (απαράδεκτο του αποδεικτικού μέσου) η προπαρατεθείσα, συνταγματικής ισχύος, ρύθμιση θα είχε περιορισμένη αποτελεσματικότητα, παρά την απειλή κατά του παραβάτη της ποινικής κυρώσεως (ποινής φυλακίσεως), που προβλέπεται στο άρθρο 370 Α′ παρ. ιδίως 2 εδαφ. β και γ του ΠΚ. Εξαίρεση από τον, συνταγματικής ισχύος, κανόνα της απαγορεύσεως των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ισχύει μόνο χάριν της προστασίας συνταγματικά υπέρτερων έννομων αγαθών, όπως είναι λ.χ. η ανθρώπινη ζωή. Κάθε άλλη εξαίρεση από την ως άνω απαγόρευση, εισαγόμενη τυχόν με διάταξη κοινού νόμου, όπως είναι και ο Ποινικός Κώδικας, είναι ανίσχυρη κατά το μέτρο που υπερβαίνει το κριτήριο της προστασίας συνταγματικά υπέρτερου έννομου αγαθού”. Την ίδια άποψη αποδέχτηκε και το άλλο ανώτατο δικαστήριο της χώρας, το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) με την υπ' αριθμό 3922/ 2005 απόφαση του [σε επταμελή σύνθεση, σκέψη υπ' αριθμό 13] παραπέμποντας στην Ολομελειακή απόφαση του Αρείου Πάγου.
6. Η γνώμη αυτή είναι εντελώς εσφαλμένη και είναι απόλυτα δικαιολογημένη η κριτική που ασκείται από την Επιστήμη, όπως εκτέθηκε στις προηγούμενες παραγράφους της παρούσας προβληματικής. Μάλιστα είναι τόσο εσφαλμένη η απόφαση αυτής της Ολομέλειας ώστε έχει μετατραπεί-κυριολεκτικά!-σε σουρωτήρι από τις μετέπειτα αποφάσεις των τμημάτων του Αρείου Πάγου. Κυριολεκτικά η άποψη αυτή αναγάγει σε υπερέχουσα ατομική ελευθερία την privacy!! Επισημαίνεται μια λεπτή διάκριση από τον Καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου Κων/ νο Χρυσόγονο, “...εκείνος προς τον οποίο απευθύνεται ο λόγος αποκτά δικαίωμα σ' αυτόν και άρα η αποτύπωση τηλεφωνικής συνδιάλεξης από τον ένα συνομιλητή χωρίς να το γνωρίζει ο άλλος δεν παραβιάζει το άρθρο 19 § 1 του Συντάγματος (με παραπομπές στις υπ' αριθμούς 717/ 84, 1060/ 97 αποφάσεις του Αρείου Πάγου). Η αντίθετη πρόσφατη κρίση του Αρείου Πάγου [αναφέρεται στην 1/ 2001 της Ολομέλειας της οποίας το σκεπτικό (μείζων πρόταση) εκτέθηκε στην προηγούμενη παράγραφο] δε φαίνεται να ευσταθεί. Και τούτο διότι η θεμελιώδης προϋπόθεση της ιδιωτικότητας της συζήτησης ή συνομιλίας δε συντρέχει σε κάθε περίπτωση, αλλά μόνο όταν ο ομιλών (και μαγνητοφωνούμενος εν αγνοία του) αναφέρεται σε θέματα του ιδιωτικού βίου του. Αντίθετα π.χ. ένα υβριστικό ή παραπλανητικό (φάρσα) τηλεφώνημα δε συνιστά ιδιωτική συζήτηση και το θύμα, δηλαδή ο δεύτερος συνομιλητής, έχει δικαίωμα, με βάση τα άρθρα 2 § 1, 5 § 1 και 20 § 1 Συντάγματος, να το μαγνητοφωνήσει και να χρησιμοποιήσει τη μαγνητοταινία ως αποδεικτικό μέσο. Συνεπώς, στις περιπτώσεις αυτές, τίθεται θέμα προστασίας μόνο του ιδιωτικού και οικογενειακού βίου κατ' άρθρο 9 1 εδάφιο β' του Συντάγματος και όχι του απορρήτου των ανταποκρίσεων κατ' άρθρο 19 του Συντάγματος” [ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, 2002, σελίδες 241-242].
7. Τι δέχονται όμως τα τμήματα του Αρείου Πάγου; α) Την ίδια χρονιά που εκδόθηκε αυτή η απόλυτη Ολομελειακή 1/ 2001 εκδίδεται η ΑΠ 1317/ 2001 [Συμβούλιο Ποινικό. Όμοιες και οι ΑΠ 874/ 2004 και ΑΠ 1202/ 2011] η οποία, όπως και ο Κ. Χρυσόγονος, αποφάνθηκε ότι, “... Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης (ΠΚ 370 2 α), η οποία θεσπίσθηκε στα πλαίσια της γενικότερης προστασίας που παρέχεται στον άνθρωπο από τα άρθρα 2 παρ.1, 5 παρ.1, 9Α και 19 του Συντάγματος-για την προστασία της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής και γενικότερα της προσωπικότητας κάθε ανθρώπου, η απαγόρευση της με ειδικά τεχνικά μέσα μαγνητοσκόπησης αθεμίτως αφορά πράξεις ή εκδηλώσεις της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής των τρίτων που είναι ικανές να επιφέρουν βλάβη στην προσωπικότητα και να μειώσουν την αξιοπρέπειά τους. Δεν περιλαμβάνει δε και τις πράξεις ή εκδηλώσεις τούτων, οι οποίες, ανεξάρτητα από τον τόπο και το χρόνο που γίνονται, δεν ανάγονται στη σφαίρα της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής τους, αλλά πραγματοποιούνται στα πλαίσια των ανατιθεμένων σ΄ αυτούς υπηρεσιακών καθηκόντων και κατά την εκτέλεση τούτων, η οποία ως εκ του τρόπου πραγματοποιήσεώς της και της φύσεως και του είδους των εκπληρούμενων καθηκόντων υπόκειται σε δημόσιο έλεγχο και κριτική. Τέτοια μη δημόσια, κατά την ως άνω έννοια, πράξη η μαγνητοσκόπηση της οποίας δεν στοιχειοθετεί αξιόποινη πράξη και ως εκ τούτου η χρήση της σχετικής ταινίας ως αποδεικτικού μέσου είναι επιτρεπτή, αποτελεί η εκτέλεση υπηρεσιακών καθηκόντων των μελών της διοίκησης ενός Ιδρύματος ή ενός Ι. Π., ως νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, όπως είναι η είσπραξη και η καταμέτρηση των από τρίτους προς αυτά γενόμενων κάθε είδους προσφορών, ανεξαρτήτως του χρόνου και του τόπου στους οποίους αυτά επιτελούνται”.
β) Στο υπ' αριθμό 16-12-2009 πόρισμα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου (Αθ. Κουτρομάνος. Ο σημερινός Πρόεδρος του Αρείου Πάγου) γίνεται δεκτό, μεταξύ άλλων, “4. στην εισαγόμενη με την διάταξη 370 Α του ποινικού κώδικα απαγόρευση καταγραφής ιδιωτικής συνομιλίας κάποιου με τρίτο χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου, δεν περιλαμβάνεται και η εκ μέρους του θύματος αξιόποινη πράξη μαγνητοφώνησης της ομιλίας του δράστου αυτής, με σκοπό τη χρησιμοποίηση του σχετικού υλικού επί δικαστηρίου, για απόδειξη του εγκλήματος. Αντίθετη ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία ο παθών του εγκλήματος δεν δικαιούται να μαγνητοφωνεί τον δράστη, θα οδηγούσε σε άτοπο, αφού θα απέδιδε στο νομοθέτη τη βούληση, όχι μόνο να στερήσει από το θύμα τη δυνατότητα να αποδείξει επί δικαστηρίου την εις βάρος του πράξη αλλά-κατ' αντιστροφή της λογικής των πραγμάτων-να καταστήσει αξιόποινη την προσπάθεια του να υπερασπισθεί την προσωπικότητα του (ακόμα και) από άδικες και απρόκλητες επιθέσεις”. Το πραγματικό που απασχόλησε την Εισαγγελία είχε να κάνει με εξυβρίσεις του θύματος ο οποίος συμβουλεύθηκε τον Δικηγόρο του για τι δει πράττειν κι αυτός (ο Δικηγόρος) τον συμβούλευσε να χρησιμοποιήσει κασετόφωνο να καταγράψει τους υβριστές του. Βάσει της Ολομελειακής 1/ 2001 θα ήταν κατηγορούμενοι για παραβίαση της ΠΚ 370 Α § 2 και ο χρήστης του κασετοφώνου ως αυτουργός και ο Δικηγόρος ως ηθικός αυτουργός. 
γ) Σύμφωνα με την σπουδαία απόφαση ΑΠ 42/ 2004, “Ενόψει της θεμελιώδους συνταγματικής διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 1 του σεβασμού και της προστασίας της ανθρώπινης αξίας που χαρακτηρίζει το δημοκρατικό μας πολίτευμα ως ανθρωποκεντρικό με θεμέλιο την αξία του ανθρώπου( Ολομ. ΑΠ 40/1998), του γεγονότος ότι τα έννομα αγαθά της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας, τα οποία απολαύουν απόλυτης συνταγματικής προστασίας (άρθρο 5 παρ. 2 του Σ), τίθενται σε διακινδύνευση στην περίπτωση μη απόδειξης της αθωότητας του κατηγορουμένου, κάμπτεται ο κανόνας του άρθρου 19 παρ. 3 του Συντάγματος της μη χρήσεως των παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων, όταν αυτά αποτελούν το μόνο προτεινόμενο από αυτόν (κατηγορούμενο) αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη της αθωότητάς του, υπό τον περιορισμό πάντοτε της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος), εάν δηλαδή στη συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβανομένης υπόψη και της βαρύτητας του εγκλήματος, για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, το εν λόγω αποδεικτικό μέσο είναι αναγκαίο και πρόσφορο για την απόδειξη της αθωότητάς του. Περί αυτών θα κρίνει ο δικαστής, ο οποίος σε καταφατική περίπτωση, θα συνεκτιμήσει τα ευνοϊκά σημεία του παρανόμου αποδεικτικού μέσου για τον προτείνοντα αυτό κατηγορούμενο, θα αγνοήσει δε τα επιβαρυντικά σημεία για τον αντιλέξαντα συγκατηγορούμενό του". 
δ) Σύμφωνα με την ΑΠ 1323/ 2011 (όμοια και η ΑΠ 840/ 2011), “Ο νόμος, αναφερόμενος μόνο για την περίπτωση κηρύξεως της ενοχής ή της επιβολής ποινής, ουδέν διαλαμβάνει περί του επιτρεπτού η μη της μαγνητοταινίας ως αποδεικτικού μέσου για την απόδειξη της αθωότητας του κατηγορουμένου. Ενόψει, όμως, της θεμελιώδους συνταγματικής διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 1 που ανάγει σε πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας τον σεβασμό και την προστασία της ανθρώπινης αξίας, του γεγονότος ότι τα έννομα αγαθά της ζωής της τιμής και της ελευθερίας, τα οποία απολαύουν απόλυτης συνταγματικής προστασίας (άρθρο 5 παρ. 2 του Συντάγματος), τίθενται σε διακινδύνευση στην περίπτωση μη απόδειξης της αθωότητας του κατηγορουμένου, κάμπτεται ο κανόνας του άρθρου 19 παρ. 3 του Συντάγματος της μη χρήσεως των παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων, όταν αυτά αποτελούν το μόνο προτεινόμενο από αυτόν (κατηγορούμενο) αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη της αθωότητας του, υπό τον περιορισμό πάντοτε της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος), εάν δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβανομένης υπόψη και της βαρύτητας του εγκλήματος, για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, το εν λόγω αποδεικτικό μέσο είναι το μόνο αναγκαίο και πρόσφορο για την απόδειξη της αθωότητας του. Επομένως, ενόψει του ότι συνταγματικά υπέρτερο αγαθό, από το αγαθό της ελευθερίας της επικοινωνίας, είναι η προσωπική ελευθερία, η οποία κατοχυρώνεται από τις διατάξεις των άρθρων 5, 6,και 7 του Συντάγματος, το απόρρητο της ελευθερίας της επικοινωνίας κάμπτεται και επιτρέπεται η χρήση στο δικαστήριο του προϊόντος της αθέμιτης μαγνητοφώνησης ιδιωτικής συνομιλίας, προκειμένου να απαλλαγεί ένας αθώος και να αποφευχθεί μια άδικη βαρύτερη καταδίκη του κατηγορουμένου. Περί αυτών θα κρίνει ο δικαστής, ο οποίος σε καταφατική περίπτωση, θα συνεκτιμήσει τα ευνοϊκά σημεία του παράνομου αποδεικτικού μέσου για τον προτείνοντα αυτό ως κατηγορούμενο (ΑΠ 1261/2009, ΑΠ 813/2008, ΑΠ 611/2006)”.
ε) Τέλος, κατά έγκυρη άποψη της Επιστήμης (βλ. και παρακάτω υπό πργφ 9) "θεμιτή αποτύπωση του προφορικού λόγου υφίσταται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν έχουμε ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και μαζί εκδήλωση ιδιωτικής ζωής, αλλά κατάπτωση της προσωπικότητας. Εδώ υπάγονται περιπτώσεις ανθρώπινης συμπεριφοράς (συνομιλίας ή άλλης ενέργειας) με ευθέως εγκληματικό χαρακτήρα, ως λ.χ. η τηλεφωνική εκβίαση ή απειλή ή εξύβριση ή προφορική συνομιλία και συνεργασία των συναυτουργών ληστείας σε τράπεζα που αποτυπώνεται σε βιντεοταινία" [ΕισΑΠ Αθ. Κονταξής, ερμηνεία του Ποινικού Κώδικα, 2000, σελ. 3.125].  
8. Είναι ολοφάνερο ότι το περιεχόμενο της “παράνομης” καταγραφης αναφέρεται σε γεγονότα ουδεμία σχέση έχοντα με τον ιδιωτικό βίο του κ. Μπαλτακου. Απεναντίας σχετίζονται-σύμφωνα με τις αποκαλύψεις του-με την ελευθερία και την τιμή του υπόδικου βουλευτή για κακουργηματικές πράξεις. Επομένως, αφού ο Άρειος Πάγος επιτρέπει την καταγραφή για την προάσπιση της τιμής και της ελευθερίας ενός πολίτη (ιδίως ΑΠ 42/ 2004), ουδεμία παράβαση έπραξε ο υπόδικος βουλευτής. Απλώς η μόνη παράβαση του είναι ότι τη χρησιμοποίησε στα ΜΜΕ και όχι στα δικαστήρια. Αλλά γι' αυτή την παράβαση του θα επικαλεστεί κατάσταση ανάγκης ή σύγκρουση καθηκόντων [Ποινικός Κώδικας άρθρο 32]. Λέχθηκε-πολύ εύστοχα!- ότι “το αν θα τελέσουμε ή όχι μια αξιόποινη πράξη εξαρτάται από εμάς· όμως, το αν θα βρεθούμε στο εδώλιο του κατηγορουμένου δεν εξαρτάται από εμάς. Παράγοντες όπως είναι η σύγχυση της ταυτότητας, η ψευδής καταμήνυση, η πολιτική σκοπιμότητα, η πλάνη των διωκτικών οργάνων κλπ μπορούν να εμπλέξουν οποιονδήποτε πολίτη στα δίχτυα της ποινικής δικαιοσύνης, άσχετα από την κατάληξη που θα έχει η σχετική δίκη” [Νίκος Ανδρουλάκης, Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης, 19942, πλαγιάριθμος 43, σελ· 27].
9. Η άποψη μου. Κατά τη γνώμη μου δεν πρέπει να υπάρχει καμιά απαγόρευση καταγραφής όλων των εκδηλώσεων των δημοσίων προσώπων, είτε σχετικής επικαιρότητας (π.χ. ένας εγκληματίας, ένας τυχερός στο ΛΟΤΤΟ κλπ) είτε απόλυτης επικαιρότητας (στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν κατ' εξοχήν τα πολιτικά πρόσωπα). Και όταν λέω όλων των εκδηλώσεων εννοώ και του ιδιωτικού βίου! Κανείς δεν υποχρέωσε κανένα να ασχοληθεί με την Πολιτική παρά μόνο το ιδιοτελές συμφέρον τους (πλουτισμός). Αυτά τα πρόσωπα δεν αντιπροσωπεύουν κανένα παρά μόνο τον εαυτό τους και την τσέπη τους! Δεν είναι δυνατόν, π.χ. να επικαλείται ένας πολιτικός την privacy του για να απαγορέψει την χρήση κασέτας που αποδεικνύει το βιασμό της θυγατέρας του από τον πατέρα της βιασθείσας! Όπως προσφυέστατα έχει λεχθεί "το Σύνταγμα προστατεύει την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, όχι την ελεύθερη κατάπτωση της"! [Νίκος Ανδρουλάκης, Θεμελιώδεις έννοιες... πλαγιάριθμος 295.5, σελ. 182 παραπέμποντας σε απόφαση του Γερμανικού Ακυρωτικού]. 
Τέλος, 10) καμιά παράβαση δεν διέπραξε η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ως προϊσταμένης της Εισαγγελικής Αρχής, διατάσσοντας την άσκηση ποινικής δίωξης. Καμιά παράβαση. Όλα όσα εκτέθηκαν παραπάνω αρμόδιοι να τα κρίνουν είναι οι Δικαστές όχι ο Εισαγγελέας. Τα όσα βεβαίως καταμαρτυρεί εις βάρος της στην μαγνητογράφηση ο κ. Μπαλτάκος σαφώς και χρήζουν έρευνας!

1 σχόλιο:

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

"Κατά την άποψη του εισαγγελικού λειτουργού, όπως καταγράφεται στην 32 σελίδων πρόταση του, δεν πρέπει να παραπεμφθεί σε δίκη ο Ηλίας Κασιδιάρης καθώς η επίμαχη συνομιλία αφορούσε ζητήματα δημοσίου ενδιαφέροντος τα οποία θα μπορούσαν να είναι αντικείμενο ενημέρωσης της κοινής γνώμης.
Όπως αναφέρει ο Αντώνης Λιόγας "η επίδικη συνομιλία πραγματοποιήθηκε στο υπηρεσιακό γραφείο του γ.γ της κυβέρνησης και ενώ η πόρτα ήταν ανοιχτή και η είσοδος τρίτων προσώπων σε αυτό, ελεύθερη.
Δεν έθιγε και δεν αναφερόταν καν στην ιδιωτική ζωή κάποιου προσώπου... Αντίθετα, αποτελούσε μία προεχόντως επαγγελματική-πολιτική συζήτηση, η οποία πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια και κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων του Τάκη Μπαλτάκου, ως γενικού γραμματέα της κυβέρνησης και η οποία, λόγω της φύσεως και του είδους των εκπληρουμένων αυτών καθηκόντων, υπόκειται σε έλεγχο και κριτική" [Εισαγγελική πρόταση ΕισΕφΑθ Αντ. Λιόγα στο ΣυμβΕφΑθηνων].
Πρόταση Εισαγγελέα: Να μην παραπεμφθεί σε δίκη για την "υπόθεση Μπαλτάκου" ο Η.Κασιδιάρης

Addthis