Παρασκευή, 3 Απριλίου 2015

ΣΣΕ, αρχή έυνοιας στον μισθωτό, υπέρβαση νομοθετικής εξουσιοδότησης.

Περίληψη. Αρχή ευνοίας υπέρ μισθωτών. Η ρήτρα που περιλαμβάνεται σε επιχειρησιακή ΣΣΕ και προβλέπει ότι δυνάμει αυτής θα έχουν εφαρμογή οι εκάστοτε, έστω και ευμενέστεροι, όροι απασχόλησης και αμοιβής που πρόκειται να συμπεριληφθούν σε άλλη ΣΣΕ, η οποία θα καταρτισθεί στο μέλλον, μεταξύ άλλων φορέων και θα ισχύει για τους εργαζόμενους συγκεκριμένου κλάδου, είναι άκυρη, διότι υπερβαίνει την προς κατάρτιση ΣΣΕ παρασχεθείσα νομοθετική εξουσιοδότηση. Πρόσθετη παρέμβαση. Συνδικαλιστικές οργανώσεις. Μπορούν να ασκήσουν υπέρ των μελών τους τα δικαιώματα που απορρέουν από συλλογική σύμβαση ή άλλες διατάξεις που εξομοιώνονται προς διατάξεις συλλογικής σύμβασης, όχι, όμως, και υπέρ άλλων επαγγελματικών σωματείων στα οποία ούτε μετέχουν ούτε και θα μπορούσαν να μετέχουν οι διάδικοι της κυρίας δίκης. (Αναιρεί την υπ΄ αριθμ. 2815/2012 απόφαση ΠολΠρΑθηνών).

Άρειος Πάγος, Β2 Πολιτικό Τμήμα, 692/ 2014.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
2. Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "Αν, σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν", η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω, σύμφωνα με την ίδια διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, αναγκαίος όρος για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη αμέσου εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος. Αμεσο έννομο συμφέρον για την άσκηση παρέμβασης υφίσταται όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η εις βάρος αυτού δημιουργία νομικής υποχρεώσεως. Πρέπει, όμως, αυτά είτε να απειλούνται από το δεδικασμένο ή την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε να τίθενται σε διακινδύνευση από άλλες, αντανακλαστικές συνέπειες αυτής. Ως εκ τούτου, για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης δεν αρκεί το ότι σε δίκη, εκκρεμή μεταξύ άλλων, πρόκειται να λυθεί νομικό ζήτημα που θα ωφελήσει ή θα βλάψει τον προσθέτως παρεμβαίνοντα, επειδή υφίσταται ή ενδέχεται να ανακύψει σε άλλη δίκη μεταξύ αυτού και κάποιου από τους διαδίκους ή τρίτου, αλλά απαιτείται η έκβαση της δίκης, στην οποία παρεμβαίνει, να θίγει ευθέως, από την άποψη του πραγματικού και νομικού ζητήματος, τα έννομα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 14/2008). Η προϋπόθεση αυτή, γενικώς, υφίσταται υπέρ των συνδικαλιστικών ενώσεων, οιουδήποτε βαθμού, οι οποίες και αυτοτελώς, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 669 ΚΠολΔ, θα μπορούσαν να ασκήσουν υπέρ των μελών τους τα δικαιώματα που απορρέουν από συλλογική σύμβαση ή άλλες διατάξεις που εξομοιώνονται προς διατάξεις συλλογικής σύμβασης, όχι, όμως, και υπέρ άλλων επαγγελματικών σωματείων στα οποία ούτε μετέχουν ούτε και θα μπορούσαν να μετέχουν οι διάδικοι της κυρίας δίκης (ΟλΑΠ 9/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, άσκησε πρόσθετη παρέμβαση δια δικογράφου ενώπιον του Αρείου Πάγου, η "Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος" (ΓΣΕΕ), ως τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση, στην οποία μέλος είναι η "Ομοσπονδία Συλλόγων Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων Ελλάδος" (ΟΣΝΙΕ), στην οποία ανήκει και το ..., του οποίου μέλη είναι οι αναιρεσίβλητοι. Η παρέμβαση αυτή ασκείται από οργάνωση που έχει άμεσο έννομο συμφέρον να προασπίσει τα δικαιώματα των μελών των υποκειμένων σ` αυτή σωματείων (ΚΠολΔ 669 αρ. 2). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί στην ουσία.
3. Επειδή, σύμφωνα με τη γενική "αρχή της εύνοιας" υπέρ των εργαζομένων, που διαπνέει το εργατικό δίκαιο, η προσπάθεια αναζήτησης της ευνοϊκότερης ρύθμισης για τον εκμισθωτή της εργασίας δεν περιορίζεται μόνο στο συσχετισμό μεταξύ συλλογικής και ατομικής σύμβασης εργασίας, αλλά επεκτείνεται και στη σχέση μεταξύ περισσότερων πηγών διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, που ρυθμίζουν εν δυνάμει τους όρους αμοιβής και εργασίας σε συγκεκριμένη περίπτωση (π.χ. νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής σύμβασης κ.λπ.). Με βάση, λοιπόν, την "αρχή της εύνοιας" υπέρ των μισθωτών, που ήδη προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990, "Οι όροι ατομικών συμβάσεων εργασίας, που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους συλλογικών συμβάσεων εργασίας, είναι επικρατέστεροι, εφ` όσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζόμενους". Αυτό συμβαίνει, διότι οι κανονιστικοί όροι μιας συλλογικής σύμβασης εργασίας (ΣΣΕ) περιέχουν τα κατώτατα όρια προστασίας και, ως εκ τούτου, απαγορεύουν την τυχόν δυσμενέστερη ρύθμιση με μια ατομική σύμβαση, όχι, όμως, και την δι` αυτής βελτίωση της προστασίας των εργαζόμενων. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι "Για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά", καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ` ακολουθία στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βουλήσεως, η "αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων". Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι συμβαλλόμενοι έχουν απεριόριστη δυνατότητα για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας, με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο ή να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (ΟλΑΠ 1/2007, ΑΠ 431/2011). Επομένως, σε ατομικό επίπεδο, είναι έγκυρη, η μεταξύ εργοδότη και μισθωτή, ρητή ή σιωπηρή, συμφωνία, κατά την οποία ο δεύτερος θα λαμβάνει για την εργασία που παρέχει στον πρώτο την αμοιβή, που προβλέπεται από ισχύουσα ή μέλλουσα να ισχύσει ΣΣΕ που καταρτίζεται μεταξύ τρίτων, έστω και αν τα μέρη της ατομικής σύμβασης δεν είναι μέλη των οργανώσεων που καταρτίζουν τη συλλογική. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι συλλογικές ρυθμίσεις, προς τις οποίες γίνεται η παραπομπή με την ατομική σύμβαση, αποκτούν έναντι των συμβαλλομένων συμβατική δύναμη (ΑΠ 1706/1987).4. Επειδή, από το συνδυασμό των άρθρων 22 παρ.2 του Συντάγματος και 3 παρ.1, 7, 8 παρ.2, 10 παρ. 2 και 11 παρ. 2 του ν. 1876/1990 "ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις", συνάγονται τα ακόλουθα. Περιεχόμενο των ΣΣΕ είναι η ρύθμιση των όρων, των συνθηκών και της αμοιβής της εργασίας των εργαζομένων. Κατά τη σύναψη των ΣΣΕ, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν νομοθετική (κανονιστική) εξουσία κατά παραχώρηση του Κράτους. Ως εκ τούτου, οι κανονιστικοί όροι των ΣΣΕ έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ ουσιαστικού νόμου και, αν είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζόμενους, υπερισχύουν των τυπικών νόμων, εκτός αν πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια (ΑΠ 56/ 2012). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.1 περ.β` και γ` του ν. 1876/1990, οι ΣΣΕ διακρίνονται, μεταξύ άλλων, σε "κλαδικές", οι οποίες αφορούν στους εργαζόμενους περισσότερων ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων ορισμένης πόλης ή περιφέρειας ή και όλης της χώρας και σε "επιχειρησιακές", οι οποίες καταρτίζονται μεταξύ του εργοδότη και της συνδικαλιστικής οργάνωσης μιας εκμετάλλευσης ή επιχείρησης που απασχολεί τουλάχιστον 50 εργαζόμενους και αφορούν σε όλους ανεξαιρέτως τους μισθωτούς αυτής (ΑΠ 1494/ 2010). Η κατά τα ανωτέρω κανονιστική εξουσία, η οποία έχει παραχωρηθεί στις οργανώσεις των εργοδοτών και εργαζομένων, πρέπει να ασκείται από τις ίδιες, στο πλαίσιο της υφιστάμενης νομοθετικής εξουσιοδότησης. Ως εκ τούτου, οι οργανώσεις αυτές δεν έχουν τη δυνατότητα να εκχωρούν τη δοθείσα κανονιστική εξουσία σε τρίτους, πράγμα το οποίο συμβαίνει κατ` αποτέλεσμα όταν, αντί να ρυθμίσουν αυτές οι ίδιες τους όρους απασχόλησης και αμοιβής που επιθυμούν να ισχύσουν στις εργασιακές σχέσεις των μελών τους, έστω και με παραπομπή σε άλλη, ισχύουσα ΣΣΕ, αναθέτουν τη ρύθμιση αυτή σε άλλες οργανώσεις, με γενική και αόριστη παραπομπή στους όρους των ΣΣΕ που μελλοντικώς θα συνάπτουν εκείνες, εφ` όσον είναι ευμενέστεροι. Τούτο, διότι η κατ` άρθρο 361 ΑΚ "αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων", η οποία εφαρμόζεται στο ατομικό εργατικό δίκαιο, δεν εξικνείται μέχρι του σημείου της υπέρβασης της νομοθετικής εξουσιοδότησης των αρμόδιων φορέων για την κανονιστική ρύθμιση των εργασιακών θεμάτων σε συλλογικό επίπεδο. Επομένως, η ρήτρα που περιλαμβάνεται σε επιχειρησιακή ΣΣΕ και προβλέπει ότι δυνάμει αυτής και μόνο θα έχουν εφαρμογή οι εκάστοτε, έστω και ευμενέστεροι, όροι απασχόλησης και αμοιβής που πρόκειται να συμπεριληφθούν σε άλλη ΣΣΕ, η οποία θα καταρτισθεί στο μέλλον μεταξύ άλλων φορέων και θα ισχύει για τους εργαζόμενους συγκεκριμένου κλάδου, είναι άκυρη, διότι υπερβαίνει την προς κατάρτιση ΣΣΕ παρασχεθείσα νομοθετική εξουσιοδότηση (ΟλΑΠ 471/ 1974, ΑΠ 1671/ 2002).
5. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα εξής ουσιώδη: Ότι οι εφεσίβλητοι (ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι) είναι εργαζόμενοι στο εκκαλούν (εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον) ΝΠΙΔ με την επωνυμία…, απασχολούμενοι με ατομικές συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας, ως υπάλληλοι διαφόρων ειδικοτήτων. Ότι την 5-12-2006 υπογράφηκε, μεταξύ του εκκαλούντος και της συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία… η επιχειρησιακή ΣΣΕ για τα έτη 2006 - 2007, που έχει εφαρμογή σε όλους τους εργαζόμενους, πλην του ιατρικού προσωπικού. Οτι εκτός των άλλων, στο άρθρο 13 παρ.2 της εν λόγω επιχειρησιακής ΣΣΕ ορίσθηκε ότι "Ρητά συμφωνείται ότι θα ισχύουν αυτόματα οι τυχόν ευνοϊκότερες ρυθμίσεις των τυχόν εφαρμοζόμενων για ορισμένες ειδικότητες ομοιοεπαγγελματικών και των κλαδικών ΣΣΕ, οι οποίες εφαρμόζονται και ισχύουν παράλληλα με την παρούσα". Οτι με τον όρο αυτό συμφωνήθηκε σαφώς η άμεση εφαρμογή της εκάστοτε ισχύουσας κλαδικής ΣΣΕ της "Ομοσπονδίας Συλλόγων Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων Ελλάδος" (ΟΣΝΙΕ), καθώς και της τυχόν εφαρμοζόμενης για ορισμένες ειδικότητες ομοιοεπαγγελματικής ΣΣΕ, στην έκταση που αυτές οδηγούν σε ευνοϊκότερους όρους για τους εργαζόμενους σε σχέση με την επιχειρησιακή ΣΣΕ και χωρίς καμιά άλλη προϋπόθεση. Ότι η συμφωνία αυτή, που καταρτίσθηκε μεταξύ εργοδότη και σωματείου εργαζομένων ως προς την εκούσια εφαρμογή άλλης, συγκεκριμένης ΣΣΕ, είναι έγκυρη και δεσμεύει τα μέρη, ανεξάρτητα προς το αν αυτά είχαν ή όχι την ιδιότητα του μέλους των οργανώσεων που συνέπραξαν στην υπογραφή εκείνης ή προς το αν η τελευταία κηρύχθηκε γενικώς υποχρεωτική και οι διάδικοι θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων αυτών. Ότι επακολούθησε η υπογραφή της από 14-5-2007 κλαδικής ΣΣΕ "για τις ιδιωτικές κλινικές και τις μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων, οίκους ευγηρίας κλπ όλης της Χώρας", μεταξύ αφ` ενός των εργοδοτικών οργανώσεων που εκπροσωπούν τον κλάδο και αφ` ετέρου της ΟΣΝΙΕ, στο άρθρο 9 της οποίας ορίσθηκε ότι "Σε όλους τους εργαζόμενους που υπάγονται στην παρούσα ρύθμιση και εργάζονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας σε ιδιωτικές κλινικές [...], οι οποίες απασχολούν αθροιστικά περισσότερους από 500 εργαζόμενους, καταβάλλεται ειδικό εφ` άπαξ επίδομα 500 ευρώ, μόνο για το 2007. Το επίδομα αυτό θα καταβληθεί μέχρι 31-8-2007 και δικαιούνται να το λάβουν οι εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει 12μηνη απασχόληση στον ίδιο εργοδότη στις 31-12-2006". Ότι ο εν λόγω ευνοϊκός όρος της από 14-5-2007 κλαδικής ΣΣΕ της ΟΣΝΙΕ έχει, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ.2 της από 5-12-2006 επιχειρησιακής ΣΣΕ, άμεση εφαρμογή στην περίπτωση του εκκαλούντος, το οποίο απασχολεί περισσότερους από 500 εργαζόμενους. Ότι οι εφεσίβλητοι, οι οποίοι είναι εργαζόμενοι στο εκκαλούν και την 31-12-2006 είχαν συμπληρώσει 12μηνη απασχόληση στην υπηρεσία του, δικαιούνται να λάβουν το ως άνω επίδομα. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού αντικατέστησε την αιτιολογία της εκκαλουμένης αποφάσεως του Ειρηνοδικείου με τη σκέψη ότι η εν προκειμένω δέσμευση του εκκαλούντος απορρέει από τις μνημονευθείσες διατάξεις των ως άνω ΣΣΕ, επιχειρησιακής και κλαδικής, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε επιδικάσει το αιτηθέν επίδομα.6. Επειδή, με την κρίση αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις που αναφέρθηκαν (βλ. παραπάνω, αρ. 4), σε συνδυασμό με το άρθρο 361 ΑΚ, διότι δέχθηκε την καθ` υπέρβαση της υφιστάμενης νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως ισχύ της ρήτρας της επιχειρησιακής ΣΣΕ περί παραπομπής σε τυχόν ευνοϊκότερο όρο των εκάστοτε ισχυουσών κλαδικών ΣΣΕ της ΟΣΝΙΕ, ήτοι και σε μελλοντικές συλλογικές ρυθμίσεις και συγκεκριμένα της από 14-5-2007 κλαδικής ΣΣΕ, που δεν είχε τεθεί σε ισχύ όταν υπογράφηκε η από 5-12-2006 επιχειρησιακή ΣΣΕ. Επομένως, οι πρώτος και τρίτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.
7. Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως αποβαίνει περιττή. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 εδ.α` ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 παρ.1 του ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α` 74/20-3- 2013), "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".
Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως. Στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, κατόπιν εφέσεως του εναγομένου, εκεί εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΙΔ, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση στο σύνολό της, διότι η αγωγή είχε γίνει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και το εκκαλούν επιδίωκε την απόρριψή της. Από τις αιτιολογίες, που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα των λόγων αναιρέσεως, που ευδοκίμησαν, προκύπτει ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη. Επομένως, δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Αρειο Πάγο, να γίνει δεκτή η έφεση κατά παραδοχή του λόγου που αναφέρεται στη νομική βασιμότητα της αγωγής, να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και να απορριφθεί η αγωγή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι και η προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβαίνουσα στα εν γένει δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2).
8. Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 579 ΚΠολΔ, αν η αίτηση αναιρέσεως ευδοκιμήσει, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και, αν προαποδεικνύεται εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Αρειος Πάγος, εφ` όσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τις προτάσεις που κατέθεσε την παραμονή της συζήτησης, όπως προκύπτει από την από 27-1-2014 βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα επί του σώματος αυτών, υπέβαλε, παραδεκτώς, αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, ζητώντας να υποχρεωθεί ένας έκαστος εκ των αναιρεσιβλήτων, πλην των (2) Α. Δ., (72) Δ. Κ. και (100) Ν. Κ., που αρνήθηκαν την είσπραξη, σε επιστροφή του ποσού των επτακοσίων δύο ευρώ και είκοσι λεπτών (702,20), το οποίο τους κατέβαλε, σε εκούσια εκτέλεση της εν λόγω απόφασης, για επιδικασθέν κεφάλαιο και τόκους, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης. Το αίτημα επαναφοράς είναι νόμιμο, στηριζόμενο στη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ και, από τις μηχανογραφημένες μισθολογικές καταστάσεις που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, χωρίς επ` αυτών να αντιλέγουν οι αναιρεσίβλητοι, προαποδεικνύεται βάσιμο. Επομένως, πρέπει το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων να γίνει δεκτό και ένας έκαστος εκ των αναιρεσιβλήτων, πλην των προαναφερθέντων, να υποχρεωθεί να επιστρέψει στο αναιρεσείον το ανωτέρω ποσό, νομιμοτόκως από την επίδοση της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 2815/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΚΡΑΤΩΝΤΑΣ την υπόθεση.
ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ επί της εφέσεως και ΔΕΧΟΜΕΝΟ αυτήν.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την 430/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ένδικη, από 13-5-2008 αγωγή.
ΔΕΧΕΤΑΙ το αίτημα του αναιρεσείοντος περί επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από τη αναιρεθείσα απόφαση κατάσταση.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ ένα έκαστο εκ των αναιρεσιβλήτων, πλην των αναφερομένων στο σκεπτικό, να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των επτακοσίων δύο ευρώ και είκοσι λεπτών (702,20), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας.
Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσιβλήτους και την προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβαίνουσα να πληρώσουν στο αναιρεσείον τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 11η Μαρτίου 2014.
Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2014.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis