Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2015

Παραβίαση δικαστικής απόφασης κατ΄ εξακολούθηση

Περίληψη.  Παραβίαση δικαστικής απόφασης κατ΄ εξακολούθηση. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα δια παραλείψεως τελούμενο. Ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις για το αξιόποινο. Ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις στο πρόσωπο του συμμετόχου, ο οποίος τιμωρείται ως αυτουργός. Αμεσος συνεργός ο δράστης κατ΄ επιτρεπτή βελτίωση της κατηγορίας. Πραγματικά περιστατικά. Παρεμπόδιση από την κατηγορούμενη - συνεργό, κατ΄ εντολή του έχοντος την ιδιαίτερη ιδιότητα - πατέρα της, της πρόσβασης των πολιτικώς εναγόντων στα γραφεία τους και της άσκησης των παλιών τους καθηκόντων, τα οποία και ανέλαβαν στην εταιρεία βάσει ασφαλιστικών μέτρων. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Ελλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αναίρεση.

Άρειος Πάγος, Ε` ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ   311/ 2014



Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Δήμητρα Μπουρνάκα και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.
Κατά το άρθρο 232Α παρ. 1 του ΠΚ "όποιος με πρόθεση δεν συμμορφώθηκε με προσωρινή διαταγή δικαστή ή δικαστηρίου ή σε διάταξη δικαστικής αποφάσεως), με την οποία υποχρεώθηκε σε παράλειψη ή σε ανοχή ή σε πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρηση της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούλησή του ή σε διάταξη εισαγγελέα σχετική με την προσωρινή ρύθμιση της νομής μεταξύ ιδιώτη και Δημοσίου ή ΟΤΑ ή άλλου ΝΠΔΔ, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την αντικειμενική θεμελίωση του εγκλήματος τούτου, το οποίο είναι γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα δια παραλείψεως τελούμενο, απαιτείται, μη συμμόρφωση, μεταξύ άλλων περιπτώσεων" σε διάταξη δικαστικής απόφασης, με την οποία ο δράστης υποχρεώθηκε σε πράξη, που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρηση της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούλησή του, υποκειμενικός δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση και στη θέληση παραβίασης της διατάξεως της απόφασης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 49 παρ. 1 του ΠΚ "όπου ο νόμος, για να είναι η πράξη αξιόποινη, απαιτεί ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις, αν αυτές υπάρχουν μόνο στο δράστη, τότε αυτοί που είναι συμμέτοχοι κατά το άρθρο 46 παρ. 1, μπορούν να τιμωρηθούν με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Αν, όμως. υπάρχουν μόνο σ` αυτούς που είναι συμμέτοχοι κατά τα άρθρα 46 παρ. 1 και 47, τότε οι τελευταίοι τιμωρούνται ως αυτουργοί και ο δράστης ως συνεργός". Η διάταξη αυτή του άρθρου 49 παρ. 1 του ΠΚ αφορά σε περιπτώσεις γνησίων ιδιαιτέρων εγκλημάτων, ήτοι στις περιπτώσεις εκείνων των εγκλημάτων, όπου για τη θεμελίωση του αξιοποίνου απαιτείται μεταξύ άλλων η συνδρομή ιδιαιτέρων ιδιοτήτων ή σχέσεων στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, σε περίπτωση απουσίας των οποίων ο φερόμενος ως δράστης παραμένει ατιμώρητος. Τέτοια ιδιαίτερη ιδιότητα αποτελεί και αυτή του "υποχρεουμένου σε παράλειψη ή σε ανοχή ή σε πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρησή της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούλησή του" στην περίπτωση του άρθρου 232 Α του ΠΚ, καθόσον αναγκαίο στοιχείο για την κατάφαση ποινικής ευθύνης αποτελεί, η ύπαρξη δικαστικής απόφασης που έχει εκδοθεί σε βάρος του φερόμενου ως δράστη και δη υπό την ιδιότητά του ως εναγομένου ή καθ` ού η αίτηση. Το αδίκημα του άρθρου 232 Α δεν τελείται από τρίτο πρόσωπο μη δεσμευόμενο από την προσωρινή διαταγή ή την απόφαση του δικαστηρίου και συνεπώς τρίτο τυχόν τέτοιο πρόσωπο μόνο ως συμμέτοχος μπορεί να τιμωρηθεί και μάλιστα υπό την εφαρμογή του άρθρου 49 παρ. 1 εδ. β του ΠΚ και εφόσον η δράση του τεθεί υπό την κυριαρχία του έχοντος την ιδιαίτερη ιδιότητα, ο οποίος θα δρα ως αυτουργός (ΑΠ 580/ 2001).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 682 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. "κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 683 έως 703 τα δικαστήρια, σε επείγουσες περιπτώσεις ή για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος, μπορούν να διατάζουν ασφαλιστικά μέτρα για την εξασφάλιση ή διατήρηση ενός δικαιώματος ή τη ρύθμιση μιας κατάστασης και να μεταρρυθμίζουν ή να τα ανακαλούν ...". Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από τα καθένα χωριστά. Τέλος, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως της απόφασης, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν η απόφαση δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη 267/2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Ιωαννίνων σε ποινή φυλάκισης δέκα μηνών για άμεση συνεργεία σε παραβίαση δικαστικής απόφασης, κατ` εξακολούθηση. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε ανελέγκτως ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ` είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο εκ των πολιτικώς εναγόντων Ν. Μ. υπήρξε από τους ιδρυτές της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "......" και διακριτικό τίτλο ".............................", που εδρεύει στα Ιωάννινα και βρίσκεται στο.................. , ως αντικείμενο δε έχει τη βιομηχανική δραστηριοποίηση στην επεξεργασία λευκοσιδήρου, καθώς και πλειοψηφών μέτοχος με ποσοστό 85°/ο του μετοχικού κεφαλαίου, αλλά και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και νόμιμος εκπρόσωπος της κατά τα πρώτα έτη μετά την ίδρυση της. Με βάση προφορική συμφωνία, που συνήφθη μεταξύ αυτού, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά του, και του πρώτου των κατηγορουμένων Χ. Ζ. του Η., συμφωνήθηκε να μεταβιβαστεί στον δεύτερο ποσοστό 51% των μετοχών της εταιρίας, έναντι ανάληψης από τον τελευταίο της υποχρέωσης εξόφλησης με ίδια κεφάλαια των μέχρι τότε χρεών της εταιρίας προς τρίτους (προμηθευτές, τράπεζες κλπ). Στις 31.08.2002 συγκλήθηκε έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρίας, κατά την οποία ομόφωνα και με πλήρη απαρτία λήφθηκε απόφαση, που περιελήφθη στο υπ` αριθμ. 24/31.08.2002 πρακτικό, σύμφωνα με την οποία στη μετοχική σύνθεση θα μετείχαν ο πρώτος κατηγορούμενος Χ. Ζ. με ποσοστό 51%, ο Ν. Μ. με ποσοστό 34% και ο εκ των πολιτικώς εναγόντων Θ. Μ. με ποσοστό 10%. Με την ίδια ως άνω απόφαση της γενικής συνέλευσης οι N. και Θ. Μ. και ο Χ. Ζ. εκλέχθηκαν μέλη του Δ.Σ. της εταιρίας και επιπλέον με την ίδια επίσης απόφαση εκλέχθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας, ο Ν. Μ. αντιπρόεδρος και διευθυντής εργοστασίου και παραγωγής και ο Θ. Μ. οικονομικός διευθυντής της επιχείρησης. Το σχετικό με αριθμό 249/20.09.2002 πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου της ανωτέρω εταιρίας καταχωρήθηκε στις 22.11.2002 στα Μητρώα Ανωνύμων Εταιριών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ιωαννίνων και δημοσιεύθηκε στο με αριθμό 11885/27.11.2002 ΦΕΚ (Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) και έτσι δημοσιοποιήθηκε τόσο η εκλογή των ανωτέρω προσώπων ως μελών του Δ.Σ. της εταιρίας, όσο και οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα που ανέλαβαν με την ανωτέρω απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων. Στη συνέχεια ανέκυψαν έντονες διαφωνίες μεταξύ των πολιτικώς εναγόντων και του πρώτου κατηγορουμένου αναφορικά με την εκπλήρωση των παραπάνω αναληφθεισών υποχρεώσεων εκ μέρους του τελευταίου και οι μέχρι τότε ομαλές σχέσεις τους διερράγησαν, με συνέπεια να καθίσταται δυσχερής, αν όχι αδύνατη, η συνεργασία τους. Κατόπιν των ανωτέρω, στις 10.10.2005 και κατόπιν πρόσκλησης που απηύθυνε ο νέος Πρόεδρος του Δ.Σ. της εταιρίας και νυν πρώτος κατηγορούμενος Χ. Ζ., συγκλήθηκε το Δ.Σ. της ως άνω ανώνυμης εταιρίας σε συνεδρίαση, κατά την οποία αποφασίστηκε, μεταξύ άλλων, η ανασυγκρότηση του με ανακατανομή αρμοδιοτήτων, οπότε και κατά πλειοψηφία τεσσάρων μελών, μειοψηφούντων τριών μελών (Ν. και Θ. Μ. και της υπό του πρώτου από αυτούς εκπροσωπούμενης Κ. Μ.), αποφασίστηκε η ανάκληση του Ν. Μ. από τη θέση του Αντιπροέδρου του Δ.Σ. της εταιρίας και η απαλλαγή του ιδίου και του γιου του Θ. Μ. από τα καθήκοντα, που τους είχαν ανατεθεί με την προγενέστερη απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης, ώστε να παραμείνουν απλά μέλη του Δ.Σ. χωρίς ουσιαστικές αρμοδιότητες. Μετά ταύτα, οι πολιτικώς ενάγοντες με την από 09.11.2005 και με αριθμό κατάθεσης 2771/09.11.2005 αίτησή τους απευθυνόμενη ενώπιον του ενταύθα Μονομελούς Πρωτοδικείου και στρεφόμενη σε βάρος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "........................................................" και του Χ. Ζ., ζήτησαν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, μεταξύ δε άλλων, να ανασταλεί προσωρινά και δη μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της κύριας αγωγής η εκτέλεση της ως άνω απόφασης του Δ.Σ της εταιρίας, δυνάμει της οποίας οι ίδιοι θα παρέμεναν μέλη απλώς του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας και να επανέλθουν στις θέσεις που κατείχαν προ της λήψης της απόφασης, καθώς και να παύσουν τόσο η ανώνυμη εταιρία ως εκπροσωπούμενη από τον νυν κατηγορούμενο Χ. Ζ. όσο και ο ίδιος ο Χ. Ζ. ατομικά να απαγορεύουν την είσοδο τους στο εργοστάσιο και στα γραφεία που κατείχαν προηγουμένως. Επί της αιτήσεως αυτής, εκδόθηκε η με αριθμό 3370/2005 οριστική απόφαση, με την οποία, αφού πιθανολογήθηκε ότι η απόφαση του Δ.Σ. ήταν άκυρη λόγω αντίθεσης της στην προγενέστερη από 31.08.2002 απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων, η οποία ήταν και η μόνη αρμόδια για την ανάκληση των Ν. και Θ. Μ. από τις θέσεις, στις οποίες είχαν τοποθετηθεί, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση, ανέστειλε προσωρινά και μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της κύριας αγωγής, που θα ασκούσαν οι εκεί αιτούντες, την εκτέλεση της από 10.10.2005 απόφασης του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας και υποχρέωσε προσωρινά την ίδια την ανώνυμη εταιρία (όπως εκπροσωπείται) και τον νυν πρώτο εκ των κατηγορουμένων Χ. Ζ. να παύσουν να απαγορεύουν την είσοδο των πολιτικώς εναγόντων στο εργοστάσιο της εταιρίας, καθώς και στα γραφεία τους, επανερχομένων των τελευταίων στα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες που είχαν πριν τη λήψη της ως άνω απόφασης του Δ.Σ. Από το διατακτικό της ως άνω αποφάσεως προέκυπταν σαφώς συγκεκριμένες υποχρεώσεις για τον πρώτο κατηγορούμενο, ήτοι η υποχρέωση παύσης της απαγόρευσης εισόδου των πολιτικώς εναγόντων στο εργοστάσιο και στα γραφεία τους και η υποχρέωση ανοχής της επανόδου αυτών στα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες, που είχαν πριν τη λήψη της πιθανολογούμενης ως άκυρης απόφασης του διοικητικού συμβουλίου, επιπλέον, όμως, αναδεικνυόταν σαφώς και η γενικότερη επιταγή προσωρινής διατήρησης του προ της λήψεως της απόφασης του διοικητικού συμβουλίου επιχειρησιακού status quo, ήτοι χωρίς εφαρμογή (άμεση ή έμμεση) των μεταβολών, που είχε επιφέρει η από 10.10.2005 (κατά πιθανολόγηση άκυρη) απόφαση του διοικητικού συμβουλίου. Την ανωτέρω απόφαση, με επιταγή για εκούσια συμμόρφωση, κοινοποίησαν στις 10.01.2006 οι πολιτικώς ενάγοντες στον πρώτο κατηγορούμενο και στην υπ` αυτού εκπροσωπούμενη ως άνω εταιρία, σύμφωνα με τις με αριθμό 9110/10.01.2006 και 9109/10/01.2006 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων ..., γνώση δε του διατακτικού αυτής έλαβε και η θυγατέρα του-δεύτερη κατηγορούμενη Σ. Ζ. (ήδη αναιρεσείουσα), όπως ειδικά δεν αμφισβητήθηκε. Παρόλα αυτά όμως α) ο πρώτος κατηγορούμενος, με βούληση μη συμμόρφωσης στο διατακτικό της ως άνω με αριθμό 3370/2005 απόφασης τουλάχιστον σε πέντε διαφορετικές ημερομηνίες και συγκεκριμένα στις 18.01.2006, στις 20.01.2006, στις 31.03.2006, στις 14.04.2006 και στις 11.04.2007 και β) η δεύτερη κατηγορούμενη, που δεν ήταν διάδικος στη δίκη εκείνη, που εκδόθηκε η παραπάνω απόφαση, κατόπιν συνεννόησης με τον πρώτο κατηγορούμενο-πατέρα της και στο πλαίσιο πραγμάτωσης των εντολών του περί τη μη συμμόρφωση με το διατακτικό της ανωτέρω απόφασης σε τρεις από τις ως άνω ημερομηνίες και συγκεκριμένα στις 20.01.2006, στις 31.03.2006 και στις 11.04.2007, προέβησαν στις ακόλουθες ενέργειες: Οι πολιτικώς ενάγοντες στις 17.01.2006, οπότε ήδη είχε εκδοθεί και επιδοθεί η με αριθμό 3370/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, μετέβησαν στην εταιρία ".................." και κατά την ημέρα εκείνη τους παραχωρήθηκαν τα γραφεία, που είχαν πριν τη λήψη της απόφασης του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας. Όμως, είχε ήδη υπάρξει μετακίνηση του ηλεκτρονικού υπολογιστή του Θ. Μ., μέσω του οποίου αυτός ασκούσε τα καθήκοντα του ως οικονομικός διευθυντής, ενώ είχε και γίνει και αλλαγή στον κωδικό πρόσβασης, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η πρόσβαση του στα σχετικά αρχεία. Επιπλέον, δεν τους παρεδόθησαν τα κλειδιά των γραφείων τους, τους δόθηκε όμως η υπόσχεση παράδοσης τους σε μία από τις επόμενες ημέρες, όπως, άλλωστε, επέτασσε και η σχετική απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων. Την επομένη (18.01.2006) οι πολιτικώς ενάγοντες μετέβησαν εκ νέου στα γραφεία της εταιρίας. Κατά την ημερομηνία αυτή παρούσα ήταν η δεύτερη των κατηγορουμένων Σ. Ζ. και όχι ο πρώτος κατηγορούμενος Χ. Ζ., ο οποίος, όμως, τόσο στις 18.01.2006, όσο και σε όλες τις επακολουθήσασες, όπως παρακάτω αναφέρονται, περιπτώσεις, αν και απών, έπειθε και εν τέλει προκαλούσε την απόφαση στη θυγατέρα του Σ. Ζ., να μη συμμορφώνεται με το διατακτικό της παραπάνω δικαστικής απόφασης, με την οποία ο ίδιος (ο Χ. Ζ. και όχι η Σ. Ζ. ή άλλο φυσικό πρόσωπο) υποχρεωνόταν, μεταξύ άλλων, στην παράλειψη παρεμπόδισης εισόδου των Ν. και Θ. Μ. και ανοχή επανόδου αυτών στην εκτέλεση των προγενεστέρων της απόφασης του διοικητικού συμβουλίου καθηκόντων τους. Κατά την ανωτέρω ημερομηνία, μάλιστα, η Σ. Ζ. απαγόρευσε στους ανωτέρω να εισέλθουν στα γραφεία, που είχαν πριν από τη λήψη της απόφασης του Δ.Σ, προφασιζόμενη αλλαγές στη διαρρύθμιση και ανάγκη μετακίνησης του λογιστηρίου στον πάλαι ποτέ χώρο του γραφείου, που διατηρούσαν οι πολιτικώς ενάγοντες, στον οποίο, όμως, πλέον είχαν εγκατασταθεί η δεύτερη κατηγορούμενη και ο Κ. Θ.. Ταυτόχρονα, η Σ. Ζ. υπέδειξε στους ανωτέρω ως νέο χώρο των γραφείων τους ένα άλλο δωμάτιο, το οποίο ήταν δίπλα στο χώρο της αποθήκης και το οποίο ήταν εντελώς ακατάλληλο για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους ως αντιπροέδρου και ως οικονομικού διευθυντή αντίστοιχα, καθόσον δεν είχε ούτε καν ηλεκτρονικό υπολογιστή. Επίσης, παρότι, ζητήθηκαν από το Θ. Μ. οι οικονομικές καταστάσεις της εταιρίας, η κατηγορούμενη Σ. Ζ. δεν τις χορηγούσε, διότι είχε τέτοια εντολή από τον πατέρα της και πρώτο κατηγορούμενο Χ. Ζ., αλλά και δεν δόθηκαν στους πολιτικώς ενάγοντες κλειδιά του γραφείου, που διατηρούσαν πριν τις ως άνω αλλαγές διαρρυθμίσεως του χώρου. Κατόπιν των ανωτέρω, οι πολιτικώς ενάγοντες προσέφυγαν παραπονούμενοι στο οικείο αστυνομικό τμήμα, προκειμένου να γίνουν οι δέουσες συστάσεις στους κατηγορούμενους, οι οποίες και έγιναν, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου στις 18.01.2006, ο Χ. Ζ. ενεργώντας ως έμμεσος αυτουργός, ήτοι δια της δεύτερης κατηγορουμένης και θυγατέρας του Σ. Ζ., δεν συμμορφώθηκε από πρόθεση στο διατακτικό της με αριθμό 3370/2005 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Συγκεκριμένα, η αυτουργική μεν συμπεριφορά της μη συμμόρφωσης στο διατακτικό της αποφάσεως των ασφαλιστικών μέτρων, σε όλες τις παρακάτω αναφερόμενες περιπτώσεις φαίνεται prima facie να βαρύνει τη δεύτερη κατηγορούμενη, η οποία ήταν και φυσικώς παρούσα στο χώρο, πλην, όμως, η τελευταία δεν έφερε την ιδιότητα της καθ` ης η αίτηση στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων (ήτοι του κατ` αυτήν υποχρεουμένου προς πράξη, παράλειψη ή ανοχή προσώπου), την οποία, αντιθέτως, έφερε μόνον ο πρώτος κατηγορούμενος, και συνεπώς δεν ήταν αποδέκτρια των απορρεουσών από το διατακτικό της εκδοθείσας απόφασης υποχρεώσεων. Ο Χ. Ζ., ωστόσο, προκαλούσε στη θυγατέρα του την απόφαση μη συμμόρφωσης στη δικαστική απόφαση εν είδει ηθικού αυτουργού, αφού, όπως προέκυψε και από την κατάθεση του μάρτυρος υπερασπίσεως, αυτή ενεργούσε κατόπιν συνεννόησης ή εντολών του πατέρα της. Σύμφωνα όμως και με τα προαναφερθέντα στη μείζονα πρόταση, λόγω της φύσης του εγκλήματος του άρθρου 232 Α ΠΚ ως γνήσιου ιδιαίτερου εγκλήματος αφενός και της διάταξης του άρθρου 49 παρ. 1 εδ. β` ΠΚ αφετέρου, ο μεν πρώτος κατηγορούμενος Χ. Ζ. πρέπει να θεωρηθεί ότι δρούσε ως αυτουργός (τιμωρούμενος κατ` επέκταση και ως τέτοιος), η δε δεύτερη κατηγορουμένη ως άμεσος συνεργός του ανωτέρω στην παραπάνω πράξη κατ` επιτρεπτή βελτίωση της κατηγορίας. Περαιτέρω, τόσο στις 20.01.2006 όσο και στις 31.03.2006 οι πολιτικώς ενάγοντες μετέβησαν εκ νέου στο χώρο της εταιρίας, όμως η Σ. Ζ., εκτελώντας εντολή του πατέρα της Χ. Ζ., παρεμπόδισε την πρόσβαση αυτών στα παλαιά τους γραφεία και τους παρέπεμψε σε χώρο δίπλα στις τουαλέτες, ο οποίος, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν διέθετε τον κατάλληλο εξοπλισμό προς άσκηση των παλαιών καθηκόντων τους, επιπροσθέτως δε στις 31.03.2006 δεν τους χορήγησε τα κλειδιά των γραφείων. Οταν, μάλιστα, κατά την τελευταία ως άνω χρονολογία ο Ν. Μ. έγινε αντιληπτός από τη Σ. Ζ. ότι κοιτούσε ορισμένες οικονομικές καταστάσεις της εταιρίας, αυτή έσκισε τις καταστάσεις και έδωσε εντολή στην υπάλληλο Ε. Σ. να μη δίνει σ` αυτόν και στο γιο του στοιχεία, που αφορούσαν στην εταιρία, παρότι ο Ν. Μ. είχε τέτοιο δικαίωμα ως εκ της ασκήσεως (έστω και προσωρινά με την με αριθμό 3370/2005 απόφαση) των καθηκόντων του ως αντιπροέδρου της εταιρίας. Στο μεταξύ έχει εκδοθεί και η με αριθμό 528/2006 απόφαση του ενταύθα Μονομελούς Πρωτοδικείου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία, μεταξύ άλλων, απορρίφθηκε αίτηση των Χ. Ζ. και της υπ` αυτού εκπροσωπούμενης ως άνω ανώνυμης εταιρίας, με την οποία, επικαλούμενοι, μεταβολή πραγματικών περιστατικών, ζητούσαν την ανάκληση της προγενέστερης με αριθμό 3370/2006 δικαστικής απόφασης. Ακολούθως, οι πολιτικώς ενάγοντες μετέβησαν εκ νέου στις 11.04.2006 και στις 14.04.2006 στο χώρο του εργοστασίου, όπου και επαναλήφθηκαν τα ίδια με τα ανωτέρω, αφού η εκ των κατηγορουμένων Σ. Ζ., ενεργώντας κατ` εντολή του Χ. Ζ., δεν επέτρεψε την είσοδο τους στο χώρο των παλιών τους γραφείων, ούτε παρέδωσε σ` αυτούς κλειδιά των γραφείων, ούτε ανέχθηκε την άσκηση απ` αυτούς των προγενέστερων, της ως άνω από 10.10.2005 απόφασης του δ.σ., καθηκόντων τους και μάλιστα κατά τρόπο αποτελεσματικό, δηλαδή με παροχή του κατάλληλου ηλεκτρονικού και τεχνολογικού προς τούτο εξοπλισμού (ηλεκτρονικός υπολογιστής, λογισμικό κλπ). Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, ο μεν πρώτος κατηγορούμενος με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος και δη ως έμμεσος αυτουργός στις 18.01.2006, στις 20.01.2006, στις 31.03.2006, στις 11.04.2006 και στις 14.04.2006 τέλεσε από πρόθεση την πράξη του άρθρου 232Α ΠΚ, καθόσον δε συμμορφώθηκε στο διατακτικό της ανωτέρω με αριθμό 3370/2005 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Η εκ των κατηγορουμένων Σ. Ζ., εξ άλλου, ως προς την οποία δεν υφίστατο διάταξη που να την υποχρεώνει σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή στην με αριθμό 3370/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, εμποδίζοντας, κατ` εντολή του έχοντος την ιδιαίτερη ιδιότητα, που απαιτεί το άρθρο 232Α του ΠΚ, πατέρα της την πρόσβαση των Ν. και Θ. Μ. στα παλιά τους γραφεία και μη επιτρέποντας την άσκηση των παλιών τους καθηκόντων, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, παρέσχε εκ δόλου άμεση συνδρομή στον πατέρα της Χ. Ζ. και δη υπό την χρονική και ποιοτική διάσταση αυτής στη μη συμμόρφωση του τελευταίου προς το διατακτικό της με αριθμό 3370/2005 δικαστικής απόφασης στις 20/1/2006, στις 31/3/2006 και στις 11/4/2006, για τις οποίες κατηγορείται στις υπ` αριθμ. 59, 60 και 61 υποθέσεις, κατόπιν επιτρεπτής βελτίωσης της σχετικής κατηγορίας στις υπ` αριθμ. 59 και 61 υποθέσεις, στις οποίες φέρεται ως φυσική αυτουργός. Πρόκειται εξ άλλου για κατ` εξακολούθηση τέλεση στις περιπτώσεις τόσο του Χ. Ζ., όσο και της Σ. Ζ., καθόσον υφίσταται ταυτότητα των επί μέρους πράξεων ενός εκάστου, με τις οποίες προσβλήθηκαν διαφορετικές μονάδες ενός και του αυτού εννόμου αγαθού, υφίσταται δε προσέτι και ενότητα δόλου, ήτοι οι περισσότερες πράξεις συνδέονται μεταξύ τους με ταυτότητα της προς εκτέλεση αυτών απόφασης". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την από τις προαναφερθείσες διατάξεις απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της άμεσης συνέργειας σε παραβίαση δικαστικής απόφασης, κατ` εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, αφού εκθέτει με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά την ανέλεγκτη κρίση του αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των 232Α, 46 παρ. 1β και 49 παρ. 1β του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, πλήρως αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση με την παράθεση πραγματικών περιστατικών η εκ δόλου άμεση συνδρομή της αναιρεσείουσας κατά την τέλεση του αδικήματος του άρθρου 232Α του ΠΚ από τον πατέρα της Χ. Ζ., με τις παραδοχές ότι αυτή, γνωρίζοντας την ύπαρξη και την νόμιμη κοινοποίηση της δικαστικής απόφασης, ενήργησε εξακολουθητικά εμποδίζοντας, κατ` εντολή του έχοντος την ιδιαίτερη ιδιότητα που απαιτεί το άρθρο 232Α του ΠΚ πατέρα της Χ. Ζ., την πρόσβαση των Ν. και Θ. Μ. στα παλιά τους γραφεία και μη επιτρέποντας την άσκηση των παλιών τους καθηκόντων. Εξάλλου, κατά τις σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε ως άμεση συνεργός σε παραβίαση δικαστικής απόφασης, αφού ήταν τρίτο πρόσωπο, δηλαδή μη διάδικος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η παραβιασθείσα απόφαση, εφόσον είχε τεθεί υπό την κυριαρχία του έχοντος την ιδιαίτερη ιδιότητα πατέρα της Χ. Ζ., αυτουργού τέλεσης, κατ` εξακολούθηση, της ίδιας πράξεως.
Συνεπώς, ορθά το δικαστήριο εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 232Α , 46 παρ. 1β και 49 παρ. 1β του ΠΚ και κήρυξε ένοχη αυτή της πράξεως της άμεσης συνέργειας σε παραβίαση δικαστικής απόφασης. Επομένως, οι ταυτόσημοι λόγοι αναιρέσεως και στα δύο δικόγραφα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του Κ.Ποιν.Δ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, και συνακόλουθα οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ.) και στην δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 28/2/2013 και 4/3/2013 ταυτόσημες αιτήσεις αναιρέσεως της Σ. Ζ. του Χ., κατά της 267/2013 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Ιωαννίνων.
Απορρίπτει αυτές.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαρτίου 2014.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis