Σάββατο, 21 Μαρτίου 2015

Προστασία μετά τον πλειστηριασμό; Δύσκολο!

Περίληψη. Ακύρωση πλειστηριασμού με τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Αναδρομική άρση των συνεπειών του πλειστηριασμού. Ευθεία απαίτηση του υπερθεματιστή που κατέβαλε το πλειστηρίασμα και δεν απέκτησε το εκπλειστηριασμένο ακίνητο να αναζητήσει κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ το πλειστηρίασμα από τον καθού η εκτέλεση, ο οποίος ωφελήθηκε οριστικά σε βάρος του υπερθεματιστή από τη διανομή του πλειστηριάσματος και τη συνακόλουθη απόσβεση των οφειλών του προς τους δανειστές. Εξασφάλιση της απαίτησης του υπερθεματιστή για ανάληψη του πλειστηριάσματος, μόνο ως προς το κεφάλαιο και όχι τους τόκους. Ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης. Νομιμοποιούμενα πρόσωπα στην άσκηση αυτής. Περιεχόμενο των λόγων της ανακοπής. Η διαδικασία της κατάταξης είναι ενιαία, αλλά όχι αδιαίρετη και το δεδικασμένο από τη σχετική απόφαση περιορίζεται μόνο στους διαδίκους της δίκης επί της ανακοπής, χωρίς να επηρεάζει την έννομη θέση των άλλων δανειστών, εκτός αν συντρέχει μεταξύ τους περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας. Όρια ελέγχου του δικάζοντος δικαστηρίου. Προϋποθέσεις σύνταξης νέου συμπληρωματικού πίνακα κατάταξης. 

Άρειος Πάγος, A1` Πολιτικό Τμήμα,  1227/ 2014.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2014.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1018 ΚΠολΔ, σε περίπτωση που ο πλειστηριασμός ακυρώθηκε και διενεργήθηκε νέος, η απαίτηση του υπερθεματιστή του πλειστηριασμού που ακυρώθηκε, να αναλάβει το πλειστηρίασμα που διανεμήθηκε, κατατάσσεται μετά τα έξοδα της εκτέλεσης του νέου πλειστηριασμού και πριν από τις απαιτήσεις των άρθρων 975, 976, 1007, 1012 παρ. 4 και 1015 παρ. 4 ΚΠολΔ. Για να ικανοποιηθεί αυτή η απαίτηση, ο υπερθεματιστής μπορεί να επισπεύσει πλειστηριασμό με βάση την απόφαση που ακύρωσε την εκτέλεση και με πιστοποίηση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ότι το πλειστηρίασμα έχει καταβληθεί και διανεμηθεί. Από τη δικονομικού δικαίου διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι, αν ακυρωθεί ο πλειστηριασμός με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, η οποία, ως διαπλαστική, συνεπάγεται αναδρομική άρση ως προς όλους των συνεπειών του πλειστηριασμού, ο υπερθεματιστής που κατέβαλε το πλειστηρίασμα και δεν απέκτησε το εκπλειστηριασμένο ακίνητο, επειδή ο πλειστηριασμός ακυρώθηκε τελεσίδικα κατόπιν ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ (και όχι επειδή αυτός υπήρξε ανενεργής και ο υπερθεματιστής δεν απέκτησε το ακίνητο λόγω νομικού ελαττώματος) έχει ευθεία απαίτηση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ, να αναζητήσει το πλειστηρίασμα από τον καθού η εκτέλεση, ο οποίος ωφελήθηκε οριστικά σε βάρος του υπερθεματιστή από τη διανομή του πλειστηριάσματος και τη συνακόλουθη απόσβεση των οφειλών του προς τους δανειστές. Προς εξασφάλιση δε της απαίτησης του υπερθεματιστή για ανάληψη του πλειστηριάσματος, μόνο ως προς το κεφάλαιο και όχι τους τόκους, θεσπίστηκε υπέρ αυτού ειδικό προνόμιο στο πλειστηριασμένο ακίνητο του καθού η εκτέλεση, που υπερισχύει κάθε άλλου γενικού ή ειδικού προνομίου, και καθιερώθηκε η ακυρωτική απόφαση ως εκτελεστός τίτλος για την άμεση (χωρίς έγερση σχετικής αγωγής για απόκτηση επιδικαστικής απόφασης) και ταχεία αναγκαστική ικανοποίηση της σχετικής απαίτησης κατά του καθού η εκτέλεση (ΑΠ 42/ 2010).
Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 151, 585, 590, 933 επ., 972, 979 και 980 ΚΠολΔ συνάγονται τα ακόλουθα: Με την ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή της ανακοπής του άρθρου 583 επ. και για την οποία έχουν εφαρμογή τα άρθρα 933 επ. ΚΠολΔ στον βαθμό που εναρμονίζονται και προσιδιάζουν στην ανακοπή αυτή, δεν προσβάλλεται η εκτελεστική διαδικασία μέχρι τον πλειστηριασμό αλλά μόνο η διαδικασία κατάταξης ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, που αρχίζει από την αναγγελία των απαιτήσεων των δανειστών του καθού η εκτέλεση και λήγει με τη σύνταξη του πίνακα κατάταξης. Οι λόγοι της ανακοπής μπορεί να αναφέρονται είτε στην ύπαρξη ή στο μέγεθος της απαίτησης του δανειστή που κατατάχτηκε ή του προνομίου της ή σε προβολή ενστάσεων κατ` αυτής είτε στην απλή αμφισβήτηση ή άρνηση της εν λόγω απαίτησης ή του προνομιακού χαρακτήρα και της κατάταξής της. Ειδικότερα, με την ανακοπή που ασκεί ο καθού η εκτέλεση κατά του δανειστή που επέσπευσε τον πλειστηριασμό και κατατάχτηκε στον πίνακα (όχι και κατά των λοιπών δανειστών που κατατάχτηκαν), επιτρέπεται να προβληθούν μόνο πλημμέλειες για την ύπαρξη και το μέγεθος της απαίτησης που ανάγονται σε χρόνο μετά τον πλειστηριασμό, αφού όσες ανάγονται σε προγενέστερο χρόνο και δεν προβλήθηκαν μέχρι τη σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης δεν προβάλλονται παραδεκτά με την ανακοπή του άρθρου 979 ΚΠολΔ, ως μη συμβατές με το σύστημα της σταδιακής προσβολής των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, που καθιερώνει το άρθρο 934 για την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ με σκοπό την ταχύτερη δυνατή περάτωση της αναγκαστικής εκτέλεσης και την ασφάλεια των συναλλαγών. Αντίθετα, η μη άσκηση ανακοπής κατά τα άρθρα 933 και 934 ΚΠολΔ δεν αποκλείει το δικαίωμα στους αναγγελθέντες δανειστές να ασκήσουν ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης και να αμφισβητήσουν την απαίτηση του επισπεύδοντος την εκτέλεση δανειστή, αφού η προαναφερόμενη σταδιακή προσβολή των πράξεων της εκτέλεσης δεν προσιδιάζει και δεν έχει εφαρμογή στην από μέρους τους ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης (ΑΠ 169/ 2012, ΑΠ 116/ 2001).
Εξάλλου, από τις ίδιες προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι σε άσκηση ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης νομιμοποιούνται μόνο ο επισπεύδων, οι αναγγελθέντες δανειστές και ο καθού η εκτέλεση, εφόσον έχουν έννομο συμφέρον, το οποίο ως θεσμός επιβάλλει και περιορίζει τη δικαιοδοτική παρέμβαση μόνο στις περιπτώσεις που η δικαστική απόφαση είναι αναγκαία και ικανή να προστατεύσει το προβαλλόμενο δικαίωμα ή προστατευτέο έννομο συμφέρον. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής και των άρθρων 68 και 262 παρ. 2 ΚΠολΔ, υπάρχει έννομο συμφέρον για άσκηση ανακοπής από τον επισπεύδοντα και τους αναγγελθέντες δανειστές, όταν η παραδοχή του αιτήματος της ανακοπής περιλαμβάνει όχι μόνο την ακύρωση της κατάταξης του καθού η ανακοπή, αλλά και τη δυνατότητα κατάταξης του ανακόπτοντος, με συνέπεια, αν, παρά την ακύρωση της κατάταξης του καθού η ανακοπή, κριθεί ότι ο ανακόπτων δεν έχει δικαίωμα κατάταξης, η ανακοπή να απορρίπτεται ως απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος (ΑΠ 120/2005, ΑΠ 450/2006, ΑΠ 1777/2001). Επίσης υπάρχει έννομο συμφέρον για άσκηση ανακοπής από τον καθού η εκτέλεση οφειλέτη όταν αυτός είτε προβάλλει ότι εσφαλμένα κατατάχτηκε ένας ή περισσότεροι από τους αναγγελθέντες δανειστές στον πίνακα κατάταξης, με συνέπεια να μην μπορεί αυτός να εισπράξει ορισμένο περίσσευμα από το πλειστηρίασμα είτε αμφισβητεί την ύπαρξη ή το μέγεθος ορισμένης απαίτησης που κατατάχτηκε και επιδιώκει τη μεταρρύθμιση του πίνακα υπέρ του επισπεύδοντος την εκτέλεση ή κάποιου από τους αναγγελθέντες δανειστές ως προς το ποσό που αυτοί δεν κατατάχτηκαν, εφόσον η σχετική κατάταξη επιφέρει την απαλλαγή του ανακόπτοντος από τις αντίστοιχες οφειλές του προς αυτούς (ΑΠ 928/ 2002). Περαιτέρω, όπως παγίως νομολογείται, η διαδικασία της κατάταξης είναι ενιαία, αλλά όχι αδιαίρετη και το δεδικασμένο από τη σχετική απόφαση περιορίζεται μόνο στους διαδίκους της δίκης επί της ανακοπής, χωρίς να επηρεάζει την έννομη θέση των άλλων δανειστών, εκτός αν συντρέχει μεταξύ τους περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας (ΑΠ 175/2011). Αυτό συνεπάγεται ότι το δικάζον δικαστήριο περιορίζεται στα όρια του αντικειμένου και αιτήματος της ανακοπής και δεν έχει εξουσία να προβεί αυτεπαγγέλτως σε αναδιάρθρωση του πίνακα κατάταξης υπέρ μη διαδίκων δανειστών με ισχυρότερα προνόμια από τον ανακόπτοντα, με συνέπεια στο αποδεσμευόμενο ποσό να κατατάσσεται μόνο ο τελευταίος, χωρίς να ωφελούνται οι αναγγελθέντες δανειστές που δεν άσκησαν ανακοπή, έστω και αν οι απαιτήσεις τους είναι εξοπλισμένες με ισχυρότερα προνόμια, οι οποίοι, μετά την άπρακτη παρέλευση της σχετικής προθεσμίας εκπίπτουν οριστικά (άρθρο 151 ΚΠολΔ) από το δικαίωμα να ασκήσουν ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης ή να αμφισβητήσουν την κατάταξη με οποιοδήποτε μέσο και τρόπο (ΟλΑΠ 27/ 2009, ΑΠ 1159/ 1998). Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που ανακόπτων είναι ο καθού η εκτέλεση οφειλέτης, ο οποίος, αφού ερευνηθούν δικαστικά μόνο οι προσβαλλόμενες απαιτήσεις και η οριστική (ή και προνομιακή) καταταξιμότητα αυτών και κριθεί αποβλητέος ο καθού η ανακοπή από τον πίνακα κατάταξης, εξασφαλίζει για τον εαυτό του το υπόλοιπο του πλειστηριάσματος, που αντιστοιχεί στο συνολικό ποσό των απαιτήσεων που αποβλήθηκαν, το δε έννομο συμφέρον αυτού δεν εξαρτάται από την ενδεχόμενη ανεπάρκεια του πλειστηριάσματος και την τυχόν ύπαρξη άλλων απαιτήσεων αναγγελθέντων ή όχι δανειστών, αλλά εξαρτάται μόνο από το αν είναι υπαρκτές και κατατάξιμες ή μη οι προσβαλλόμενες απαιτήσεις, των οποίων επιδιώχθηκε η αποβολή γι` αυτόν λόγο (ΑΠ 246/ 2001).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 978 ΚΠολΔ, οριστικά κατατάσσονται οι εκκαθαρισμένες απαιτήσεις, οι οποίες αποδεικνύονται από δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα που έχουν συνταχθεί νόμιμα, δεν έχουν αμφισβητηθεί και έχουν αποδεικτική δύναμη έναντι του καθού η εκτέλεση. Τέτοια έγγραφα είναι οι τελεσίδικες ή και οριστικές δικαστικές αποφάσεις, που αναγνωρίζουν ή επιδικάζουν απαιτήσεις και δεσμεύουν με ισχύ δεδικασμένου τον καθού η εκτέλεση και οι εκτελεστοί τίτλοι για τις σχετικές απαιτήσεις που αποδεικνύουν και στηρίζουν την αναγκαστική εκτέλεσή τους. Σε περίπτωση δε που, κατόπιν ανακοπής του επισπεύδοντος ή αναγγελθέντος δανειστή ή του καθού η εκτέλεση, κρίνεται ότι η προσβαλλόμενη απαίτηση του καθού η ανακοπή είναι ανύπαρκτη ή μη κατατάξιμη στον ανακοπτόμενο πίνακα, το δικάζον δικαστήριο, όπως προαναφέρθηκε, κινούμενο στο περιορισμένο υποκειμενικό και αντικειμενικό πλαίσιο της συγκεκριμένης δίκης, αποβάλλει τον καθού η ανακοπή και, δεχόμενο το κατά περίπτωση (ρητώς ή σαφώς υποβαλλόμενο) σχετικό αίτημα της ανακοπής, είτε κατατάσσει τον ανακόπτοντα δανειστή στη θέση του καθού η ανακοπή είτε διατάσσει την απόδοση στον ανακόπτοντα - καθού η εκτέλεση του σχετικού ποσού ως υπόλοιπο (περίσσευμα) του πλειστηριάσματος, και δεν αναπέμπει την υπόθεση στον υπάλληλο του πλειστηριασμού για σύνταξη νέου συμπληρωματικού πίνακα, ενέργεια που δεν προβλέπεται από τις σχετικές διατάξεις του ΚΠολΔ, αλλά και δεν συμπορεύεται με όσα προαναφέρθηκαν. Περίπτωση σύνταξης νέου συμπληρωματικού πίνακα κατάταξης μπορεί να υπάρξει εάν εμφανιστεί για άλλους λόγους (και όχι λόγω ακύρωσης πίνακα κατάταξης) νέο πλειστηρίασμα για διανομή, όπως το αυξημένο πλειστηρίασμα από αναπλειστηριασμό κατά το άρθρο 965 ΚΠολΔ, οπότε με τον νέο πίνακα, που συντάσσεται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού ως συνέχεια και χωρίς τροποποίηση του αρχικού, το νέο ποσό περιέρχεται με κατάταξη στους αναγγελθέντες δανειστές, το δε τυχόν περίσσευμα περιέρχεται στον καθού η εκτέλεση. Τέλος, οι ανακόπτοντες τον πίνακα (επισπεύδων, αναγγελθέντες δανειστές ή ο καθού η εκτέλεση) ασκούν ίδιο δικαίωμα, που παρέχεται σ` αυτούς από την οικεία διάταξη του άρθρου 979 ΚΠολΔ, και δεν ασκούν δικαίωμα τρίτου ή για λογαριασμό τρίτου προσώπου (βλ. και Μπρίνια, Αναγκ. Εκτελ. άρθρο 979 σελ. 1167, 1169, 1172-1176, 1180, 1182, 1188, 1194, 1196 και άρθρο 978 σελ. 1154-1159). Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς, ιδρύεται όταν, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται, παρότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόζεται χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε σχετική παραβίαση εκδηλώνεται είτε με σφαλμένη ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με αυτόν τον λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την αξιολόγηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων και τα νομικά σφάλματα κατά την ουσιαστική διερεύνηση της επίδικης διαφοράς. Δηλαδή ελέγχεται αν η αγωγή και κάθε ισχυρισμός, που ασκεί έννομη επιρροή στη διαγνωστέα έννομη σχέση ή έννομη συνέπεια (ένσταση, αντένσταση κλπ.), απορρίφθηκαν ορθά ως μη νόμιμοι ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, η αγωγή ή η ένσταση κλπ. έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27-28/1998).
Επίσης ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης στοιχειοθετείται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα:
"Δυνάμει της υπ` αριθμ. .../14-1-2009 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ........ ............... , πραγματοποιήθηκε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ακίνητης περιουσίας του ανακόπτοντος-εκκαλούντος και συγκεκριμένα ενός οροφοδιαμερίσματος του 4ου ορόφου οικοδομής, που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη στη συμβολή των οδών ...-...-..., εμβαδού 163,20 τμ μικτών και 128,20 τμ καθαρών, αποτελούμενο από 3 δωμάτια, σαλοτραπεζαρία, καθιστικό-κουζίνα, λουτροκαμπινέ, καμπινέ και διάδρομο, με ποσοστό 13% στο οικόπεδο και στα κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη και εγκαταστάσεις της όλης οικοδομής. Τον πλειστηριασμό αυτό επέσπευσε η πρώτη των καθ`ων, σύμφωνα με το άρθρο 1018 ΚΠολΔ, προκειμένου να αναλάβει το πλειστηρίασμα που είχε καταβάλει σε προηγούμενο πλειστηριασμό του ίδιου ακινήτου, στον οποίο είχε αναδειχθεί υπερθεματίστρια, που όμως ακυρώθηκε με τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Συγκεκριμένα, στις 20-9-2000 και ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, με επίσπευση της τότε δανείστριας ... τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ, και δυνάμει της υπ` αριθμ. .../20-9-2000 έκθεσης πλειστηριασμού, εκπλειστηριάσθηκε το παραπάνω ακίνητο του οφειλέτη- ανακόπτοντα, αντί του συνολικού ποσού των 42.365.000 δρχ. και κατακυρώθηκε στην πρώτη των καθ` ων, που αναδείχθηκε υπερθεματίστρια. Η τελευταία κατέβαλε το πλειστηρίασμα που διανεμήθηκε στην τότε επισπεύδουσα και τους αναγγελθέντες δανειστές, πλην όμως ο πλειστηριασμός αυτός ακυρώθηκε με την υπ` αριθμ. 32312/2001 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε επί της υπ` αριθμ. κατάθεσης 37814/2000 ανακοπής του και νυν ανακόπτοντος-οφειλέτη κατά της τότε επισπεύδουσας ως άνω τραπεζικής εταιρίας και της τότε υπερθεματίστριας-ήδη πρώτης των και νυν καθ` ων, για το λόγο ό,τι αυτός (πλειστηριασμός) διενεργήθηκε κατά παράβαση των άρθρων 30 §4 του ν. 2789/2000 όπως τροπ. με το άρθρο 47 του ν. 2873/2000 και αρθρ. 42 ν. 2912/2001, που ορίζουν ότι αναστέλλονται οι αναγκαστικές εκτελέσεις πελατών της τράπεζας έως 31-12-2001. Στη συνέχεια η ως άνω υπερθεματίστρια, επέσπευσε πλειστηριασμό σε βάρος του ίδιου παραπάνω ακινήτου του ανακόπτοντος, δυνάμει της υπ` αριθμ. .../2-10-2008 δήλωσης επίσπευσης πλειστηριασμού, για την ικανοποίηση της απαίτησής της για ανάληψη του πλειστηριάσματος που είχε καταβάλει στον ακυρωθέντα με δικαστική απόφαση προηγούμενο πλειστηριασμό, ύψους 124.328 ευρώ, με τίτλο εκτελεστό την ως άνω δικαστική απόφαση ακύρωσης του προηγούμενου πλειστηριασμού και τη βεβαίωση της υπαλλήλου του πλειστηριασμού ότι το πλειστηρίασμα έχει καταβληθεί και διανεμηθεί. Ο πλειστηριασμός αυτός διενεργήθηκε δυνάμει της υπ` αριθμ. .../2008 Α` επαναληπτικής περίληψης δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού, στις 14-1-2009 και συντάχθηκε προς τούτο η ως άνω υπ` αριθμ. .../14-1-2009 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ...... , αναδείχθηκε δε ως υπερθεματίστρια και πάλι η πρώτη των καθ`ων-επισπεύδουσα, στην οποία και κατακυρώθηκε το εν λόγω ακίνητο έναντι επιτευχθέντος πλειστηριάσματος από 195.050 ευρώ. Στον πλειστηριασμό αυτό αναγγέλθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για να λάβουν μέρος στη διανομή του πλειστηριάσματος μεταξύ άλλων και η πρώτη των καθ` ων-επισπεύδουσα, Δ. Β., με την από 26-1- 2009 αναγγελία της, για απαίτησή της προερχόμενη από τόκους επί του ως άνω ποσού του πλειστηριάσματος που είχε καταβάλει στον ακυρωθέντα προηγούμενο πλειστηριασμό και συγκεκριμένα, ζήτησε να καταταγεί προνομιακά κατ` άρθρο 1018 ΚΠολΔ, συνολικά για το ποσό των 220.492,00 ευρώ, ήτοι τόσο για το ποσό των 124.328,00 ευρώ, που αφορούσε στο πλειστηρίασμα του ακυρωθέντος πλειστηριασμού, όσο και για το ποσό των 96.124,00 ευρώ, που αφορούσε τόκους του πλειστηριάσματος για το χρονικό διάστημα από την επομένης της έκδοσης της απόφασης που ακύρωσε τον πλειστηριασμό (6-12-2001) μέχρι και το χρόνο αναγγελίας. Επειδή το παραπάνω πλειστηρίασμα δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση της επισπεύδουσας και των αναγγελθέντων δανειστών, η υπάλληλος του πλειστηριασμού συνέταξε τον προσβαλλόμενο υπ` αριθμ. .../27-2-2009 πίνακα κατάταξης δανειστών, στον οποίο, μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης από 1.528,00 ευρώ για την ίδια, και 3.930,00 ευρώ για τον δικαστικό επιμελητή-2° των καθ`ων, στο εναπομείναν ποσό του πλειστηριάσματος από 189.592,00 ευρώ κατέταξε την 1η των καθ`ων-επισπεύδουσα, οριστικά και προνομιακά σύμφωνα με το άρθρο 1018 ΚΠολΔ, ήτοι σε πλήρη ικανοποίηση της απαίτησής της να αναλάβει το ποσό του πλειστηριάσματος του ακυρωθέντος πλειστηριασμού από 124.328,00 ευρώ και σε μερική ικανοποίηση της απαίτησής της για τόκους επί του ποσού του πλειστηριάσματος, ύψους 65.264,00 ευρώ, ενώ μη υπάρχοντος υπολοίπου πλειστηριάσματος προς διανομή, οι λοιποί αναγγελθέντες δανειστές δεν κατατάχθηκαν. Ο ανακόπτων με την ανακοπή του, που άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά του ως άνω πίνακα κατάταξης, και με τον πρώτο λόγο αυτής, αμφισβητεί τον προνομιακό χαρακτήρα της απαίτησης από τόκους της πρώτης των καθ` ων και ισχυρίζεται ότι ο πλειστηριασμός αυτός διενεργήθηκε κατ` εφαρμογή του άρθρου 1018 ΚΠολΔ, με τίτλο εκτελεστό την δικαστική απόφαση που ακύρωσε τον προηγούμενο πλειστηριασμό του ίδιου ακινήτου, προκειμένου η ως άνω επισπεύδουσα να αναλάβει το πλειστηρίασμα που είχε τότε καταβάλει και διανεμηθεί, στον ακυρωθέντα στη συνέχεια πλειστηριασμό, ανερχόμενο σε 124.328,00 ευρώ, για το οποίο και μόνο δικαιούται να καταταγεί προνομιακά στον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης και όχι και για τους τόκους του ποσού αυτού, διότι στον νέο πλειστηριασμό που διενεργείται κατ` εφαρμογή του ως άνω άρθρου, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ο υπερθεματιστής κατατάσσεται προνομιακά μόνο για το ποσό του πλειστηριάσματος που διανεμήθηκε στον ακυρωθέντα πλειστηριασμό, δηλαδή για το ποσό των 124.328,00 ευρώ, και όχι και για τόκους ή έξοδα. Ο λόγος αυτός της ανακοπής, ο οποίος είναι νόμιμος, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στο Γ` μέρος της μείζονος σκέψης (άρθρ. 1018 ΚΠολΔ), αποδεικνύεται και βάσιμος κατ` ουσίαν. Και συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα περιστατικά, στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον πρόκειται για πλειστηριασμό που επισπεύδεται στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 1018 εδ. β` του ΚΠολΔ εκ μέρους της υπερθεματίστριας προκειμένου αυτή να αναλάβει το καταβληθέν πλειστηρίασμα στον προηγηθέντα και τελεσιδίκως ακυρωθέντα πλειστηριασμό της 20-9-2000, οι απαιτήσεις της υπερθεματίστριας υπέρ της οποίας γίνεται η εκτέλεση και οι οποίες κατατάσσονται προνομιακά σύμφωνα με το άρθρο 1018 ΚΠολΔ, αμέσως μετά τα έξοδα εκτέλεσης του νέου πλειστηριασμού, περιλαμβάνουν μόνο το καταβληθέν πλειστηρίασμα του πλειστηριασμού που ακυρώθηκε, ήτοι το ποσό των 124.328,00 ευρώ και όχι και τους τόκους υπερημερίας, οι οποίοι, κατά τα αναφερόμενα στο Γ` μέρος της μείζονος σκέψης, δεν περιλαμβάνονται στις αξιώσεις της υπερθεματίστριας, για τις οποίες επισπεύδεται από αυτήν ο νέος ένδικος πλειστηριασμός, ούτε ικανοποιούνται προνομιακά από το νέο πλειστηρίασμα, ώστε να δικαιολογείται η προνομιακή τους κατάταξη. Μάλιστα, η υπερθεματίστρια-1η των καθ` ων δεν αναγγέλθηκε στον εν λόγω πλειστηριασμό για τόκους υπερημερίας με βάση εκτελεστό τίτλο. Επομένως, μη νόμιμα η υπάλληλος του πλειστηριασμού κατέταξε οριστικά και προνομιακά κατ` άρθρο 1018 ΚΠολΔ, την απαίτηση της 1ης των καθ` ων για τόκους, ύψους κατά τα άνω 65.264,00 ευρώ, δεδομένου ότι ο υπερθεματιστής, όταν επισπεύδει πλειστηριασμό ο ίδιος με βάση το άρθρο 1018 ΚΠολΔ, όπως στην προκειμένη περίπτωση η 1η των καθ` ων, δικαιούται να αξιώσει προνομιακά και από τον καθ`ού η εκτέλεση, στο πλαίσιο της νέας εκτελεστικής διαδικασίας, μόνο το κεφάλαιο της απαίτησης (ανάληψη πλειστηριάσματος), και όχι και τους τόκους". Από όσα προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, μεταξύ άλλων, και τις εξής κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές: Ότι η αναιρεσείουσα - καθής η ανακοπή, η οποία είχε αναδειχθεί υπερθεματίστρια στον αρχικό πλειστηριασμό του ενδίκου διαμερίσματος ιδιοκτησίας του καθού η εκτέλεση - ανακόπτοντος και είχε καταβάλει το πλειστηρίασμα, αναδείχτηκε υπερθεματίστρια και στον νέο πλειστηριασμό, που επέσπευσε η ίδια με εκτελεστό τίτλο την τελεσίδικη ακυρωτική απόφαση του αρχικού πλειστηριασμού για την ανάληψη του πλειστηριάσματος, που είχε καταβληθεί και διανεμηθεί. Ότι στον ανακοπτόμενο πίνακα κατάταξης κατατάχτηκε μόνο αυτή οριστικά και προνομιακά, κατά το άρθρο 1018 ΚΠολΔ, τόσο για το ποσό του πλειστηριάσματος που είχε καταβάλει ύψους 124.328 ευρώ όσο και για μέρος τόκων επί του πλειστηριάσματος ύψους 65.264 ευρώ από συνολική οφειλή τόκων 96.124 ευρώ, απαιτήσεις για τις οποίες αυτή είχε αναγγελθεί στην υπάλληλο του πλειστηριασμού. Ότι η απαίτηση των τόκων δεν καλύπτεται από το ειδικό προνόμιο του άρθρου 1018 ΚΠολΔ, ούτε υπάρχει γι` αυτή εκτελεστός τίτλος και ότι, ως εκ τούτου, εσφαλμένα κατατάχτηκε οριστικά και προνομιακά, οι δε λοιποί δανειστές, που αναγγέλθηκαν χωρίς να καταταχθούν, δεν ανέκοψαν τον πίνακα κατάταξης. Ακολούθως, το Εφετείο έκρινε ως βάσιμο τον σχετικό πρώτο λόγο έφεσης και τον αντίστοιχο λόγο ανακοπής, με τους οποίους είχε προβληθεί η αιτίαση για εσφαλμένη οριστική και προνομιακή κατάταξη της επίμαχης απαίτησης τόκων επί του πλειστηριάσματος του αρχικού πλειστηριασμού.
Οπως προκύπτει από την επισκόπηση των δικογράφων της ένδικης ανακοπής και της ένδικης έφεσης, εκτός από το αίτημα ακύρωσης ή μεταρρύθμισης του πίνακα ως προς την απαίτηση των τόκων, εμπεριέχεται, ρητώς στην έφεση και σαφώς στην ανακοπή, ότι η ζητούμενη μεταρρύθμιση του πίνακα κατάταξης και η αποβολή της αναιρεσείουσας από αυτόν γίνεται με την προφανή επιδίωξη να περιέλθει το αντίστοιχο ποσό στον αναιρεσίβλητο - ανακόπτοντα, το οποίο δεν μπορούσε διαφορετικά να αποδοθεί σ` αυτόν, αλλά και ούτε μπορούσε να περιέλθει στους λοιπούς δανειστές που δεν είχαν καταταχθεί, αφού αυτοί δεν ανέκοψαν τον πίνακα κατάταξης και δεν ωφελούνται από τη ζητούμενη αποβολή της αναιρεσείουσας - καθής η ανακοπή. Σύμφωνα δε με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, η επίμαχη απαίτηση των τόκων δεν ήταν ούτε οριστικά κατατακτέα στον ανακοπτόμενο πίνακα, αφού η ακυρωτική απόφαση του αρχικού πλειστηριασμού αποτελεί τίτλο άμεσης εκτέλεσης και ειδικό προνόμιο μόνο για την απαίτηση του πλειστηριάσματος, ενώ δεν έγινε επίκληση σχετικής επιδικαστικής απόφασης ή άλλου δημόσιου ή ιδιωτικού εγγράφου με αποδεικτική δύναμη δεσμευτική για τον καθού η εκτέλεση, οπότε η επίμαχη απαίτηση μόνο τυχαία μπορούσε να καταταχθεί από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, κατά το άρθρο 978 παρ. 1 ΚΠολΔ, ύστερα από τις προνομιακά και οριστικά κατατακτέες απαιτήσεις των λοιπών δανειστών. Από αυτά προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, στην προσβαλλόμενη απόφαση όλες τις ουσιαστικές παραδοχές που ήταν αναγκαίες για τη θεμελίωση της προαναφερόμενης κρίσης του και του διατακτικού της απόφασής του, με το οποίο μεταρρύθμισε τον πίνακα κατάταξης, απέβαλε την αναιρεσείουσα ως προς την απαίτηση των τόκων και διέταξε την απόδοση του αντίστοιχου ποσού στον αναιρεσίβλητο. Επομένως, δεν ερμήνευσε ούτε εφάρμοσε εσφαλμένα τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 68, 978 παρ. 1, 979 παρ. 2 και 1018 ΚΠολΔ, οι δε αντίθετες αιτιάσεις που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 (και όχι 14 και 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέες ως αβάσιμες.
Εξάλλου, απορριπτέα ως αβάσιμη είναι και η αιτίαση, που προβάλλεται με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 (και όχι και 14) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι ο αναιρεσίβλητος νομιμοποιείται σε άσκηση της ένδικης ανακοπής, παραβίασε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 262 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την οποία προβολή ενστάσεων από δικαίωμα τρίτου επιτρέπεται μόνο στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος, αφού στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος άσκησε την ένδικη ανακοπή, αμφισβητώντας την οριστική και προνομιακή καταταξιμότητα της απαίτησης των τόκων στον ανακοπτόμενο πίνακα, ως ίδιο δικαίωμα που παρέχει σ` αυτόν η διάταξη του άρθρου 979 παρ. 2 ΚΠολΔ, και όχι ως δικαίωμα τρίτου ή για λογαριασμό τρίτου, όπως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα.
Επίσης απορριπτέες ως αβάσιμες είναι και οι αιτιάσεις, που προβάλλονται με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 (και όχι και από τους αρ. 19 και 14) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 977 παρ. 3 και 978 ΚΠολΔ, δεχόμενο ως παράνομη, όχι μόνο την προνομιακή κατάταξη, αλλά και την οριστική κατάταξη της επίμαχης απαίτησης, ενώ εσφαλμένα δεν εφάρμοσε την πρώτη από τις διατάξεις αυτές, καίτοι συνέτρεχαν, κατά την αναιρεσείουσα, οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, μη κατατάσσοντάς την οριστικά στην κατηγορία των εγχειρογράφων απαιτήσεων, αφού, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και όπως ήδη αναφέρθηκε, η εν λόγω απαίτηση, αφού δεν έχει επιδικαστεί ή αναγνωριστεί με δικαστική απόφαση, ούτε προκύπτει η βασιμότητά της από δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα με αποδεικτική δύναμη δεσμευτική για τον αναιρεσίβλητο, ούτε καλύπτεται από τον εκτελεστό τίτλο της ακυρωτικής απόφασης του αρχικού πλειστηριασμού ή από άλλον εκτελεστό τίτλο, δεν ήταν οριστικά κατατάξιμη και δεν εμπίπτει στη διάταξη του άρθρου 977 παρ. 3 ΚΠολΔ. Μόνη δε η μη άσκηση ανακοπής του άρθρου 933 επ. ΚΠολΔ μέχρι τη διενέργεια του πλειστηριασμού από τον αναιρεσίβλητο - καθού η εκτέλεση κατά της απαίτησης αυτής δεν την καθιστά οριστικά κατατάξιμη. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη λόγο αναίρεσης από τους αρ. 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο α) παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, παραλείποντας να διαπιστώσει ότι η ανακοπή δεν περιείχε περιστατικά θεμελίωσης εννόμου συμφέροντος για την άσκησή της και μη απορρίπτοντας αυτή ως απαράδεκτη και β) παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πραγματικό ισχυρισμό με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (πράγμα), χωρίς αυτός να έχει προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεχόμενο στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι ο αναιρεσίβλητος ζήτησε με την ανακοπή του την ακύρωση, άλλως τη μεταρρύθμιση, του πίνακα κατάταξης, προκειμένου να εξασφαλίσει υπέρ αυτού το τυχόν υπόλοιπο του πλειστηριάσματος, το οποίο αντιστοιχεί στο συνολικό ποσό των απαιτήσεων (για τόκους επί του αρχικού πλειστηριάσματος και για έξοδα εκτέλεσης που αδικαιολόγητα προαφαιρέθηκαν) που πρέπει να αποβληθούν, ενώ ο αναιρεσίβλητος στην ανακοπή και στις προτάσεις του δεν περιλάμβανε περιστατικά που να ορίζουν το περίσσευμα και να δικαιολογούν την είσπραξη από τον ίδιο του περισσεύματος, που, κατά την αναιρεσείουσα, ενέχει αίτημα περιέλευσης στον αναιρεσίβλητο όποιου ποσού θα απέμενε μετά την εξόφληση όλων των απαιτήσεων των δανειστών που αναγγέλθηκαν. Οπως ήδη αναφέρθηκε κατά την αξιολόγηση του πρώτου λόγου αναίρεσης και προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής, ο καθού η εκτέλεση - ανακόπτων στην ανακοπή του, μεταξύ άλλων και κατά το μέρος που αφορά την αναιρεσείουσα, αρνείται και αποκρούει την καταταξιμότητα (οριστική και προνομιακή) της απαίτησης τόκων επί του αρχικού πλειστηριάσματος και διατυπώνει ρητό αίτημα αποβολής της αναιρεσίβλητης από τον πίνακα κατάταξης ως προς την απαίτηση αυτής για τόκους επί του αρχικού πλειστηριάσματος, με τη σαφή και προφανή επιδίωξη να περιέλθει στον ίδιο το σχετικό ποσό ως υπόλοιπο του πλειστηριάσματος (και όχι να περιέλθει σ` αυτόν ό,τι θα απέμενε μετά την εξόφληση όλων των απαιτήσεων των αναγγελθέντων δανειστών, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα), επιδίωξη που επιβεβαιώνεται και ρητά με τον πρώτο λόγο της έφεσής του (σελ. 4). Δεν ήταν δε αναγκαίο για τη στοιχειοθέτηση του εννόμου συμφέροντος του ανακόπτοντος και για το ορισμένο της ανακοπής, κατά τις διατάξεις των άρθρων 68 και 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, να διαλαμβάνονται σ` αυτή και άλλα περιστατικά, αφού, όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, το έννομο συμφέρον του καθού η εκτέλεση - ανακόπτοντος για άσκηση ανακοπής του άρθρου 979 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν εξαρτάται από την ενδεχόμενη ανεπάρκεια του πλειστηριάσματος και την τυχόν ύπαρξη άλλων απαιτήσεων αναγγελθέντων ή όχι δανειστών, αλλά εξαρτάται μόνο από το αν είναι υπαρκτές ή/και κατατάξιμες ή μη οι προσβαλλόμενες απαιτήσεις, των οποίων επιδιώχτηκε η αποβολή γι` αυτόν τον λόγο. Επομένως, το Εφετείο, κρίνοντας ως ορισμένο και βάσιμο τον πρώτο λόγο ανακοπής και τον αντίστοιχο λόγο έφεσης και επιδικάζοντας όσα προαναφέρθηκαν, δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, ούτε έλαβε παρά τον νόμο υπόψη πράγμα που δεν είχε προταθεί, οι δε αντίθετες αιτιάσεις, που προβάλλονται με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου κατά την αναιρετική δίκη (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το παράβολο, που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της απόφασης 1742/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παράβολου, που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 22α Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 5η Ιουνίου 2014.
Παρατήρηση. Όπως υπεστήριζε ο θεωρούμενος ως αυθεντία στον τομέα της αναγκαστικής εκτέλεσης Ιωάννης Μπρίνιας, "δια της ανακοπής των άρθρων 979-980 προσβάλλεται η ενώπιον του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου διαδικασία της εκτελέσεως και όχι η μέχρι του πλειστηριασμού διαδικασία της εκτελέσεως. Δεδομένου δε ότι η διαδικασία της κατατάξεως άρχεται δια της αναγγελίας και λήγει δια του πίνακος, οιονδήποτε παράπονον κατά των αναγγελιών και των δια τούτων εισαγομένων ή προσβαλλομένων απιτήσεων, ως και οιονδήποτε παράπονον κατά του περιεχομένου του πίνακος και της εν γένει διαδικασίας, είναι δυνατόν να αποτελέση αντικείμενον της ανακοπής, εφ'  όσον βεβαίως, η επικαλουμένη πλημμέλεια είχεν επίδρασιν επί της κατατάξεως των καθ'  ων η ανακοπή δανειστών ή έχει επίδρασιν επί της δια της ανακοπής επιδιωκομενης κατατάξεως του ανακόπτοντος" [Αναγκαστική εκτέλεσις, τόμος Β’, 1978, § 433.Ι, σελ∙ 1180]. Επίσης, κατά τον ίδιο συγγραφέα, "Επίσης, η ανακοπή των άρθρων 979-980 ΚΠολΔ αποτελεί το αποκλειστικόν μέσον αμύνης εναντίον της ενώπιον και υπό του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου διεξαχθείσης διαδικασίας της κατατάξεως από της αναγγελίας εκάστου δανειστού και μέχρι της συντάξεως του πίνακος" [στο ίδιο έργο, § 430.ΙΙ, σελ∙ 1162]. 
Ως γνωστόν [ΚΠολΔ 974], ο πίνακας κατάταξης των απαιτήσεων των άλλων, τυχόν, δανειστών, συντάσσεται από τον συμβολαιογράφο μετά το πέρας του πλειστηριασμού και εφόσον το πλειστηρίασμα δεν επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, δηλαδή μετά την κατακύρωση στον υπερθεματιστή [πλειοδοτήσαντα].

Επίσης, κατά τον Ι. Μπρίνια (§ 433.IV.α, σελ∙ 1184) «είναι δυνατόν να προταθούν (με την ανακοπή της ΚΠολΔ 979) ισχυρισμοί που συντελούν εις την υποστήριξιν ή διατήρησιν των δικαιωμάτων του ανακόπτοντος ή εις την αναίρεσιν, απόσβεσιν ή κατάργησιν των δικαιωμάτων του καθού η ανακοπή και της εις τον πίνακα κατατάξεως». Βάσει της άποψης αυτής φαίνεται να υποστηρίζεται ότι ο καθού οφειλέτης που πλειστηριάζεται το περιουσιακό στοιχείο του μπορεί να προτείνει και ενστάσεις κατά της απαίτησης του δανειστή που δεν είχε προβάλλει μέχρι τον πλειστηριασμό και στο φτάσιμο του πίνακα κατάταξης ερχόμενος σε αντίφαση με τα όσα υποστηρίζει, προηγουμένως, στην § 433.Ι, ότι δηλαδή «με την ανακοπή αυτή προσβάλλεται η διαδικασία κατάταξης ενώπιον του συμβολαιογράφου και όχι η μέχρι του πλειστηριασμο διαδικασία της εκτελέσεως». Όμως, αυτό δε συμβαίνει σε καμιά περίπτωση όπως σαφέστατα νομολογεί η σχολιαζόμενη απόφαση. Έστω, για να γίνει κατανοητό στον μη νομικό αναγνώστη ένα παράδειγμα: μέχρι τον πλειστηριασμό ο οφειλέτης έχει στην κατοχή του εξοφλητική του χρέους του απόδειξη και από βαριά αμέλεια του δεν προτείνει τη σχετική ένσταση με την ανακοπή της ΚΠολΔ 933 ζητώντας την ακύρωση το πλειστηριασμού λόγω απόσβεσης της οφειλής του. Αυτό το ισχυρό μέσο δεν μπορεί να το προτείνει με την ανακοπή της ΚΠολΔ 979 αλλά όφειλε να το προτείνει με την ανακοπή της 933 στις προθεσμίες που ορίζονται με την 934. Είναι σαφής ο Άρειος Πάγος στο σημείο αυτό: επιτρέπεται να προβληθούν μόνο πλημμέλειες που αφορούν την οφειλή για τον μετά τον πλειστηριασμό χρόνο όχι για τον πριν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis