Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2015

Καλή πίστη (ΑΚ 288), απρόοπτη μεταβολή συνθηκών (ΑΚ 388), η μη καταβολή μισθού δεν είναι αδικοπραξία! Ηθική βλάβη.

Περίληψη. Μεταβολή συνθηκών. Η ρήτρα του άρθ. 288 ΑΚ εφαρμόζεται και όταν από υπαιτιότητα των μερών, κοινή ή μόνο του οφειλέτη ή του δανειστή, δεν προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών εκτέλεσης της παροχής, ενώ η ανυπαίτια έλλειψη πρόβλεψης επισύρει την εφαρμογή του άρθ. 388 ΑΚ με την συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων που απαιτούνται κατά την διάταξη αυτή, επομένως η ΑΚ 288 εφαρμόζεται, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ειδικότερης διάταξης του άρθ. 388. Προϋποθέσεις εφαρμογής της τελευταίας αυτής διατάξεως. Η παράλειψη της πληρωμής του μισθού του εργαζομένου δεν συνιστά αδικοπραξία, αφού ο εργαζόμενος δεν χάνει τις αποδοχές του, επομένως δεν δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής του βλάβης εξ αυτής μόνης της αιτίας.
Άρειος Πάγος, Β1 Πολιτικό Τμήμα,  1114/ 2013

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένων του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Σπυρίδωνος Ζιάκα και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Βαρβάρας Κριτσωτάκη), Νικόλαο Πάσσο (Εισηγητή), Δημήτριο Κόμη, Ασπασία Καρέλλου και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. (Α) Κατά το άρθ. 345 § 1 ΑΚ ο υπερήμερος οφειλέτης, εκτός από την παροχή, οφείλει και αποζημίωση για την ζημία του δανειστή από την καθυστέρηση, κατά δε το άρθ. 345 του ιδίου Κώδικα επί χρηματικής οφειλής ο δανειστής σε περίπτωση υπερημερίας έχει δικαίωμα ν` απαιτήσει τον τόκο υπερημερίας, που ορίζεται από το νόμο ή με δικαιοπραξία, χωρίς να είναι υποχρεωμένος ν` αποδείξει ζημία, εάν, όμως, αποδείξει και άλλη θετική ζημία και εφόσον στο νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά, έχει δικαίωμα ν` απαιτήσει και αυτήν
(Β) Η γενική ρήτρα του άρθ. 288 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, που απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, πηγάζουσα από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή ευθέως από το νόμο, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτών κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την τυχόν προβλεπομένη ειδική προστασία και δη οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθ. 388 ΑΚ, λειτουργεί δε όχι μόνο ως συμπληρωματική, αλλά και ως διορθωτική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων στις περιπτώσεις που εξαιτίας ειδικών συνθηκών, όπως είναι και οι νομισματικές εκπτώσεις, υποτιμήσεις ή διακυμάνσεις του νομίσματος, μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των συμβατικών παροχών στο συμφωνηθέν μέτρο και έγιναν δυσβάστακτες για τον οφειλέτη ή τον δανειστή. Στις περιπτώσεις αυτές παρέχεται, κατ` εφαρμογή της ρήτρας του άρθ. 288 ΑΚ, η δυνατότητα στο δικαστήριο ν` αποκλίνει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, από τα συμφωνηθέντα και να επαναπροσδιορίσει τις οφειλόμενες παροχές, αυξάνοντας ή μειώνοντας, ανάλογα, το συμφωνημένο μέγεθός τους, ώστε αυτές ν` ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης κατά τον χρόνο της εκπλήρωσής τουςΕνόψει της διορθωτικής αυτής λειτουργίας της η αρχή του άρθ. 288 ΑΚ εφαρμόζεται και σε προβλεφθείσα μεταβολή των συνθηκών, στις οποίες τα μέρη στήριξαν την συμφωνία τους, αν η μεταβολή αυτή είναι τόσο μεγάλη, ώστε η μετά την επέλευσή της εκπλήρωση πλέον της παροχής ενός των μερών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκε, να συνεπάγεται υπέρβαση του κινδύνου ζημίας που το μέρος αυτό προέβλεψε και ανέλαβε, καθόσον στην περίπτωση αυτή η εμμονή στην συμφωνηθείσα εκπλήρωση της παροχής συνιστά συμπεριφορά αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές. Κατά συνέπεια η ρήτρα του άρθ. 288 ΑΚ εφαρμόζεται, κατά μείζονα μάλιστα λόγο, και όταν από υπαιτιότητα των μερών, κοινή ή μόνο του οφειλέτη ή του δανειστή, δεν προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών εκτέλεσης της παροχής, ενώ η ανυπαίτια έλλειψη πρόβλεψης επισύρει την εφαρμογή του άρθ. 388 ΑΚ με την συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων που απαιτούνται κατά την διάταξη αυτή, δηλ. το άρθ. 288 ΑΚ εφαρμόζεται, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ειδικότερης διάταξης του άρθ. 388 ΑΚ.
Συγκεκριμένα κατά την έννοια του άρθ. 388 ΑΚ, προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται στον έναν από τους συμβαλλομένους σε αμφοτεροβαρή σύμβαση το διαπλαστικό δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο την αναγωγή της οφειλομένης παροχής στο μέτρο που αρμόζει ή και την λύση ολόκληρης της σύμβασης, εφόσον αυτή δεν έχει ακόμη εκτελεσθεί, είναι (α) μεταβολή των περιστατικών, στα οποία κυρίως, ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη στήριξαν την σύναψη της αμφοτεροβαρούς σύμβασης (β) η μεταβολή να οφείλεται σε λόγους που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, να είναι δηλ. απρόβλεπτη και ανυπαίτια και (γ) από την μεταβολή αυτήν η παροχή του οφειλέτη, ενόψει και της αντιπαροχής, να καθίσταται υπέρμετρα επαχθής
(Γ) Από τις διατάξεις των άρθ. 57, 59, 281, 299, 914 και 932 ΑΚ και άρθρου μόνου του α.ν. 690/1945 προκύπτει ότι: (1) Χρηματική ικανοποίηση παρέχεται, με την συνδρομή απαραιτήτως και του στοιχείου της υπαιτιότητας, και στις περιπτώσεις παρανόμων ενεργειών (πράξεων ή παραλείψεων) του εργοδότη, με τις οποίες προσβάλλεται η προσωπικότητα του εργαζομένου υπό οποιανδήποτε εκδήλωσή της (σωματική, ψυχική, πνευματική, κοινωνική, πρβλ. ΟλΑΠ 8/ 2008) (2) Η μη εκπλήρωση από τον εργοδότη της υποχρέωσής του για πληρωμή του μισθού που απορρέει από την σύμβαση εργασίας αποτελεί ποινικό αδίκημα. Με την παράλειψη, όμως, της πληρωμής αυτού (ολικά ή ενμέρει) ο εργαζόμενος δεν χάνει τις καθυστερούμενες αποδοχές και συνεπώς δεν υπάρχει ζημία που να έχει αιτία την παράνομη, σε σχέση με τον α.ν. 690/1945, συμπεριφορά του εργοδότη. Επομένως, η μη εκπλήρωση από τον εργοδότη της υποχρέωσής του για την καταβολή των ενοχικώς οφειλομένων αποδοχών και η παρακράτησή τους απ` αυτόν δεν συνιστά αδικοπραξία και κατά περαιτέρω συνέπεια δεν θεμελιώνει ούτε αξίωση για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη λόγω προσβολής της προσωπικότητας, αφού και αυτή προϋποθέτει αδικοπραξία.
(Δ) Εξάλλου, η αγωγή από αδικαιολόγητο πλουτισμό κατ` άρθ. 904 ΑΚ έχει επιβοηθητικό ή επικουρικό χαρακτήρα και μπορεί ν` ασκηθεί αν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από σύμβαση ή αδικοπραξία και επομένως αν αυτή στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι αβάσιμη.
Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη αγωγή του (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ), κατ` εκτίμηση αυτής, ο ήδη αναιρεσείων εξέθεσε ότι: (1) Με την 9449/ 2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή προηγούμενη αγωγή του κατά της τώρα αναιρεσίβλητης ΔΕΗ ΑΕ, υποχρεώθηκε η τελευταία να του καταβάλει, ως υπάλληλό της με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως αμοιβή του για υπερωριακή απασχόλησή του κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-1992 έως και 30-10-1993 με τις προσαυξήσεις των επιδομάτων εορτών και αδείας, το συνολικό ποσό των 10.814.949 δρχ. ή το ισόποσο των 31.739 € με το νόμιμο τόκο κ.λπ. (2) Σε εκτέλεση της απόφασης αυτής η εναγομένη την 8-4-2003 του κατέβαλε το επιδικασθέν ως άνω κεφάλαιο των 31.739 € και το ποσό των 69.471,37 € ως τόκους επ` αυτού και συνολικά το ποσό των 101.156,37 € (3) Το ποσό αυτό των 101.156,37 € που του κατέβαλε ήταν μειωμένο κατά 14%, όσο δηλ. ήταν το ποσοστό της υποτίμησης του τότε εθνικού νομίσματος, της δραχμής, που έγινε μετά την άσκηση της προηγούμενης από 9-12-1997 αγωγής του και δη την 14-3-1998 (4) Το ποσό της μείωσης λόγω της υποτίμησης ανέρχεται σε (101.156,37?14%=) 14.161,89 € και συνιστά θετική ζημία του, που οφείλεται σε υπαιτιότητα της εναγομένης, η οποία υπέχει ευθύνη καταβολής του ποσού αυτού με βάση την ισχύουσα μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, επικουρικά δε λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των οργάνων της εναγομένης που αρνήθηκαν και αρνούνται να του καταβάλουν το ως άνω ποσό, άλλως κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η εναγομένη κατέστη πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία του μη καταβάλλοντας σ` αυτόν το ως άνω ποσό, ενώ από την ως άνω παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης και των προστηθέντων οργάνων της υπέστη "πολύ μεγάλη ηθική βλάβη, κοινωνική μείωση και ετρώθη βάναυσα η προσωπικότητά του, αφού μετά από τόσα χρόνια του φέρθηκε κατ` αυτόν τον τρόπο η εναγομένη και παρανόμησε σε βάρος της εργασιακής του σχέσης, στην οποία ....... οικοδόμησε τα οριστικά σχέδια μιας ολόκληρης ζωής, παρόλο που γνώριζαν τα αρμόδια στελέχη της και την ιδιότητά του και το γεγονός, ότι είναι πολύ γνωστός σε όλα τα κεντρικά γραφεία της ΔΕΗ ...". Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ως άνω ποσό των 14.161,89 € κυρίως κατά την μεταξύ τους σύμβαση, επικουρικά κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, άλλως σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, με το νόμιμο τόκο από 15-3-1998 (από την επομένη της υποτίμησης), άλλως από την 8-4-2003 (την καταβολή δηλ. σ` αυτόν του ως άνω συνολικού ποσού των 101.156,37 €), καθώς επίσης ν` αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση για την ως άνω ηθική βλάβη το ποσό των 10.000 €, από το ποσό δε αυτό να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 1.000 € κ.λπ. Η ένδικη αγωγή με το προαναφερθέν περιεχόμενο και αιτήματα είναι μη νόμιμη (Α) κατά την κύρια βάση της από την ενδοσυμβατική ευθύνη, διότι δεν μπορεί να θεμελιωθεί στις διατάξεις των άρθ. 345, 288 και 388 ΑΚ, εφόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα σ` αυτήν, δεν συντρέχουν οι τιθέμενες στις διατάξεις αυτές ως άνω προϋποθέσεις (Β) κατά την επικουρική βάση από (α) την αδικοπραξία, διότι η αναφερομένη στην αγωγή συμπεριφορά της εναγομένης και δη η μη έγκαιρη καταβολή οφειλομένων από την σύμβαση εργασίας διαφορών αποδοχών, από την οποία προέκυψε η φερομένη ως ζημία του ενάγοντος λόγω της εντωμεταξύ υποτίμησης, δεν συνιστά, όπως προαναφέρθηκε αδικοπραξία δημιουργούσα αξίωση του ενάγοντος προς αποζημίωση, ενόψει και της αναφερομένης στην αγωγή καταβολής στον ενάγοντα των τελεσιδίκως επιδικασθέντων σ` αυτόν (για την παραπάνω αιτία) με την 9449/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ποσών για κεφάλαιο και τόκους, μη υφισταμένης δε αδικοπραξίας δεν είναι νόμιμο και το αίτημα για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης απ` αυτήν, ούτε κατά τις διατάξεις των άρθ. 57, 59, 281, 299, 914 και 932 ΑΚ, καθόσον η αναφερομένη στην αγωγή ως άνω συμπεριφορά της εναγομένης ως εργοδότριας του ενάγοντος, δηλ. μόνη η καθυστέρηση αυτής να του καταβάλει το ως άνω επίδικο ποσό των 14.161,89 € χωρίς άλλα περιστατικά, δεν είναι ικανή, κατά νόμον, να προκαλέσει σ` αυτόν ως εργαζόμενο προσβολή της προσωπικότητάς του, ιδιαίτερα ως προς την επαγγελματική αξία και υπόληψή του, και συνεπώς ηθική του βλάβη θεμελιούσα αξίωση για χρηματική ικανοποίηση (β) τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, καθόσον ο αναιρεσείων ενάγων δεν επικαλέσθηκε για την θεμελίωση της συναφούς αξίωσης πρόσθετα ή διαφορετικά περιστατικά από εκείνα της κύριας βάσης. Επομένως, εφόσον και το Εφετείο, κρίνοντας ύστερ` από έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, με τις αυτές κατά βάση νομικές σκέψεις απέρριψε την αγωγή του ως μη νόμιμη, δεν παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αλλά ούτε και τις, μη εφαρμοστέες άλλωστε και μη εφαρμοσθείσες στην κρινομένη υπόθεση, διατάξεις των άρθ. 2 § 1, 4 § 1, 5 § 1, 17 § 1, 20 § 1, 22 §§ 1β και 5, 25 § 1 του Συντάγματος, 119 της ΣυνΕΟΚ, 6 § 1 της ΕΣΔΑ, 1 § 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 2 § 1 και 3 του ν.δ. 210/1974, 5 §§ 3, 4 και 5 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, 197, 198, 361 και 648 επ. ΑΚ. Επομένως, πρέπει ν` απορριφθούν αμφότεροι οι ταυτόσημοι και επαναλαμβανόμενοι λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά τα σχετικά σκέλη τους από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ. Οι αυτοί λόγοι κατά τα σκέλη τους από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου για έλλειψη νόμιμης βάσης (και δη λόγω ανυπαρξίας, άλλως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών) πρέπει ν` απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο προέβη σε έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε συναφές αποδεικτικό πόρισμα, και όχι όταν απορρίπτει, όπως στην προκειμένη περίπτωση, την αγωγή ως μη νόμιμη (ή αόριστη).Επομένως, πρέπει ν` απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-5-2012 αίτηση του Γ. Ά. για αναίρεση της 4672/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει τoν αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2013.

Παρατηρήσεις.
«Με την παράλειψη, όμως, της πληρωμής αυτού (ολικά ή εν μέρει) ο εργαζόμενος δεν χάνει τις καθυστερούμενες αποδοχές και συνεπώς δεν υπάρχει ζημία που να έχει αιτία την παράνομη, σε σχέση με τον α.ν. 690/ 1945, συμπεριφορά του εργοδότη. Επομένως, η μη εκπλήρωση από τον εργοδότη της υποχρέωσής του για την καταβολή των ενοχικώς οφειλομένων αποδοχών και η παρακράτησή τους απ` αυτόν δεν συνιστά αδικοπραξία και κατά περαιτέρω συνέπεια δεν θεμελιώνει ούτε αξίωση για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη λόγω προσβολής της προσωπικότητας, αφού και αυτή προϋποθέτει αδικοπραξία» [αιτιολογία υπ’ αριθμό Ι.Γ]. Η δυσμενής για τον αδύνατο εργαζόμενο άποψη αυτή του Ακυρωτικού είναι πάγια! Ενδεικτικά δες τις: ΑΠ 1017/ 2008, ΑΠ 1346/ 2002 κλπ. 
Αφορμή για τους παρόντες προβληματισμούς αποτέλεσε για τον γράφοντα η αιτιολογία αυτή του Ακυρωτικού την οποία ο γράφων θεωρεί εντελώς εσφαλμένη και ένα ακόμη χτύπημα στην προστασία του ασθενούς μέρους στη σύμβαση εργασίας, που δεν είναι άλλος βέβαια από τον εργαζόμενο, ιδίως σε εποχή μνημονιακής γενοκτονικής κατοχής όπου το Κοινωνικό Κράτος έχει διαλυθεί προς δόξα της εργοδοσίας. Σχετίζεται δε με το περίφημο ζήτημα της ηθικής βλάβης σε περίπτωση παράνομης και υπαίτιας πράξης του δράστη, εν προκειμένω του εργοδότη.
Ι) Σύμφωνα με το άρθρο 8 § 1 του ν. 2336/ 1995 «θέματα εποπτευόμενα οργανισμών Υπουργείου Εργασίας» ο οποίος κατάργησε τον α.ν. 690/ 1945 άρθρο μόνο [Πας εργοδότης ή διευθυντής ή επί οιωδήποτε τίτλω εκπρόσωπος οιασδήποτε επιχειρήσεως, εκμεταλλεύσεως ή εργασίας, μη καταβάλλων εμπροσθέσμως, εις τους παρ` αυτώ, αντί μισθού, απασχολουμένους, τας εις τούτους, ως εκ της σχέσεως εργασίας, οφειλομένας αποδοχάς ή πάσης φύσεως χορηγίας, τας αθωρισμένας είτε υπό της συμβάσεως εργασίας ή υπαλληλικής συμβάσεως, είτε υπό συλλογικής συμβάσεως εργασίας είτε υπό διοικητικών πράξεων, είτε υπό του νόμου ή εθίμου, τιμωρείται επί τη μηνύσει των ενδιαφερομένων... δια φυλακίσεως μέχρι τριών μηνών και χρηματικής ποινής...], «Κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολουμένους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας είτε από αποφάσεις διαιτησίας είτε από το νόμο ή έθιμο είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3198/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερομένων ή των οργάνων του Υπουργείου Εργασίας ή των οργάνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης που είναι εντεταλμένα για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας ή της οικείας Αστυνομικής Αρχής ή της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης των εργαζομένων, με φυλάκιση μέχρι έξι (6) μήνες και χρηματική ποινή, της οποίας το ποσό δεν μπορεί να ορίζεται κάτω του 25% ούτε πάνω του 50% του καθυστερούμενου χρηματικού ποσού, για την εξεύρεση του οποίου οι τυχόν σε είδος οφειλόμενες αποδοχές πρέπει να αποτιμώνται, με τη σχετική απόφαση, σε χρήμα. Η εκδίκαση των παραπάνω υποθέσεων γίνεται με τη διαδικασία του αυτοφώρου, όπως προβλέπεται από τα άρθρα 417 επ. του Κ.Π.Δ». Από την ανωτέρω διάταξη καθίσταται σαφές ότι η μη εμπρόθεσμη καταβολή του μισθού στον εργαζόμενο αποτελεί αξιόποινη πράξη, επομένως παράνομη και υπαίτια πράξη, διωκόμενης μάλιστα αυτεπαγγέλτως [σύμφωνος και Δημ. Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο, ατομικές εργασιακές σχέσεις, έκδοση 2015, πλαγιάριθμος 1311.ε, σελ∙ 675 και Ι. Κουκιάδης, Εργατικό Δίκαιο, έκδοση 2011, σελ. 710 υπό 5], όχι κατ’ έγκληση. Αυτό [δηλαδή το  αυτεπαγγέλτως διωκόμενο] προκύπτει από το γεγονός ότι δεν αναγράφεται στο σχετικό άρθρο ότι η δίωξη χωρεί κατόπιν έγκλησης [Κατά τον Ν. Ανδρουλάκη (θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης, 1994, σελ 216) "μόνο τότε διώκεται ένα έγκλημα κατ'  έγκληση, όταν αυτό ορίζεται ρητά στον νόμο. Διαφορετικά ισχύει ο κανόνας, που είναι η αυτεπάγγελτη δίωξη". Παρεμφερώς και ΕισΑΠ Αθ. Κονταξής, η έγκληση στην ποινική δίκη, εκδοση 2003, σελ. 124, ο ίδιος, ερμηνεία Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, τόμος Α, έκδοση 2006, σελ. 468 με παραπομπές σε νμλγ του Αρείου Πάγου όπου υποστηρίζει "εν αμφιβολία, αν έγλημα τι διώκεται κατ΄έγκληση, πρέπει να αποδεχόμεθα τον κανόνα της εξ επαγγέλματος δι΄ξεως"]. Δηλαδή η διωκτική αρχή [εισαγγελική] οφείλει αν πληροφορηθεί έστω και ανώνυμα, π.χ. δια του Τύπου, τη μη καταβολή μισθού σε εργαζόμενο-ους, να επέμβει αυτεπάγγελτα και να ασκήσει ποινική δίωξη, του εγκλήματος [πλημμελήματος] αυτού δικαζόμενου με την αυτόφωρη διαδικασία. Έχει μάλιστα νομολογηθεί από την Ολομέλεια του Ακυρωτικού μας (ΑΠ Ολομ 5/ 1998) για τη θεμελίωση του αξιόποινου, δηλαδή για την τέλεση του εγκλήματος αυτού, είναι αδιάφορο αν η σύμβαση εργασίας που συνδέει τα δυο μέρη είναι έγκυρη ή άκυρη. Ειδικότερα, έκρινε ομόφωνα! η Ολομέλεια του Ακυρωτικού μας ότι, «προς θεμελίωση του προβλεπομένου εγκλήματος, δεν απαιτείται, κατ` ανάγκην, η ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας, αλλ` αρκεί και η απλή σχέση εργασίας. Το έγκλημα συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος εργοδότης παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο εργαζόμενο, την οφειλομένη αμοιβή της εργασίας του ή άλλη σχετική με την παροχή εργασίας “χορηγία”, ανεξάρτητα από το αν τον απασχόλησε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, οπότε οι αξιώσεις του (εργαζομένου) απορρέουν από τις περί συμβάσεως εργασίας διατάξεις του αρθρ. 648 επ. ΑΚ και τις συναφείς διατάξεις της Εργατικής Νομοθεσίας, ή με άκυρη εργασιακή σχέση, οπότε οι αξιώσεις του (εργαζομένου) απορρέουν από τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ και τις συναφείς διατάξεις της Εργατικής Νομοθεσίας, η οποία πολλαπλώς προστατεύει και τον με βάση την απλή σχέση εργασίας απασχολούμενο. Τούτο σαφώς συνάγεται από το ότι στην προαναφερομένη διάταξη χρησιμοποιείται ο όρος “σχέση εργασίας” ο οποίος διαστέλλεται από τον όρο “σύμβαση εργασίας”, καθώς και ο όρος “πάσης φύσεως χορηγίας”, ο οποίος παραπέμπει και στην, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, οφειλόμενη αμοιβή της εργασίας σε περίπτωση άκυρης σύμβασης, αλλά και ο άλλος, επιπρόσθετα, όρος “οφειλομένας αποδοχάς... καθωρισμένας... υπό του Νόμου ή εθίμου”, όπου ως “Νόμος” νοούνται και οι περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις του ΑΚ. Με την άποψη αυτή συνάδει και ο σκοπός του ΑΝ 690/ 45, γιατί ο νομοθέτης προφανώς θεώρησε ως ίσης κοινωνικής απαξίας την καθυστέρηση καταβολής του ανταλλάγματος της εργασίας και στην περίπτωση απλής εργασιακής σχέσης, αφού και τότε χρησιμεύει για τη συντήρηση και διατροφή του εργαζομένου. Συνακολούθως δε απέβλεψε στο να παράσχει μια πρόσθετη, σύντομη και δραστική προστασία στον εργαζόμενο, εργάτη ή υπάλληλο, προκειμένου ο τελευταίος να επιτύχει την είσπραξη των εργασιακών απαιτήσεών του. Αφού δε αυτός είναι ο σκοπός του νόμου, ο οποίος μάλιστα κατοχυρώνει και τις αποδοχές που στηρίζονται στο “έθιμο”, δεν υπάρχει περιθώριο εξαιρέσεως από την προστασία του νόμου τούτου των αποδοχών που προέρχονται από την “απλή σχέση εργασίας”».
ΙΙ) Ένας από τους κορυφαίους Δασκάλους του Αστικού Δικαίου, ο Αλέξανδρος Λιτζερόπουλος διέκρινε, ορθά, τη σχέση ποινικού και αστικού αδικήματος, όπως ίσως κανείς άλλος Δάσκαλος! Δίδασκε και υποστήριζε λοιπόν [βλ∙ Στοιχεία Ενοχικού Δικαίου, τόμος Β’, 1968, § § 233 και 234, σελίδες 336 και 338], «αστικόν αδίκημα είναι η παράνομος και υπαίτιος πράξις, εξ ης προήλθεν ζημία, την οποίαν συμφώνως προς τον νόμον πρέπει να αποκαταστήσει ο ζημιώσας. Θεμέλιον της εξ αδικήματος αστικής ευθύνης είναι αι διατάξεις των άρθρων 914, 919 και 281 Αστικού Κώδικα. Ποινικόν αδίκημα ή έγκλημα είναι η παράνομος και υπαίτιος πράξις η εκθέτουσα τον πράξαντα εις δημοσίαν ποινήν. Δηλαδή είναι αξιόποινον αδίκημα, κολάσιμος πράξις. Βλέπομεν ότι χαρακτηριστικόν τόσον του ποινικού, όσον και του αστικού αδικήματος είναι η επιβολή επιζημίων συνεπειών κατά του πράξαντος. Αι επιζήμιαι όμως αυταί συνέπειαι, επί μεν του ποινικού αδικήματος επιβάλλονται χάριν του δημοσίου συμφέροντος, ενώ επί του αστικού αδικήματος επιβάλλονται χάριν του ιδιωτικού συμφέροντος … Πιθανόν μια πράξις να είναι ποινικόν αδίκημα όχι όμως και αστικόν. Ούτω η απόπειρα τελέσεως κακουργήματος ή πλημμελήματος, η οποία είναι μεν ποινικόν αδίκημα [Ποινικός Κώδικας άρθρα 42 επ], δεν είναι όμως και αστικόν [διότι δεν υπάρχει ζημία]. Αληθώς θα ηδύνατο σχετικώς να παρατηρηθεί ότι χωρεί ενδεχομένως αποζημίωσις δια την εκ της αποπείρας προκληθείσαν ηθικήν βλάβην [ΑΚ 932], ούτω δε ελαττούται σημαντικώς ο αριθμός των περιπτώσεων, καθ’ ας εν ποινικόν αδίκημα δεν είναι εν ταυτώ και αστικόν. Δεν εκλείπουν όμως και εντελώς αύται, διότι πιθανόν ο καθού η απόπειρα να μη επληροφορήθη ταύτην και ούτω να μη υπέστη ούτε ηθικήν ζημίαν [λ.χ. απόπειρα θανατώσεως κοιμωμένου, ματαιωθείσης τη επεμβάσει τρίτου προσώπου και απόκρυψις των συμβάντων από τον καθού η απόπειρα». Κατά τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου Κων/ νο Καυκά [Ενοχικόν Δίκαιον, ΕιδικόνΜέρος, τόμος Β΄, έκδοση 5 η, 1975, σελ. 698], "Εις τας πλείστας των περιπτώσεων η τέλεσις του ποινικού αδικήματος έχει ως συνέπειαν και την υποχρέωσιν του δράστου εις την αποζημίωσιν του βλαβέντος, και δη όταν η παραβιασθείσα διάταξις σκοπή και την προστασίαν του ατομικού συμφέροντος (όπως συμβαίνει στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων. Προσθήκη γράφοντος), λόγω του ότι δια της πράξεως του δράστου προσβάλλεται υπαιτίως το υπό της παραβιασθείσης διατάξεως προστατευόμενον δικαίωμα ή συμφέρον του βλαβέντος, π.χ. δια των αξιοποίνων πράξεων κατά της ζωής τινός (ΠΚ 299) ή κατά της περιουσίας του (ΠΚ 372 επ), το μεν παραβιάζονται τα άρθρα ταύτα του ποινικού κώδικος, το δε προσβάλλεται το υπ'  αυτών προστατευόμενον και επί της ζωής ή της περιουσίας δικαίωμα του βλαβέντος". Ο Π. Ζέπος δίδασκε και υποστήριζε [Ενοχικόν Δίκαιον, Ειδικόν Μέρος, έκδοση 1965, § 30.ΙΙ, σελ∙ 732 υπό ββ], ότι αδικοπραξία υπάρχει και όταν προσβάλλεται αλλότριο συμφέρον, «ως συμφέρον δε νοείται το υπό της παραβιασθείσης διατάξεως προστατευόμενον ιδιωτικόν συμφέρον ή τουλάχιστον και ιδιωτικόν συμφέρον, εκ της προσβολής του οποίου προκύπτει ζημία εις τον έτερον, αξία αποκαταστάσεως. Τούτο έχει ιδίως σημασίαν δια την προστασίαν των ιδιωτικών συμφερόντων κατά την παράβασιν ποινικών ή διοικητικών (αστυνομικών) διατάξεων, οσάκις αύται πλην της προστασίας του κοινού εν γένει συμφέροντος αποβλέπουν εις προστασίαν και του συμφέροντος του ιδιώτου ως ιδιώτου∙ τούτου δε τότε τυχόν ζημιουμένου, γεννάται δικαίωμα αυτού προς αποζημιωσιν υπό τους όρους ΑΚ 914, και δη ανεξαρτήτως άλλης τυχόν αξιώσεως εκ του δημοσίου δικαίου. Κατ’ ακολουθίαν της προστασίας ΑΚ 914 εξαιρούνται υπό την έποψιν ταύτην αι άδικοι ενέργειαι, αίτινες προσβάλλουν αμέσως και αποκλειστικώς μόνον το πολιτειακόν συμφέρον (λ.χ. εσχάτη προδοσία)». Για το ότι παράνομη είναι μια πράξη όταν προσβάλλει και ιδιωτικό συμφέρον δέχετα και ο Άρειος Πάγος, βλ. π.χ. ΑΠ 218/ 2014, ΑΠ 900/ 2003. Από τα παραπάνω σαφή δόγματα της Επιστήμης φαίνεται ο Άρειος Πάγος να δέχεται, έστω και αν δεν το ομολογεί αμέσως και σαφώς ότι η αξιόποινη πράξη της μη έγκαιρης πληρωμής μισθού δεν βλάπτει τον ιδιώτη ή και τον ιδιώτη [εργαζόμενο]!! Δηλαδή δέχεται, πάλι έμμεσα ότι η αξιόποινη αυτή πράξη έχει τεθεί αποκλειστικά για την προστασία του δημόσιου συμφέροντος!!! Ο ίδιος ο Άρειος Πάγος έχει αναγνωρίσει ότι η παράβαση πολεοδομικών διατάξεων έχει τεθεί χάριν προστασίας και του ιδιωτικού συμφέροντος [βλ∙ εμμέσως αλλά σαφώς ΑΠ 125/ 2014, που δέχθηκε ως νόμιμη την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που προέκυψε από υπέρβαση δομήσιμης επιφάνειας κατά την έγερση οικοδομής, ομοίως ΑΠ 900/ 2003 παρά την αντίθετη, επί τούτου (δηλαδή ότι η παραβίαση της πολεοδομικής νομοθεσίας δεν προσβάλλει ιδιωτικά συμφέροντα και έχει τεθεί χάριν προστασίας του γενικότερου συμφέροντος), άποψη της Επιστήμης, βλ. Απ. Γεωργιάδη, Ενοχικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, 1999, § 60, πλαγιάριθμο 19, σελίδες 598-599].
Όμως γίνεται δεκτό σήμερα ότι πρέπει να διευρυνθεί η έννοια του παρανόμου ως απαιτούμενου στοιχείου για την τέλεση αδικοπραξίας. Υποστηρίζεται από την Επιστήμη [βλ Απ. Γεωργιάδη, όπ.πάρ, πλαγιάριθμο 23, σελ. 600] ότι “από το γενικότερο πνεύμα της νομοθεσίας και της ΑΚ 914, και κυρίως από τις γενικές ρήτρες που καθιερώνουν τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών και που απαγορεύουν την καταχρηστική άσκηση δικαιωμάτων και της γενικής ελευθερίας δράσης (ΑΚ 21, 288), επιβάλλεται σε κάθε άτομο-στο πλαίσιο των κάθε είδους κοινωνικών δραστηριοτήτων-μια γενική υποχρέωση πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των άλλων και των αγαθών τους. Η διεύρυνση του παρανόμου με την αναγνώριση της γενικής υποχρέωσης προνοίας δεν οδηγεί σε υπερβολική διεύρυνση και της αδικοπρακτικής ευθύνης (ιδίως στην περίπτωση που η παραβίαση της παραπάνω υποχρέωσης επιφέρει περιουσιακή βλάβη λόγω της προσβολής της εν γένει περιουσίας του ζημιωθέντος), διότι η τελική κατάφαση της υπάρξεως ευθύνης προϋποθέτει τη συνδρομή και των υπόλοιπων στοιχείων (υπαιτιότητας, αιτιώδους συνάφειας κλπ)”. Η άποψη αυτή γίνεται δεκτή και από τον Άρειο Πάγο και από τα δικαστήρια ουσίας (βλ. π.χ. Εφετείο Πειραιά 361/ 1997, Εφετείο Αθηνών 9671/ 1998). Ο Άρειος Πάγος δέχτηκε με την υπ’  αριθμό 81/ 1991 απόφαση του [με εισηγητή του τον μετέπειτα Αντιπρόεδρο του Κων/ νο Παπαδόπουλο], “από το συνδυασμό των άρθρων 5 πργφ. 1 Συντάγματος, 200, 281, 297, 298 και 914 ΑΚ προκύπτει γενική αρχή του δικαίου ότι κάθε πράξη ή παράλειψη που ζημιώνει ή δημιουργεί υποχρέωση για αποζημίωση, εφόσον κατά κανόνα έγινε από πταίσμα εκείνου που προκάλεσε τη ζημία, η δε πράξη ή παράλειψη έρχεται σε αντίθεση όχι μόνο με συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, αλλά και με το γενικότερο πνεύμα της έννομης τάξης που επιβάλλει την υποχρέωση να μην εξέρχεται κανείς με τις πράξεις του από τα όρια που ορίζονται κάθε φορά από τα συναλλακτικά ήθη. Στην αντίθετη περίπτωση δημιουργείται υποχρέωση αποζημιώσεως, έστω και αν μεταξύ του δράστη και του ζημιουμένου δεν υπάρχει συμβατικός δεσμός”. Επομένως, είναι βαθύτατα εσφαλμένη η άρνηση του Αρείου Πάγου να δεχθεί την τέλεση αδικοπραξίας με αποτέλεσμα να στερείται ο απολυμένος εργαζόμενος αποζημίωσης εξ αιτίας της αξιόποινης οφειλής μισθού του αλλά και επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που σίγουρα επέρχεται, από την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής του μισθού, στο πρόσωπο του [προσωπικότητα].

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis