Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου 2015

σύμβαση ορισμένου χρόνου, ανεξάρτητες υπηρεσίες, καταχρηστική απόλυση, ηθική βλάβη.

A) Εξαρτημένη εργασία και μίσθωση ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Έννοια και διάκριση. Ηχολήπτης σε εταιρεία παραγωγής διαφημίσεων, έχει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον είχε σταθερό ωράριο και μισθό και κατά την εκτέλεση της εργασίας του τελεί υπό τις οδηγίες του εργοδότη του, ο οποίος καθορίζει την εργασία που εκτελεί και το χρόνο που απαιτείται για την ολοκλήρωσή της, εγκρίνοντας το αποτέλεσμα της εργασίας του, πριν αποσταλεί στον πελάτη. Άκυρη η αιφνίδια καταγγελία της συμβάσεώς, λόγω του ότι αξίωσε την καταβολή των οφειλόμενων ποσών από την παροχή της εργασίας του, χωρίς την καταβολή της αποζημίωσής του. Υποχρέωση καταβολής της αποζημίωσης, δεδομένου ότι ο ενάγων, θεωρώντας την απόλυσή του ως έγκυρη, αποχώρησε από την εργασία του, καθώς και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής του βλάβης, ενόψει της καταχρηστικότητας της καταγγελίας. Η ειδικότερη παραδοχή, ότι ο ενάγων, θεωρώντας την απόλυσή του ως έγκυρη, αποχώρησε από την εργασία του, δεν αναιρεί την υποχρέωση της εργοδότριας να αποκαταστήσει την ηθική του βλάβη. (Απορρίπτει αναίρεση κατά της υπ΄ αριθμ. 5504/2011 απόφασης ΠολΠρΑθηνών).
Άρειος Πάγος, Β 2 Πολιτικό Τμήμα,  Αριθμός 22/ 2014.

 Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 21-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος (κατά το πρώτο μέρος του), από τον αρ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι, με τους όρους της συμφωνίας τους, αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού ή της καταβολής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του προς αυτές. Η υποχρέωση του εργαζοµένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συµµορφώνεται προς τις οδηγίες του, ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισµα της παραπάνω εξάρτησης, η οποία µπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόµενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστηµονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη (ΟλΑΠ 28/2005). Το δικαίωµα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει τη συμμόρφωση του εργαζοµένου, προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία όµως, δεν εξαρτάται µόνον από το αν συντρέχουν όλα ή τα περισσότερα από τα στοιχεία αυτά. Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσότερων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσµευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτή εργαζόµενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθµιση της σχέσης του µε τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο. Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίµηση των όρων και εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει, κατά περίπτωση, ανάλογα µε τα είδος και τη φύση της εργασίας (Ολ ΑΠ 28/ 2005). Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και ειδικότερα, αν ο παρέχων την εργασία δεν υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη, κατά την παραπάνω έννοια, τότε πρόκειται για σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ` αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26 § 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΑΕΔ 3/ 2001, Ολ ΑΠ 7 και 8/ 2011). Η παροχή των υπηρεσιών του εργαζοµένου σε καθορισμένο τόπο και χρόνο, καθώς και η συμμόρφωση προς από κοινού συμφωνούμενους όρους, δεν αποτελούν, χωρίς άλλο, κριτήριο παροχής εξαρτημένης εργασίας, αν δικαιολογούνται από τη φύση και τις συνθήκες παροχής της. Ακόμη, δεν αποτελούν αποφασιστικά κριτήρια υπέρ του χαρακτηρισμού της απασχόλησης ως σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, η μη ασφάλιση του εργαζομένου στο ΙΚΑ και η μη χορήγηση σ` αυτόν βεβαιώσεων μισθωτών υπηρεσιών, η ασφάλισή του στο ΤΕΒΕ και η έκδοση δελτίου παροχής υπηρεσιών, η παρακράτηση από τον εργοδότη φόρου ελεύθερων επαγγελματιών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ.1 εδ. α` του νόμου 2639/1998 "ρύθμιση εργασιακών σχέσεων...", η μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου συμφωνία για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας, τηλεργασίας, κατ` οίκον, απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι δεν υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον η συμφωνία αυτή καταρτίζεται εγγράφως και γνωστοποιείται μέσα σε δεκαπέντε ημέρες στην οικεία επιθεώρηση εργασίας. Ενώ, κατά την παράγραφο 2 του αυτού άρθρου "Μέσα σε διάστημα εννέα (9) μηνών από την δημοσίευση του παρόντος νόμου, κάθε εργοδότης υποχρεούται να υποβάλει στην οικεία επιθεώρηση εργασίας συγκεντρωτική κατάσταση, αναφορικά με τις υφιστάμενες συμφωνίες μεταξύ αυτού και των απασχολούμενων για παροχή υπηρεσιών ή έργου, στην οποία θα αναγράφονται η χρονολογία κατάρτισης των συμφωνιών αυτών και το ονοματεπώνυμο του απασχολουμένου. Σε περίπτωση παραλείψεως υποβολής της κατάστασης αυτής θεωρείται ότι η σχετική συμφωνία υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας". Με τις διατάξεις αυτές, όπως σαφώς προκύπτει από την διατύπωση και το περιεχόμενό τους, δεν επιχειρείται παρέμβαση του νομοθέτη στο ουσιαστικό μέρος των άνω συμβάσεων, έτσι ώστε αυτές να ερμηνεύονται αυθεντικά ως συμβάσεις έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών στις περιπτώσεις της παραγράφου 1 ή ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας στην περίπτωση της παραγράφου 2, αλλά απλά τόσο με τον όρο "τεκμαίρεται" της πρώτης παραγράφου όσο και με τον ταυτόσημο όρο "θεωρείται" της δεύτερης, καθιερώνονται μαχητά τεκμήρια, υπέρ του ότι, στην πρώτη περίπτωση δεν υποκρύπτεται στις μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου συμφωνίες σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και στη δεύτερη ότι πράγματι υποκρύπτεται τέτοια σύμβαση, και συνεπώς παρέχεται δυνατότητα ανταπόδειξης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το, ως Εφετείο, δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχτηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: Η εναγοµένη και ήδη αναιρεσείουσα είναι παραγωγός ραδιοφωνικών διαφηµίσεων, µε κύριο αντικείµενο δραστηριότητας την παραγωγή ραδιοφωνικών διαφημιστικών ρεκλαµών. Στο πλαίσιο αυτής της δραστηριότητάς της, στις 3.5.2004, συνήψε µε τον εναγόµενο και ήδη αναιρεσίβλητο σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειµένου να εργαστεί µε την ειδικότητα του ηχολήπτη, αντί αµοιβής 900 ευρώ το µήνα. Ο ενάγων παρείχε την εργασία του καθηµερινά, επί οκτώ ώρες, ήτοι από τις 10.00 π.µ. έως τις 18.00 µ.µ. και συνολικά σαράντα οκτώ ώρες εβδοµαδιαίως, στα γραφεία της εταιρείας, όπου του παρείχετο ο κατάλληλος ηλεκτρονικός εξοπλισµός, ώστε να ηχογραφεί τα εκφωνηθέντα κείµενα, που είχαν εκπονηθεί από το δημιουργικό τµήµα της εταιρείας και να επενδύει τα διαφηµιστικά µε ηχητικές και µουσικές αισθητικές εντυπώσεις, µέσω τεχνικών µέσων (εφέ), ώστε να απαρτίζουν όλα αυτά ένα ενιαίο ηχητικό σύνολο. Μετά την ολοκλήρωση της ηχογράφησης και τη µουσική επένδυση των διαφηµιστικών σποτ, αυτά αποστέλλονταν στους πελάτες για την τελική έγκριση µέσω του διαδικτύου (internet), με τη µορφή ψηφιακών αρχείων και σπανιότερα σύµπυκτου δίσκου (cd). Κατά την εκτέλεση της εργασίας του, ο ενάγων τελούσε υπό τις εντολές και οδηγίες του νόµιµου εκπρόσωπου της εταιρίας, ο οποίος καθόριζε την εργασία που εκτελούσε και το χρόνο που απαιτούνταν για την ολοκλήρωσή της, ενώ ενέκρινε το αποτέλεσµα της εργασίας του, πριν αποσταλεί στον πελάτη προς έγκριση. Ο ενάγων τελούσε σε σχέση εξαρτηµένης εργασίας προς την εναγοµένη, αφού παρείχε την εργασία του αποκλειστικά στους χώρους της εταιρίας και µε χρήση των µέσων αυτής, εντός καθορισµένου ωραρίου και υπό την άµεση επίβλεψη και καθοδήγηση του νόμιµου εκπρόσωπου της, ενώ λάµβανε, µηνιαίως, σταθερό ποσό ως αµοιβή, ανεξάρτητα από τις εργασίες που πραγµατοποιούσε. Το γεγονός ότι, στις 19.5.2005, υπεγράφη µεταξύ των διαδίκων σύµβαση µίσθωσης ανεξάρτητων υπηρεσιών, σύµφωνα µε το άρθρο 1 Ν. 2639/98, η οποία, εµπροθέσµως, γνωστοποιήθηκε στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας και ότι, για την είσπραξη της αµοιβής του, ο ενάγων εξέδιδε αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, δεν αρκεί για να προσδώσει στην εργασιακή του σχέση το χαρακτηρισµό της σύµβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών, αφού οι ειδικότερες συνθήκες και ο τρόπος παροχής της εργασίας του συνάδουν περισσότερο προς αυτά της εξαρτηµένης εργασίας, το γεγονός δε ότι ο µισθός του είχε οριστεί στο ποσό των 900 ευρώ, ενισχύει την παραπάνω κρίση. Ενόψει των ανωτέρω συνθηκών παροχής της εργασίας του ενάγοντος, το δικαστήριο δέχθηκε, ότι ο ενάγων τελούσε υπό την εξάρτηση της εναγομένης και η έννοµη σχέση που τον συνέδεε µε αυτήν, ήταν εκείνη της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι εκείνη των ανεξάρτητων υπηρεσιών, εφόσον δε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε, ότι είχε συναφθεί σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών και όχι σύμβαση εργασίας, δέχθηκε το λόγο έφεσης και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση. Με την κρίση του αυτή το, ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 648 επ., 652, 681 ΑΚ, 6 ν. 765/1943, 1 παρ. 1 και 2 ν. 2639/1998, αφού πράγματι, από τα ανελέγκτως δεκτά γενόµενα από το δικαστήριο της ουσίας, πραγματικά περιστατικά, προκύπτει ότι η σχέση που συνέδεε τον αναιρεσίβλητο µε την αναιρεσείουσα, ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας και όχι εκείνη των ανεξάρτητων υπηρεσιών. Επομένως, είναι αβάσιμος ο, περί του αντιθέτου, πρώτος (κατά το πρώτο μέρος του) λόγος αναίρεσης, από τον αρ. 1 του άρθρου 560 (όχι 559) ΚΠολΔ.
Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου, η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού δεν είναι απεριόριστη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ. Καταχρηστική, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, (και επομένως άκυρη) είναι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, όταν οφείλεται σε κακότητα εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου. Η ακυρότητα αυτής δεν είναι απόλυτη, αλλά σχετική και ως εκ τούτου δικαιούται να την επικαλεσθεί μόνο ο εργαζόμενος υπέρ του οποίου έχει ταχθεί αυτή και ο οποίος έχει το δικαίωμα, μεταξύ άλλων, να παραιτηθεί από το δικαίωμά του να προσβάλλει αυτή σαν άκυρη, να δεχθεί τη γενόμενη απόλυση σαν έγκυρη και να αξιώσει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσής του. Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281, 648, 672 του ΑΚ, 5 § 1 και 22 § 1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι, αν η καταγγελία σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου (μείωση της υπόληψης αυτού ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση) ή που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το ποσό της οποίας καθορίζεται από το δικαστήριο κατ` εύλογη κρίση.
Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο δέχθηκε ακόμη και ότι η αναιρεσείουσα, την 1.12.2005, απέλυσε, αναίτια, τον αναιρεσίβλητο, επειδή αξίωσε την καταβολή των οφειλόμενων ποσών από την παροχή της εργασίας του, χωρίς προειδοποίηση και χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωσή του. Η απόλυση αυτή είναι άκυρη, αφού, αφενός μεν δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος, αφετέρου δε η συμπεριφορά της εναγομένης με τον τρόπο που εκδηλώθηκε και το σκοπό που επεδίωξε να ικανοποιήσει (ματαίωση των αξιώσεων του ενάγοντος), δεν αποτελεί ενάσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος αλλά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος αυτού, γιατί υπερβαίνει, καταφανώς, τα όρια τα καθοριζόμενα από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη που ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου. Ο ενάγων, θεωρώντας την ως άνω απόλυσή του ως έγκυρη, αποχώρησε από την εργασία του, οπότε η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει, ως αποζημίωση απόλυσης, το ποσό των 2.100 ευρώ. Η καταγγελία αποτελεί και παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντα, γιατί είχε ως αποτέλεσμα,εντελώς αδικαιολόγητα δυσμενείς υλικές και ηθικές συνέπειες για τον τελευταίο και γι` αυτό δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης. Ανάλογο δε ποσό, σύμφωνα με τις συνθήκες της προσβολής, το βαθμό του πταίσματος των εκπροσώπων της εναγομένης, το είδος της προσβολής, την περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων και την κοινωνική θέση του ενάγοντα, είναι εκείνο των πεντακοσίων (500) ευρώ, το οποίο και του επιδίκασε. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν, διότι, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, ο αναιρεσίβλητος δικαιούται, πράγματι, το ποσό αυτό, ενόψει του ότι το δικαστήριο δέχθηκε ότι η καταγγελία αποτελεί και παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντα, γιατί είχε ως αποτέλεσμα "εντελώς αδικαιολόγητα δυσμενείς υλικές και ηθικές συνέπειες για τον τελευταίο". Η ειδικότερη δε παραδοχή της απόφασης, ότι ο αναιρεσίβλητος, θεωρώντας την ως άνω απόλυσή του ως έγκυρη, αποχώρησε από την εργασία του, δεν αναιρεί την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να αποκαταστήσει την ηθική του βλάβη, ενόψει του ότι αυτός αποδέχθηκε την απόλυσή του ως έγκυρη, ασκώντας νόμιμο δικαίωμά του.Επομένως ο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 (και όχι 559) ΚΠολΔ, τέταρτος (κατά το πρώτο μέρος του), λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών κ.λπ., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε, όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης, του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας. Όπως προκύπτει από την σαφή διατύπωση των ως άνω διατάξεων, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατ` αποφάσεων των ειρηνοδικείων, απαριθμούνται περιοριστικά σ` αυτές (Ολ ΑΠ 45/1987), οι οποίες είναι ειδικές, ως προς τους επιτρεπομένους λόγους αναίρεσης κατά των αναφερομένων εκεί αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο, (κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του), δεύτερο, τρίτο και τέταρτο, (κατά το δεύτερο μέρος του), λόγους αναίρεσης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί έφεσης κατά της 479/2008 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, για τους, από τον αριθμό 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβλεπόμενους λόγους αναίρεσης. Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, αφού δεν συγχωρείται η προβολή των, κατά της πληττόμενης απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να καταδικαστεί δε η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ, όπως, ειδικότερα, ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 7-4-2013, αίτηση της αναιρεσείουσας για την αναίρεση της 5504/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2013.
----

B) Μίσθωση εργασίας. Καταγγελία σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου για σπουδαίο λόγο. Η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι νομική και ελέγχεται αναιρετικώς. Πότε η καταγγελία είναι άκυρη. Μόνη η μείωση κερδών του εργοδότη ή ακόμη και η δημιουργία ζημιών, δεν αποτελεί σπουδαίο λόγο. Διεθνής δικαιοδοσία. Πότε είναι έγκυρη η συμφωνία για παρέκταση αρμοδιότητας. Πρέπει να καθορίζεται το κατά τόπο αρμόδιο αλλοδαπό δικαστήριο. Επί εργατικών διαφορών, υφίσταται διεθνής δικαιοδοσία των Ελληνικών δικαστηρίων αν η εργασία παρέχεται στην Ελλάδα. Οι αξιώσεις από άκυρη καταγγελία της σχέσης εργασίας ασκούνται εντός τριμήνου. Η προϋπόθεση αυτή λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως. Η αναιρεσείουσα δεν επανέφερε παραδεκτά ενώπιον του Εφετείου την πάροδο της αποσβεστικής προθεσμίας, αλλά το πρώτο τη μνημονεύει με την προσθήκη των προτάσεων. Νομότυπα η αγωγή επιδόθηκε στο υποκατάστημα της αναιρεσείουσας την Αθήνα. Η έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης και η έρευνά της αποτελεί προαπαιτούμενο για την έρευνα της αξιώσεως, η οποία δεν είχε γίνει από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Οι αποδιδόμενες στον ενάγοντα παραβάσεις δεν περιλαμβάνονται στον κύκλο των αρμοδιοτήτων του και η καταγγελία ήταν άκυρη ως καταχρηστική. Οφείλονται μισθοί υπερημερίας, μέχρι του συμφωνημένου χρόνου της εργασιακής του συμβάσεως. Η καταγγελία έγινε κατά τρόπο προσβλητικό για την προσωπικότητα του ενάγοντα και ορθά επιδικάστηκε αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης. Απορρίπτεται η αναίρεση κατά το άρθρο 559 αριθ. 1, 4, 8, 14 και 19 ΚΠολΔ (επικυρώνει την αριθ. 857/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών).
Άρειος Πάγος, Β 2 Πολιτικό Τμήμα, 806/ 2014
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Μουστάκα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Γιαννούλη), Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Κωνσταντίνο Παπασταματίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται ημεδαποί και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως κανόνας η διεθνής δικαιοδοσία των Ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων και επί ιδιωτικών διαφορών, εφόσον αυτές συνδέονται με τα Ελληνικά πολιτικά δικαστήρια, με κάποιο θεμελιωτικό της αρμοδιότητάς τους στοιχείο, κατά τις διατάξεις περί γενικών και ειδικών δωσιδικιών. Τέτοιο στοιχείο, θεμελιωτικό της αρμοδιότητας των ελληνικών δικαστηρίων και επομένως της διεθνούς δικαιοδοσίας τους είναι, σύμφωνα με το άρθρο 664 Κ.Πολ.Δ., και ο τόπος παροχής της εργασίας. Εξάλλου, από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 42, 43 και 44 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι με συμφωνία των μερών μπορεί να αποκλεισθεί η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων, επί υφισταμένων και αν η συμφωνία γίνει εγγράφως, και επί διαφορών που θα προκύψουν στο μέλλον, από ορισμένη έννομη σχέση, απαιτείται όμως να καθορίζει η συμφωνία το μέλλον να επιλύσει τις διαφορές κατά τόπο αρμόδιο αλλοδαπό δικαστήριο, ενώ στην περίπτωση που δεν καθορίζεται κατά τρόπο σαφή το αλλοδαπό δικαστήριο, η συμφωνία είναι ανίσχυρη (Ολ. Α.Π.4/ 1992, Α.Π. 339/ 1986).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο δέχθηκε, ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου τριετούς διάρκειας, που συνήφθη την 16/4/2007, ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη Τράπεζα "...........", που εδρεύει στο ..., προκειμένου να απασχοληθεί στο υποκατάστημα που λειτούργησε αυτή στην Ελλάδα, με την ιδιότητα του Διευθυντή ........ στην Ελλάδα. Η σύμβαση του ενάγοντος με την συγκεκριμένη Τράπεζα υπεγράφη στο Κρασνογιάρσκ της Ρωσικής Ομοσπονδίας και αφορούσε το διάστημα από 16/4/2007 έως 15/4/2010 Στο άρθρο 7 παρ. 4 της εν λόγω συμβάσεως ορίστηκαν τα εξής: "Διαφορές μεταξύ των Συμβαλλομένων που προκύπτουν από τη σχέση με την εκτέλεση της Σύμβασης Εργασίας θα διευθετούνται με φιλικό διακανονισμό. Αποτελέσματα διαπραγματεύσεων θα αποτυπώνονται σε πρακτικά που θα υπογράφονται και από τους δύο Συμβαλλόμενους ή νόμιμους εκπροσώπους τους. Αν η διαφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων δεν μπορεί να λυθεί φιλικά, θα διευθετείται με τη διαδικασία προβλεπόμενη από την κείμενη νομοθεσία της Ρωσικής Ομοσπονδίας". Από τη διατύπωση της ως άνω διατάξεως της συγκεκριμένης εργασιακής συμβάσεως του ενάγοντος δεν προκύπτει ο καθορισμός του αρμοδίου κατά τόπου αρμοδίου δικαστηρίου, που είναι απαραίτητο στοιχείο για το κύρος της συμφωνίας, ούτε όμως προκύπτει ότι τα μέρη είχαν βούληση απονομής δικαιοδοσίας έστω και γενικά στα δικαστήρια της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Κατ` ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί ότι αρμόδια προς εκδίκαση της ένδικης διαφοράς είναι τα Δικαστήρια της Ρωσικής Ομοσπονδίας, και δίκασε την αγωγή κατ` ουσίαν. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 και 664 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατ` ορθή υπαγωγή από το άρθρο 559 αρ. 4 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της υπερβάσεως δικαιοδοσίας των Ελληνικών δικαστηρίων, είναι αβάσιμος. Οι περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που διαλαμβάνονται στον πρώτο λόγο αναιρέσεως, με την επίκληση του άρθρου 559 αρ.1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. ότι στην κρινόμενη περίπτωση δεν εφαρμόζεται η σύμβαση της Ρώμης (άρθρο 6 παρ. 1, που κυρώθηκε με το Ν. 1792/1988), γιατί η Ρωσική Ομοσπονδία δεν συμμετέχει στην εν λόγω σύμβαση και ότι ανεξάρτητα από το ότι τα μέρη ρητά επέλεξαν ως εφαρμοστέο δίκαιο στη μεταξύ τους εργασιακή σχέση, το δίκαιο της Ρωσικής Ομοσπονδίας, το τελευταίο θα ήταν εφαρμοστέο και στην περίπτωση που έλειπε τέτοια συμφωνία, είναι, α) αλυσιτελής η πρώτη, γιατί πλήττεται η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, β) αβάσιμη η δεύτερη, καθόσον, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, υπάρχει θεμελιωτικό της διεθνούς δικαιοδοσίας των Ελληνικών δικαστηρίων στοιχείο, η παροχή της εργασίας του ενάγοντος στην Ελλάδα. Επειδή, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α`Ν. 3198/ 1955, κάθε αξίωση του μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία της σχέσεως εργασίας είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν επιδοθεί εντός τριμήνου αποσβεστικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας. Πρόκειται για καθιέρωση ουσιαστικού απαραδέκτου, το οποίο κατά κύριο λόγο πλήττει το δικαίωμα επικλήσεως και προβολής της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ως άκυρης και κατ` ανάγκην και τις συνεχόμενες με αυτό ουσιαστικές αξιώσεις. Η προθεσμία αυτή, η οποία είναι αποκλειστική, αποσκοπεί στην ταχεία άρση κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας της εργασιακής σχέσεως και στην εκκαθάριση εντός συντόμου χρονικού διαστήματος των αξιώσεων των εργαζομένων, που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία, ώστε να μη δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη, καταλαμβάνει δε κάθε αξίωση που πηγάζει από ακυρότητα της καταγγελίας της σχέσεως εργασίας. Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση, αντένσταση, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.Α.Π. 3/1997), θα πρέπει δε αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας από τον αναιρεσείοντα. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο, απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240Κ.Πολ.Δ., με τις προτάσεις) στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 43/ 1990) ή να πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ., προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, με την επίκληση των προϋποθέσεων της βραδείας προβολής του. Πρέπει να σημειωθεί ότι η άνω, κατ` άρθρο 6 παρ. 1 Ν. 3198/1955 αποσβεστική προθεσμία, λαμβάνεται μεν υπόψη αυτεπαγγέλτως, κατ` άρθρο 280 ΑΚ. δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη, διότι καθιερώθηκε για την εξυπηρέτηση του ιδιωτικού συμφέροντος και όχι άλλου ανωτέρω κοινωνικού σκοπού.
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό της, πως οι ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος υπέκυψαν στην αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, τον οποίο πρότεινε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφερε με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, καθόσον η κρινόμενη αγωγή της επιδόθηκε στις 17/2/2009, στη λεωφόρο ...... , αρ. ... της Αθήνας, όπου έχει εγκαταστήσει υποκατάστημα και όχι στους αντικλήτους της, όπως έπρεπε, οι οποίοι είχαν διοριστεί με τα … /6/11/2008 και … /6/11/2008 πληρεξούσια αντίστοιχα, της συμβολαιογράφου ......... ...... , .................. ....... . Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον την πάροδο της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198.1955, δεν προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα την επανέφερε παραδεκτά ενώπιον του Εφετείου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των κατατεθεισών ενώπιον αυτού προτάσεών της, αλλά το πρώτον τη μνημονεύει με την προσθήκη αυτών. Πάντα τα ανωτέρω, ανεξαρτήτως του ότι η επίδοση του δικογράφου της αγωγής έγινε νομότυπα, μέσα στην τρίμηνη ως άνω αποσβεστική προθεσμία, στο νομίμως εγκατεστημένο στην Αθήνα και επί της λεωφόρου Συγγρού αρ. 130, υποκατάστημα της αναιρεσείουσας, που έχει νομίμως καταχωρηθεί και λειτουργεί ως υποκατάστημα αλλοδαπής Τράπεζας με την επωνυμία, "...........". Επίσης αβάσιμος είναι και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 11 α` Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι η 1286/5/5/2010 ένορκη βεβαίωση δόθηκε χωρίς νόμιμη κλήτευση της, καθόσον η ένορκη αυτή βεβαίωση δόθηκε μετά νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αναιρεσείουσας με την 2569Γ3/5/2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Αλ. Πάπαρη.
Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 2 επ., 62, 63, 94, 118 αρ. 4, 216 παρ.1β, 322 παρ. 1 και 324 Κ.Πολ.Δ., οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται και η διεθνής δικαιοδοσία των Ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων, δεν αποτελούν ιδιαίτερο αυτοτελές αντικείμενο της δίκης και για το λόγο αυτό εξετάζονται και επιλύονται πάντοτε σε σχέση με το αντικείμενο της. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 522 του Κ.Πολ.Δ με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως το εφετείο αποκτά την εξουσία να εξετάσει όλους τους ισχυρισμούς που υποβάλλονται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 525 έως και 527 Κ.Πολ.Δ. Στην προκείμενη περίπτωση αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, με την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ., αιτιάται το Εφετείο, γιατί δέχθηκε τον πρόσθετο λόγο εφέσεως με τον οποίο ο ενάγων παραπονείτο για το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο, που αποτελεί άσχετο κεφάλαιο με τη μοναδική κρίση του Πρωτοδικείου, για απόρριψη της αγωγής για έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας, για την οποία παραπονείτο ο ενάγων με το δικόγραφο της εφέσεώς του. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον η έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας των Ελληνικών δικαστηρίων, που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης και όχι ιδιαίτερο, αυτοτελές κεφάλαιο σε σχέση με την ασκούμενη με την ένδικη αγωγή αξίωση και η έρευνα αυτής, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως από τον ηττηθέντα ενάγοντα, αποτελεί αναγκαίο προαπαιτούμενο για την έρευνα της ένδικης αξιώσεως, η οποία δεν είχε γίνει από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και για την οποία ο ενάγων, με την έφεση του και τον πρόσθετο λόγο, ζητούσε να γίνει δεκτή κατ` ουσίαν.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 672 ΑΚ, "Καθένας από τα μέρη έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής σπουδαίο λόγο αποτελούν τα περιστατικά εκείνα ή ακόμη και το μεμονωμένο εκείνο περιστατικό, εξαιτίας των οποίων δεν είναι δυνατόν, κατ` αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να αξιωθεί από οιονδήποτε εκ των συμβαλλομένων μερών η συνέχιση της συμβάσεως μέχρι τη συμφωνημένη ή εκ του νόμου υποχρεωτική λήξη της (Ολ.Α.Π. 10/ 1995). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα συγκεκριμένα περιστατικά, στα οποία στηρίζεται η καταγγελία της συμβάσεως ορισμένου χρόνου, συνιστούν την αόριστη νομική έννοια του σπουδαίου λόγου, είναι κρίση νομική που ελέγχεται αναιρετικώς. Τυχόν δε ανυπαρξία σπουδαίου λόγου, ή αν ο προβαλλόμενος ως σπουδαίος λόγος καταγγελίας δεν είναι τόσο σπουδαίος και σοβαρός, ώστε να μπορεί να δικαιολογήσει την πρόωρη λύση της συμβάσεως καθιστά την καταγγελία της συμβάσεως ορισμένου χρόνου άκυρη. Εξάλλου, μόνη η μεταβολή των περιουσιακών στοιχείων του εργοδότη, άρα και η μείωση κερδών ή ακόμη και η δημιουργία ζημιών, δεν αποτελεί σπουδαίο λόγο υπέρ του τελευταίου για να καταγγείλει τη σύμβαση ορισμένου χρόνου, εφόσον ο εργοδότης φέρει τον κίνδυνο της επιχείρησης του και δεν μπορεί με την καταγγελία να επιρρίψει τον κίνδυνο αυτό στο μισθωτό ή να προκαλέσει δυσμενείς συνέπειες σε αυτόν από ενέργειες στη σφαίρα της δικής του αποκλειστικά αρμοδιότητας.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ο ενάγων είναι πτυχιούχος της Α.Σ.Ο.Ε.Ε., απόφοιτος του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου Master του Πανεπιστημίου York Toronto Canada, με μακρά πείρα ως τραπεζικό στέλεχος, εξειδικευμένη εμπειρία σε τραπεζικά θέματα και αξιόλογη προϋπηρεσία στον τομέα αυτό, δεδομένου ότι από το έτος 1993 έχει απασχοληθεί ως ειδικός σύμβουλος Διοίκησης της .......... Τράπεζας Ελλάδος, Διευθυντής ............. ........ στην ...................... και στη Διεύθυνση Επιθεώρησης της Τράπεζας. Λόγω των προσόντων του, της μεγάλης εμπειρίας του και της άριστης φήμης που είχε στην ελληνική τραπεζική αγορά, μετά από διαπραγματεύσεις με τη διοίκηση της εναγομένης Τράπεζας, ανέλαβε να προβεί σε όλες τις ενέργειες που απαιτούνται, ώστε να καταστεί δυνατή η έκδοση αδείας εγκαταστάσεως και λειτουργίας υποκαταστήματος της Τράπεζας αυτής στην Ελλάδα, η οποία, πρέπει να σημειωθεί, ότι ήταν άγνωστη στην ελληνική αγορά και δεν είχε εκπροσώπηση σε άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Με την 237/4/1-3-2007 απόφαση της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος δόθηκε η άδεια λειτουργίας του υποκαταστήματος και την 16/4/2007 υπογράφηκε στο Κρασνογιάρσκ της Ρωσικής Ομοσπονδίας η 434 σύμβαση ορισμένου χρόνου μεταξύ των διαδίκων, με βάση την οποία ο ενάγων προσελήφθη στο υποκατάστημα με την ιδιότητα του Διευθυντή Εσωτερικών Πιστοδοτικών και Επενδυτικών Συναλλαγών και μηνιαίο μισθό 200.000 ρούβλια, ήτοι 5.724 ευρώ (1 ευρώ = 34,94 ρούβλια). Οι αρμοδιότητες του ήταν οι Πιστοδοτήσεις, προσέλκυση πελατείας, σύμφωνα με το Marketing Plan, επενδύσεις, διαχείριση κεφαλαίων, καθώς και η προετοιμασία των παραστατικών της Τράπεζας και η προσωρινή ανάληψη καθηκόντων Risk Manager. Με την ιδιότητα του αυτή απασχολήθηκε έως την 18/-11/2008, οπότε η εναγομένη Τράπεζα κατήγγειλε εγγράφως τη συνδέουσα αυτή και τον ενάγοντα εργασιακή σύμβαση, επικαλούμενη σπουδαίο λόγο. Ειδικότερα στην πιο πάνω καταγγελία επικαλείτο ανεπαρκή εκτέλεση των εργασιακών καθηκόντων του ενάγοντος, η οποία προέκυψε από τη μη τήρηση των απαιτήσεων περιγραφής θέσεων εργασίας και των εσωτερικών εγγράφων της "..". Επίσης, ότι κατά τον έλεγχο της 22/9/2008 διαπιστώθηκαν παραβάσεις στην οργάνωση εργασιών του καταστήματος: α) για υπαλλήλους του υποκαταστήματος που πραγματοποιούν συναλλαγές με λογαριασμούς πελατών απουσιάζουν περιγραφές θέσεων εργασίας, β) δεν έχουν ανατεθεί στα αρμόδια πρόσωπα οι υποχρεώσεις ελέγχου για την πληρότητα είσπραξης προμηθειών, γ) δεν έχει πραγματοποιηθεί κατανομή αρμοδιοτήτων για τον έλεγχο παρακολούθησης λογαριασμών και συναλλαγών καταθέσεων, δ) έχουν διαπιστωθεί ελλείψεις στην οργάνωση εργασίας ταμείου, ε) άλλες ελλείψεις στην οργάνωση εργασιών, που οφείλονται στη μη καταγραφή διαδικασιών και που υποδεικνύουν υψηλό επίπεδο λειτουργικού κινδύνου. Επιπλέον τον εγκαλούσαν ότι καθ` υπέρβαση των αρμοδιοτήτων του, στη χορήγηση δανείου στον πελάτη Ρ., διαπιστώθηκε ότι εκταμιεύθηκε το δάνειο με τραπεζική επιταγή πριν την υπογραφή της αντίστοιχης δανειακής σύμβασης. Και καταλήγοντας το έγγραφο της καταγγελίας αναφέρει, ότι λόγω των παραπάνω γεγονότων η Τράπεζα φέρει με υπαιτιότητα του μισθωτού ζημίες και αρνητικά γεγονότα με αύξηση του λειτουργικού και νομικού κινδύνου και του κινδύνου απώλειας φήμης και η Διοίκηση δεν θεωρεί πλέον δυνατόν να εμπιστευθεί σ` αυτόν (ενάγοντα) το ρόλο του Διευθυντή και μονομερώς λύει τη σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο, οφειλόμενο στον ενάγοντα. Συνεχίζει το Εφετείο, ότι με δεδομένο ότι για το κύρος της καταγγελίας αυτής που αφορά σύμβαση ορισμένου χρόνου, πρέπει να προκύπτει η συνδρομή του σπουδαίου λόγου, που να καθιστά αδύνατη τη συνέχιση της συνεργασίας των συμβαλλομένων μερών και δικαιολογεί τη λύση της συμβάσεως εργασίας, ο εναγόμενος, ο οποίος και φέρει το βάρος της αποδείξεως, ως καταγγέλων, την εργασιακή σύμβαση, πρέπει να επικαλείται συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει σπουδαίος λόγος. Έτσι οι αόριστες αιτιάσεις, όπως εν προκειμένω στις υπό στοιχεία δ και ε αποδιδόμενες στο μισθωτό παραβάσεις περί ελλείψεων στην οργάνωση, χωρίς οι ελλείψεις αυτές να προσδιορίζονται επακριβώς, ώστε να αξιολογηθούν από το Δικαστήριο, δεν μπορεί να θεωρηθούν ως περιστατικά συνιστώντα σπουδαίο λόγο. Επιπροσθέτως, όλες οι αποδιδόμενες στον ενάγοντα παραβάσεις, έτσι όπως αναφέρονται στη συγκεκριμένη καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως, αντικειμενικώς εκτιμώμενες, δεν περιέχουν παράβαση των κυρίων συμβατικών υποχρεώσεων του ενάγοντος, αλλά ούτε και των παρεπομένων, λαμβανομένων υπόψη της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών, δεδομένου ότι οι αρμοδιότητες του ενάγοντος, όπως αυτές προαναφέρθηκαν και αναλυτικά αναφέρονται στη σύμβαση, ήταν η προσέλκυση πελατείας, οι επενδύσεις, η διαχείριση κεφαλαίων, η προετοιμασία εντύπων και οι πιστοδοτήσεις, δηλαδή δάνεια, εγγυητικές, ενέγγυες πιστώσεις που δεν συνδέονται με τις αποδιδόμενες σ` αυτόν παραβάσεις και δεν περιλαμβάνονται στον κύκλο των αρμοδιοτήτων του, καθόσον δεν ήταν ο μοναδικός διευθυντής του υποκαταστήματος. Αναφορικά δε με τη χορήγηση δανείου στον πελάτη Γ. Ρ., αρμοδιότητα για την οποία ήταν υπεύθυνος ο ενάγων, ουδόλως προκύπτει παράβαση των καθηκόντων του ενάγοντος, όπως επιχειρεί η εναγομένη να του αποδώσει, προκειμένου να θεμελιώσει σπουδαίο λόγο καταγγελίας. Αντίθετα προκύπτει ότι ο Γ. Ρ., λόγω της εκτίμησης που είχε στον ενάγοντα και αξιολογώντας τις ικανότητες του στην τραπεζική αγορά, εμπιστεύθηκε στην εναγομένη τράπεζα αποταμιεύσεις του, ύψους 1.000.000 ευρώ και ότι με εγγύηση τη δεσμευμένη (ενεχυρασμένη) αυτή κατάθεσή του, ώστε να είναι πλήρως εξασφαλισμένη η Τράπεζα, έλαβε δάνειο 350.000 ευρώ με επιτόκιο χορήγησης 2,5%. Και ακόμη ότι η σχετική επιστολή διαμαρτυρίας που έστειλε στην Τράπεζα, αφορούσε τα γραφειοκρατικά προσκόμματα που η ίδια η Τράπεζα, δηλαδή το κεντρικό κατάστημα της, έθεσε στην έγκριση του δανείου του και σε καμία περίπτωση δεν περιείχε μομφή εναντίον του ενάγοντος, καθώς ο τελευταίος κατέβαλε υπερπροσπάθεια να εξασφαλίσει έσοδα για το υποκατάστημα, να το οργανώσει και να αναπτύξει τις εργασίες του και ότι διαστρεβλώνεται το νόημα της επιστολής του από την Τράπεζα. Αναφορικά με τους διαλαμβανόμενους στις προτάσεις της εναγομένης ισχυρισμούς, α) ότι ο ενάγων χωρίς την έγκριση της τοποθέτησε 8.700.000 ευρώ από το κεφάλαιο προικοδότησης του ελληνικού υποκαταστήματος σε λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης στην Τράπεζα .. , β) ότι τα επιτεύγματα του σε σχέση με την Τράπεζα ήταν μικρότερης κλίμακας από τα αναμενόμενα και δεν ήταν άμεσα εξαρτώμενα από τη δραστηριότητα του ενάγοντος, γ) ότι επανειλημμένα ο ενάγων παραβίασε εσωτερικά ρυθμιστικά έγγραφα, δ) ότι παρέβη την Τραπεζική Δεοντολογία, διότι συμμετείχε κατά 50% στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας ......... , ε) ότι προξένησε ζημία 1.046,22 ευρώ στην Τράπεζα με λογισμό τόκων στις καταθέσεις δύο πελατών και στ) ότι υπέγραψε σύμβαση με επιχείρηση ειδών γραφικής ύλης Γ. Κ., δίνοντας παραγγελία για εκτύπωση εντύπων εκ των οποίων τα περισσότερα δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν, το Εφετείο δέχθηκε, ότι η τοποθέτηση κεφαλαίου σε προθεσμιακή κατάθεση είναι συνηθισμένη τραπεζική πρακτική, προκειμένου αυτό (κεφάλαιο) να αποφέρει τόκους - εισόδημα και να μην παραμένει αδρανές. Για την ενέργεια αυτή ο ενάγων, πριν την τοποθέτηση δηλαδή του κεφαλαίου σε προθεσμιακή κατάθεση στην ανταποκρίτρια Τράπεζα .... , ενημέρωσε με υπόμνημα - πρωτόκολλο στις 24/11/2007 και 25/11/2007 τον Πρόεδρο του Δ.Σ. της Κεντρικής Τράπεζας Σ., όσο και τον Ν. Φ., γαμβρό της κ. Κ., ιδιοκτήτρια της τράπεζας, και δεν διατυπώθηκε εκ μέρους τους κάποια αντίρρηση. Οσον αφορά τη συμμετοχή του στην εταιρεία ..... , προκύπτει ότι ήταν γνωστή στην εναγομένη, διότι δηλώθηκε κατά την υποβολή του επισήμου δελτίου υποψηφιότητάς του ως Διευθυντή της εναγομένης και δεν προβλήθηκε ουδεμία αντίρρηση, καθόσον ουδεμία συναλλακτική ή πελατειακή σχέση είχε η ........ με την ............ ούτε υπήρξε σύγκρουση συμφερόντων, αντίθετα η .......... διέθεσε τα γραφεία της και την υποδομή της κατά την φάση της ίδρυσης του υποκαταστήματος της ........ στην Ελλάδα, για την ηλεκτρονική μεταφορά και επικοινωνία θεσμικών αρχείων και λοιπής Ελληνικής Τραπεζικής Νομοθεσίας μέσω του εκπροσώπου της ......... στην Ελλάδα Φ.. Γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η ......... γνώριζε τη συμμετοχή του ενάγοντος στην εταιρεία αυτή και την αποδέχθηκε χωρίς επιφύλαξη, αφού η πρόσληψη ήταν μεταγενέστερη. Σε σχέση με τη δημιουργία και εκτύπωση λειτουργικών εντύπων, αυτά ήταν απαραίτητα για τη λειτουργία και εταιρική προβολή της Τράπεζας και η επιλογή του προμηθευτή Κ. έγινε κατόπιν υποδείξεως του Φ., διότι ο Κ. ήταν φίλος του και ακόμη τα έντυπα χρησιμοποιούνται κανονικά. Δέχεται ακολούθως το Εφετείο, ότι η εναγομένη Τράπεζα γνωρίζοντας τα προσόντα του ενάγοντος, το κύρος και την αξιοπιστία του στην αγορά, αλλά και την εμπειρία που διέθετε, τον προσέγγισε προκειμένου να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες με σκοπό το σχεδιασμό της εγκατάστασης της στην Ελλάδα και την αδειοδότησή της από την Τράπεζα της Ελλάδος, δεδομένου ότι η προσπάθεια της αυτή, κατά το παρελθόν, είχε απορριφθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος. Στα πλαίσια της συνεργασίας αυτής ο ενάγων πέτυχε την εφαρμογή του μηχανογραφικού συστήματος PROFITS για την υλοποίηση του λογιστικού σχεδίου της Τράπεζα, οργάνωσε όλες τις λειτουργικές διαδικασίες της Τράπεζας, οι περιγραφές των λειτουργικών θέσεων εργασίας βρισκόταν στο Common file του ηλεκτρονικού υπολογιστή της Τράπεζας, όπου είχαν πρόσβαση όλοι οι αρμόδιοι υπάλληλοι και γνωστοποιήθηκαν στη Διοίκηση μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου την 11/1/2008. Επίσης δημιούργησε χαρτοφυλάκιο καταθέσεων, ύψους περίπου 8.200.000 ευρώ. Ακόμη πέτυχε τη δημιουργία χαρτοφυλακίου χορηγήσεων με μέσο σταθμικό επιτόκιο χορηγήσεων 9,25%.Όμως παρά το γεγονός ότι ο ενάγων κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια να εκτελέσει τα καθήκοντα του προς το συμφέρον της Τράπεζας, υπήρξαν αντιδράσεις από την τελευταία. Συγκεκριμένα στη Ρωσία αγνοούσαν παντελώς τον τρόπο λειτουργίας των τραπεζών στην Ελλάδα, αλλά και τη λειτουργία της αγοράς. Το γεγονός αυτό συνδυαζόμενο με την άγνοια της γλώσσας καθιστούσε ιδιαίτερα προβληματική την επικοινωνία με το κεντρικό κατάστημα. Η επικοινωνία καθίστατο δυσχερής μέσω διερμηνέων, η άγνοια δε της αγοράς εκ μέρους της κεντρικής τράπεζας είχε ως συνέπεια να αντιδρά αυτή στην πληρωμή φόρου συγκέντρωσης κεφαλαίου 1% επί του ποσού των 9.000.000 ευρώ, σύμφωνα με το νόμο 1676/1986. Αντιδρούσαν, επίσης, στην καταβολή υποχρεώσεων προς το Ταμείο Εγγύησης καταθέσεων, ενώ επιδίωξή τους, για να φαίνεται το κατάστημα κερδοφόρο, ήταν όλα τα λειτουργικά έξοδα (ενοίκια, κοινόχρηστα ΔΕΗ) και τμήμα των αποδοχών των υπηρετούντων στο κατάστημα να πληρώνονται από τα κεντρικά. Επίσης τιμολόγια ανακαινίσεως του υποκαταστήματος, αν και είχαν εκδοθεί από το Φορολογικό Μητρώο του Υποκαταστήματος, τα πρωτότυπα στοιχεία και η χρέωση παρέμειναν στη Ρωσία. Αυτά συνιστούσαν σοβαρές φορολογικές παραβάσεις και χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια να έλθουν τα τιμολόγια στην Ελλάδα και να καταχωρηθούν στα τηρούμενα βιβλία. Για κάθε έξοδο (χρηματική καταβολή), γινόταν μετάφραση και αναλυτική αιτιολόγηση στελνόταν στη Ρωσία. Η διοίκηση της τράπεζας αρνείτο επί σειρά μηνών να διοριστεί ορκωτός λογιστής παρά τη σχετική επιταγή του νόμου έως τον Ιούλιο του 2008,οπότε προσελήφθη η εταιρεία ορκωτών λογιστών. Επειδή δε ο ενάγων επέμενε να τηρείται το γράμμα του νόμου, αναφορικά με όσα επέβαλε η σχετική νομοθεσία για τη λειτουργία της τράπεζας, αυτό ενόχλησε τη διοίκηση της τράπεζας και είχε ως αποτέλεσμα τη μεθόδευση της απόλυσής του. Συνακόλουθα των ανωτέρω, καταλήγει το Εφετείο, η ανυπαρξία σπουδαίου λόγου καθιστά την καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική και η εναγομένη που έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντα, οφείλει σ` αυτόν μισθούς υπερημερίας, μέχρι του συμφωνημένου χρόνου της εργασιακής του συμβάσεως, ήτοι για το διάστημα από 18/11/2008 έως 17/4/2010, το ποσό των 120.204 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων δώρων εορτών και επιδομάτων αδείας. Επειδή δε η καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως του ενάγοντα έγινε κατά τρόπο προσβλητικό για την προσωπικότητα του ως τραπεζικού στελέχους, αυτός για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, συνεπεία της προσβλητικής αυτής καταγγελίας, δικαιούται αποζημίωση από 20.000 ευρώ. Κατ` ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί ότι αρμόδια προς εκδίκαση της ένδικης διαφοράς είναι τα δικαστήρια της Ρωσικής Ομοσπονδίας και απέρριψε την αγωγή, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατ` ουσίαν.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, καθόσον τα δεκτά ως άνω γενόμενα περιστατικά δεν συνιστούν το πραγματικό του σπουδαίου λόγου, κατά το άρθρο 672 ΑΚ, που δικαιολογεί την καταγγελία της ένδικης συμβάσεως ορισμένου χρόνου. Επίσης δεχόμενο το Εφετείο, ότι η καταγγελία της ορισμένου χρόνου συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος έγινε κατά τρόπο προσβλητικό για την προσωπικότητα του, δεν έσφαλε περί την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 57 επ. και 932 Α.Κ. και οι πέμπτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23/9/2013 αίτηση για αναίρεση της 857/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2014.

1 σχόλιο:

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

Με την απειλή της απόλυσης, σε συνδυασμό με το δυσμενέστατο εργασιακό περιβάλλον [πρωτοφανής ανεργία!], οι "επιχειρηματίες" μας εκβιάζουν τους εργαζόμενους ώστε να επιτύχουν την καθυστέρηση καταβολής του οφειλόμενου μισθού ή και μη καταβολής του καθόλου! Σημαντική αυτή η απόφαση-που δεν είναι και η πρώτη-του Αρείου Πάγου που προστατεύει έτσι, στοχειωδώς, το αδύνατο μέρος στη σύμβαση εργασίας που είναι, βέβαια, ο εργαζόμενος. Θα ήταν μεγαλύτερη ακόμη η προστασία στον εργαζόμενο αν η αναγνωριζόμενη επελθούσα ηθική βλάβη, λόγω των κινήτρων της καταχρηστικής απόλυσης, ήταν στοιχειωδώς ευπρεπής και όχι άκρως εξευτελιστική με τα επιδικαζόμενα ποσά [εδώ επιδικάσθηκαν μόλις 500 €!].

Addthis