Τρίτη, 14 Απριλίου 2015

Ο εκφοβισμός [mobbing-bullying] και η ποινική καταστολή.

Γράφει ο blogger. 
a. Αφορμή για τις παρόντες προβληματισμούς και σκέψεις έλαβε ο γράφων από την περίπτωση του νεαρού αυτόχειρα της γαλακτοκομικής σχολής Ιωαννίνων. Μετά από μια είδηση που προκαλεί εντύπωση στην κοινή γνώμη ακούγονται κραυγές [όχι, απλά, φωνές!] για θέσπιση νέων κατασταλτικών μέτρων [που έπιασαν τόπο, ως φαίνεται, αφού σχεδιάζεται η ποινική νομοθέτηση του εκφοβισμού, προς το επιεικέστερον! (διαβάστε εδώ τη σχεδιαζόμενη νομοθετική ρύθμιση) όπως θα φανεί από την ακολουθούσα ανάλυση] αποδεχόμενοι έτσι οι πολίτες το μεγαλύτερο αλυσόδεμα τους μπροστά στον Φόβο και εξ αιτίας του Φόβου. Αλλά έτσι οι «ελεύθεροι» πολίτες παραχωρούν όλο και πιο βαριές αλυσίδες στους δυνάστες τους ώστε να τους εξανεμίσουν κι αυτά τα ελάχιστα ψιχία ελευθερίας που τους έχουν παραχωρήσει. Όχι βέβαια [για τα ψιχία ελευθερίας] από αγάπη γι’ αυτούς αλλά από και ένεκα αιματηρών και πολύχρονων αγώνων των διαχρονικών πληβείων. Η σχεδιαζόμενη νομοθετική ρύθμιση είναι η εξής: “Άρθρο  312. Πρόκληση βλάβης με συνεχή σκληρή συμπεριφορά.

Αν  δεν  συντρέχει  περίπτωση  βαρύτερης  αξιόποινης   πράξης,  τιμωρείται  με  φυλάκιση όποιος με συνεχή  σκληρή συμπεριφορά προξενεί σε τρίτον σωματική κάκωση  ή άλλη βλάβη της σωματικής  ή ψυχικής  υγείας. Αν το θύμα δεν συμπλήρωσε ακόμη το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του  ή  δεν  μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό του και ο δράστης το έχει  στην επιμέλεια ή στην προστασία του ή ανήκει στο σπίτι  του  δράστη  ή  έχει μαζί του σχέση εργασίας ή υπηρεσίας ή που του το έχει αφήσει στην  εξουσία  του  ο  υπόχρεος για την επιμέλειά του επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος με κακόβουλη  παραμέληση των υποχρεώσεών του προς τα προαναφερόμενα πρόσωπα  γίνεται  αιτία να πάθουν σωματική κάκωση ή βλάβη της σωματικής ή ψυχικής τους υγείας».
Πριν ξεκινήσω τους προβληματισμούς μου αυτούς θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω τις απόψεις του αείμνηστου δασκάλου του Ποινικού Δικαίου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Ιωάννη Μανωλεδάκη για το ρόλο της ποινικής καταστολής σε ένα κράτος. Υποστηρίζει, ανάμεσα σε άλλα, ότι «Η λειτουργία της ποινικής καταστολής εμφανίζεται, αντίστοιχα με τη διαλεκτική της έννοια, σε αφηρημένο επίπεδο ως γενικά προστατευτική και ιδεολογική, σε συγκεκριμένο επίπεδο ως ψυχολογική ‒αντιδραστική και σε καθαρά υλικό ‒εμπειρικό επίπεδο ως ειδικά προστατευτική και φρονηματιστική … Μέσα από την απειλούμενη καταστολή τα άτομα εθίζονται σε διακρίσεις “καλού ‒κακού” και ενισχύονται στην πεποίθηση τους για την ορθότητα αυτών των διακρίσεων. Η απειλή ποινής για το “κακό” τους φανατίζει υπέρ του “καλού”, κάτι που στη γλώσσα της νομικής ιδεολογίας αποκαλείται “τόνωση του αισθήματος δικαίου”. Πρόκειται για μια γενική πρόληψη με χαρακτήρα όχι αποτρεπτικό μα διδακτικό. Συναφής με τη θετική όψη της γενικής πρόληψης, τη διδακτική δηλαδή λειτουργία της ποινικής καταστολής, είναι και η ιδεολογική λειτουργία της. Η ποινική καταστολή “περνά” στις μάζες ένα πολιτικό μήνυμα, τονίζοντας τη μέριμνα της κρατικής εξουσίας για κάποιο έννομο αγαθό (λ.χ. την ιδιοκτησία ή το περιβάλλον) ή για μια ολόκληρη κατηγορία ανθρώπων (λ.χ. για τους ανηλίκους ή τους εργάτες), αλλά και τη στάση της απέναντι σε ορισμένες κοινωνικές αξίες ή σε ορισμένα γενικά αποδεκτά πρότυπα συμπεριφοράς. Έτσι, η διόγκωση λ.χ. του εργασιακού ποινικού δικαίου σε περιόδους δικτατορικών κυβερνήσεων λειτουργεί ιδεολογικά με την προβολή ενός φιλεργατικού προσώπου της εξουσίας ενώ, αντίθετα, η εξουσία αυτή έχει στόχο την αντιμετώπιση κοινωνικοπολιτικών κρίσεων που δημιουργεί η ένταση των εργατικών αγώνων και της ταξικής αντιπαράθεσης. Επίσης η αυστηρή ποινική νομοθεσία γύρω από τη γενετήσια ζωή προβάλλει, όπου υπάρχει, ένα “σεμνότυφο” πρόσωπο εξουσίας και λειτουργεί ιδεολογικά υπέρ ορισμένων στερεότυπων στον κοινωνικό χώρο. Στο συγκεκριμένο επίπεδο (δηλαδή ως ποινή σε βάρος συγκεκριμένου δράστη, συγκεκριμένου εγκλήματος που τελέστηκε) η ποινική καταστολή λειτουργεί κυρίως ψυχολογικά. Με την απαγγελία και την επιβολή της ποινής, ως ελεγχόμενης απάντησης ‒αντίδρασης της Πολιτείας στο έγκλημα, ικανοποιείται η συλλογική επιθετικότητα της κοινωνίας κατά του δράστη, μειώνεται αποτελεσματικά το ποσό της καταπιεζόμενης επιθετικότητας γενικά στους κοινωνούς και υποκαθίσταται η εκδικητική απέναντι στο δράστη αντίδραση του θύματος ή (και) των συγγενών του» [Η κατάχρηση της ποινικής καταστολής, στις μελέτες για εμβάθυνση στο ποινικό δίκαιο, τέταρτη έκδοση, 2000, σελίδες 90-92].
b. Είναι γεγονός ότι η αυτοκτονία δεν προβλέπεται [τυποποιείται] ως εγκληματική πράξη στον ποινικό μας κώδικα. Και είναι λογικό αφού ο κύριος του εννόμου αγαθού της ζωής, ακριβώς ως κύριος του, δικαιούται να το διαθέτει κατ’ αρέσκειαν. Μια μορφή αυτοκτονίας τυποποιείται στον ποινικό μας κώδικα σε έγκλημα, στη λεγόμενη «συμμετοχή στην αυτοκτονία» [άρθρο 302 Ποινικού Κώδικα]. Εξ αιτίας λοιπόν αυτής της ρύθμισης βγήκε από τη δημοσιογραφική ξερολική οχλαγωγία το παπικό θέσφατο: υπάρχει κενό νόμου για την ποινική καταστολή του εκφοβισμού [bullying-mobbing]! Κι όταν η εκτελεστική εξουσία διαχειρίζεται από δειλούς λογικό είναι να φέρονται και να άγονται από την ξερολική δημοσιογραφική οχλαγωγία η οποία, στη συγκεκριμένη [αλλά και σε παρεμφερείς] περίπτωση του τραγικού νεαρού αυτόχειρα, της προσέφερε και ανεκτίμητη υπηρεσία αφού, έχοντας διαμορφώσει την κατάλληλη ψυχολογία στους Φοβισμένους «πολίτες», την εξωθεί σε ακόμη περισσότερη καταστολή των απομειναρίων ψευδαισθητικών κόκκων ελευθερίας. Οι αυτοχρησθέντες «αντιπρόσωποι» του Λαού [ξερολική δημοσιογραφική οχλαγωγία ‒εκτελεστική λακέδικη των Πατρικίων εξουσία] στον καθιερωμένο ρόλο τους! Κενό ποινικής καταστολής δεν υπάρχει! Υπάρχει τυποποιημένη εγκληματική πράξη και συνακόλουθα η ποινική καταστολή της. Είναι αυτή της ανθρωποκτονίας από πρόθεση! [ΠΚ 299] τελεσθείσα με έμμεση αυτουργία [γι’ αυτούς που εξώθησαν τον νεαρό αυτόχειρα, για δε το διευθυντή της Σχολής ανθρωποκτονία από πρόθεση τελεσθείσα δια παραλείψεως (συνδυασμός άρθρων 299 και 15 ΠΚ)]. Ως γνωστόν δε, η ανθρωποκτονία από πρόθεση τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι είκοσι ετών!

c. Ο θεσμός του έμμεσου αυτουργού δεν προβλέπεται στον ποινικό κώδικα μας. Ενώ αυτουργός του εγκλήματος είναι αυτός που πραγματώνει ο ίδιος [“με τα χέρια του”] το έγκλημα, έμμεσος αυτουργός είναι αυτός που πραγματώνει το έγκλημα μέσω άλλου προσώπου το οποίο, προσβάλλει ένα έννομο αγαθό πραγματοποιώντας το σκοπό του δράστη, όμως δεν εγκληματεί! Δηλαδή ο έμμεσος αυτουργός χρησιμοποιεί για την τέλεση μιας εγκληματικής πράξης ένα πρόσωπο που δεν εγκληματεί, σύμφωνα με τα ισχύοντα στο ποινικό δίκαιο. Τέτοιες περιπτώσεις είναι [για τα επόμενα, βλ∙ μεταξύ άλλων, και Ι. Μανωλεδάκη, ποινικό δίκαιο, επιτομή ΓενΜ, δεύτερη έκδοση, 1989, σελίδες 400 επ]: 1) η περίπτωση φυσικού αυτουργού που στο πρόσωπο του αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης εξαιτίας δεσμευτικής προσταγής (ΠΚ άρθρο 21, περίπτωση προσταγής). Κατά νομικό πλάσμα, αφού ο διατάσσων δε μπορεί να τιμωρηθεί ως ηθικός αυτουργός, όπως είναι στην πραγματικότητα (δηλαδή ηθικός αυτουργός “προκάλεσε στον διατασσόμενο την απόφαση τέλεσης της εγκληματικής πράξης”), αφού η πράξη του αυτουργού (διατασσόμενου) δεν είναι άδικη επειδή υπακούει σε διαταγή, ονομάζεται αυτουργός ο διατάσσων (ο οποίος είναι ηθικός αυτουργός σε μη άδικη πράξη!). π.χ. ο διευθυντής μιας υπηρεσίας διατάσσει τον υφιστάμενο του να σκίσει ένα δημόσιο έγγραφο για να εξυπηρετήσει ένα φίλο του που οφείλει φόρους. Η εγκληματική αυτή πράξη είναι το έγκλημα της υπεξαγωγής εγγράφων [ΠΚ 222]. Ο διαταχθείς υπάλληλος δεν εγκληματεί γιατί υπακούει σε διαταγή προϊσταμένου του, ο προϊστάμενος δεν εγκληματεί γιατί δεν σκίζει αυτός το δημόσιο έγγραφο, όμως τελέστηκε η εγκληματική πράξη. Με βάση λοιπόν αυτό το κενό του νόμου θα έπρεπε να μην τιμωρηθεί κανείς και το δημόσιο να χάσει έσοδα από φόρους. Αυτό το κενό ποινικής καταστολής θεραπεύεται με την κατασκευή πλασματικού αυτουργού, που ονομάζεται έμμεσος αυτουργός. 2) η περίπτωση όπου ο φυσικός αυτουργός δεν εγκληματεί γιατί συντρέχει στο πρόσωπο του λόγος που αίρει τον άδικο χαρακτήρα της εγκληματικής πράξης του, π.χ. άμυνα, κατάσταση ανάγκης, η εγκληματική πράξη όμως τελείται με πρωτοβουλία προσώπου που δεν εγκληματεί ό ίδιος, μέσω άλλου προσώπου, αλλά αυτός όμως την προκαλεί αυτή [εγκληματική πράξη]. Παράδειγμα [του Μανωλεδάκη]: ο Α θέλοντας να σκοτωθεί ο Β, προκαλεί [πείθει] τον Β να επιτεθεί άδικα και χωρίς λόγο στον Γ. Ο Γ αμυνόμενος σκοτώνει τον Β. Ενώ λοιπόν έχει τελεστεί η εγκληματική πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, ο μεν “δράστης” Γ δεν εγκληματεί γιατί καλύπτεται από λόγο [άμυνα] που αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης, ο Α που προκάλεσε την ανθρωποκτονία δεν τιμωρείται γιατί δεν την τέλεσε αυτός. Η ατιμωρησία αυτής της ανθρωποκτονίας όμως θα προκαλούσε το κοινό αίσθημα. Αυτό λοιπόν το κενό της ποινικής καταστολής καλύπτεται πάλι με τον πλασματικό αυτουργό, δηλαδή τον έμμεσο αυτουργό, Έτσι ο Α θα τιμωρηθεί ως έμμεσος αυτουργός της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και η ποινή του ισούται [θα είναι παρόμοια] όπως αυτής του αυτουργού, δηλαδή σαν να ήταν ο Α αυτουργός της ανθρωποκτονίας του Β. 3) Έμμεση αυτουργία έχουμε και στις περιπτώσεις που παρακινεί κάποιος ένα ακαταλόγιστο πρόσωπο να αυτοκτονήσει, να αυτοτραυματιστεί ή να καταστρέψει δικό του πράγμα. Στις περιπτώσεις αυτές ο εξοθών [ηθικός αυτουργός] στην τέλεση των πράξεων αυτών που δεν είναι εγκληματικές [αυτοκτονία, αυτοτραυματισμός, φθορά ίδιας περιουσίας] θα τιμωρηθεί ως αυτουργός [έμμεσος] τους ωσάν να ήταν εγκληματικές. Και μάλιστα για βαριές εγκληματικές πράξεις: ανθρωποκτονία από πρόθεση στον αυτοκτονήσαντα [ΠΚ 299], σωματική βλάβη (με τις διαβαθμίσεις της, ΠΚ 308 επ), φθορά ξένης ιδιοκτησίας [381 ΠΚ]. Ο δικαιολογητικός λόγος της τυποποίησης ως εγκληματικών πράξεων, πράξεων μη εγκληματικών, δια της κατασκευής του έμμεσου [πλασματικού] αυτουργού είναι σχετικά εμφανής. Σχετικά με την περίπτωση της αυτοκτονίας, κατά τον αείμνηστο Δάσκαλο μου Γεώργιο‒ Αλέξανδρο Μαγκάκη [Ποινικό Δίκαιο, διάγραμμα Γενικού Μέρους, τόμος Β’, 1980, σελ∙ 375], «στη περίπτωση αυτοκτονίας ακαταλόγιστου δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι συνιστά απλώς τέλεση του ιδιώνυμου πλημ/ τος της συμμετοχής σε αυτοκτονία (ΠΚ 301) αλλά αποτελεί κι αυτή έναν ιδιαίτερο ύπουλο τρόπο τέλεσης του εγκλήματος της εκ προθέσεως ανθρωποκτονίας, που ο δράστης πρέπει να τιμωρηθεί ως έμμεσος αυτουργός με τη βαριά ποινή που προβλέπεται γι’ αυτό». Άρα, a contrario, σε περίπτωση αυτοκτονίας καταλογιστού αυτόχειρα θα πρέπει ο συμμετέχων στην αυτοκτονία του να τιμωρηθεί με την πλημμεληματική ποινή του ΠΚ 301 [συμμετοχή σε αυτοκτονία], δηλαδή με φυλάκιση, που σημαίνει ποινή από 10 ημέρες έως πέντε χρόνια αντί της ισόβιας κάθειρξης [ΠΚ 299 § 1] που προβλέπεται για την από ανθρωποκτονία δια προθέσεως! Στην περίπτωση του νεαρού αυτόχειρα είχαμε αυτοκτονία‒όπως τουλάχιστον προκύπτει από την ενημέρωση δια του Τύπου‒λόγω κακομεταχείρισης του από τους συμφοιτητές του. Κρίσιμα πως έρευνα ζητήματα είναι αν η κακομεταχείριση συνιστά κατάπειση όπως απαιτεί το άρθρο 301 του ποινικού κώδικα που τυποποιεί τη «συμμετοχή σε αυτοκτονία» και αν ο αυτοκτονών είναι καταλογιστός ή ακαταλόγιστος. Αν είναι ακαταλόγιστος, τότε θα πρέπει να κριθεί ως έμμεσος αυτουργός ανθρωποκτονίας από πρόθεση [ΠΚ 299 § 1] ο παρακινήσας αυτόν στην απονενοημένη πράξη. Αν είναι καταλογιστός και αυτοκτονεί λόγω σωματικής ή ψυχολογικής βίας;
d. Σύμφωνα με το άρθρο 301 του ποινικού κώδικα, όπου τυποποιείται το ιδιώνυμο έγκλημα της «συμμετοχής σε αυτοκτονία», «όποιος με πρόθεση κατέπεισε άλλον να αυτοκτονήσει, αν τελέστηκε η ανθρωποκτονία ή έγινε απόπειρα της, καθώς και όποιος έδωσε βοήθεια κατ’ αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση». Κρίσιμο σημείο της παρούσης προβληματικής αποτελεί η έννοια του όρου «κατάπειση άλλου». 1) Κατά την Επιστήμη αλλά και την νμλγ μας [για τους μη νομικούς, νμλγ σημαίνει, δικαστική απόφαση, έστω και μια, που εφάρμοσε ένα νόμο και έδωσε νόημα στο κείμενο του, τον ερμήνευσε δηλαδή], γίνεται δεκτό ότι «καταπείθω άλλον να αυτοκτονήσει» σημαίνει πρωτοβουλία του δράστη με την άσκηση πειθούς, δημιουργία στον αυτόχειρα της εδραίας πεποίθησης, χωρίς περιθώρια αμφιβολίας, ότι η μόνη ενδεδειγμένη ενέργεια του θύματος είναι η αυτοκτονία» [Μιχ. Μαργαρίτης‒Άν. Μαργαρίτη, ερμηνεία ποινικού κώδικα, 20143, άρθρο 301 § 2.α, σελ∙ 884]. Κατά τον ΕισΑΠ Αθ. Κονταξή [ερμηνεία ποινικού κώδικα, 20003, σελ∙ 2494‒2495], «καταπείθω σημαίνει πείθω κατ’ επίταση. Η κατάπειση είναι είδος ηθικής αυτουργίας, ουδέποτε όμως ένα minus ηθικής αυτουργίας ή ηθική αυτουργία αφού εδώ ο νόμος δεν λέγει “προκαλώ” αλλά “καταπείθω. Δεν αρκεί έτσι μόνη η πρόκληση της απόφασης για τέλεση της αυτοκτονίας σύμφωνα με όσα ισχύουν για την ηθική αυτουργία. Κατάπειση υπάρχει όταν ο αυτόχειρας πείθεται εντελώς από το δράστη, όταν δηλαδή δεν του αφήνονται καν περιθώρια αμφιβολιών, όταν ουσιαστικά επιβάλλει τη δική του θέληση για την τέλεση της πράξης. Κατάπειση συνεπώς είναι η επίμονη δια πειθούς πρόκλησης σε άλλον της αποφάσεως προς αυτοκτονία, κατόπιν εξ υπαρχής προσπαθείας και εξ αποκλειστικής πρωτοβουλίας του καταπείθοντος. Η κατάπεισις επιτυγχάνεται δια της προκλήσεως της αποφάσεως προς αυτοκτονίαν δι’ επιμόνου και εντόνου προσπαθείας δι’ ης υποβάλλεται η ιδέα της αυτοκτονίας. Τα σωματικά δεινοπαθήματα που προκαλεί στον παθόντα ο δράστης και ένεκα των οποίων αυτός αυτοκτονεί δεν δύνανται να θεμελιώσουν το αδίκημα της συμμετοχής εις αυτοκτονίαν καθ’ όσον ούτε αντικειμενικώς ούτε υποκειμενικώς στοιχειοθετείται η πράξη». Κατά τον Δάσκαλο μου Νικόλαο Ανδρουλάκη [Ποινικό Δίκαιον, Ειδικόν Μέρος, 1974, σελ∙ 29, § 1.ΙΙΙ.Β.1.α], «αφ’ ενός δεν υφίσταται κατάπεισις εφ’ όσον ο αυτόχειρ ήτο ούτως ή άλλως αποφασισμένος να αυτοκτονήσει, αφ’ ετέρου δε τότε μόνον δυνάμεθα να είπωμεν, ότι ο Α κατέπεισεν τον Β να αυτοκτονήσει, όταν εν τω πλαισίω μιας δεδομένης γλωσσικής επικοινωνίας μετ’ αυτού παρέστησεν εις αυτόν τον θάνατον, καθ’ όλου ή υπό τας υφισταμένας συνθήκας, ως αγαθόν, δημιουργήσας ούτως ευθέως, επιμόνως και σκοπίμως παρ’ αυτού πεισιθάνατον διάθεσιν». 2) Κατά την νμλγ μας «για να υπάρχει κατ' αντικείμενον και υποκείμενον παράβαση της παραπάνω ποινικής διατάξεως, θα πρέπει ο υπαίτιος από πρόθεση στην οποία μη αποκλειομένου, αρκεί και ο ενδεχόμενος δόλος, να καταπείσει έτερον εις το να αυτοκαταλύσει την ζωήν του ή να υποβοηθήσει αυτόν κατά την τέλεση της παραπάνω πράξεως. Ο όρος "κατάπειση" αποτελών σύνθετον μετοχήν εκ του ρήματος "πείθω" και της προθέσεως "κατά", σημαίνει πάντοτε ένταση και ενίσχυση του δηλωτικού της ενεργείας του ρήματος και ειδοποιείται σαφέστατα από το απλούν ρήμα πείθω που σημαίνει απλώς επιχειρώ να πείσω κάποιον ενδεχομένως και χωρίς να του εμφυσήσω εγκληματικόν σκοπόν δι' αυτόν ή τρίτον. Η κατάπειση σε αυτοκτονία προσομοιάζει, κατ' άλλους ταυτίζεται, προς μορφήν ηθικής αυτουργίας, διότι και εκεί απαιτείται όπως "μετά πειθούς και φορτικότητος", προκαλέσεις σε άλλον την απόφαση τελέσεως παρανόμου πράξεως. Ωστόσο η κατάπειση φαίνεται ότι κατά κάποιον τρόπο όχι ακριβώς κάμπτει, αλλά περίπου παραλύει τη βούληση του καταπειθομένου, ο οποίος βέβαια προκειμένου περί του ερευνομένου θέματος δεν πρόκειται να υποστεί συνέπειες και αν εισέτι επιζήσει, διότι και η απόπειρα του αυτόχειρος παραμένει ατιμώρητη, εν αντιθέσει προς το πλέγμα ηθικού αυτουργού - αυτουργού, όπου για αμφοτέρους ο ποινικός νομοθέτης προβλέπει την αυτήν ποινή. Με αυτές τις σκέψεις απλή επίπληξη και ελαφρά σωματική κάκωση δεν συνιστούν μέσα ικανά για κατάπειση άλλου σε αυτοκτονία (ΠλΘηβ 20/ 1971, ΠοινΧρ 21.331)» [ΣυμβΠλημ/ κών Άρτας 84/ 1997]. Κατά εισαγγελική διάταξη «Η απαίτηση του στοιχείου της άσκησης πειθούς διά μέσου γλωσσικής επικοινωνίας αποκλείει αφενός κάθε "ψυχική-ηθική" παρώθηση στην αυτοκτονία και αφετέρου την τέλεση της κατάπεισης με παράλειψη. Θέτει, δηλαδή, εκτός αξιοποίνου (ως "κατάπειση") την ψυχική συνέργεια και την παροχή κινήτρου, π.χ. σκαιή συμπεριφορά, έντονη επίπληξη, πρόκληση ερωτικής απογοήτευσης (βλ. Χ. Παπαχαλάμπους, Η συμμετοχή σε αυτοκτονία, 1997, σελ. 70, και ΣυμβΠλημΑθ 2585/1969 ΕλΔ 1969, 483). Εξάλλου, η τέλεση της κατάπεισης με παράλειψη μόνον οριακό και εξαιρετικό φαινόμενο μπορεί να συνιστά» [Διάταξη ΕισΕφΘες/ κης (Δημ. Παπαγεωργίου) 32/ 2005, Διάταξη ΕισΠλημΘες/ κης (Ευ. Ζαχαρής ) 102/ 1998]. 3) Η κακομεταχείριση είναι, άραγε, κατάπειση σε αυτοκτονία; Κατά την Επιστήμη, «τα σωματικά (υλικά) δεινοπαθήματα ων ένεκεν ο παθών εγκατέλειπε τον βίον δεν δύνανται να δώσουν αφορμή προς θεμελίωσιν του παρόντος εγκλήματος» [ΕισΑΠ Αθ. Κονταξής, όπ.πάρ, σελίδες 2495-2496]. Ομοίας άποψης και η καθηγήτρια Ε. Συμεωνίδου‒ Καστανίδου [εγκλήματα κατά της ζωής, 1995, σελίδες 496 επ]. Αντιθέτως ο Αρεοπαγίτης Μιχ. Μαργαρίτης [δικαστής της Ε.Ο. 17 Ν πρωτοδίκως] υποστηρίζει την επιεική άποψη περί τελέσεως του εγκλήματος της συμμετοχής σε αυτοκτονία όταν η «κατάπειση» γίνεται με σκληρή συμπεριφορά του δράστη απέναντι στον αυτόχειρα [Μ. Μαργαρίτης‒Ά. Μαργαρίτη, όπ. πάρ, σελ∙ 301], ομοίως και ο αείμνηστος Ι. Μανωλεδάκης [πρακτικά θέματα..., 1993, σελ∙ 215 επ]. Κατά τη νμλγ μας όμως η σκληρή συμπεριφορά [ψυχολογική και σωματική βία] απέναντι στον αυτόχειρα δεν αποτελούν κατάπειση ώστε να συντρέχει η τέλεση της ΠΚ 301. Ενδεικτικά βλ΄ Στρατοδικείο Αθηνών 361/ 2008, Διάταξη ΕισΕφΘες 32/ 2005, Διάταξη ΕισΠλημΘες/ κης 102/ 1998. Τι δέον στην περίπτωση λοιπόν του ακαταλόγιστου ο οποίος «πείθεται» με κακομεταχείριση [σωματική η ψυχολογική] να αυτοκτονήσει; A contrario θα εφαρμοσθεί η διάπραξη ανθρωποκτονίας από πρόθεση [ΠΚ 299 § 1] τελούμενη με έμμεση αυτουργία. Έτσι Γ.Αλ. Μαγκάκης, [ό.πάρ, σελ∙ 375], εμμέσως δε και Στρατοδικείο Αθηνών 361/ 2008 που δέχεται ρητά, «το άρθρο 301 προϋποθέτει καταλογιστό αυτόχειρα». Κατά τον Δάσκαλο μου Νικόλαο Ανδρουλάκη δεν χωράει η παραμικρή αμφιβολία ότι πρέπει στην περίπτωση και καταλογιστού να εφαρμοσθεί η ανθρωποκτονία από πρόθεση, «επί εμμέσω αυτουργία εις ανθρωποκτονίαν εκ προθέσεως θα πρέπει να τιμωρηθεί και ο δια βίας ή απειλής εξαναγκάσας τον αυτόχειρα εις την απονενοημένην πράξιν του υπό τον όρον ότι υπήρξε τοιαύτη η εξουθένωσις του τελευταίου, ώστε ο θάνατος να παρίσταται δι’ αυτόν ως κατανοητή και “έμφρων” λύσις, εν όψει του αδιεξόδου, εις ο περιήλθεν. Ούτω πως θα κριθούν και οι αφήσαντες πιστόλιον εις το κελίον του πολιτικού κρατουμένου βασανισταί, δώσαντες εις αυτόν να εννοήσει ότι άλλος τρόπος αποφυγής της επαναλήψεως των βασάνων δεν δίδεται» [όπ.πάρ. § 1.ΙΙΙ.Β.2.β, σελ∙ 32]. Την άποψη αυτή του Δασκάλου μου ασπάζεται και ο ΕισΑΠ Αθ. Κονταξής [όπ.πάρ, σελ∙ 2500, αντίθετα, Ε. Συμεωνίδου‒ Καστανίδου, σελ∙ 485]. Αλλά και ο Αρεοπαγίτης Μιχ. Μαργαρίτης δέχεται ότι και στην περίπτωση του ακαταλόγιστου αυτόχειρα εφόσον χρησιμοποιείται εναντίον του ψυχολογική ή σωματική βία τελείται ανθρωποκτονία από πρόθεση με έμμεση αυτουργία [όπ.πάρ, άρθρο 301 § 3, σελ∙ 885]. Βλέπουμε λοιπόν ότι, είτε ο νεαρός αυτόχειρας ήθελε κριθεί ως καταλογιστός θα πρέπει να διωχθούν οι δράστες για ανθρωποκτονία από πρόθεση [ΠΚ 299 § 1] αν μεταχειρίζονται σωματική ή ψυχολογική βία∙ είτε ήθελε κριθεί ακαταλόγιστος [πολύ δε μάλλον τότε], οι δράστες συμφοιτητές του θα πρέπει να διωχθούν ομοίως για ανθρωποκτονία από πρόθεση. Αν γίνεται κατάπειση καταλογιστού με διάλογο, θα τιμωρηθεί με την πλημμεληματική πράξη της ΠΚ 301.
Υ.Γ. Σχετικά με τη σχεδιαζόμενη νομοθετική ρύθμιση όπως εκτέθηκε παραπάνω: αφήνεται-και αυτό είναι παρήγορο-άθικτη η περίπτωση της αυτοκτονίας από εκφοβισμό, στη περίπτωση της εξώθησης σε αυτήν λόγω ψυχολογικής ή σωματικής βίας. Για τις υπόλοιπες ρυθμίσεις αρκούν οι διατάξεις για τα εγκλήματα σωματικών βλαβών[ΠΚ 308 επ]. Τουλάχιστον ας φρόντιζαν οι νομοθέτες μας τις ποινές να τις ορίσουν ως αμετάτρεπτες σε χρήμα και ως μη αναστελλόμενες σε περίπτωση άσκησης ενδίκου μέσου κατά καταδικαστικής απόφασης.

Για την ευθύνη του διευθυντή της Σχολής θα ασχοληθώ σε άλλη ανάλυση.
Παρατήρηση. Θυμηθείτε την ανάρτηση με τίτλο "Bullying-mobbing στους εργασιακούς χώρους".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...