Τετάρτη, 15 Απριλίου 2015

δημόσια έγγραφα, προσωπικά δεδομένα, παρέμβαση Εισαγγελέα.

Περίληψη. Ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα. Πρόσβαση σε διοικητικά έγγραφα. Διοικητικά θεωρούνται και τα έγγραφα που δεν εκδόθηκαν από τη δημόσια υπηρεσία, αλλά χρησιμοποιήθηκαν ή ελήφθησαν υπόψη για τον καθορισμό της διοικητικής δράσης ή τη διαμόρφωση γνώμης ή κρίσης διοικητικού οργάνου. Εισαγγελική παραγγελία με κρίση περί συνδρομής ειδικού εννόμου συμφέροντος τρίτου. Δεσμευτικότητα της εισαγγελικής παραγγελίας για τη διοίκηση. Νομική φύση. Διαχρονικό δίκαιο. Ο Ν. 2690/1999 περί πρόσβασης στα διοικητικά έγγραφα, είναι μεταγενέστερος του Ν. 2472/1997 περί προσωπικών δεδομένων και δεν εξαιρούνται τούτα. Λήψη εγγράφων από δημόσια υπηρεσία και χρήση τους κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας. Παράδοση του συνταξιοδοτικού φακέλου του ενάγοντος από ασφαλιστικό ταμείο στη δικηγόρο αλλοδαπής εταιρείας.

Χρήση ενώπιον αλλοδαπού δικαστηρίου σε εκκρεμή δίκη μεταξύ των εντολέων της και του ενάγοντος, χωρίς άδεια της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων. Ειδικό έννομο συμφέρον και ισχύς εισαγγελικής παραγγελίας. Διαδικασία εργατικών διαφορών. Απορρίπτει την αγωγή. (Παρατηρήσεις Ε.Στασινόπουλου Δ/ΝΗ 2014/595).
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ 3575/2013
ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (Τακτική Διαδικασία)
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Κωνσταντίνο Βελισσάρη, Πρόεδρο Πρωτοδικών-Εισηγητή, Αθανάσιο Παπαχαραλάμπους, Πρωτοδίκη, Βασίλειο Τζελέπη, Πρωτοδίκη,
Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν 2690 της 5/9.3.1999, «κάθε ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα, ύστερα από γραπτή αίτηση του, να λαμβάνει γνώση των διοικητικών εγγράφων». Ως διοικητικά έγγραφα νοούνται όσα συντάσσονται από τις δημόσιες υπηρεσίες, όπως εκθέσεις, μελέτες, πρακτικά, στατιστικά στοιχεία, εγκύκλιες οδηγίες, απαντήσεις της Διοίκησης, γνωμοδοτήσεις και αποφάσεις. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 2 του ανωτέρω Ν.2690/1999, «όποιος έχει ειδικό έννομο συμφέρον δικαιούται, ύστερα από γραπτή αίτηση του, να λαμβάνει γνώση των ιδιωτικών εγγράφων που φυλάσσονται στις δημόσιες υπηρεσίες και είναι σχετικά νιε υπόθεση του, η οποία εκκρεμεί σ` αυτές ή έχει διεκπεραιωθεί από αυτές». Το ανωτέρω δικαίωμα, το οποίο ασκείται με μελέτη του εγγράφου στο κατάστημα της υπηρεσίας ή με χορήγηση αντιγράφου, εκτός αν η αναπαραγωγή τούτου μπορεί να βλάψει το πρωτότυπο, δεν υφίσταται στις περιπτώσεις που το έγγραφο αφορά την ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή τρίτου ή αν παραβλάπτεται απόρρητο το οποίο προβλέπεται από ειδικές διατάξεις, η άσκηση του δε γίνεται με την επιφύλαξη της υπάρξεως τυχόν δικαιωμάτων πνευματικής ή βιομηχανικής ιδιοκτησίας (άρθρο 5 παρ. 3, 4 και 5 Ν 2690/1999). Κατά τη διάταξη εξάλλου του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. β` του Ν 1756/1988, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών δικαιούται να παραγγέλει τις υπηρεσίες του δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου των οργανισμών κοινής ωφελείας και όλων γενικά των επιχειρήσεων του δημόσιου τομέα, να παραδώσουν έγγραφα ή να χορηγήσουν αντίγραφα τους, όταν το ζητήσουν νομικά ή φυσικά πρόσωπα που έχουν δικαίωμα ή έννομο συμφέρον, εκτός αν πρόκειται για έγγραφα από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 261 ΚΠΔ, πρόκειται δηλαδή για έγγραφα που αφορούν διπλωματικό ή στρατιωτικό μυστικό που ανάγεται στην ασφάλεια του Κράτους ή μυστικό που σχετίζεται με το λειτούργημα του υποχρέου ή το επάγγελμα του και δηλωθεί τούτο εγγράφως. Στον περιορισμό αυτό δεν υπόκεινται μόνο τα έγγραφα του άρθρου 261 ΚΠΔ, αλλά και τα αναφερόμενα σε άλλους νόμους που απαγορεύουν τη χορήγηση αυτών (ΓνωμΕισΑΠ 17/1997, ΓνωμΝΕΚ 94/2001). Από τις διατάξεις αυτές και με τις σ` αυτές αναφερόμενες προϋποθέσεις, προκύπτει ότι κάθε ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα να λαμβάνει γνώση των διοικητικών εγγράφων, ο νομοθέτης δε, καθιέρωσε ως μόνη προϋπόθεση την ύπαρξη «ευλόγου ενδιαφέροντος» προς τούτο. Περαιτέρω στο άρθρο 5 παρ. 1 του Ν 2690/1999, προσδιορίζεται ρητώς η έννοια των διοικητικών εγγράφων, που είναι «όσα συντάσσονται από τις δημόσιες υπηρεσίες». Ομως ως διοικητικά έγγραφα, κατά την έννοια, αλλά και τον σκοπό του νόμου, θα πρέπει να θεωρούνται και εκείνα που δεν προέρχονται μεν από δημόσιες υπηρεσίες, χρησιμοποιήθηκαν, όμως ή λήφθηκαν υπόψη για τον καθορισμό της διοικητικής δράσης ή τη διαμόρφωση γνώμης ή κρίσης διοικητικού οργάνου (ΓνωμΕισΑΠ 2/2003, ΓνωμΝΣΚ 243/2000). Η ύπαρξη κάθε φορά του «ευλόγου ενδιαφέροντος», προκειμένου για διοικητικά έγγραφα ή «ειδικού εννόμου συμφέροντος» προκειμένου για ιδιωτικά έγγραφα, πρέπει να προσδιορίζεται στη σχετική αίτηση του ενδιαφερομένου. Η σχετική παραγγελία του Εισαγγελέα, έχει τον χαρακτήρα δικαστικής διάταξης και ως εκ τούτου πρέπει να είναι αιτιολογημένη και να μην αποτελεί απλό διαβιβαστικό της σχετικής αίτησης, χωρίς την ρητή έκφραση γνώμης του συντάκτη της (ΕγκΕισΑΠ 5/1998, ΓνωμΝΣΚ 94/2001). Εάν η εισαγγελική παραγγελία φέρει αυτά τα χαρακτηριστικά, η δημόσια διοίκηση υποχρεούται να συμμορφωθεί, σε περίπτωση δε τυχόν άρνησης είναι ενδεχόμενο να αναζητηθούν ποινικές ευθύνες για απείθεια (άρθρο 169 ΠΚ) ή παράβαση καθήκοντος (άρθρο 259 ΠΚ). Εξάλλου, οι εισαγγελικές παραγγελίες είναι δεσμευτικές για την υπηρεσία για τη χορήγηση αντιγράφων, έστω και αν στα τελευταία περιλαμβάνονται ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του Ν 2472/1997, δεδομένου ότι κατά την προαναφερθείσα παρ. 3 του άρθρου 5 Ν 2690/1999, το δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα παύει να υφίσταται και στην περίπτωση, κατά την οποία παραβλάπεται απόρρητο, τιθέμενο υπό ειδικών διατάξεων, όπως π.χ. το φορολογικό απόρρητο (άρθρο 85 Ν. 2238/1994), ενώ τέτοιο απόρρητο δεν φαίνεται να τίθεται από τις διατάξεις του Ν 2472/1997. Αλλωστε ο Ν 2690/1999 είναι μεγαλύτερος του Ν 2472/1997 και επομένως αν ο νομοθέτης ήθελε να θεσπίσει απόρρητο ως προς την πρόσβαση στα έγγραφα, αμέσως συνδεόμενο με το αντικείμενο του Ν 2472/1997, θα το όριζε ρητώς κατά τη θέσπιση του Ν 2690/1999 (1/2005 ΓνωμΕισΑΠ δημ. στη «ΝΟΜΟΣ»).Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή, ο ενάγων εκθέτει ότι το έτος 2000 εργάζονταν ως πλοίαρχος του πλοίου «.....», πλοιοκτήτριες του οποίου ήταν η τρίτη και η τέταρτη των εναγομένων εταιριών, ενώ η πρώτη εναγομένη εταιρία είχε ασφαλίσει αυτό κατά παντός κινδύνου και η δεύτερη εναγομένη εταιρία είχε αναλάβει τη διαχείριση και πρακτόρευση αυτού. Ότι κατόπιν της βύθισης του πλοίου στις 17-12-2000 στον Ατλαντικό Ωκεανό, άσκησε αγωγή σε βάρος των ως άνω τεσσάρων πρώτων εναγομένων αλλοδαπών εταιριών, ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων των Η,Π.Α., με την οποία, επικαλούμενος βλάβες της σωματικής και ψυχικής υγείας του, ζήτησε να αποζημιωθεί για τις ζημίες που υπέστη από την παραπάνω αιτία. Ότι κατόπιν εντολής των τεσσάρων πρώτων εναγομένων προς την πέμπτη εναγομένη δικηγορική εταιρία που εδρεύει στην Αθήνα, η τελευταία, για την οποία ενήργησε το μέλος της, δικηγόρος Ιωάννα Βήττα, στις 14-4-2006 παρέλαβε από Ν.Α.Τ. τον πλήρη συνταξιοδοτικό του φάκελο, στον οποίο περιέχονταν έγγραφα που αφορούσαν προσωπικά του δεδομένα και ειδικότερα, αντίγραφα με όλες τις δικαστικές αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά, του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά και του ΣΤΕ, που αφορούσαν αντιδικία του ιδίου με το Ν.Α.Τ. για τη συνταξιοδότηση του, καθώς και έγγραφα που αφορούσαν την κατάσταση της υγείας του, προσωπικές ιατρικές γνωματεύσεις, αποφάσεις υγειονομικών επιτροπών και την υπ` αριθμ. 1121/1505/1996 απόφαση του Διευθυντή Παροχών του Ν.Α.Τ. Ότι τα παραπάνω έγγραφα το Ν.Α.Τ. τα παρέδωσε στην ως άνω δικηγόρο, με βάση την από 7-4-2006 εισαγγελική παραγγελία του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά, που εκδόθηκε μετά από σχετική αίτηση αυτής. Οτι στη συνέχεια οι εναγόμενες προέβησαν άνευ αδείας του ιδίου και της Αρχής- Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, σε επεξεργασία και εξαγωγή των προσωπικών του δεδομένων και τελικά έκαναν χρήση αυτών στη δίκη που είχε άνοιγει μεταξύ τους στα δικαστήρια των Η.Π.Α., με αποτέλεσμα μάλιστα, το εκεί δικαστήριο να απορρίψει την αγωγή τoυ, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη του τα παραπάνω έγγραφα που περιείχαν προσωπικά δεδομένα του ιδίου. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και ισχυριζόμενος ο ενάγων ότι οι εναγόμενες παραβίασαν τις διατάξεις του ν.2472/1997, περί προστασίας του ατόμου από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, ζητεί, όπως παραδεκτά κατ` άρθρο 223 ΚΠολΔ, περιορίζει το αίτημα του με τις έγγραφες προτάσεις του και με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τoυ καταχωρίστηκε στα πρακτικά, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, να του καταβάλουν, ευθυνόμενες εις ολόκληρο η κάθε μία: α) Το ισόποσο σε ευρώ κατά τον χρόνο πληρωμής, του συνολικού ποσού των 106.400 δολλαρίων Η.Π.Α., κατά τo οποίο ζημιώθηκε εξαιτίας της ανωτέρω περιγραφόμενης συμπεριφοράς των εναγομένων καθόσον συνεπεία της παράνομης λήψης και χρήσης των προσωπικών του δεδομένων στο αλλοδαπό δικαστήριο, απορρίφθηκε η αγωγή του και, αφενός μεν καταδικάστηκε να καταβάλει το ποσό των 31.600 δολλαρίων Η.Π.Α. ως δικαστικά έξοδα, αφετέρου δε, απώλεσε το ποσό των 74.800 δολλαρίων Η.Π.Α. που κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων το αλλοδαπό δικαστήριο θα του επιδίκαζε ως απωλεσθέντες μισθούς, β) Το ποσό των 180.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη λόγω προσβολής της προσωπικότητας του από την ανωτέρω περιγραφόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων. Τέλος, ο ενάγων ζητεί να καταδικαστούν οι εναγόμενες στην καταβολή των δικαστικών του εξόδων. Η υπό κρίση αγωγή, για το αντικείμενο της οποίας καταβλήθηκε το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (υπ` αριθμ. 13483221 διλπότυπο Δ.Ο.Υ. Γ` Πειραιά, υπ` αριθμ. 8073 απόδειξη Ε,Τ.Α.Α./Τ.Υ.Δ,Π, υπ` αριθμ. 269998 γραμμάτιο είσπραξης Εθνικής Τράπεζας υπέρ ΕΤΑΑ), αρμόδια και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του δικαστηρίου, που δικάζει κατά την προσήκουσα διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 7, 9, 10, 14, 18 παρ.1, 22, 664 επ. του ΚΠολΔ σε ουνδ. με τo άρθρο 23 παρ. 3 του ν. 2472/1997), ενώ προσκομίζεται δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντα ότι οι εναγόμενες δεν προσήλθαν στις 19-9-2011 για συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς παρά το ότι είχαν νομότυπα κληθεί κατ` άρθρο 214 Α του ΚΠολΔ, όπως τούτο προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ` αριθμ. 160γ/8-4- 2011, 161γ/8-4-2011, 162γ/8-4-2011, 163γ/8-4-2011, 186γ/14-4-2011 και 190γ/14-4-2011 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά ............. Με το περιεχόμενο όμως αυτό η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθεί ώς μη νόμιμη. Τούτο διότι, σύμφωνα και με τα ανωτέρω εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, εφόσον κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι εναγόμενες έλαβαν τον πλήρη συνταξιοδοτικό φάκελο του ενάγοντα από το NAT κατόπιν σχετικής εισαγγελικής παραγγελίας, δεν παραβίασαν τις διατάξεις του ν.2472/1997, έστω και περιέχονταν στο φάκελο προσωπικά δεδομένα αυτού, ούτε επέδειξαν οποιαδήποτε άλλη αδικοπρακτική συμπεριφορά. Τέλος, τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν, διότι η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει ερήμην της τέταρτης εναγομένης και κατ` αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
Απορρίπτει την αγωγή.
Συμψηφίζει τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα στο σύνολο τους. Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά στις 25/6/2013 και δημοσιεύθηκε στις 27/6/2012, σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους. 

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ
Εισαγγελίας Αρείου Πάγου
Αριθμ. γνωμ. 1.

Προς: Τον κ. Πρύτανη του Πανεπιστημίου Θ.
Επί των ερωτημάτων που έχετε θέσει με το παραπάνω έγγραφό σας, σας γνωρίζω τα εξής:
Η γνωμοδοτική αρμοδιότητα του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, συνίσταται στη διατύπωση της γνώμης του γενικώς και αφηρημένως ως προς την αμφιλεγομένη έννοια διατάξεων νόμων οιασδήποτε φύσεως που αφορούν ευρύτατες κατηγορίες προσώπων, αφού μόνον τότε πρόκειται περί θέματος που παρουσιάζει γενικότερο ενδιαφέρον (βλ. ΓνωμΕισΑΠ 1002/1995 και 2771/1994). Με βάση τη θέση αυτή δεν υπάρχει δυνατότητα να εκφράσουμε διά γνωμοδοτήσεως την άποψη μας επί του 6ου ερωτήματός σας, δεδομένου ότι πρόκειται για μεμονωμένο ζήτημα, που δημιουργήθηκε, μετά την αναφερομένη στο έγγραφό σας απόφαση της Επιτροπής Ερευνών του Πανεπιστημίου σας και αφορά μόνο το Πανεπιστήμιο σας.
Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν 2690 της 5/9.3.1999, "κάθε ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα, ύστερα από γραπτή αίτησή του, να λαμβάνει γνώση των διοικητικών εγγράφων". Ως διοικητικά έγγραφα νοούνται όσα συντάσσονται από τις δημόσιες υπηρεσίες, όπως εκθέσεις, μελέτες, πρακτικά, στατιστικά στοιχεία, εγκύκλιες οδηγίες, απαντήσεις της Διοίκησης, γνωμοδοτήσεις και αποφάσεις. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 2 του ανωτέρω Ν 2690/1999, "όποιος έχει ειδικό έννομο συμφέρον δικαιούται, ύστερα από γραπτή αίτησή του, να λαμβάνει γνώση των ιδιωτικών εγγράφων που φυλάσσονται στις δημόσιες υπηρεσίες και είναι σχετικά με υπόθεσή του, η οποία εκκρεμεί σ` αυτές ή έχει διεκπεραιωθεί από αυτές". Το ανωτέρω δικαίωμα, το οποίο ασκείται με μελέτη του εγγράφου στο κατάστημα της υπηρεσίας ή με χορήγηση αντιγράφου, εκτός αν η αναπαραγωγή τούτου μπορεί να βλάψει το πρωτότυπο, δεν υφίσταται στις περιπτώσεις που το έγγραφο αφορά την ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή τρίτου ή αν παραβλάπτεται απόρρητο το οποίο προβλέπεται από ειδικές διατάξεις, η άσκησή του δε γίνεται με την επιφύλαξη της υπάρξεως τυχόν δικαιωμάτων πνευματικής ή βιομηχανικής ιδιοκτησίας (άρθρο 5 παρ. 3, 4 και 5 Ν 2690/1999). Κατά τη διάταξη εξάλλου του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. β` του Ν 17561 1988, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών δικαιούται να παραγγέλει τις υπηρεσίες του δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου των οργανισμών κοινής ωφελείας και όλων γενικά των επιχειρήσεων του δημόσιου τομέα, να παραδώσουν έγγραφα ή να χορηγήσουν αντίγραφά τους, όταν το ζητήσουν νομικά ή φυσικά πρόσωπα που έχουν δικαίωμα ή έννομο συμφέρον, εκτός αν πρόκειται για έγγραφα από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 261 ΚΠΔ, πρόκειται δηλαδή για έγγραφα που αφορούν διπλωματικό ή στρατιωτικό μυστικό που ανάγεται στην ασφάλεια του Κράτους ή μυστικό που σχετίζεται με το λειτούργημα του υποχρέουή το επάγγελμά του και δηλωθεί τούτο εγγράφως. Στον περιορισμό αυτό δεν υπόκεινται μόνο τα έγγραφα του άρθρου 261 ΚΠΔ, αλλά και τα αναφερόμενα σε άλλους νόμους που απαγορεύουν τη χορήγηση αυτών (βλ. ΓνωμΕισΑΠ 17/1997, ΓνωμΝΣΚ 94/2001).
Από τις διατάξεις αυτές και με τις σ` αυτές αναφερόμενες προϋποθέσεις, προκύπτει ότι κάθε ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα να λαμβάνει γνώση των διοικητικών εγγράφων, ο νομοθέτης δε, καθιέρωσε ως μόνη προϋπόθεση την ύπαρξη "ευλόγου ενδιαφέροντος" προς τούτο. Περαιτέρω στο άρθρο 5 παρ. 1 του Ν 2690/1999, προσδιορίζεται ρητώς η έννοια των διοικητικών εγγράφων, που είναι "όσα συντάσσονται από τις δημόσιες υπηρεσίες". Όμως ως διοικητικά έγγραφα, κατά την έννοια, αλλά και τον σκοπό του νόμου, θα πρέπει να θεωρούνται και εκείνα που δεν προέρχονται μεν από δημόσιες υπηρεσίες, χρησιμοποιήθηκαν, όμως ή λήφθηκαν υπόψη για τον καθορισμό της διοικητικής δράσης ή τη διαμόρφωση γνώμης ή κρίσης διοικητικού οργάνου (βλ. ΓνωμΕισΑΠ 2/2003, ΓνωμΝΣΚ 243/2000). Η ύπαρξη κάθε φορά του "ευλόγου ενδιαφέροντος", προκειμένου για "διοικητικά έγγραφα" ή "ειδικού εννόμου συμφέροντος" προκειμένου για "ιδιωτικά έγγραφα", πρέπει να προσδιορίζεται στη σχετική αίτηση του ενδιαφερομένου. Παράλληλα η άσκηση του δικαιώματος αυτού εκ μέρους των πολιτών, δεν είναι νοητό να καταλήξει σε τροχοπέδη συνέχισης της λειτουργίας της αρμόδιας δημόσιας υπηρεσίας. Συνεπώς η σχετική αίτηση θα πρέπει να φέρει κάποια χαρακτηριστικά, που δεν θα την καθιστούν καταχρηστική. Θα πρέπει δηλαδή στη σχετική αίτηση να προσδιορίζονται με σαφήνεια τα έγγραφα, γιατί το αίτημα χορηγήσεως αντιγράφων εκ των αρχείων της δημόσιας υπηρεσίας δεν μπορεί να ικανοποιηθεί αν είναι αόριστο, αν δηλαδή τα έγγραφα, των οποίων ζητούνται αντίγραφα, δεν προσδιορίζονται ατομικά ή βάσει συγκεκριμένου κριτηρίου ικανού να τα κατατάξει σε ορισμένη κατηγορία ή ομάδα και εκ παραλλήλου οι φάκελλοι εντός των οποίων ευρίσκονται ή φυλάσσονται, είναι ογκώδεις, με πλήθος εγγράφων, πιθανότατα αδιαφόρων για τον αιτούντα, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να βρεθούν από τη Διοίκηση χωρίς πολύωρη αναζήτηση. Στις περιπτώσεις όμως αυτές θα πρέπει να ενημερώνεται ο αιτών περί της αοριστίας της αίτησης και να τίθενται υπόψη του οι σχετικοί φάκελλοι από τους οποίους αυτός θα επιλέξει να μελετήσει ή να λάβει αντίγραφα των εγγράφων που τον ενδιαφέρουν (βλ. ΓνωμΝΣΚ 621/2002, 324/2002, 140/2001 και 49/2001), εφ` όσον βεβαίως σ` αυτούς δεν περιλαμβάνονται και έγγραφα, των οποίων δεν επιτρέπεται να λάβει γνώση οποιοσδήποτε τρίτος. Τόσον η ύπαρξη του "ευλόγου ενδιαφέροντος" ή του "ειδικού εννόμου συμφέροντος" και το ορισμένο ή ασαφές ή καταχρηστικό της σχετικής αίτησης, θα κρίνεται κάθε φορά από τον αρμόδιο υπεύθυνο κάθε δημόσιας υπηρεσίας. Σε περίπτωση άρνησης χορήγησης των αντιγράφων, ο αιτών έχει τη δυνατότητα να προσφύγει στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών, προκειμένου ο τελευταίος να ασκήσει το εκ του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. β` του Ν 1756/1988 δικαίωμα. Η σχετική παραγγελία του Εισαγγελέα, έχει τον χαρακτήρα δικαστικής διάταξης και ως εκ τούτου πρέπει να είναι αιτιολογημένη και να μην αποτελεί απλό διαβιβαστικό της σχετικής αίτησης, χωρίς την ρητή έκφραση γνώμης του συντάκτη της (βλ. ΕγκΕισΑΠ 5/1998 ΓνωμΝΣΚ 94/2001). Εάν η Εισαγγελικπ παραγγελία φέρει αυτά τα χαρακτηριστικά, η δημόσια διοίκηση υποχρεούται να συμμορφωθεί, σε περίπτωση δε τυχόν άρνησης είναι ενδεχόμενον να αναζητηθούν ποινικές ευθύνες για απείθεια (άρθρο 169 ΠΚ) ή παράβαση καθήκοντος (άρθρο 259 ΠΚ).
Τέλος έχει γίνει δεκτό ότι οι εισαγγελικές παραγγελίες είναι δεσμευτικές για την υπηρεσία για τη χορήγηση αντιγράφων, έστω και αν στα τελευταία περιλαμβάνονται ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του Ν 2472/1997, δεδομένου ότι κατά την προαναφερθείσα παρ. 3 του άρθρου 5 Ν 2690/1999, το δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα παύει να υφίσταται και στην περίπτωση, κατά την οποία παραβλάπεται απόρρητο, τιθέμενο υπό ειδικών διατάξεων, όπως π.χ. το φορολογικό απόρρητο (άρθρο 85 Ν 2238/1994), ενώ τέτοιο απόρρητο δεν φαίνεται να τίθεται από τις διατάξεις του Ν 2472/1997. Άλλωστε ο Ν 2690/1999 είναι μεγαλύτερος του Ν 2472/1997 και επομένως αν ο νομοθέτης ήθελε να θεσπίσει απόρρητο ως προς την πρόσβαση στα έγγραφα, αμέσως συνδεόμενο με το αντικείμενο του Ν 2472/1997, θα το όριζε ρητώς κατά τη θέσπιση του Ν 2690/1999 (βλ. ΓνωμΝΣΚ 94/2001).
Μετά τα παραπάνω και σε σχέση με τα ειδικότερα ερωτήματά σας, οι απαντήσεις είναι πρόδηλες. Προκειμένου για "δημόσια έγγραφα", αρκεί η επίκληση και ύπαρξη "ευλόγου ενδιαφέροντος", για τα "ιδιωτικά έγγραφα" απαιτείται η επίκληση και ύπαρξη "ειδικού εννόμου συμφέροντος". Και στη μια και στην άλλη περίπτωση το ζήτημα θα κριθεί από τον υπεύθυνο και στη συγκεκριμένη περίπτωση από σας και τελικώς από τον αρμόδιο κατά τόπο Εισαγγελέα Πρωτοδικών. Η σχετική αίτηση πρέπει να είναι σαφής και ορισμένη, να προσδιορίζει δηλαδή όχι μόνον το "εύλογο ενδιαφέρον" ή το "ειδικό έννομο συμφέρον", αλλά και τα συγκεκριμένα έγγραφα, αντίγραφα των οποίων ζητούνται. Ο χαρακτηρισμός ενός εγγράφου ως "εμπιστευτικού", αν δεν συντρέχει άλλη περίπτωση που καθιστά μη νόμιμη την αίτηση για πρόσβαση τρίτου σ` αυτό, δεν αρκεί για την μη ικανοποίηση του αιτήματος για τη χορήγηση αντιγράφου του, ενώ σε σχέση με τα αναφερόμενα στο 3ο ερώτημα έγγραφα, θα πρέπει κάθε φορά να αξιολογείται αν σ` αυτά υπάρχουν στοιχεία που προστατεύονται από διατάξεις που καθιερώνουν απόρρητο, όπως π.χ. φορολογικά στοιχεία ή έγγραφα που ενσωματώνουν δικαιώματα πνευματικής ή βιομηχανικής ιδιοκτησίας, ή αφορούν την ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή τρίτου.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Βασίλειος Μαρκής

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...