Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015

Καταδολίευση δανειστών, αίτημα αγωγής.

Καταδολίευση δανειστών. Αγωγή διάρρηξης δικαιοπραξίας ως καταδολιευτικής. Αντικείμενο αυτής. Παθητικώς νομιμοποιούμενο πρόσωπο είναι κυρίως ο τρίτος στον οποίο περιήλθε το περιουσιακό στοιχείο που απαλλοτριώθηκε, δεδομένου ότι αυτός είναι υποχρεωμένος, κατά το αρ. 943 εδ. α` ΑΚ να αποκαταστήσει τα πράγματα στην κατάσταση που ήταν πριν από την απαλλοτρίωση. Αδυναμία του αποκτώντος τρίτου να αντιτάξει το δικαίωμα που αντλεί από τη μεταβίβαση σε αυτόν κατά του επισπεύδοντος που πέτυχε τη διάρρηξη ή κατά του υπερθεματιστή και των διαδόχων του. Κατόπιν της ισχύος του ν. 2298/1995, η διάρρηξη της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης δεν δημιουργεί ενοχική υποχρέωση προς αναμεταβίβαση του αντικειμένου της απαλλοτρίωσης. Εφαρμογή των διατάξεων του ν. 2298/1995 και για τις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει λάβει χώρα η έναρξη της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης.


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ, A2` Πολιτικό Τμήμα, 421/ 2013
 ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

3.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 939, 941 και 942 ΑΚ, σε συνδυασμό προς αυτές του άρθρου 943 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι με αυτές χορηγείται ένδικο βοήθημα στους δανειστές προς διάρρηξη των επιβλαβών γι` αυτούς απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη τους, εφόσον η υπολειπόμενη περιουσία του δεν επαρκεί για ικανοποίηση των κατ` αυτού απαιτήσεών τους. Η αγωγή για διάρρηξη, που αποτελεί άσκηση διαπλαστικού δικαιώματος, μπορεί να ασκηθεί κατά των προσώπων που έχουν συναλλαγεί καταδολιευτικά, δηλαδή κατά του οφειλέτη και του τρίτου, κυρίως όμως αρμόζει κατά του τρίτου, στον οποίο περιήλθε το περιουσιακό στοιχείο που απαλλοτριώθηκε, δεδομένου ότι αυτός είναι υποχρεωμένος, κατά το άρθρο 943 εδάφ. α` ΑΚ να αποκαταστήσει τα πράγματα στην κατάσταση που ήταν πριν από την απαλλοτρίωση. Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης, η διάρρηξη συνεπάγεται τη δημιουργία ενοχικής υποχρέωσης του τρίτου να αναμεταβιβάσει, είτε εκουσίως είτε κατόπιν δικαστικής απόφασης με βάση τη διάταξη του άρθρου 949 ΚΠολΔ, στον οφειλέτη το αντικείμενο της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης, οπότε και θα μπορεί να επισπεύσει ο δανειστής αναγκαστική εκτέλεση στο αντικείμενο αυτό. Όμως, με το Ν. 2298/1995 (που ισχύει από 4.4.1995), στο κεφάλαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης έχουν εισαχθεί νέες διατάξεις που αφορούν αμέσως τα αποτελέσματα της διάρρηξης της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης. Ειδικότερα: α) κατά τη διάταξη του άρθρου 936 παρ. 3 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 2 του νόμου αυτού, "τρίτος που απέκτησε το δικαίωμα από τον καθ` ου η εκτέλεση με απαλλοτρίωση που διαρρήχθηκε ως καταδολιευτική κατά τα άρθρα 939 επ. του Αστικού Κώδικα, δεν μπορεί να αντιτάξει το δικαίωμα αυτό κατά του επισπεύδοντος που πέτυχε τη διάρρηξη ούτε κατά του υπερθεματιστή και των διαδόχων του" και β) κατά τη διάταξη του άρθρου 992 παρ. 1 εδ. β` ΚΠολΔ, όπως η παρ. αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 19 του πιο πάνω Ν.2298/1995, "ακίνητο που έχει μεταβιβαστεί από το οφειλέτη σε τρίτο, κατάσχεται στην περιουσία του οφειλέτη από το δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη της μεταβίβασης αυτής ως καταδολιευτικής, κατά τα άρθρα 939 επ. του Αστικού Κώδικα, αφού η απόφαση που απαγγέλλει τη διάρρηξη σημειωθεί στο περιθώριο της μεταγραφής της απαλλοτριωτικής πράξης". Με βάση τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 37 του ίδιου Ν. 2298/1995, η διάρρηξη της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης δε δημιουργεί πλέον ενοχική υποχρέωση αναμεταβίβασης του αντικειμένου της απαλλοτρίωσης, όπως γινόταν δεκτό με βάση τις διατάξεις του άρθρου 943 ΑΚ, αλλά μπορεί ο δανειστής που πέτυχε τη διάρρηξη, μετά την τελεσιδικία της απόφασης, να προβεί στην κατάσχεση του πράγματος στην περιουσία του οφειλέτη σαν να μη είχε υπάρξει η απαλλοτρίωση που διαρρήχθηκε. Επομένως, με τις πιο πάνω διατάξεις, με τις οποίες εισάγεται ρύθμιση ουσιαστικού δικαίου για την επίλυση σύγκρουσης δικαιωμάτων, που απλώς βρίσκονται στον ΚΠολΔ, επανακαθορίζεται η έννοια του άρθρου 943 ΑΚ και η διάταξη αυτή προσλαμβάνει το ακόλουθο νόημα: η "αποκατάσταση των πραγμάτων στην κατάσταση που ήταν" συνίσταται στην αυτοδικαίως επερχόμενη απαγόρευση προβολής από τον τρίτο του δικαιώματός του όσο απαιτείται για την ικανοποίηση του δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη. Έτσι, το αντικείμενο της αγωγής του δανειστή χρηματικής απαίτησης για διάρρηξη, είναι πλέον μόνο η απαγγελία της διάρρηξης της προσβαλλόμενης απαλλοτρίωσης υπέρ του ενάγοντος δανειστή και δεν απαιτείται πλέον να σωρεύσει αυτός και αίτημα αναμεταβίβασης του πράγματος που απαλλοτριώθηκε, από τον τρίτο στον οφειλέτη, διότι με βάση την ανωτέρω ρύθμιση ο δανειστής μπορεί να κατάσχει το πράγμα απ` ευθείας στην περιουσία του οφειλέτη (ΑΠ 552/ 2011). Περαιτέρω, από τις ανωτέρω διατάξεις, με τις οποίες αναμορφώθηκε και το ουσιαστικό δίκαιο για τη ρύθμιση των υποθέσεων που αναφέρονται σε καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις, σε συνδυασμό με τη μεταβατικού δικαίου διάταξη του άρθρου 4 παρ. 37 του ν. 2298/1995, που ορίζει ότι: "Οι διατάξεις που τροποποιούνται με το παρόν άρθρο εφαρμόζονται από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού ως προς το ατέλεστο μέρος της διαδικασίας. Το κύρος όμως και οι έννομες συνέπειες των πράξεων της διαδικασίας που έχουν ήδη γίνει δεν θίγονται ...", συνάγεται ότι η διάταξη του άρθρου 943 ΑΚ με την προσλαμβάνουσα από τη ρύθμιση του ν. 2298/1995 έννοια, κατά την οποία, όπως προαναφέρθηκε, η "αποκατάσταση των πραγμάτων στην κατάσταση που ήταν" συνίσταται στην αυτοδικαίως επερχόμενη απαγόρευση προβολής από τον τρίτο του δικαιώματός του όσο απαιτείται για την ικανοποίηση του δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει γίνει ακόμη η έναρξη της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, ανεξάρτητα αϊτό το χρόνο -άσκησης της αγωγής και από το χρόνο κατά τον οποίο γεννήθηκε το ασκούμενο με την τελευταία δικαίωμα του δανειστή-ενάγοντος (να ζητήσει τη διάρρηξη της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης), δεδομένου ότι με τη νέα ρύθμιση δεν μεταβάλλονται δυσμενέστερα ή ευμενεστέρα, (τόσο για τον ενάγοντα -δανειστή, όσο και για τον εναγόμενο), οι προϋποθέσεις άσκησης του δικαιώματος που θεμελιώνεται στα άρθρα 939, 941 και 942 ΑΚ, ούτε οι διάδικοι αιφνιδιάζονται από αυτή (νέα ρύθμιση), αφού οι υφιστάμενες προϋποθέσεις για τη διάρρηξη με την παλαιότερη ρύθμιση εξακολουθούν να παραμένουν ίδιες και με τη νέα ρύθμιση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, ότι "η ρύθμιση που έγινε με το ως άνω ν. 2298/1995 εφαρμόζεται και στην εξεταζόμενη υπόθεση, επί της οποίας, η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης δεν έχει ακόμη αρχίσει, έστω και αν η από 19-3-1991 ένδικη αγωγή ασκήθηκε ή το ασκούμενο με αυτή δικαίωμα γεννήθηκε πριν την έναρξη ισχύος του νομού αυτού και ότι, κατά συνέπεια, καλώς απερρίφθη με την εκκαλούμενη 5376/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως μη νόμιμο το αίτημα (της αγωγής) περί της υποχρέωσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών να αναμεταβιβάσουν το αντικείμενο της φερόμενης ως καταδολιευτικής γονικής παροχής, η οποία και ανακάλεσε (νομίμως) κατά το σημείο αυτό την προηγηθείσα 8978/1998 προδικαστική απόφασή του, που το είχε δεχθεί ως νόμιμο". Με βάση τις σκέψεις αυτές απέρριψε ως κατ` ουσίαν αβάσιμο το σχετικό πρώτο λόγο της έφεσης των αναιρεσειουσών. Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται τα αντίθετα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25-10-2010 αίτηση των Ε. Γ. κλπ για αναίρεση της 3277/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2013.
Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013.

1 σχόλιο:

Γιώργος Φραγκούλης είπε...

σπουδαία απόφαση αυτή του Αρείου Πάγου που δεν είναι και η μοναδική (βλ. και ΑΠ 421/ 2013, ΑΠ 552/ 2011, Κορνηλάκης, Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, Ι, 2002, πργφ. 118.3.ΙΙ.β, σελ. 738 κλπ). Πρωθύστερα απαιτείτο μετά την τελεσιδικία της καταδολιευτικής διαδικασίας να εγερθεί νέα αγωγή για να υποχρεωθεί ο τρίτος [βάσεις της ΚΠολΔ 949] στην μεταβίβαση του καταδολιευτικά απαλλοτριωθέντος περιουσιακού στοιχείου. Αυτό σήμαινε τεράστια απώλεια χρόνου και σημαντικές οικονομικές επιβαρύνσεις για τον δανειστή ο οποίος επεδίωκε την ικανοποίηση της αξίωσης του. Τώρα, μ΄ αυτή την πάγια πλέον νομολογία του Αρείου Πάγου αρκεί η τελεσιδικία της απόφασης που ακυρώνει την μεταβίβαση του περιουσιακού στοιχείου ως καταδολιευτικά απαλλοτριωθέντος [μεταβιβασθέντος] και μπορεί πλέον ο δανειστής με έκδοση απογράφου της απόφασης αυτής να προχωρήσει σε κατάσχεση και πλειστηριασμό του καταδολιευτικά απαλλοτριωθέντος ώστε να ικανοποιήσει την αξίωση του.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...