Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2015

Κατάσχεση σύνταξης, δώρου Πάσχα, ακυρότητα αυτόματης χρέωσης του τραπεζικού λογαριασμού για δάνειο.

Περίληψη. Ακατάσχετες απαιτήσεις (μισθοί - συντάξεις). Ακυρότητα κατάσχεσης. Τράπεζες. Παράνομη αφαίρεση από τραπεζικό λογαριασμό ποσών σύνταξης και δώρου Πάσχα. Αγωγή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας. Η εναγομένη τράπεζα γνώριζε ότι το ποσό που κατατέθηκε στο λογαριασμό μισθοδοσίας της ενάγουσας αποτελούσε την σύνταξή της ως πολύτεκνης μητέρας και το Δώρο Πάσχα καταβληθέν από το ΙΚΑ και ότι τα ποσά αυτά ήταν ακατάσχετα μέχρι την επομένη της καταβολής τους. Επίσης η εναγομένη γνώριζε ότι τα ποσά αυτά δεν ήταν δυνατόν να εκχωρηθούν και ήταν μη νόμιμος και συνεπώς άκυρος ο όρος στην σύμβαση δανείου και καταναλωτικής πίστης περί αυτόματης χρέωσης του λογαριασμού της ενάγουσας στην τράπεζα από την ημέρα που η τελευταία απέκτησε τα μετρητά. Η γνώση της τράπεζας προκύπτει από προηγούμενη καταδίκη της από την Επιτροπή Καταναλωτή για το ίδιο θέμα. Κρίθηκε ότι η τράπεζα παρανόμως αφαίρεσε μονομερώς από τον λογαριασμό της ενάγουσας ποσό που αντιστοιχούσε σε οφειλές από δάνειο και πιστωτική κάρτα. Μη καταχρηστική η αξίωση της ενάγουσας. Δεκτή η αγωγή, επιδικάζει ως αποζημίωση τα ποσά που αφαιρέθηκαν καθώς και ηθική βλάβη.

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ 269/ 2014

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αναστασία Αγγελοπούλου Τριαντοπούλου - Ειρηνοδίκη και την Γραμματέα Νικολίτσα Τζανετή.

Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2, δ του άρθρου 982 ΚΠολΔ, εξαιρούνται από την κατάσχεση οι απαιτήσεις μισθών, περιλαμβανόμενου του δώρου εορτών, ή συντάξεων ή ασφαλιστικών παροχών προς τον σκοπό εξασφαλίσεως των μέσων επιβιώσεως στους εργαζόμενους κάθε κατηγορίας, χάριν δημοσίου συμφέροντος, αφού οι ως άνω διατάξεις είναι δημοσίας τάξεως με συνέπεια την αδυναμία αποκλεισμού της εφαρμογής τους με ιδιωτική βούληση (ΕφΑΘ 6710/1979 ΝοΒ 28,808, ΕφΑΘ 9347/1990 ΕΕμπΔ 1991,125, ΜΠΠατρ 2112/2009, 5704/2008 ΝΟΜΟΣ-). Η κατάσχεση ακατασχέτου απαιτήσεως είναι άκυρη, της ακυρότητας επερχομένης με τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, η οποία περιλαμβάνει και την περιουσιακή. Δεν πρόκειται για αυτοδίκαιη ακυρότητα, αλλ` αυτήν πρέπει να επικαλεσθεί αυτός που βλάπτεται και έχει προς τούτο έννομο συμφέρον, δηλαδή ο οφειλέτης. Επιπλέον, δεν επιτρέπεται συμψηφισμός κατά ακατασχέτου απαιτήσεως (451 ΑΚ). Κατά δε την παράγραφο 3 του άρθρου 982 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ.3 Ν.3714/2008.ΦΕΚ A 231/7.9.2008 η εξαίρεση από την κατάσχεση των συντάξεων και των μισθών, ισχύει και όταν η καταβολή του ποσού γίνεται με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του οφειλέτη σε πιστωτικό ίδρυμα. Η εξαίρεση ισχύει στην έκταση που ο λογαριασμός παρουσιάζει υπόλοιπο που δεν υπερβαίνει, κατά το χρονικό διάστημα από την επιβολή της κατάσχεσης έως την επόμενη ημέρα της καταβολής, το ποσό της εξαιρούμενης από την κατάσχεση απαίτησης. Με την εν λόγω διάταξη εξαιρείται από την κατάσχεση το ποσό της σύνταξης από την ημέρα της καταβολής της έως και την επομένη ήμερα από την καταβολή. Για το διάστημα αυτό το ποσό της σύνταξης είναι ακατάσχετο.
Επιπλέον, στο άρθρο 464 Α.Κ. ορίζεται ότι: «Οι ακατάσχετες απαιτήσεις είναι και ανεκχώρητες». Ετσι από την συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 982 παρ. 2 και 3 του ΚΠολΔ και του 464ΑΚ προκύπτει ότι εξαιρείται και από την εκχώρηση ή τον συμψηφισμό το ποσό της σύνταξης από την ημέρα της καταβολής της έως και την επομένη ημέρα από την καταβολή. Για το διάστημα αυτό το ποσό της σύνταξης είναι ανεκχώρητο και ακατάσχετο.
Η εκχώρηση ή ο συμψηφισμός που γίνεται κατά παράβαση του άρθρου 464 Α.Κ. είναι απολύτως άκυρη (Α.Κ. 174). Την ακυρότητα μπορεί να επικαλεστεί οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, μεταξύ των οποίων και ο οφειλέτης της απαίτησης που εκχωρήθηκε, ενώ η συναίνεση του οφειλέτη είναι χωρίς έννομα αποτελέσματα, δεδομένου ότι η ακυρότητα εξετάζεται σε περίπτωση δικαστικής αμφισβήτησης και αυτεπαγγέλτως (Α. Γεωργιάδη - Μ. Σταθόπουλου Κ. κατ’ άρθρο ερμηνεία, τόμος 11. σ. 618).
Επιπλέον πρέπει να γίνει δεκτό ότι η απαγόρευση ισχύει και για κάθε δικαιοπραξία που έχει σαν σκοπό το ίδιο βασικά οικονομικό αποτέλεσμα, όπως η έκταξη που συμφωνείται αμετάκλητη, καθώς επίσης και η εξουσιοδότηση ή εντολή για είσπραξη της απαίτησης, παρότι δια των ανωτέρω πράξεων δεν μεταβιβάζεται η απαίτηση σε άλλο δανειστή. Ο σκοπός που επιδιώκεται από το νομοθέτη και συνίσταται στην διατήρηση της απαίτησης και της δυνατότητας είσπραξής της με σκοπό την ικανοποίηση στοιχειωδών αναγκών του φορέα της, θα ματαιωνόταν, αν ο δανειστής είχε τη δυνατότητα να προεξοφλεί ουσιαστικά την απαίτηση του με τη μεταβίβαση σε άλλον της εξουσίας για είσπραξή της, όταν αυτή θα γίνει απαιτητή (βλ. Γεωργιάδη - Σταθόπουλο. όπου ανωτέρω).
Με την κρινόμενη αγωγή της η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη Τράπεζα προέβη σε παράνομη αφαίρεση από συγκεκριμένο λογαριασμό που διατηρεί σ’αυτή και στην οποία κατατίθετο η μηνιαία σύνταξή της, στις 4.4.2012 Μεγάλη Τετάρτη, το συνολικό ποσό των 398 ευρώ, έναντι επικαλούμενων ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς αυτήν, παρότι γνώριζε αφενός ότι όλο το ποσό αντιπροσώπευε τη μηνιαία σύνταξή της και το δώρο του Πάσχα, καθώς και ότι ο μεταξύ τους συμβατικός όρος που επέτρεπε την αφαίρεση ήταν μη νόμιμος κατά την έκταση που επέτρεπε αυτή, σε ποσό που υπάγεται στο ακατάσχετο. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητά να υποχρεωθεί, με προσωρινά εκτελεστή απόφαση, η εναγόμενη που της προκάλεσε παράνομα και υπαίτια αφενός περιουσιακή βλάβη ίση με το άνω ποσό της σύνταξης και του δώρου Πάσχα, καθώς και ηθική βλάβη από την αφαίρεση του μοναδικού της πόρου ενόψει Πάσχα και της στενοχώριας που δοκίμασε η ίδια και η οικογένειά της από την άνω προσβολή της προσωπικότητάς της, να της καταβάλει αφενός ως αποζημίωση το αφαιρεθέν ποσό των 398 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την αφαίρεσή του, αφετέρου, ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 10.000 ευρώ νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή αρμόδια εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του δικαστηρίου (14 παρ. 1 και 25 ΚΠολΔ) κατά την τακτική διαδικασία και είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις που προαναφέρθηκαν καθώς και σε αυτές των άρθρων 914, 297, 298, 932, 57, 59, 345, 346 (αδικοπραξία) ΑΚ, 907, 908 ΚΠολΔ, πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω κατ`ουσία δεδομένου ότι έχει καταβληθεί για το αντικείμενό της το αναλογούν τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ 12882743 ΔΟΥ Πατρών και 7292217 γραμμάτιο ΕΤΕ).
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης καθώς και από το σύνολο των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
Η ενάγουσα έχει τύχει δανειοδότησης από την εναγόμενη και συγκεκριμένα με σύμβαση καταναλωτικού δανείου και τέτοια πιστωτικής κάρτας, οι οποίες συμβάσεις έχουν συνενωθεί σε μία με την υπογραφή σύμβασης ρύθμισης ληξιπρόθεσμων οφειλών. Η συνολική της οφειλή τον Απρίλιο του 2006 ήταν 10.621,46 ευρώ. Επίσης αυτή διατηρεί στην εναγόμενη τον με αριθμό 5.505-001 190-795 τραπεζικό λογαριασμό στον οποίο καταβάλλεται μηνιαίως η σύνταξη γήρατος και οι παντός είδους απολαβές σχετιζόμενες με την εν λόγω σύνταξη γήρατος (επικουρικό, δώρο Πάσχα, Χριστουγέννων κ.α.) από το ΙΚΑ αλλά και η ισόβια σύνταξη ΟΓΑ πολύτεκνης μητέρας.
Στις 10-11-2008 όταν υπογράφηκε η σύμβασή της καταναλωτικού δανείου συμφώνησε με τον 4γ όρο της σύμβασης ότι η πληρωμή των δόσεων θα γίνεται, επί λέξει: με αυτόματη χρέωση του λογαριασμού της που προαναφέρθηκε για την οποία (αυτόματη χρέωση) ο οφειλέτης εξουσιοδοτεί με την παρούσα την τράπεζα και με χρηματικά κεφάλαια που θα είναι αμέσως διαθέσιμα κατά την ημερομηνία πληρωμής, διαφορετικά θα θεωρείται ότι η πληρωμή έγινε την ημέρα που η τράπεζα απέκτησε τα μετρητά.
Αποδείχθηκε ότι την 4.4.2012 και ενώ ο τραπεζικός λογαριασμός που διατηρεί στην άνω τράπεζα παρουσίαζε μηδενικό υπόλοιπο, καταβλήθηκε στον ανωτέρω λογαριασμό καταβολής της σύνταξης γήρατος η ισόβια σύνταξη ΟΓA πολύτεκνης μητέρας, ποσού 201.556 και το δώρο του Πάσχα IΚA 196,45 ευρώ και συνολικά 398.06 ευρώ.
Την επομένη ημέρα 5.4.2012 τις πρωινές ώρες που προσήλθε η ενάγουσα στα ταμεία της ως άνω τράπεζας, με σκοπό να προβεί στην ανάληψη των ανωτέρω ποσών ενημερώθηκε ότι η εναγόμενη είχε προβεί στην αφαίρεσή του επικαλούμενη τις ληξιπρόθεσμες δόσεις της από τη μεταξύ τους σύμβαση ρύθμισης των συμβάσεων καταναλωτικού της δανείου και πιστωτικής κάρτας και συγκεκριμένα ως αποδείχθηκε, μέρους αυτής του Δεκεμβρίου του 2011 που ήταν καταβλητέα την 10-12-2011, της δόσης του Ιανουάριου 2012 που ήταν καταβλητέα την 10-1- 2012 και των δόσεων Φεβρουάριου και Μαρτίου 2012 που ήταν αντίστοιχα καταβλητέες 10-2 και 10-3 του 2012 και δεν είχαν καταβληθεί. Στο λογαριασμό έμεινε υπόλοιπο ποσού 66 ευρώ το οποίο και ανέλαβε την 5-4-2012 η ενάγουσα.
Σύμφωνα όμως με όσα αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας η εναγόμενη την 4-4-2012 προέβη σε παράνομη αφαίρεση των ποσών που προαναφέρθηκαν και καταλογίστηκαν κατά τα άνω, καθόσον γνώριζε ότι τα εισερχόμενα εμβάσματα καταβάλλονταν για την σύνταξη πολύτεκνης μητέρας που λαμβάνει από τον ΟΓΑ και ως δώρο Πάσχα για την σύνταξη γήρατος που λαμβάνει από το ΙΚΑ, πράγμα που δεν αρνείται και ότι εξαιρείται από την εκχώρηση ή τον συμψηφισμό το ποσό της σύνταξης από την ημέρα της καταβολής της έως και την επομένη ημέρα από την καταβολή και ότι η απαγόρευση ισχύει και για κάθε δικαιοπραξία που έχει σαν σκοπό το ίδιο βασικά οικονομικό αποτέλεσμα, όπως και η εξουσιοδότηση ή εντολή για είσπραξη της απαίτησης, για το λόγο που αναλυτικά εκτέθηκε.
Γνώριζε εξάλλου επιπλέον ότι η τακτική της είναι παράνομη δεδομένου ότι της είχε ήδη επιβληθεί πρόστιμο για όμοια περίπτωση δυνάμει της Ζ2 15948/2011 ΕΠΙΤΡΟΠΗ (Γ.Γ. ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ) ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. ΝΟΒ 2012/636) που προσκομίζεται. Ετσι ενεργώντας παράνομα και υπαίτια ζημίωσε την ενάγουσα κατά το ποσό των 332 ευρώ (398 του ποσού της σύνταξης -66 ευρώ του ποσού που απέμεινε και ανέλαβε την επομένη), το οποίο πρέπει να της καταβληθεί ως αποζημίωση. Επιπλέον αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δοκίμασε στενοχώρια, εξαιτίας του ότι ανέμενε, λόγω Πάσχα, να καλύψει τις εορταστικές της ανάγκες από τα άνω ποσά και αναστατώθηκε ψυχικά από την ενέργεια της εναγόμενης. Λαμβανομένου υπόψη του ύψους των οφειλών της κατά το επίδικο διάστημα (μικρές), ότι όμως έχει και σύζυγο συνταξιούχο και παιδιά μεγάλα, αποδείχθηκε ότι ένα τουλάχιστον είναι μισθωτός (πυροσβέστης) και ο δεύτερος δικηγόρος, το ποσό που πρέπει να της καταβληθεί για την αιτία αυτή και θεωρείται εύλογο είναι αυτό των 668 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη.
Μετά τα παραπάνω και επειδή η αξίωση της ενάγουσας δεν παρίσταται καταχρηστική (281 ΑΚ) όπως διατείνεται η εναγόμενη και στηρίζει τον ισχυρισμό της στο γεγονός ότι από πολλά έτη είχε υποδείξει η ενάγουσα το λογαριασμό μισθοδοσίας της για την εξόφληση των δόσεων του δανείου της στην ίδια, πράγμα που επανέλαβε και μετά το ένδικο γεγονός στις 6-6-2012, υπογράφοντας μαζί της πρακτικό εξωδικαστικού συμβιβασμού (προσκομιζόμενο), καθόσον η απαγόρευση του συμψηφισμού στην 451 ΑΚ δεν κάμπτεται ακόμη και αν προσκρούει η προβολή της στην καλή πίσιη ή αποτελεί κατάχρηση δικαιώματος (Γεωργιάδη-Σταθόπουλου στο άρθρο 451 ΑΚ σεκ 561), πρέπει να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή σαν και ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό χιλίων (1.000) ευρώ, ήτοι (332+668) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Η απόφαση πρέπει να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή επειδή η επιβράδυνση της εκτέλεσης είναι δυνατό να επιφέρει σημαντική ζημιά στην ενάγουσα.
Η δικαστική δαπάνη της ενάγουσας πρέπει να επιβληθεί κατά ένα μέρος στην εναγόμενη (178 ΚΠολΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων
Δέχεται εν μέρει την αγωγή
Υποχρεώνει την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Κηρύσσει την απόφαση προσωρινά εκτελεστή
Καταδικάζει την εναγόμενη στη δικαστική δαπάνη της ενάγουσας που ορίζει σε 200 ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στην Πάτρα και στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου στις 30-06-2014 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, απόντων των διαδίκων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...