Τρίτη, 31 Μαρτίου 2015

Το διαδίκτυο δεν είναι αρχείο για προσωπικά δεδομένα. blogs.

Εφετείο Αθηνών 175/ 2014.
Περίληψη. Προστασία δεδομένων. Ποινικά αδικήματα. Αντικείμενο προστασίας. Εκταση εφαρμογής. Εννοια δεδομένων. Εννοια αρχείου. Το διαδίκτυο δεν είναι αρχείο. Δικαίωμα για πληροφοριακή αυτοδιάθεση. Τρόποι προσβολής. Τέλεση των αδικημάτων δια του τύπου. Εξαίρεση δημοσιοποιημένων προσωπικών δεδομένων από την ποινική προστασία. Προσωπικά δεδομένα δημοσιευμένα στο διαδίκτυο σε διάφορες ιστοσελίδες. Αναδημοσίευση από εφημερίδα κατόπιν έρευνας και συγκέντρωσης στοιχείων από το διαδίκτυο. Αθώωση των κατηγορουμένων μελών της συντακτικής ομάδας της εφημερίδας δεδομένου ότι δεν δεν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παραβιάσεως προσωπικών δεδομένων. 


Ο νόμος 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", όπως υπογραμμίζεται στην εισηγητική έκθεση του, θεσπίστηκε σε εκπλήρωση υποχρέωσης του κοινού νομοθέτη η οποία απορρέει από τις διατάξεις "του άρθρου 9 αλλά και των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 19 του Συντάγματος, οι οποίες ανάγουν την προστασία της αξίας του ανθρώπου σε πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας, προστατεύουν ην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του και διασφαλίζουν την ιδιωτική και οικογενειακή του ζωή, καθώς και το απόρρητο τον επικοινωνιών του". Παράλληλα, όμως, η θέσπιση των ρυθμίσεων του νόμου τούτου ήταν επιβεβλημένη και ενόψει των προβλεπόμενων στην οδηγία 95/46/ΕΚ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 1995 "για προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών" (EEL 281). Η Οδηγία αυτή, όπως προκύπτει από το προοίμιο της, αποβλέπει στην εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών, ώστε με την εγκαθίδρυση και λειτουργία της κοινοτικής εσωτερικής αγοράς να κατοχυρώνεται όχι μόνο η δυνατότητα κυκλοφορίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αλλά και προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου. Το κεφάλαιο Α του εν λόγω νόμου, όπως αυτός ισχύει μετά τις τροποποιήσεις του και με το ν. 3471/2006, (άρθρα 1-3) επιγράφεται ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ, οι οποίες αναφέρονται στο αντικείμενο του νόμου, τους σχετικούς ορισμούς και το πεδίο εφαρμογής του. Έτσι, κατά το άρθρο 1 του εν λόγω νόμου, όπως αυτός ισχύει μετά τις τροποποιήσεις του με το άρθρο 8 του Ν 2819/2000 και το άρθρο α4 του Ν. 2915/2001, αντικείμενο του νόμου είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής. Στο άρθρο 2 του ιδίου νόμου (άρ. 18 παρ. 2 Ν. 3471/2006, ΦΕΚ Α` 133, με το οποίο αντικαταστάθηκε το εδάφιο ε` του ως άνω άρθρου) ορίζεται ότι: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως α) ε) Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ("αρχείο"), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια". Όταν δε τούτο διατηρείται δίχως τη συνδρομή των όρων του άρ. 7 Ν. 2472/19197 επιβάλλονται στον υπαίτιο, οι κατωτέρω αναφερόμενες ποινές κατά το άρ. 22 παρ. 2 του νόμου αυτού. Περαιτέρω, κατά το όρθρο 3 παρ. 1 του ίδιου άρθρου, οι διατάξεις του παρόντος νόμου, εφαρμόζονται στην εν όλο ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο. Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 4 Ν. 2472/1997 "όποιος, χωρίς δικαίωμα, επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών η τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός έως δέκα εκατομμυρίων δραχμών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις, ενώ όταν παραλείπεται η γνωστοποίηση στην Αρχή προστασίας προσωπικών δεδομένων επιβάλλεται ποινή φυλακίσεως μέχρι τριών ετών και η ως άνω χρηματική ποινή, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 1 της αυτής διατάξεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 εδ. α, β, γ, και ι του αυτού νόμου: α) δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα συνιστά κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων, β) ευαίσθητα δεδομένα είναι αυτά που αφορούν τη φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε ένωση, σωματείο και συνδικαλιστική οργάνωση, την υγεία, την κοινωνική πρόνοια και την ερωτική ζωή κάποιου φυσικού προσώπου του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να διακριβωθεί, γ) υποκείμενο των δεδομένων είναι το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί vc προσδιορισθεί, αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός, ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων, που χαρακτηρίζουν την υπόσταση του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική ... και ι) αποδέκτης είναι το φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ή δημόσια αρχή η υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται, για τρίτο ή όχι. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι δεν θεωρούνται δεδομένα οι πληροφορίες των οποίων κάνει κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του χωρίς να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο ή χωρίς να του τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αρχείο, γιατί εκλείπει η προϋπόθεση του αρχείου ως στοιχείου της αντικειμενικής υπόστασης. Τούτο συνάγεται επίσης ευθέως και από την διατύπωση του άρθρου 22 παρ 4, 5 και 6 του ως άνω νόμου, με τις οποίες απειλούνται ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση παράνομης επέμβασης σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή αυθαίρετης χρησιμοποίησης του προϊόντος τέτοιας επεμβάσεως, όχι όμως και στην περίπτωση που δεν έχει γίνει τέτοια επέμβαση και ο φερόμενος ως δράστης γνωρίζει τα διαδιδόμενα από μόνα του, αφού στην περίπτωση αυτή δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικώς [το εν λόγω έγκλημα (ΑΠ 2079/2007, ΝΟΜΟΣ, ΣτΕ 3697/2007 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1257/2003 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1770/2005 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ. 3202/2007 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ. 1597/2007 ΔΕΗ 2008, 603, ΕφΑθ 3833/2003 NOB 2004, 247, ΣυμβΕφΑθ 3140/2004 ΠοινΔ/νη 2005, 683). Το άρθρο 22 παρ. 4 του Ν 2472/1997 εξάλλου, σκοπό έχει (βλ. και το άρθρο 1 του νόμου αυτού) να τιμωρήσει και να αποτρέψει προσβολές του έννομου αγαθού της ιδιωτικής ζωής και ειδικότερα του δικαιώματος για πληροφοριακή αυτοδιάθεση. Οι προσβολές του δικαιώματος για πληροφοριακή αυτοδιάθεση και της ιδιωτικής ζωής τότε μόνο είναι κατά την έννοια και τον σκοπό του νόμου κολάσιμες, όταν πραγματώνονται με επέμβαση χωρίς δικαίωμα σε (παράνομα ή νόμιμα συσταθέν) αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, με λήψη γνώσης αυτών, με αφαίρεση, με επεξεργασία, με μετάδοση, με ανακοίνωση, με γνωστοποίηση σε τρίτους κλπ. Γίνεται αντιληπτό ότι ο νόμος τιμωρεί ουσιαστικά την κατάργηση του απορρήτου και της μυστικότητας της ιδιωτικής ζωής και την αποκάλυψη των στοιχείων της, η οποία ακολουθεί την κατάργηση του απορρήτου. Άλλωστε και όταν ο Ποινικός Κώδικας προστατεύει την ιδιωτική σφαίρα του προσώπου (άρθρα 370, 370 A, 371) τιμωρεί την παραβίαση κάποιου απορρήτου και συγκεκριμένα την παραβίαση του απορρήτου των επιστολών, την παραβίαση του απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προφορικής συνομιλίας και την παραβίαση της επαγγελματικής εχεμύθειας. Ο Ν. 2472/1997 τιμωρεί μόνο, έστω και αν δεν εκφράζεται με σαφήνεια, την παραβίαση του απορρήτου της ιδιωτικής ζωής, δηλαδή μόνο τις επεμβάσεις σε αρχεία που είναι κρυφά και δεν έχουν δημοσιοποιηθεί και την επεξεργασία, μετάδοση, ανακοίνωση, γνωστοποίηση σε τρίτους κλπ δεδομένων που είναι κρυφά και δεν έχουν δημοσιοποιηθεί. Η ύπαρξη αρχείου και μάλιστα κρυφού και η ύπαρξη κρυφών (μη δημοσιοποιημένων) προσωπικών δεδομένων είναι οι βασικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 22 παρ. 4 του Ν 2472/1997, οι οποίες διαγράφουν και τα όρια του ρυθμιστικού πλαισίου, της περιοχής ισχύος, του πεδίου εφαρμογής του νόμου. Ο νόμος θεωρεί ότι άξια ποινικού κολασμού είναι η επεξεργασία των κρυφών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που ακολουθεί την επέμβαση σε κρυφό αρχείο. Όσο η ιδιωτική ζωή είναι απόρρητη είναι άξια προστασίας. Αντίθετα, όταν πλέον έχει ευρέως δημοσιοποιηθεί στον κοινωνικό περίγυρο, η προσβολή της είναι ήδη ολοκληρωμένη) και παύει να είναι άξια προστασίας κατά του Ν 2472/1997. Η διάρθρωση και η δομή του άρθρου 22 παρ. 4 του Ν 2472/1997, στο οποίο περιγράφονται οι τρόποι προσβολής του δικαιώματος για πληροφοριακή αυτοδιάθεση (διαζευκτικά ή υπαλλακτικά μικτό έγκλημα: έχουμε πραγματική φαινομενική συρροή, έστω και αν πραγματωθούν διαδοχικά οι πλείονες τρόποι τέλεσης, γιατί μια μονάδα έννομου αγαθού προσβάλλεται (βλ. αντί άλλων Μανωλεδάκη, Ποινικό Δίκαιο, Επιτομή Γενικού Μέρους, 1996, σελ. 242- 244, Μαργαρίτη, σε Μαργαρίτη-Παρασκευόπουλου, Ποινολογία, 2000, σελ. 324) δείχνει, ότι ο νόμος βαθμιαία τυποποιεί σε έγκλημα την επέμβαση στο κρυφό αρχείο, τη λήψη γνώμης προσωπικών δεδομένων, την αποκάλυψη και τη γνωστοποίηση αυτών σε τρίτους. Δεν θα ήταν νοητή και παραδεκτή η τιμωρία της επεξεργασίας και γενικότερα της αποκάλυψης και γνωστοποίησης προσωπικών δεδομένων, που θα είχαν ήδη ευρέως δημοσιοποιηθεί (ΕφΑθ 7960/2011 αδημοσίευτη). Εξαιρούνται περαιτέρω από την προστασία της ποινικής διάταξης προσωπικά δεδομένα, τα οποία είναι δημοσιοποιημένα. Τέτοια είναι προσωπικά δεδομένα, τα οποία είναι γνωστά σ` έναν σχετικά μεγάλο αριθμό ανθρώπων ή μπορεί να γίνουν εύκολα αντιληπτά και θεωρούνται από αυτούς ως εξακριβωμένα. Στα δημοσιοποιημένα δεδομένα θα πρέπει να αριθμούνται, να εντάσσονται, όχι μόνο ιστορικά συμβάντα ή γενικώς αναγνωρισμένες επιστημονικές αλήθειες αλλά και πληροφορίες, οι οποίες δημοσιεύθηκαν στις εφημερίδας, στο ραδιόφωνο ή στην τηλεόραση, χωρίς να επακολουθήσουν αντιρρήσεις, ενστάσεις, εναντιώσεις και διαμαρτυρίες από τη μεριά του υποκειμένου των δεδομένων). Επιβάλλεται λοιπόν ή να θεωρήσει κανείς, ότι στην περίπτωση της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων που είχαν ήδη δημοσιοποιηθεί δεν υφίσταται ουσιαστικό άδικο, δηλαδή προσβολή έννομου αγαθού, ή, αφού λάβει κανείς υπόψη τον προστατευτικό σκοπό του νόμου, δηλαδή τον σκοπό του να προστατεύσει το δικαίωμα για πληροφοριακή αυτοδιάθεση και την ιδιωτική ζωή του ατόμου, να ενεργήσει μια τελεολογική συστολή, η οποία αποδεικνύεται ως το καταλληλότερο μεθοδολογικό εργαλείο για την περιστολή του αξιοποίνου του άρθρου 22 παρ. 4 του Ν 2472/1997 (για την τελεολογική συστολή ως μέθοδο ερμηνείας για την κατάλυση ή τη μείωση του αξιοποίνου βλ. Σατλάνη, Μεθοδολογικά προλεγόμενα, σελ. 229 επ.).
Από τις καταθέσεις της μάρτυρος κατηγορίας και υπεράσπισης του κατηγορουμένου στο ακροατήρια, από τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται και την απολογία του παρόντος (όγδοου κατά σειρά) κατηγορουμένου αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Οι κατηγορούμενοι είναι μέλη της συντακτικής ομάδας, που διευθύνει την εβδομαδιαία εφημερίδα «...............» και επιπλέον ο πρώτος κατηγορούμενος είναι πρόεδρος του ΔΣ της εκδότριας εταιρείας με την επωνυμία «...............», ο δεύτερος κατηγορούμενος διευθύνων σύμβουλος και αντιπρόεδρος του ΔΣ της ως άνω εταιρείας, οι όγδοος και ένατη των κατηγορουμένων αρθρογράφοι του επίδικου ρεπορτάζ, όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια. Ειδικότερα, οι κατηγορούμενοι ενεργούντες υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητές τους, δημοσίευσαν φωτογραφίες του εγκαλούντα ................, οτις σελίδες 42 Εως 43 της προαναφερόμενης εφημερίδας «................» (αρ. φύλλου 334), που κυκλοφόρησε την 17-7-2011, τις ως άνω δε φωτογραφίες συνόδευε ο προσδιοριστικός τίτλος του άρθρου: «το θρίλερ της απαγωγής του .................», ενώ το εν λόγω δημοσίευμα ετέθη και στον διαδικτυακό τόπο της ως άνω εφημερίδας. Αποδείχθηκε όμως ότι τα πλήρη στοιχεία της ταυτότητας του εγκαλούντος, ήτοι το ονοματεπώνυμο του, η εθνική του καταγωγή, όσο και η φωτογραφία του, καθώς και το χρονικό της απαγωγής του, αλλά και το ποσό των λύτρων καθώς και η οικονομική κατάσταση της οικογένειας του είχαν καταστεί ευρύτατα γνωστά στον έντυπο αλλά και ηλεκτρονικό τύπο, ήδη από την 11-7-2011, δηλαδή έξι ολόκληρες ημέρες πριν την δημοσίευση του (από 17-7-2011), επιδίκου δημοσιεύματος. Αυτό προκύπτει με βεβαιότητα από τα προσκομισθέντα με αριθμούς 1, 2, 3, 4, 5, 6, 8 έγγραφα εκτύπωσης αποτελεσμάτων αναζήτησης σε σχετικές ιστοσελίδες με ημερομηνίες δημοσίευσης 11-7-2011 και το με αριθμό 8 έγγραφο, με ημερομηνία δημοσίευσης 12-7-2011 (...............), τα οποία αναγνώσθηκαν. Συνεπώς, η εύρεση των ανωτέρω δημοσιεύσεων έγινε από μηχανές αναζήτησης, οι οποίες αναζητούν οποιαδήποτε ιστοσελίδα με την ερευνώμενη φράση και σε καμία περίπτωση δεν αναζητούν από κάποιο αρχείο. Εξάλλου, όλο το διαδίκτυο δεν αποτελεί αρχείο διαρθρωμένο, όπως ο νόμος απαιτεί, αφού υπάρχουν πλέον πέραν των διαδικτυακών τόπων των διαφόρων επίσημων ειδησεογραφικών πρακτορείων, τα οποία δύνανται να λειτουργούν ως αρχείο, υπό την έννοια της ημερολογιακής αρχειοθέτησης και εύρεσης των διαφόρων ειδήσεων και διαδικτυακοί τόποι ιδιοκτησίας διαφόρων φυσικών προσώπων (blogs), στα οποία γράφονται οι απόψεις και οι γνώμες των δημιουργών τους ή διαφόρων άλλων, δίνοντας στην δημοσιότητα παράλληλα και δημόσια ή μη έγγραφα, που αφορούν το συγκεκριμένο θέμα, χωρίς βέβαια να δημιουργείται ή να διατηρείται κανενός είδους αρχείο. Και ναι μεν, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν πιο πάνω, το αρχείο της πιο πάνω εβδομαδιαίας εφημερίδας (.............) αποτελεί σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, διαρθρωμένο με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, τα οποία είναι ο τίτλος της εφημερίδας, η ημερομηνία κυκλοφορίας και ο αριθμός του συγκεκριμένου φύλλου, που επιτρέπουν σε οποιονδήποτε τρίτο την πρόσβαση στα προσωπικά αυτά δεδομένα, ενώ εξάλλου κατά τη διαδικασία παραγωγής του εντύπου αυτού (εφημερίδας), που αποτέλεσε το μέσο διάδοσής τους σε ένα ευρύτατο κύκλο προσώπων, τα ως άνω δεδομένα υπέστησαν περισσότερες διαδοχικές διακριτές ηλεκτρονικές επεξεργασίες, όπως ψηφιοποίηση μέσω ειδικών σαρωτών (scanners), καταχώριση σε ηλεκτρονικό αρχείο, περαιτέρω επεξεργασία ως εικόνων, προκειμένου να βελτιωθούν η ευκρίνεια, οι χρωματισμοί τους κλπ. Έτσι, είναι προφανές ότι οι περισσότερες αυτές επεξεργασίες πραγματοποιήθηκαν με τη βοήθεια των αυτοματοποιημένων μεθόδων παραγωγής της εφημερίδας, ως εντύπου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, αφού τα επίδικα δεδομένα που αναφέρονται στο ονοματεπώνυμο, στην καταγωγή, στο επάγγελμα, στο ιστορικό απαγωγής, στις φωτογραφίες, στην οικογενειακή και οικονομική κατάσταση του εγκαλούντος, ήταν ήδη γνωστά, όπως προαναφέρθηκε από τα χρονικώς προηγηθέντα, εκτενή δημοσιεύματα στον ηλεκτρονικό και στον έντυπο τύπο. Το γεγονός τέλος, ότι ο εγκαλών ουδέποτε συνήνεσε να δημοσιευθεί η ανηρτημένη στο διαδίκτυο (προσβάσιμη στο δημόσιο προφίλ του στο Facebook) φωτογραφία του, αφενός δεν αποδείχθηκε με βεβαιότητα ότι ελήφθη από το εν λόγω αρχείο (Facebook), αλλά και δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω, αφού τόσο η φωτογραφία του, όσο και τα λοιπά ανακοινωθέντα προσωπικά δεδομένα, δεν αποτελούσαν πλέον, ήτοι στις 17- 7-2011, απόρρητα στοιχεία αλλά στοιχεία ευρέως δημοσιοποιημένα στο διαδίκτυο. Ας σημειωθεί μάλιστα, ότι τα ως άνω δεδομένα δεν διέψευσε ο εγκαλών, αλλά αντίθετα και ο ίδιος ευχαρίστησε τον κόσμο για την συμπαράσταση στην περιπέτειά του, από την προσωπική του ιστοσελίδα. Συνακόλουθα, αφού τα επίδικα προσωπικά δεδομένα περιήλθαν στους κατηγορουμένους: α) όχι κατόπιν επεμβάσεως σε αρχείο, με την προαναφερθείσα έννοια, άλλά από το διαδίκτυο, ήτοι μη διαρθρωμένο αρχείο, κατά την έννοια του νόμου και επομένως, δεν νοείται επέμβαση των κατηγορουμένων σ` αυτό, ενώ β) επιπλέον το επίδικο δημοσίευμα (φωτογράφος και κείμενο) δεν περιείχε ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, αλλά ευρέως δημοσιοποιημένα και γνωστά στο ευρύ κοινό από τις προηγούμενες δημοσιεύσεις που αναφέρθηκαν πιο πάνω, χωρίς να έχει επακολουθήσει κατά αυτών (προηγουμένων δημοσιεύσεων) αντίρρηση, ένσταση, εναντίωση ή διαμαρτυρία από την πλευρά του εγκαλούντος, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παραβιάσεως προσωπικών δεδομένων και για το λόγο αυτό πρέπει να κηρυχθούν αθώοι οι κατηγορούμενοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ: με απόντες θεωρούμενους παρόντες εκπροσωπούμενους από πληρεξούσιο συνήγορο τους κατηγορουμένους: 1) ............... έως 7) ..............., 8) με παρόντα τον κατηγορούμενο ............... και ομοίως απούσα θεωρούμενη παρούσα εκπροσωπουμενη από συνήγορο την 9) ................
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά τις εφέσεις τους με αρθμούς: 1) 82 και χρονολογία 10-01-2013, 2) 83 και χρονολογία 10-01-2013, 3) 77 και χρονολογία 10-01-2013, 4) 81 και χρονολογία 10-01-2013, 5) 80 και χρονολογία 10 31-2013, 6) 79 και χρονολογία 10-01-2013, 7) 78 και χρονολογία 10-01- 2013, 8) 38 και χρονολογία 10-01-2013, 9) 39 και χρονολογία 10-01-2013 αντίστοιχα κατά της απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με αριθμό 438/08-01-2013.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους κατηγορούμεους αθώους του ότι: «Στην Αθήνα την 17.07.2011 ενεργώντας από κοινού, με συναπόφαση, συνεκτέλεση και κοινό δόλο, ενεργώντας με πρόθεση, χωρίς δικαίωμα, επενέβησαν με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, έλαβαν γνώση των δεδομένων αυτών, τα επεξεργάστηκαν και τα ανακοίνωσαν δια του τύπου στο αναγνωστικό κοινό, καθιστώντας τα κατ` αυτόν τον τρόπο προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα. Συγκεκριμένα, όλοι οι κατηγορούμενοι με την ιδιότητα τους ως μελών της συντακτικής ομάδας, που διευθύνει την εβδομαδιαία εφημερίδα «..............» και επιπλέον ο πρώτος κατηγορούμενος ως πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της εκδότριας και ιδιοκτήτριας εταιρίας με την επωνυμία «................», ο δεύτερος κατηγορούμενος, ως Διευθύνων Σύμβουλος και Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της άνω εταιρίας οι όγδοος και ένατη των κατηγορουμένων και ως ορθογράφοι του επίδικου ρεπορτάζ, από κοινού ενεργούντες, επεξεργάστηκαν, ήτοι επέλεξαν, συνέλεξαν, συνδύασαν, καταχώρησαν, και στη συνέχεια χρησιμοποίησαν φωτογραφίες του εγκαλούντα ................. κατοίκου Παραλιμνίου Κύπρου, οδό ............., αριθμό ..., και το ονοματεπώνυμο αυτού, δημοσιεύοντας αυτά στις σελίδες 42 έως 43 της προαναφερόμενης εφημερίδας «..............» (αριθ. φύλλου 334), που κυκλοφόρησε την 17.07.2011, τις ως άνω δε φωτογραφίες συνόδευε ο προσδιοριστικός τίτλος του άρθρου «το θρίλερ της απαγωγής του ................. από την Κύπρο», ενώ το εν λόγω δημοσίευμα ετέθη και στον διαδικτυακό τόπο της ως άνω εφημερίδας. Οι ανωτέρω φωτογραφίες αποτελούν μέρος παραρτήματος φωτογραφιών σε ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης που διατηρεί ο εγκαλών, στην οποία οι κατηγορούμενοι είχαν πρόσβαση, καθώς περιήλθε στην κατοχή τους με οποιανδήποτε τρόπο. Η δημοσίευση στον τύπο πληροφοριών και φωτογραφιών που αφορούν τον εγκαλούντα ως φυσικό πρόσωπο αποτελεί επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχ. δ` του Ν. 2472/1997 («καταχώριση»και «διάδοση»), αφού τα στοιχεία των εφημερίδων αποτελούν διαρθρωμένα αρχεία. Με την δια τύπου δημοσιοποίηση των ως άνω φωτοαντιγράφων και των στοιχείων ταυτότητας (ονοματεπώνυμο) του εγκαλούντος οι κατηγορούμενοι κατέστησαν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα προσιτά σε μη δικαιούμενο πρόσωπα, δηλαδή στο αναγνωστικό κοινό.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε αμέσως, δημόσια, στο ακροατήριό του.
Αθήνα 13η Ιανουαρίου 2014

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...