Σάββατο, 18 Απριλίου 2015

εισαγγελικές παραγγελίες και προσωπικά δεδομένα.

Περίληψη
Εισαγγελικές παραγγελίες κατ' άρθρ. 25 παρ. 4 εδ. β΄ Ν. 1756/1988 και προστασία προσωπικών δεδομένων.

ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ
ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ 
Γνωμοδότηση 4/ 1-9-2014.

Προς
Τον Διευθύνοντα την Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης
ΘΕΜΑ: Εισαγγελικές παραγγελίες κατ' άρθρ. 25 παρ. 4 εδ. β' Ν. 1756/1988 και προστασία προσωπικών δεδομένων.

Επί του με αρ. πρωτ. 7444/18-6-2014 ερωτήματος σας, σχετικά με το θέμα που ανέκυψε από την επιβολή προστίμου στο Γενικό Νοσοκομείο Παπαγεωργίου, με την υπ' αριθμ. 58/2014 απόφαση της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, για το λόγο ότι χορηγήθηκε σε ιδιώτη βεβαίωση νοσηλείας για δικαστική χρήση, σε εκτέλεση σχετικής εισαγγελικής παραγγελίας, σας γνωρίζουμε τα εξής: Κατά τις προβλέψεις του άρθρου 25 παρ. 2 Ν. 1756/1988 [Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών] οι εισαγγελείς γνωμοδοτούν σε νομικά ζητήματα, που δεν έχουν εισαχθεί στα δικαστήρια, όταν τους υποβάλλονται ερωτήματα που αντιμετωπίζουν στην εκτέλεση των καθηκόντων τους οι διαλαμβανόμενοι στο άρθρο 24 του ίδιου νόμου δημόσιοι λειτουργοί, καθώς και οι υπηρεσίες του δημοσίου και των νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου, σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή του ποινικού νόμου, ενώ ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου γνωμοδοτεί και σε νομικά ζητήματα γενικότερου ενδιαφέροντος. Σε κάθε, όμως, περίπτωση, η ειρημένη γνωμοδότηση χωρεί, εφόσον δεν έχουν επιληφθεί για το συγκεκριμένο θέμα τα αρμόδια δικαστικά όργανα, δηλαδή οι Εισαγγελείς, οι Ανακριτές ή τα Δικαστήρια. Και τούτο, ώστε να αποκλείεται κάθε ενδεχόμενο επηρεασμού στην κρίση τους [Γνωμοδότηση ΕισΑΠ 7/ 2012, 1/ 2005, 1002/ 1995]. 
Στην προκειμένη περίπτωση, για το ζήτημα του διαληφθέντος κατά τα άνω ερωτήματος σας, έχουν επιληφθεί τα Δικαστήρια και συγκεκριμένα αυτό κρίθηκε με την υπ' αριθμ. 3575/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (στις σκέψεις της οποίας και παραπέμπουμε), γεγονός διακωλυτικό της εκφοράς σχετικής για το ίδιο θέμα γνωμοδότησης. Ανεξάρτητα, όμως, τούτου και με αφορμή το εν λόγω ερώτημα, κρίνουμε επιβεβλημένο να επισημάνουμε ότι, κατά το Σύνταγμα, ο Εισαγγελέας είναι ισόβιος δικαστικός λειτουργός και η ενάσκηση των αρμοδιοτήτων του περιβάλλεται με το κύρος της δικαστικής λειτουργίας, ο ίδιος δε απολαμβάνει τις εγγυήσεις της λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας (άρθρα 87 παρ. 1, 2 και 88 παρ. 1 Συντ.). Επομένως, οι κατά το άρθρο 25 παρ. 4 εδ. β' Ν. 1756/1988 παραγγελίες του προς τις υπηρεσίες του δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, των οργανισμών κοινής ωφελείας και όλων γενικά των επιχειρήσεων του δημόσιου τομέα, να παραδώσουν έγγραφα ή να χορηγήσουν αντίγραφα τους, όταν το ζητήσουν νομικά ή φυσικά πρόσωπα που έχουν δικαίωμα ή έννομο συμφέρον, εκτός αν πρόκειται για έγγραφα από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 261 ΚΠΔ, έχουν το χαρακτήρα δικαστικής διάταξης, η οποία βεβαίως πρέπει να είναι επαρκώς αιτιολογημένη και να μην αποτελεί απλό διαβιβαστικό έγγραφο της σχετικής αιτήσεως του ιδιώτη προς τη δημόσια υπηρεσία, με την οποία ο τελευταίος ζητεί να λάβει γνώση του περιεχομένου ή τη λήψη αντιγράφων εγγράφων, χωρίς ρητή έκφραση της γνώμης του συντάκτη της εν λόγω παραγγελίας, δηλαδή του Εισαγγελέα [ΑΠ 148/2013, Ποιν Χρον ΞΔ/2014, σελ. 203]. Εξάλλου, η προστασία των ελευθεριών και των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, μεταξύ των οποίων και τα προσωπικά, απλά και ευαίσθητα, δεδομένα του (άρθρο 9Α Συντ.), πρωτίστως και κυρίως προστατεύονται από τις δικαστικές αρχές με τις δικαιοδοτικές κρίσεις τους εν ευρεία εννοία, όπως αυτές που εκδίδονται από τους αρμόδιους κατά περίπτωση εισαγγελικούς λειτουργούς, οι οποίοι, κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους, λαμβάνουν υπόψη την αναγκαιότητα προστασίας των περί ων ο λόγος δικαιωμάτων, προερχόμενοι, ενόψει και της συνταγματικά κατοχυρωμένης αρχής της αναλογικότητας, και σε αξιολογική στάθμιση των προστατευόμενων από το Σύνταγμα και το νόμο δικαιωμάτων και εννόμων αγαθών, με προέχουσα την απαίτηση για αναζήτηση της αλήθειας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, μέσω της οποίας πραγματώνεται και η αξιούμενη κατά τα άνω προστασία των δικαιωμάτων αυτών. Περαιτέρω, είναι αυτονόητο ότι οι δικαστικές κρίσεις σε καμιά περίπτωση δεν υποκαθίστανται από αποφάσεις ανεξάρτητων αρχών και πολύ περισσότερο δεν είναι δυνατόν να μη λαμβάνονται υπόψη από τις τελευταίες, των οποίων οι αρμοδιότητες είναι σαφώς και αυστηρώς προσδιορισμένες από τις διατάξεις του σχετικού ιδρυτικού νόμου (Ν. 2472/1997), ο οποίος διέπει τη λειτουργία τους. Κατά συνέπεια όσων προεκτέθηκαν, οι προαναφερόμενες υπηρεσίες του δημοσίου και εν γένει του ευρύτερου δημόσιου τομέα, είναι υποχρεωμένες να συμμορφώνονται με τις κατά τα άνω εισαγγελικές διατάξεις, τυχόν δε άρνηση των διοικήσεων τους και γενικά των νομίμων εκπροσώπων τους συνιστά, κατ' αρχάς, άδικη και ποινικά επιλήψιμη πράξη και μάλιστα, κατ' εγγύτατο νομικό, αυτήν της παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 ΠΚ).
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Χαράλαμπος Βουρλιώτης.
----------------
Η απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

Α Π Ο Φ Α Σ Η 58/ 2014.


Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνεδρίασε σε σύνθεση Ολομέλειας στην έδρα της την Τετάρτη 14-05-2014 και ώρα 10:00 μετά από πρόσκληση του Προέδρου της, προκειμένου να εξετάσει την υπόθεση που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Παρέστησαν ο Πρόεδρος Πέτρος Χριστόφορος και τα τακτικά μέλη της Αρχής Λεωνίδας Κοτσαλής, Αναστάσιος – Ιωάννης Μεταξάς, Δημήτριος Μπριόλας, Αντώνιος Συμβώνης Κωνσταντίνος Χριστοδούλου, ως εισηγητής, και Πέτρος Τσαντίλας. Παρούσες χωρίς δικαίωμα ψήφου ήταν η βοηθός εισηγητή Φερενίκη Παναγοπούλου, νομική ελέγκτρια, και η Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου, υπάλληλος του τμήματος διοικητικών και οικονομικών υποθέσεων, ως γραμματέας.
Η Αρχή έλαβε υπόψη της τα παρακάτω:
Υποβλήθηκε στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (υπ’ αριθ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/8009/17-12-2013 προσφυγή – καταγγελία της A, η οποία στρέφεται κατά του Γενικού Νοσοκομείου Παπαγεωργίου, ΝΠΙΔ (εφεξής Νοσοκομείο Παπαγεωργίου), ως υπευθύνου επεξεργασίας. Ειδικότερα, κατά τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας, το Νοσοκομείο Παπαγεωργίου, ως υπεύθυνος επεξεργασίας, χορήγησε ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στον πατέρα του κοινού τους τέκνου (γεννηθέντος εκτός γάμου) Β, αναφορικά με τη νοσηλεία της στο νοσοκομείο χωρίς την απαιτούμενη από το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν. 2472/1997 για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα άδεια της Αρχής και χωρίς την προηγούμενη ενημέρωσή της. Ο Β ζήτησε τη βεβαίωση νοσηλείας της Α για δικαστική χρήση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης σχετικά με την εκδίκαση της επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου τους.
Kατόπιν του υπ’αριθ. πρωτ. Γ/ΕΞ/115/10-01-2014 ερωτήματος της Αρχής προς το Νοσοκομείο Παπαγεωργίου για παροχή διευκρινίσεων, το Νοσοκομείο απάντησε με το Γ/ΕΙΣ/556/28-01-2014 έγγραφό του προς την Αρχή ότι η διαβίβαση της ιατρικής γνωματεύσεως προς τον αιτούντα Β έγινε κατόπιν της υπ’αριθ. πρωτ. …/2013 εισαγγελικής παραγγελίας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης. Το Νοσοκομείο στηρίχθηκε στην απάντηση του στην απόφαση του ΠολΠρΠειρ 3575/ 2013, βάσει της οποίας οι εισαγγελικές παραγγελίες είναι δεσμευτικές για την υπηρεσία για τη χορήγηση αντιγράφων, έστω και αν στα τελευταία περιλαμβάνονται ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του Ν 2472/1997, δεδομένου ότι κατά την προαναφερθείσα παρ. 3 του άρθρου 5 Ν 2690/1999, το δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα παύει να υφίσταται στην περίπτωση, κατά την οποία παραβλέπεται απόρρητο, τιθέμενο υπό ειδικών διατάξεων, όπως π.χ. το φορολογικό απόρρητο (άρθρο 85 Ν. 2238/1994), ενώ τέτοιο απόρρητο δεν φαίνεται να τίθεται από τις διατάξεις του Ν 2472/1997. Το Νοσοκομείο ισχυρίστηκε ότι η χορήγηση του ιατρικού φακέλου δεν έγινε επί σκοπώ βλάβης της προσφεύγουσας ή από βαρειά αμέλεια των αρμοδίων.
Στη συνέχεια η Αρχή κάλεσε με το υπ’αριθ. πρωτ. Γ/ΕΞ/2233/07-04-2014 το Νοσοκομείο Παπαγεωργίου και με το υπ’αριθ. πρωτ. Γ/ΕΞ/2234/07-04-2014 την Α να παραστούν στη συνεδρίαση του Τμήματος της Αρχής στις 7.5.2014 και ώρα 10, κατά τη διάρκεια της οποίας συζητήθηκε η προσφυγή της Α. Ως εκπρόσωπος του Νοσοκομείου παρέστη στις 7.5.2014 ενώπιον της Αρχής η Γ, η οποία κατέθεσε το υπ’αριθ. Γ/ΕΙΣ/2850/7.5.2014 συμπληρωματικό υπόμνημα του Νοσοκομείου, σύμφωνα με το οποίο η Διοίκηση του Νοσοκομείου αγνοούσε τη Γνμδ. 3/2009 της Αρχής αναφορικά με τη δεσμευτικότητα ή μη της εισαγγελικής παραγγελίας και από συγγνωστή πλάνη δεν παρέπεμψε το ζήτημα προς εξέταση στην Αρχή. Στη συνέχεια, το Νοσοκομείο υπέβαλε το Γ/ΕΙΣ/2947/12.5.2014 δεύτερο συμπληρωματικό υπόμνημα προς την Αρχή δια του νομικού του συμβούλου, Αθανασίου Γεωργιάδη, σύμφωνα με το οποίο, το Νοσοκομείο έχει διφυή χαρακτήρα (στηριζόμενο ενδεικτ. στις ΑΠ/1988/2013, 1429/2012, ΝΟΜΟΣ. Περαιτέρω, το Νοσοκομείο ανέφερε ότι η εισαγγελική παραγγελία παρά την αοριστία της εθεωρήθη δεσμευτική και ζητεί από την Αρχή να αντιμετωπίσει με επιείκεια το ζήτημα, δεδομένου ότι δεν επήλθε βλάβη στην προσφεύγουσα και τονίζοντας ότι εφεξής παραπέμπει όλα τα ερωτήματα προς την Αρχή.
Ως εκπρόσωπος της Α παρέστη ο Απόστολος Γεωργίου. Η Α δια του εκπροσώπου της Απόστολου Γεωργίου, υπέβαλε το υπ’αριθ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/2928/12.5.2014 υπόμνημα προς την Αρχή, σύμφωνα με το οποίο το Νοσοκομείο λόγω του ότι αποτελεί ΝΠΙΔ δεν αποτελεί φορέα που υπόκειται σε συμμόρφωση σε εισαγγελική παραγγελία και για το λόγο αυτό θα έπρεπε να αρνηθεί τη χορήγηση της αιτηθείσης βεβαιώσεως. Η Α αντέκρουσε τον ισχυρισμό του Νοσοκομείου, ότι το προσωπικό του δεν ήταν εξοικειωμένο με ζητήματα εισαγγελικής παραγγελίας με την επιχειρηματολογία ότι το Νοσοκομείο χαρακτήρισε το ζήτημα ενώπιον της Αρχής ως ακανθώδες, και συνεπώς χρήζον αποσαφηνίσεως. Επιπρόσθετα, η Α υποστήριξε ότι το Νοσοκομείο χορήγησε στον αιτούντα επιλεκτικά από τον ιατρικό της φάκελο μία βεβαίωση αναφορικά με συγκεκριμένη νοσηλεία της και όχι όλες τις νοσηλείες της στο Νοσοκομείο.
Στη συνέχεια η Αρχή συνήλθε την 14.5.2014, προκειμένου να λάβει χώρα η διάσκεψη και να ληφθεί η απόφαση. Η Αρχή, μετά από εξέταση των προαναφερομένων στοιχείων, αφού άκουσε τον εισηγητή και τη βοηθό εισηγήτρια, η οποία στη συνέχεια αποχώρησε, και κατόπιν διεξοδικής συζήτησης και αφού λήφθηκαν υπόψη όσο καταχωρήθηκαν στα πρακτικά κατά την εμφάνιση του εκπροσώπου της Κλινικής ενώπιον της Αρχής,
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, το άρθρο 9Α του Συντάγματος ορίζει ότι: «Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή, που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως νόμος ορίζει». Ο εκτελεστικός της διάταξης του άρθρου 9Α του Συντάγματος νόμος 2472/1997 ορίζει ότι στο άρθρο 2 στοιχ. β΄ ότι για τους σκοπούς του νόμου αυτού νοούνται ως ευαίσθητα δεδομένα τα δεδομένα που αφορούν, μεταξύ άλλων, στην υγεία. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 5 και 7 του ν. 2472/1997 προκύπτει ότι η συλλογή και κάθε περαιτέρω επεξεργασία απλών και ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται, καταρχήν, εφόσον το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. Ωστόσο, η συλλογή και κάθε περαιτέρω επεξεργασία τόσο των απλών όσο και των ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται, κατ’ εξαίρεση, και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου τους, στις περιπτώσεις που περιοριστικά προβλέπει ο νόμος. Ειδικότερα, επιτρέπεται, για τα μεν απλά δεδομένα, ιδίως, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 5 παρ. 2 στοιχ. ε΄ και για τα ευαίσθητα δεδομένα, ιδίως, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 7 του ν. 2472/1997, το οποίο στην παρ. 1 ορίζει ότι «απαγορεύεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων». Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται, σύμφωνα την παρ. 2, «η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου, ύστερα από άδεια της Αρχής, όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Το υποκείμενο έδωσε τη γραπτή συγκατάθεσή του εκτός εάν η συγκατάθεση έχει αποσπασθεί με τρόπο που αντίκειται στο νόμο ή τα χρηστά ήθη ή νόμος ορίζει ότι η συγκατάθεση δεν αίρει την απαγόρευση. β) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για τη διαφύλαξη ζωτικού συμφέροντος τουυποκειμένου ή προβλεπόμενου από το νόμο συμφέροντος τρίτου, εάν το υποκείμενο τελεί σε φυσική ή νομική αδυναμία να δώσει τη συγκατάθεσή του. γ) Η επεξεργασία αφορά δεδομένα που δημοσιοποιεί το ίδιο το υποκείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου […].» Επιπλέον, το άρθρο 11 παρ. 3 του ν. 2472/1997 ρητά προβλέπει ότι «εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς».
2. Επειδή, το άρθρο 25 παρ. 4 εδ. β΄ του ν. 1756/1988 (ΦΕΚ Α΄35 Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Δικαστικών Λειτουργών) προβλέπει ότι ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών: «Δικαιούται να παραγγέλλει στις υπηρεσίες του δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, των οργανισμών κοινής ωφέλειας και όλων γενικά των επιχειρήσεων του δημόσιου τομέα, να παραδώσουν έγγραφα ή να χορηγήσουν αντίγραφά τους, όταν το ζητήσουν νομικά ή φυσικά πρόσωπα που έχουν δικαίωμα ή έννομο συμφέρον, εκτός αν πρόκειται για έγγραφα από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 261 του Κ.Π.Δ.».
3. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 7 παρ. 2 στοιχ. γ και 11 παρ. 3 του ν.2472/1997 και 25 παρ. 4 εδ. β΄ του ν. 1756/1988 ερμηνευομένων ενόψει της διατάξεως του άρθρου 9Α του Συντάγματος και της Οδηγίας 95/46/ΕΚ και σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές προστασίας των προσωπικών δεδομένων, συνάγεται ότι για την επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, όπως η διαβίβαση ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων σε τρίτο για δικαστική χρήση, επιβάλλεται να έχει εκδοθεί άδεια προς τούτο της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και η επεξεργασία τους χωρίς προηγούμενη άδεια δεν είναι από της απόψεως αυτής νόμιμη, έστω και αν υπάρχει σχετική εισαγγελική παραγγελία περί χορηγήσεως των ευαίσθητων αυτών προσωπικών δεδομένων
5. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 1964/1991 "Κύρωση σύμβασης μεταξύ του Δημοσίου- Ιδρύματος Παπαγεωργίου", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2618/1998 ιδρύεται νομικό πρόσωπο Ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Παπαγεωργίου" και με έδρα τη Θεσσαλονίκη, το οποίο απολαύει οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας και λειτουργεί με βάση τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζεται διαφορετικά στις διατάξεις της παρούσας σύμβασης (παρ. 1). "Το Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Παπαγεωργίου είναι κοινωφελές και δεν μπορεί να μετατραπεί σε κερδοσκοπική επιχείρηση που έχει σκοπό το κέρδος. Τα πάσης φύσεως έσοδα του θα διατίθενται για την κάλυψη των λειτουργικών του δαπανών, τη συντήρηση, ανανέωση και εκσυγχρονισμό του ιατρικού και λοιπού εξοπλισμού του. Τυχόν πλεόνασμα θα διατίθεται στο Ελληνικό Δημόσιο. Το Νοσοκομείο τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, ο οποίος ασκεί και τις αρμοδιότητες του Α.Ν. 2039/1939". (παρ. 2). Με το άρθρο 27 του Ν. 2737/1999 προστέθηκε στο άρθρο 14 του Ν. 1964/1991 παράγραφος 5, με τα εδάφια α' έως ζ' της οποίας ορίζονται τα εξής: "Στο Γ.Π.Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ μπορεί να εγκαθίστανται και να λειτουργούν Τμήματα και Μονάδες Νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ. που στελεχώνονται με ιατρικό και λοιπό προσωπικό που υπηρετεί σ' αυτά ή με προσωπικό άλλων νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ. που μεταφέρεται στα τμήματα αυτά, μετά από αίτηση τους. Η εγκατάσταση γίνεται με αποφάσεις του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας που εκδίδονται εντός έτους από την έναρξη ισχύος του παρόντος μετά από σύμφωνη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Γ.Π.Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ και γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Νοσοκομείου που υπάγεται το Τμήμα ή η Μονάδα ή το προσωπικό καθώς και του Συντονιστικού Συμβουλίου του Συγκροτήματος Θεσσαλονίκης. Τα Τμήματα και οι Μονάδες εντάσσονται στον αντίστοιχο τομέα του Γ.Π.Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ και αποτελούν Τμήματα του. Το ιατρικό και λοιπό προσωπικό που υπηρετεί στα τμήματα αυτά εξακολουθεί να κατέχει τις θέσεις του στο Νοσοκομείο στο οποίο υπάγεται οργανικά. Το ιατρικό και λοιπό προσωπικό θεωρείται ότι βρίσκεται σε οργανική θέση με το Γ.Π.Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ και υπάγεται στη δικαιοδοσία, τον επιστημονικό και ιεραρχικό έλεγχο των αρμόδιων οργάνων του. Προσωπικό που υπηρετεί σε τμήμα που έχει εγκατασταθεί στο Γ.Π.Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ μπορεί μετά πάροδο πενταετίας από την απόφαση της εγκατάστασης να επιστρέψει στο Νοσοκομείο όπου υπάρχει η οργανική του θέση μετά από αίτηση του.
6. Επειδή, στην κρινόμενη υπόθεση, από τα στοιχεία του φακέλου και τη διαδικασία ενώπιον της Ολομέλειας της Αρχής προκύπτουν τα ακόλουθα: Το Νοσοκομείο Παπαγεωργίου, ως υπεύθυνος επεξεργασίας διαβίβασε, μετά από την υπ’ αρ. πρωτ. παραγγελία …/2013 της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, στον Β την ως άνω ιατρική βεβαίωση αναφορικά με τη νοσηλεία της Α, η οποία ετηρείτο στα αρχεία του και περιείχε ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα της Α, καθόσον αφορούσαν στην κατάσταση της υγείας της. Η διαβίβαση αυτή διενεργήθηκε, όσον αφορά τα επίμαχα ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα της προσφεύγουσας, χωρίς την απαιτούμενη από το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν. 2472/1997 άδεια της Αρχής και σε κάθε περίπτωση χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση αυτής κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 3 του ίδιου νόμου. Το Νοσοκομείο υποστήριξε ότι ως υπεύθυνος επεξεργασίας, διενήργησε την εν λόγω διαβίβαση των επίμαχων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα της προσφεύγουσας σε εκτέλεση της προαναφερόμενης εισαγγελικής παραγγελίας.
7. Επειδή, παρανόμως, το Νοσοκομείο Παπαγεωργίου, ως υπεύθυνος επεξεργασίας, παρέλειψε να ζητήσει από την Αρχή την απαιτούμενη από το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν. 2472/1997 άδειά της, προκειμένου να διαβιβάσει τα επίμαχα ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα της Α στον Β. Επιπλέον, το Νοσοκομείο Παπαγεωργίου, ως υπεύθυνος επεξεργασίας, παρανόμως παρέλειψε να ενημερώσει την Α πριν από τη διαβίβαση των επίμαχων ευαίσθητων δεδομένων της στον Β, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 3 του Ν. 2472/1997, στερώντας της, συνεπώς, το δικαίωμα υποβολής αντιρρήσεων για την επίμαχη επεξεργασία, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 13. 
8. Επειδή, οι ανωτέρω διαπιστωθείσες αυτοτελείς παραβιάσεις των προαναφερομένων διατάξεων από το Νοσοκομείο Παπαγεωργίου, ως υπεύθυνο επεξεργασίας, δικαιολογούν, ενόψει των προεκτεθέντων, την επιβολή στο Νοσοκομείο Παπαγεωργίου, κυρώσεων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 21 του Ν. 2472/1997.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Η Αρχή,
1) Κρίνει ότι το Γενικό Νοσοκομείο Παπαγεωργίου που διαβίβασε, ως υπεύθυνος επεξεργασίας, ευαίσθητα δεδομένα υγείας της Α στον Β χωρίς προηγούμενη άδεια της Αρχής παραβίασε την διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν.2472/1997.
2) Απευθύνει σύσταση στο Γενικό Νοσοκομείο Παπαγεωργίου, ως υπεύθυνο επεξεργασίας, όπως στο μέλλον διαβιβάζει τις αιτήσεις για την επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων σε τρίτο στην Αρχή για λήψη της απαιτούμενης από το νόμο άδειας.
3) Επιβάλλει στο Γενικό Νοσοκομείο Παπαγεωργίου, ως υπεύθυνο επεξεργασίας, πρόστιμο συνολικού ύψους χιλίων ευρώ (1.000€) για την παραβίαση της υποχρέωσης της προηγούμενης ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων (άρθρο 11, παρ. 3 ν. 2472/1997).
Ο Πρόεδρος
Πέτρος Χριστόφορος.
---------------
Την υπ'  αριθμό 3575/ 2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά θυμηθείτε την στην πρόσφατη ανάρτηση με τίτλο "δημόσια έγγραφα, προσωπικά δεδομένα, παρέμβαση Εισαγγελέα".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis