Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2015

Ξέπλυμα βρώμικου χρήματος.

Γράφει (7-6-2009) ο blogger. ΠΗΓΗ.
Με την ευκαιρία της μεγάλης δημοσιότητας για το λεγόμενο σκάνδαλο Siemens θεωρώ χρήσιμο να καταθέσω τις απόψεις των Δικαστηρίων μας σχετικά με το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, να υποβληθούν σε κριτική οι ενέργειες των ανακριτικών αρχών σχετικά με την προσωρινή κράτηση της συζύγου και της μιας κόρης ενός διωκόμενου για ξέπλυμα βρώμικου χρήματος στο λεγόμενο σκάνδαλο της Siemens. Δεν έχω γνώση της δικογραφίας, επομένως δεν μπορώ να πάρω θέση επί της ουσίας της υπόθεσης. Κατ΄ ανάγκη τα συμπεράσματα μου θα βασίζονται σε υποθετικά πραγματικά περιστατικά.
 
i.Ο νόμος που ασχολείται με το λεγόμενο ξέπλυμα του βρώμικου χρήματος [money laundering] είναι ο ν. 2331/ 1995 όπως αναμορφώθηκε με τον ν. 3424/ 2005 συμμορφούμενος με την υπ΄ αριθμό 2001/ 97 Οδηγία της ΕΟΚ. Με τον όρο “ξέπλυμα βρώμικου χρήματος” “χαρακτηρίζονται τα μέσα με τα οποία αποκρύπτει κάποιος την ύπαρξη, την παράνομη πηγή ή την αθέμιτη χρησιμοποίηση εισοδήματος που προέρχεται από τον χώρο του οργανωμένου εγκλήματος, συγκαλύπτοντας κατά τέτοιο τρόπο τα εισοδήματα ώστε να φαίνεται ότι προέρχονται από νόμιμη πηγή. Με τη διαδικασία αυτή επιτυγχάνεται η παρείσφρηση του παράνομου εισοδήματος στο επίσημο και νόμιμο οικονομικό και χρηματοδοτικό κύκλωμα. Η εισαγωγή των εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα στο οικονομικό σύστημα γίνεται συνήθως μέσω τραπεζών ή άλλων οικονομικών μονάδων, κυρίως με ένα αυξημένο αριθμό μικρών καταθέσεων ώστε να μην προκληθούν υποψίες οι οποίες θα κινήσουν σχετικές διαδικασίες ελέγχου. Σε αρκετές περιπτώσεις μεγάλα χρηματικά κεφάλαια βγαίνουν έξω από τη χώρα και κατατίθενται σε άλλα κράτη με χαλαρό έλεγχο στο τραπεζικό σύστημα. Κατόπιν διαχωρίζονται τα χρήματα από τις παράνομες πηγές τους, με αλλεπάλληλες χρηματοπιστωτικές συναλλαγές, που αποσκοπούν στην συγκάλυψη της εγκληματικής τους προέλευσης και τέλος τα κεφάλαια αυτά εισάγονται στην οικονομία χωρίς να προκαλούν υποψίες. Η συνήθης διαδικασία που ακολουθείται είναι η μεταφορά χρημάτων από τράπεζα σε τράπεζα, με εικονικές εταιρίες που βρίσκονται σε περισσότερα από δυο κράτη, με τη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών. Αυτό εξυπηρετεί την προσπέλαση νομικών περιορισμών και τη διάβαση σε “φορολογικούς και τραπεζικούς παραδείσους” χωρίς να αναγνωρίζεται ο ιδιοκτήτης ή ο άμεσα εμπλεκόμενος και να διαπιστώνεται η γνήσια ή όχι εταιρική μορφή” [Γνωμοδότηση Νομικού Συμβουλίου του Κράτους 186/ 2002]. Γνωστότεροι τρόποι νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα είναι, η λεγόμενη μέθοδος του μυρμηγκιού [περιγράφηκε μόλις παραπάνω από τη Γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους], η αγορά μετοχών στο χρηματιστήριο, η αγορά εντόκων γραμματίων, ομολόγων του Δημοσίου. Στην Ελβετική εφημερίδα Neuer Zurcher Zeitung της 8-1-1992 αναγραφόταν το εξής ρεπορτάζ: "οι παραγωγοί ναρκωτικών ουσιών εμφανίζονται όλο και περισσότερο σαν μεγαλοεπενδυτές. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της προσπάθειας τους-μέσω της μαζικής αγοράς ομολόγων υπερχρεωμένων βιομηχανικών χωρών-να τις καταστήσουν εξαρτημένες από τα κεφάλαια τους". Άλλος, ιδιοφυής τρόπος νομιμοποίησης βρώμικου χρήματος είναι αυτός που ακολουθούσε διάσημη Κουβανική Οργάνωση στο Πουέρτο Ρίκο ως εξής: η οργάνωση αυτή είχε υπό τον έλεγχο της πρακτορεία διάθεσης λαχείων, έτσι πληροφορούνταν την ταυτότητα των τυχερών που κέρδιζαν τα λαχεία, τους πλησίαζαν και τους πρόσφεραν το αντίτιμο του κέρδους αφαιρώντας προηγουμένως το φόρο που θα πλήρωνε, έτσι κι αλλιώς, ο νικητής, κατόπιν εμφανίζονταν στις τράπεζες και κατέθεταν τα κέρδη του λαχείου νομιμότατα και δεν μπορούσε κανείς να αποδείξει από που προέρχονταν αυτά τα χρήματα αφού αυτοί τα εμφάνιζαν ως κέρδη του λαχείου!
ii.Σε τι συνίσταται η απαξία και επικινδυνότητα της εγκληματικής αυτής δράσης; Τα έσοδα από τη δράση του οργανωμένου εγκλήματος οδηγούν στην οικονομική και κοινωνική ισχύ των μετερχόμενων αυτό τον τρόπο ζωής. Σαν συνέπεια, μεταξύ άλλων, επιχειρείται ο έλεγχος της πολιτικής εξουσίας σε μια χώρα με τη διαφθορά των υπηρετούντων την πολιτική κλπ. Σαν παράδειγμα αναφέρω την περίφημη πρόταση του αρχηγού του μεγαλύτερου στον κόσμο καρτέλ παραγωγής και εμπορίας ναρκωτικών [καρτέλ του Μεντεγίν] Πάμπλο Εσκομπάρ στον Πρόεδρο της Κολομβίας όταν ήταν επικείμενη η Αμερικανική επέμβαση επί Τζ. Μπους του πρεσβύτερου στη χώρα αυτή για τη διάλυση αυτού του καρτέλ, "μη μου πειράξεις τις επιχειρήσεις μου κι εγώ θα σου ξεπληρώσω το εξωτερικό χρέος της χώρας!!". Πέρα από αυτό το γνωστό παράδειγμα, για να γίνει κατανοητό, ακόμα περισσότερο, το τι αμύθητα κέρδη προέρχονται από το ξέπλυμα του βρώμικου χρήματος αρκεί να αναφερθεί ότι, από τους τομείς εγκληματικής δραστηριότητας που γίνεται ξέπλυμα βρώμικου χρήματος [εμπόριο ναρκωτικών, εμπόριο όπλων, εμπόριο λαθρομεταναστών] προέρχονται έσοδα που ξεπερνούν κατά πολύ τους ετήσιους προϋπολογισμούς των οικονομικά εύρωστων χωρών!! [Ελισάβετ Συμεωνίδου- Καστανίδου, Οργανωμένο έγκλημα και τρομοκρατία, έκδοση 2007, σελίδα 245, υποσημείωση 38].
iii.Ποια αποτελεσματικότητα έχει η δράση του νομοθέτη ενάντια σ΄ αυτό το έγκλημα; Πριν προχωρήσω στην παράθεση των πειστικότατων παρατηρήσεων της Καθηγήτριας κ. Ελισάβετ Συμεωνίδου –Καστανίδου, οφείλω να θυμίσω την περίφημη ρήση–διαπίστωση του Σόλωνα, «ο νόμος είναι σαν τον ιστό της αράχνης. Συγκρατεί τα ελαφρά κι αδύναμα, αλλά σκίζεται από τα βαριά κι από τα μεγάλα». Διαπιστώνει λοιπόν η κ Καστανίδου ότι: «το βασικότερο πρόβλημα του νόμου είναι η αναποτελεσματικότητα του. Πρόσφατα ήρθαν στο φως της δημοσιότητας δημοσιεύματα, σύμφωνα με τα οποία, παρά την αυστηρή μας ποινική νομοθεσία, ξεπλένονται στην Ελλάδα κάθε χρόνο περίπου δέκα τρία τρισεκατομμύρια δραχμές. Ο αρμόδιος υπουργός αναγνώρισε ότι ο νόμος δεν έχει αποτελέσματα στον περιορισμό του ξεπλύματος [Ελευθεροτυπία της 27-1-1998, σελίδες 18-19]. Οι λόγοι της αναποτελεσματικότητας εντοπίζονται, αρχικά, στην προσαρμοστικότητα των δραστών οι οποίοι γνωρίζουν πολύ καλά την υπάρχουσα νομοθεσία, και φροντίζουν κάθε φορά να προσαρμόζουν ανάλογα τη συμπεριφορά τους εκμεταλλευόμενοι πιθανά κενά ή ελλείψεις. Ακόμα κι όταν αυτό δεν καθίσταται εφικτό, οι δυνατότητες διάβρωσης και διαφθοράς που διαθέτει το οργανωμένο έγκλημα εξασφαλίζουν συχνά την ατιμωρησία του. Ο Ziegler σε ένα βιβλίο του για το ξέπλυμα του χρήματος στην Ελβετία αναφέρει αρκετές περιπτώσεις εισαγγελέων που, ενώ προσπαθούσαν να ξεκινήσουν σχετικές ποινικές διώξεις, ανακόπτονταν από τους προϊσταμένους τους και κέρδιζαν, τελικά, δυσμενείς μεταθέσεις. Συχνά τα πράγματα δε χρειάζεται να φθάσουν μέχρις εκεί, καθώς οι δράστες του εγκλήματος συγκεντρώνουν τόση δύναμη, ώστε συμπροσδιορίζουν τις οικονομικές και πολιτικές επιλογές. Όπως δήλωσε ο πακιστανός ιδρυτής της διαβόητης τράπεζας BCCI “οι μοναδικοί νόμοι που είναι μόνιμοι, είναι οι νόμοι της φύσης. Ό,τιδήποτε άλλο είναι ελαστικό και ευμετάβλητο”. Η δήλωση αυτή θυμίζει τη γνωστή υπόθεση KOPP που συγκλόνισε την Ελβετία στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας, όταν αποκαλύφθηκε ότι σε μια υπόθεση ξεπλύματος εμπλεκόταν και μέλος του υπουργικού συμβουλίου. Άλλωστε, και στο προοίμιο της Σύμβασης της Βιέννης αναγνωρίζεται ρητά ότι τα παράνομα έσοδα προσφέρουν στις εγκληματικές οργανώσεις τη δυνατότητα να διεισδύουν, να μολύνουν και να διαφθείρουν τις κυβερνητικές δομές» [σελίδες 227-228 στο ίδιο έργο της]. Έχει γραφεί, εύστοχα, ότι «Οι Κυβερνήσεις αναδεικνύουν, ασυνείδητα, τη χώρα, μέσω της ανωνυμίας και της απαλλαγής από την υποχρέωση απόδειξης του πόθεν έσχες για τα έντοκα γραμμάτια και τα ομόλογα του δημοσίου, σε ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα ξεπλύματος βρώμικου χρήματος παγκοσμίως, επιτρέποντας να νομιμοποιηθούν τρισεκατομμύρια αγνώστου και αμφιβόλου προέλευσης» [Σ. Κάτσιος, Ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, έκδοση 1998, σελίδες 72-73]. Αλλά γιατί να προκαλεί εντύπωση αυτή η διαπίστωση αφού, ως γνωστόν, pecunia non olet [το χρήμα δεν έχει οσμή]! Η λειτουργία του σύγχρονου χρηματοπιστωτικού συστήματος καθόλου δεν προϋποθέτει τη νόμιμη προέλευση των περιουσιακών στοιχείων!! Διαπιστώνει λοιπόν κανείς ότι το Κράτος, εκτός από νταβατζής είναι και το μεγαλύτερο πλυντήριο ξεπλύματος βρώμικου χρήματος! Ο Εσκομπαρισμός είναι σήμερα η μοναδική και πλέον επιτυχημένη διεθνής πολιτική!!
iv. Πως συντελείται το κακούργημα του ξεπλύματος βρώμικου χρήματος; Απαιτείται πρώτα η διάπραξη κάποιου εγκλήματος, π.χ. σύσταση εγκληματικής οργάνωσης [ΠΚ 187], τρομοκρατικές πράξεις [ΠΚ 187 Α], παθητική δωροδοκία [ΠΚ 235], εμπορία ανθρώπων [ΠΚ 323 Α], σωματεμπορία [ΠΚ 351], εμπορία ναρκωτικών [άρθρα 4, 5, 6, 7, 8 Ν. 1729/ 87] κλπ. Η νομιμοποίηση παράνομων εσόδων [ξέπλυμα βρώμικου χρήματος] έρχεται σαν επόμενη [χρονικά] εγκληματική πράξη και αποσκοπεί στο να νομιμοποιήσει τα βρώμικα έσοδα που προήλθαν από την προηγούμενη εγκληματική δραστηριότητα, κυρίως μέσω του χρηματοπιστωτικού συστήματος [Τράπεζες, Χρηματιστήριο, αγορά κρατικών ομολόγων κλπ]. Ή, στην υπόθεση των ημερών, αγορά ακινήτων με χρήματα από εγκληματική δραστηριότητα. Το ακίνητο αυτό προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα. Από τη στιγμή που το βρώμικο χρήμα που προήλθε από την εγκληματική δραστηριότητα μετατρέπεται σε ακίνητο, έχει ξεπλυθεί και έχει μετατραπεί σε νόμιμη δραστηριότητα, και μάλιστα, επενδυτική!! Υπό τον προϊσχύοντα αρχικό νόμο 2331/ 95 γεννήθηκε ένα σημαντικό ζήτημα που δίχασε την Ποινική Επιστήμη αλλά και, κυρίως, τα δικαστήρια μας, ακόμη και τον Άρειο Πάγο. Το ζήτημα αυτό ήταν: αν ενεργητικό υποκείμενο [δράστης] του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων [ξέπλυμα βρώμικου χρήματος] από εγκληματική δραστηριότητα μπορεί να είναι και ο δράστης της εγκληματικής αυτής δραστηριότητας; Αρχικά τα δικαστήρια ουσίας [Πλημμελειοδικεία και Εφετεία] είχαν δεχτεί ότι δεν μπορεί να είναι ίδιος ο δράστης του προϋποτιθέμενου βασικού εγκλήματος και του επόμενου εγκλήματος του ξεπλύματος βρώμικου χρήματος. Δηλαδή δεν μπορούσε να κατηγορηθεί ο έμπορος ναρκωτικών, ο σωματέμπορας, ο μαστρωπός, ο μιζαδόρος κλπ ότι τελούσε και το έγκλημα του ξεπλύματος βρώμικου χρήματος για τα χρήματα που κέρδιζε από την εγκληματική δραστηριότητα του, επομένως ούτε και οι κατηγορούμενοι των ημερών. Τέτοιες αποφάσεις ήταν π.χ. Άρειος Πάγος 721/2004, Εφετείο Αθηνών 1108/ 2004. Στην άποψη αυτή εμμένει, ακόμη!, το Εφετείο Αθηνών με την υπ΄ αριθμό 347/ 2008. Η άποψη αυτή όμως, παρά τα αντιθέτως λεγόμενα στην απόφαση 347/ 08 Εφετείου Αθηνών, παραβλέπει αποφάσεις του Αρείου Πάγου που δέχονται την αντίθετη εκδοχή, δηλαδή ότι μπορεί να τελεστεί το [μεταγενέστερο χρονικά] έγκλημα του ξεπλύματος βρώμικου χρήματος από το δράστη της βασικής εγκληματικής δραστηριότητας. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον Άρειο Πάγο, “Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (ξέπλυμα βρώμικου χρήματος) προϋποθέτει, αντικειμενικά μεν (εναλλακτικά), την αγορά, απόκρυψη, λήψη με την μορφή εμπράγματης ασφάλειας, αποδοχή της κατοχής, απόκτηση οπωσδήποτε δικαιώματος, μετατροπή ή μεταβίβαση, οποιαδήποτε περιουσίας, που αποκτήθηκε με εγκληματική δραστηριότητα, υποκειμενικά δε δόλο, έστω και ενδεχόμενο και περαιτέρω σκοπό κερδοσκοπίας ή συγκάλυψης της αληθούς προέλευσης της περιουσίας αυτής ή παροχής συνδρομής σε άλλον, ενεχόμενο σε εγκληματική δραστηριότητα και αποκτήσαντα από αυτή περιουσία, για τη συγκάλυψη της αληθούς προέλευσης της περιουσίας αυτής. Πρόκειται δηλαδή για έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό και με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, έγκλημα δηλαδή σκοπού, ο οποίος συνίσταται στην επιδίωξη κερδοσκοπίας ή συγκάλυψης της προέλευσης περιουσίας ή παροχής σε άλλον συνδρομής για κερδοσκοπία ή συγκάλυψη. Διευκρινίζεται στο νόμο αναλυτικά, τι νοείται με τους όρους «εγκληματική δραστηριότητα» και «περιουσία», στην έννοια δε της τελευταίας, περιλαμβάνεται και το χρήμα, υπό υλική ή άυλη μορφή. Προϋποθέτει επίσης, την τέλεση ενός άλλου βασικού (καλούμενου) εγκλήματος (που συνιστά την εγκληματική δραστηριότητα), εκ του οποίου κάποιος (υπαίτιος ή άλλος) αποκόμισε παράνομα έσοδα (περιουσία) και το οποίο, όταν αυτουργός της πράξεως είναι το ίδιο πρόσωπο, πράγμα που δεν αποκλείεται από οιαδήποτε διάταξη του νόμου (εκτός από την περίπτωση που το έγκλημα τελείται υπό τη μορφή της παροχής συνδρομής σε άλλο πρόσωπο ενεχόμενο σε εγκληματική δραστηριότητα, οπότε αποκλείεται η ταυτοπροσωπία εννοιολογικά) ή άλλη διάταξη, συρρέει με εκείνο πραγματικά, αφού πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά κατά τα στοιχεία τους εγκλήματα, με διακεκριμένη και διαφορετική καθένα απαξία. Κατ` εξοχήν δε ο νόμος τιμωρεί τις πράξεις συγκάλυψης της αληθούς προέλευσης, εκείνου που απόκτησε ο ίδιος περιουσία από εγκληματικές δραστηριότητες, ενώ τον άλλον (εκτός από τον αποκτήσαντα) τον θεωρεί συνεργό και τον τιμωρεί ως αυτουργό της πράξεως. Η τέλεση του βασικού εγκλήματος, αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων. Τα εγκλήματα αυτά, καλούμενα όπως αναφέρθηκε βασικά, προσδιορίζονται στο νόμο (άρθρο 1 παρ. α΄ ν. 2331) περιοριστικά, περιλαμβάνεται δε μεταξύ αυτών και η παθητική δωροδοκία (δωροληψία) δικαστή, αποτελούσα ειδικότερη περίπτωση παθητικής δωροδοκίας, η οποία ρητά προβλέπεται στο νόμο και μετά την τροποποίησή του[Άρειος Πάγος 570/ 2006, επίσης Άρειος Πάγος 1231/ 2004 με εισαγγελική πρόταση Γεωργίου Ζορμπά]. Βλέπουμε λοιπόν ότι, κάθε Δικαστής [Εφετείο Αθηνών 347/ 08] ενεργεί κατ΄ αρέσκεια, περιφρονώντας τον Άρειο Πάγο, χωρίς να παραθέτει αντίθετη επιχειρηματολογία που να δικαιολογεί τη μη συμμόρφωση τους στο ανώτατο Δικαστήριο, διαλύοντας έτσι την περίφημη ενότητα της νομολογίας, δηλαδή του ποιο είναι το νόημα της κάθε ποινικής διάταξης, δημιουργώντας έτσι τρομακτική ανασφάλεια δικαίου στον πολίτη, αλλά και στους Δικηγόρους αφού δεν μπορούν αυτοί να συμβουλέψουν-με ασφάλεια-τους πολίτες για το τι είναι κάθε φορά ισχύον δίκαιο. Κι αυτό είναι πολύ ανησυχητικό!
v.Σχετικά με το ζήτημα της προσωρινής κράτησης των παιδιών και της συζύγου ενός εκ των κατηγορουμένων ως συνεργών της εγκληματικής δράσης του. Το ζήτημα αυτό έχει μετατραπεί σε θλιβερό serial με προφανείς στόχους εντυπωσιασμού και για την ανάδειξη ενός ανύπαρκτου φαινομένου , αυτού της λεγόμενης «οικογενειακής ευθύνης». Μάλιστα γίνεται προσπάθεια με ευφάνταστα σενάρια, από πολλές πλευρές [δημοσιογράφους, συνηγόρους, πολιτικάντηδες κλπ] να τονισθεί ότι η παρούσα διεφθαρμένη εξουσία συμπεριφέρεται, περίπου ως εκβιαστής του κοινού ποινικού δικαίου, ώστε να εξαναγκασθεί ο βασικός κατηγορούμενος να επιστρέψει στη χώρα και να εκτελεσθεί το ένταλμα της προσωρινής κράτησης που του επιβλήθηκε, και για να αποτινάξει από πάνω της τη ρετσινιά ότι τάχα κάτι ήθελε να κρύψει φυγαδεύοντας τον στον εξωτερικό. Για τις προθέσεις μιας εξουσίας ο κάθε πολίτης μπορεί να πλάθει όσα σενάρια θέλει. Όταν όμως ασχολείται κανείς με την εφαρμογή του δικαίου θα πρέπει–αν δε θέλει να χαρακτηρισθεί γελοίος!–να μιλά με επιχειρήματα κι όχι με ευφάνταστα σενάρια. Αλλά είναι γνωστό ότι, στον όχλο δεν πρέπει να μιλάς με τη λογική, γιατί δεν μπορεί να σε παρακολουθήσει! Μας διδάσκει ο Πατριάρχης της μαζικής ψυχολογίας Γουσταύος Λε Μπον ότι: «ο όχλος καθοδηγείται σχεδόν αποκλειστικά από το ασυνείδητο. Οι πράξεις του επηρεάζονται περισσότερο από το νωτιαίο μυελό παρά από τον εγκέφαλο … Όποιες κι αν είναι οι ιδέες που υποβάλλονται στους όχλους, δε μπορούν να γίνουν κυρίαρχες παρά μόνο αν αποχτήσουν μια πολύ απλή μορφή και αποτυπωθούν στο πνεύμα τους με εικόνες. … Επειδή οι ιδέες, για να είναι προσιτές στους όχλους, πρέπει να πάρουν πολύ απλή μορφή, για να γίνουν δημοφιλείς χρειάζεται συχνά να υποστούν τις πλέον ριζικές μεταμορφώσεις … Κι αφού ακόμα η ιδέα υποστεί τροποποιήσεις που να την κάνουν προσιτή στους όχλους, τότε μόνο μπορεί να εξασκεί επιρροή όταν, με διάφορες μεθόδους εισδύσει στο ασυνείδητο και γίνει συναίσθημα … Μπορούμε να υποστηρίξουμε με απόλυτο τρόπο πως οι όχλοι δεν επηρεάζονται από λογικές κρίσεις. Τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν, καθώς και εκείνα που τους επηρεάζουν, παρουσιάζονται, από άποψη λογική, πως είναι τόσο κατώτερης ποιότητας ώστε μόνο αναλογικά μπορεί κανείς να τα χαρακτηρίσει ως συλλογισμούς … Η πενιχρότητα ορισμένων λόγων που εξάσκησαν τεράστια επίδραση στους ακροατές μας παραξενεύει όταν τους διαβάζουμε. Ξεχνάμε όμως πως εκφωνήθηκαν για να παρασύρουν ομάδες ανθρώπων και όχι για να διαβαστούν από φιλόσοφους! Ο ρήτορας, κοινωνώντας μυστικά με τον όχλο, ξέρει να θυμίζει τις παραστάσεις που τον γοητεύουν. Αν το καταφέρει, ο σκοπός του πέτυχε. Ένας ολόκληρος τόμος από δημηγορίες δεν αξίζει όσο μερικές φράσεις που κατόρθωσαν να σαγηνέψουν τις ψυχές που έπρεπε να τις πείσουν … Οι κρίσεις που αποδέχεται ο όχλος είναι κρίσεις που του επιβάλλονται εκ των έξω και ποτέ κρίσεις που σχημάτισε ύστερα από συνειδητή λογική διεργασία και συζήτηση» [Η ψυχολογία των όχλων]. Ποια είναι η επιστημονική αλήθεια σχετικά με την ανακαλυφθείσα!! Οικογενειακή ευθύνη; 1. Στο αστικό μας δίκαιο υπάρχει, από της ισχύος του αστικού μας κώδικα [1945] ένας θεσμός που λέγεται καταδολίευση δανειστών [Αστικός Κώδικας άρθρα 939-946]. Τι είναι και σε τι αποσκοπεί αυτός ο θεσμός; Πολλοί οφειλέτες συναισθανόμενοι ότι θα υποχρεωθούν δικαστικά να πληρώσουν το χρέος τους στον δανειστή, για να μην προβεί αυτός [δανειστής] στην κατάσχεση της περιουσίας του για να ικανοποιήσει την αναγνωρισμένη με δικαστική απόφαση αξίωση του δανειστή του, μεταβιβάζει την περιουσία του σε τρίτα πρόσωπα μένοντας έτσι αφερέγγυος ώστε ο δανειστής που δικαιώθηκε από τη Δικαιοσύνη να μη μπορεί να ικανοποιήσει την αξίωση του με την κατάσχεση της περιουσίας του οφειλέτη. Στο αδιέξοδο αυτό του δανειστή έρχεται αρωγός ο θεσμός της καταδολίευσης των δανειστών που του δίνει το δικαίωμα να ακυρώσει την μεταβίβαση της περιουσίας του οφειλέτη στον τρίτο και αφού ακυρώσει αυτή τη μεταβίβαση μπορεί πλέον να την πλειστηριάσει και να ικανοποιήσει την αξίωση του. Υπάρχει όμως σημαντική δυσκολία στην επίτευξη αυτή της ακύρωσης [διάρρηξης] της μεταβίβασης της περιουσίας του οφειλέτη προς τον τρίτο. Πρέπει αυτός ο τρίτος να γνωρίζει ότι ο οφειλέτης του μεταβίβασε την περιουσία του με σκοπό να βλάψει κάποιο δανειστή του [Αστικός Κώδικας 941 § 1]. Όπως γίνεται αντιληπτό, η απόδειξη αυτής της γνώσης του αποκτώντος τρίτου –των κινήτρων του οφειλέτη–καθίσταται σχεδόν αδύνατη! Έρχεται λοιπόν ο νομοθέτης και καθιερώνει ένα τεκμήριο που βοηθά πάρα πολύ τον δανειστή. Είναι γνωστό ότι οι οφειλέτες που μετέρχονται αυτά τα μέσα, μεταβιβάζουν τα περιουσιακά στοιχεία τους σε στενούς συγγενείς τους [σύζυγο, τέκνα]. Το τεκμήριο αυτό καθιερώνεται με το άρθρο 941 § 2 του Αστικού μας Κώδικα το οποίο ορίζει, «τεκμαίρεται ότι ο τρίτος το γνωρίζει [δηλαδή ότι η μεταβίβαση έγινε από τον οφειλέτη για να βλάψει τους δανειστές του], αν κατά την απαλλοτρίωση [μεταβίβαση] είναι σύζυγος του οφειλέτη ή συγγενής του σε ευθεία γραμμή ή συγγενής του σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο». Αξίζει εδώ να παραθέσω τις επιστημονικές απόψεις μιας αυθεντίας του αστικού δικαίου στη χώρα μας, του Δασκάλου μου και Ακαδημαϊκού Καθηγητή κ. Απόστολου Γεωργιάδη [Ενοχικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, έκδοση 1999, § 67, πλαγιάριθμοι 27, 29, σελίδα 722]: «Λόγω του δυσαπόδεικτου της παραπάνω προϋπόθεσης και του ότι στην πράξη η γνώση του τρίτου προσώπου που ανήκει στο οικείο περιβάλλον του οφειλέτη είναι συνήθως δεδομένη, η ΑΚ 941 § 2 θεσπίζει μαχητό τεκμήριο υπέρ των δανειστών ότι υπάρχει γνώση όταν ο τρίτος είναι σύζυγος του οφειλέτη ή συγγενής του σε ευθεία γραμμή κλπ. Το τεκμήριο όμως αυτό, καθότι ιδιαίτερα δυσμενές και δύσκολο στην ανατροπή του από τα πρόσωπα στα οποία αφορά … Η ρύθμιση αυτή εκφράζει την εκτίμηση του νομοθέτη ότι τα συμφέροντα του τρίτου που αποκτά από χαριστική αιτία, χωρίς καταβολή ανταλλάγματος, είναι αξιολογικώς υποδεέστερα από τα συμφέροντα των δανειστών, και επομένως, σε περίπτωση σύγκρουσης τους προκρίνεται η προστασία των τελευταίων». Δεν είναι λοιπόν άγνωστη στο δίκαιο μας η βαπτισθείσα [από τους παντοειδείς πολιτικολογούντες!] ως οικογενειακή ευθύνη. 2. Στο ποινικό δίκαιο, στο ζήτημα της απόδειξης της ηθικής αυτουργίας στην τέλεση ενός εγκλήματος. Ως γνωστόν, για τους μη νομικούς, ηθική αυτουργία στην τέλεση ενός εγκλήματος είναι η πρόκληση, από ένα τρίτο πρόσωπο, της απόφασης στον δράστη [αυτουργό] να τελέσει το έγκλημα, για διάφορους λόγους. Πως θα αποδειχθεί αυτή η πρόκληση της απόφασης στο δράστη εκ μέρους του ηθικού αυτουργού αν δεν ομολογήσει ο δράστης τη συμπεριφορά αυτή του ηθικού αυτουργού; Είναι αδύνατον! Πως αποδέχεται λοιπόν ο Άρειος Πάγος την απόδειξη και κατάφαση της ηθικής αυτουργίας; Σε ένα εκπληκτικό συλλογικό έργο, υπό την εποπτεία των κορυφαίων Δασκάλων της Ποινικής Επιστήμης στη χώρα μας, κ.κ. Ν. Ανδρουλάκη, Γ.Α. Μαγκάκη, Ι. Μανωλεδάκη, Δ. Σπινέλλη, Α. Ψαρούδα-Μπενάκη και του αείμνηστου ΕισΑΠ Κ. Σταμάτη, με τίτλο «Συστηματική ερμηνεία του Ποινικού Κώδικα, έκδοση 2005, άρθρο 46, πλαγιάριθμο 38, σελίδες 741-742] διαβάζουμε: «το πρόβλημα που ανακύπτει στις περιπτώσεις αυτές συνίσταται στο ότι η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό της αποφάσεως του φυσικού αυτουργού για την τέλεση της κυρίας πράξεως δε γίνεται κατά κανόνα δημοσίως, με αποτέλεσμα να είναι πολύ δύσκολη η εξακρίβωση και η παράθεση των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει ο τρόπος και τα μέσα της παραγωγής της αποφάσεως αυτής. Για το λόγο αυτό συχνά ο Άρειος Πάγος θεωρεί αιτιολογημένες αποφάσεις, στις οποίες πέραν του τυπικού στοιχείου της πειθούς και φορτικότητας εκτίθεται και το συμφέρον ή το όφελος του ηθικού αυτουργού από την τέλεση της κυρίας πράξεως ή, ενδεχομένως, η έλλειψη αντιστοίχου συμφέροντος του αμέσου αυτουργού [βλ· Άρειο Πάγο 1633/ 2002: ψευδορκία μάρτυρα, ηθικός αυτουργός ο διάδικος της σχετικής πολιτικής δίκης, ο μόνος που είχε σχετικό συμφέρον, Άρειος Πάγος 120/ 2002: ηθική αυτουργία σε υπεξαγωγή εγγράφων [συναλλαγματικών] προκειμένου να αποφευχθεί η πληρωμή τους από τον οφειλέτη ηθικό αυτουργό, Άρειος Πάγος 663/ 2002: ηθική αυτουργία σε ψευδή ανώμοτη κατάθεση προκειμένου να δημιουργηθεί άλλοθι υπέρ του ηθικού αυτουργού δράστη απόπειρας ανθρωποκτονίας, Άρειος Πάγος 1043/ 2002: ηθική αυτουργία σε μεταφορά ναρκωτικών προκειμένου αυτά να εισαχθούν σε σωφρονιστικό κατάστημα και να παραδοθούν στον κρατούμενο ηθικό αυτουργό». Αν ίσχυαν όλα αυτά που διατείνονται οι πολιτικολογούντες, η ηθική αυτουργία [που, σημειωτέον, τιμωρείται με την ίδια ποινή της αυτουργίας] θα είχε καταργηθεί! 3. Στον Ν. 3424/ 2005, που αναμόρφωσε τον βασικό Ν. 2331/ 1995, στο άρθρο 2 § 5 [που καταργεί το άρθρο 1 του Ν. 2331/ 95] αυτού περιγράφεται η αντικειμενική υπόσταση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα [money laundering] ως εξής: «β. νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Οι ακόλουθες εκ προθέσεως τελούμενες πράξεις: –η μετατροπή ή η μεταβίβαση περιουσίας εν γνώσει του γεγονότος ότι προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες, με σκοπό την απόκρυψη ή τη συγκάλυψη της παράνομης προέλευσης της ή την παροχή συνδρομής σε οποιοδήποτε εμπλέκεται στις δραστηριότητες αυτές, προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των πράξεων του, –η απόκρυψη ή η συγκάλυψη της αλήθειας όσο αφορά τη φύση, προέλευση, διάθεση ή διακίνηση περιουσίας ή τον τόπο όπου αυτή ευρίσκεται ή αποκτήθηκε ή την κυριότητα επί περιουσίας ή σχετικών με αυτή δικαιωμάτων εν γνώσει του γεγονότος ότι η περιουσία αυτή προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοια δραστηριότητα, –η απόκτηση, κατοχή ή χρήση περιουσίας, εν γνώσει κατά το χρόνο της κτήσης, του γεγονότος ότι η περιουσία προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοια δραστηριότητα, κλπ». Η απόδειξη για τη σύζυγο του δράστη και των παιδιών στη διάπραξη του ξεπλύματος βρώμικου χρήματος με τη μορφή της κατοχής ή χρήσης περιουσίας προερχόμενης από εγκληματική δραστηριότητα δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, στα σοβαρά, οπότε δε χρειάζεται περαιτέρω ενασχόληση. Θα ήταν παράλογο να δεχτούμε ότι δεν γνώριζε η σύζυγος ή τα παιδιά πως ο δράστης σύζυγος έβγαζε τόσα τεράστια ποσά! Είναι γνωστό ότι τέτοιοι τύποι, σαν το δράστη, δεν έχουν ιδιαίτερο μυαλό, ανώτερο από του μέσου φτωχού πολίτη, αλλά, εν αντιθέσει με το φτωχό πολίτη, εφαρμόζουν κι ακολουθούν στην επαγγελματική σταδιοδρομία τους τις διδαχές του Shakespeare στον Βασιλιά Ριχάρδο τον Γ΄, «Δε θέλω νάχω να κάνω μαζί της [συνείδηση]. Κάνει τον άνθρωπο δειλό, δε μπορεί κανείς να κλέψει χωρίς να τον κατακρίνει, δε μπορεί κανείς να πάρει όρκο χωρίς να τονε μαλώσει, δε μπορεί κανείς να πλαγιάσει με τη γυναίκα του γείτονα του χωρίς να τονε ξεσκεπάσει. Είναι ένα ντροπαλό πνεύμα που κοκκινίζει, κι αναστατώνει τα σωθικά του ανθρώπου, τονε γεμίζει δυσκολίες. Μια φορά μέκανε να παραδώσω πουγκί με χρυσάφι που βρήκα. Κάνει ζητιάνο αυτόν που την έχει. Τη διώχνουν απ΄ όλες τις χώρες και τα χωριά σαν πράμα επικίνδυνο. Καθένας που θέλει να καλοπεράσει, προσπαθεί να εμπιστευτεί τον εαυτό του και να ζήσει χωρίς αυτή». Αυτή και μόνο αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα σε ένα φτωχό πολίτη και σε ένα επιχειρηματία! 4. Τέλος, σχετικά με τις τοποθετήσεις των εσόδων από το βρώμικο χρήμα που μπορεί να γίνει σε τραπεζικούς λογαριασμούς ή σε ακίνητα, αντί άλλων σχολίων, παραθέτω τις παραδοχές της απόφασης 1231/ 2004 του Αρείου Πάγου, «Από την εγκληματική αυτή δραστηριότητα του αναιρεσείοντος, τα έσοδά του, εμφαινόμενα δολίως ως δήθεν προερχόμενα από την εκμετάλλευση της εταιρίας, είχαν κατατεθεί σε τραπεζικούς λογαριασμούς του ίδιου ή στενών συγγενών του ή είχαν επενδυθεί σε ακίνητα και στα περιουσιακά αυτά στοιχεία, ως έσοδα από την εγκληματική δραστηριότητα της παραγωγής, κατοχής και εξαγωγής της ναρκωτικής ουσίας (αμφεταμίνης), ο αναιρεσείων επιχείρησε να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση, με την μορφή πολλών τραπεζικών καταθέσεων, επενδύσεων σε ακίνητα και μετρητά, έχοντας διαμορφώσει υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης πράξεων τοιαύτης νομιμοποίησης παρανόμων εσόδων και πορισμού από αυτές εισοδήματος. Με τις παραδοχές του αυτές, το ανωτέρω Συμβούλιο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες διατάξεις».
vi. Έρχομαι τώρα στο ζήτημα της άρνησης εκ μέρους του ανακριτή να παραδώσει σε ένα κατηγορούμενο όλα τα έγγραφα της δικογραφίας πριν την απολογία του, άρνηση η οποία αποδοκιμάσθηκε από το Συμβούλιο Πλημ/ κών Αθηνών και την ακατανόητη παρέμβαση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Σανιδά ο οποίος ζήτησε από τον Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών Αντιεισαγγελέα Αρείου Πάγου κ. Καρούτσο να ασκήσει έφεση κατά του βουλεύματος αυτού και την άρνηση αυτού να πειθαρχήσει στην εντολή αυτή. Αντί άλλων σχολίων, παραθέτω τις απόψεις ενός Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, του Αθανάσιου Κονταξή, του οποίου τα έργα δεν απουσιάζουν από καμιά βιβλιοθήκη κανενός Δικηγόρου. Υποστηρίζει λοιπόν ο εν λόγω Αντιεισαγγελέας ότι: «Προϋπόθεση για να είναι αποτελεσματική η ακρόαση του κατ/ νου είναι ο φορέας του δικαιώματος ακρόασης να έχει λάβει προηγουμένως γνώση όλων ανεξαιρέτως των σχετικών με την υπόθεση στοιχείων, επί των οποίων καλείται να απαντήσει και να πάρει θέση. Κατά συνέπεια το δικαίωμα του εξεταζόμενου στην ανακοίνωση του συνόλου των εγγράφων και των στοιχείων του φακέλου αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ουσιαστική άσκηση του δικαιώματος ακρόασης, σύμφωνα με το άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος, και για το λόγο αυτό περιβάλλεται –και αυτό-με συνταγματική χροιά … όχι μόνο η γνώση του περιεχομένου της δικογραφίας αλλά και η λήψη αντιγράφων πρέπει πάντοτε να προηγούνται χρονικά της λήψης της απολογίας … Με τον όρο πληροφόρηση πρέπει να νοείται βασικά η γνώση των διαδίκων για το συνολικό διαδικαστικό υλικό, δηλαδή για κάθε στοιχείο που περιέχεται στον φάκελο της αντίστοιχης υποθέσεως–ανεξάρτητα από το αν έχει σημασία μόνο για την απόδειξη είτε της ενοχής, είτε της αθωότητας του κατ/ νου ή όχι, επειδή κάθε τέτοιο στοιχείο μπορεί να είναι χρήσιμο για την απόδειξη κάποιου άλλου, ενδεχομένως κρίσιμου διαδικαστικού γεγονότος …Σύμφωνα με το ΕΔΔΑ, απαραίτητο στοιχείο για το σεβασμό της αρχής της αντιδικίας, που επίσης καλύπτεται από το προστατευτικό πεδίο της δίκαιης δίκης του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, είναι η αξίωση κάθε μέρος να λαμβάνει γνώση και να συζητεί κάθε στοιχείο ή παρατήρηση που μπορεί να επηρεάσει την κρίση του δικαστή [απόφαση Montovanelli κατά Γαλλίας, της 18-3-1997, § 33]» [Αθ. Κονταξής, ερμηνεία Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, τόμος Α΄, έκδοση 2006, σελίδες 869-870]. Μόνο όσα έγγραφα προκύψουν μετά την πρώτη απολογία του κατ/ νου δεν υποχρεούται ο ανακριτής να ανακοινώσει σ΄ αυτόν, εκτός αν τον καλέσει σε νέα συμπληρωματική απολογία [Άρειος Πάγος 14/ 2005]. Απόλυτα δικαιολογημένα αντέδρασαν οι συνήγοροι υπεράσπισης του κατ/ νου στην αυθαιρεσία αυτή του ανακριτή. Αν δεν αντιδρούσαν στην αυθαιρεσία αυτή του ανακριτή τότε πλέον θα μετατρέπονταν σε άβουλες μαριονέτες του κάθε ανακριτή ο οποίος αυτός θα τους καθόριζε και τον τρόπο υπεράσπισης των εντολέων του!! 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...