Τετάρτη, 6 Μαΐου 2015

Τύπος, προσβολή προσωπικότητας.

Αστική ευθύνη του Τύπου. Προσβολή προσωπικότητας δικαστικού λειτουργού από επιλήψιμο δημοσίευμα. Αδικοπραξία. Συκοφαντική δυσφήμιση. Εννοια «ειδικού σκοπού εξύβρισης». Δεν αίρεται η υπαιτιότητα του συντάκτη του επιλήψιμου δημοσιεύματος εκ του λόγου ότι αυτό αποτελούσε αναδημοσίευση δημοσιεύματος άλλης εφημερίδας και για το λόγο είχε δημιουργηθεί εύλογα η πεποίθηση στον συντάκτη του ότι η πληροφορία είχε ελεγχθεί και διασταυρωθεί ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της. Επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ανερχόμενης στο ποσό των 70.000 ευρώ σύμφωνα και με την αρχή της αναλογικότητας. Μειοψηφία.

                                   Άρειος Πάγος, A2` Πολιτικό Τμήμα, 531/ 2014
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 14 παρ. 1 του Συντάγματος: Καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους. Κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 εδ. α` και β` της Ευρωπαϊκής Σύμβασης της Ρώμης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (κυρ. Ν.Δ 53/1974): "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν της γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων". Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57 εδαφ. α, 59 εδαφ. α, 914, 932 ΑΚ και 361, 362, 363 ΠΚ συνάγεται, ότι, σε περίπτωση υπαίτιας προσβολής της τιμής ή της υπόληψης άλλου, με συκοφαντική δυσφήμηση, ή απλή δυσφήμηση ή εξύβριση, το δικαστήριο μπορεί να καταδικάσει τον προσβολέα να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη του προσβληθέντος, από δε τις διατάξεις του άρθρου 367 ΠΚ συνάγεται ότι ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξύβρισης και της απλής δυσφήμισης (αρθρ. 361 και 362 ΠΚ) αίρεται και στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, εκτός εάν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες αυτές τελέσθηκαν προκύπτει σκοπός εξύβρισης. Έτσι, είναι επιτρεπτές κρίσεις, εκδηλώσεις, δημοσιεύματα, σχόλια για την πληροφόρηση, ενημέρωση και κατατόπιση του κοινού συνοδευόμενα ακόμη και από οξεία κριτική και δυσμενείς χαρακτηρισμούς των προσώπων στα οποία αναφέρονται, όμως στην περίπτωση, αυτή ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδήλωσης δεν αίρεται και, συνεπώς, παραμένει η παρανομία ως συστατικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η άνω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήμηση ή όταν από τον τρόπο ή τις περιστάσεις που έγινε αυτή προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού. Ειδικός σκοπός εξύβρισης , που, ως νομική έννοια, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής της τιμής άλλου συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και ο οποίος μολονότι γνώριζε τούτο, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλλει τη τιμή άλλου. Η διάταξη του άρθρου 367 ΠΚ, για την ενότητα της έννομης τάξης, εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, όταν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας των ως άνω αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη της ΠΚ 367 § 2), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου (ΑΠ 500/2012 , ΑΠ 967/2011, 179/2011). 
ΙV) Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα εξής: "Ο ενάγων είναι δικαστικός λειτουργός, φέρων το βαθμό του εφέτη και έχει υπηρετήσει με την ιδιότητά του αυτή στο Εφετείο Θράκης .... Η πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία είναι ιδιοκτήτρια της ημερήσιας εφημερίδας πανθρακικής κυκλοφορίας, που εκδίδεται στην Κομοτηνή με την επωνυμία "....", η οποία διατηρεί και ιστοσελίδα στο διαδίκτυο. Η δεύτερη εναγομένη είναι εκδότρια αυτής και ο τρίτος εναγόμενος, είναι συνεργάτης της με καθημερινή στήλη, που επιγράφεται "Κουβέντες Καφενείου από το ... "..", συνδεόμενος με την πρώτη εναγομένη με σχέση προστήσεως. Την 8η Νοεμβρίου 2005, στο με αριθμό 4146 φύλλο της πιο πάνω ημερήσιας εφημερίδας, σε στήλη της πρώτης σελίδας, όπου ενδεικτικά αναφέρονται οι τίτλοι των κυριότερων περιεχομένων του φύλλου, αναγράφηκε ότι: "Ύποπτη αποφυλάκιση εμπόρου ναρκωτικών καίει δύο δικαστικούς του Εφετείου Θράκης!,...ΣΕΛ.4" και στη σελίδα 4 (υπό τον υπέρτιτλο ΣΧΟΛΙΑ) και τη μόνιμη στήλη Κουβέντες Καφενείου από το  .. " ..", δημοσιεύτηκαν κατά λέξη τα εξής: "ΜΙΑ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ που συζητήθηκε στην Κομοτηνή και οδήγησε στην αποφυλάκιση ενός Ιταλού μαφιόζου που είχε κατηγορηθεί για εμπόριο μεγάλης ποσότητας ηρωίνης ξεσκονίζεται αυτήν την περίοδο από τις αρμόδιες αρχές που ερευνούν τα πλοκάμια του παραδικαστικού κυκλώματος. Η δίκη έγινε πριν από αρκετούς μήνες στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θράκης και παρά τη βαριά καταδίκη του συγκεκριμένου κατηγορούμενου για εμπορία ναρκωτικών, οδήγησε στην αποφυλάκιση του με αναστολή! Στη συζήτηση της συγκεκριμένης υπόθεσης στο δικαστικό μέγαρο Κομοτηνής πρόεδρος της τριμελούς σύνθεσης του δικαστηρίου ήταν ο εφέτης … και εισαγγελέας της έδρας ο αντεισαγγελέας εφετών ... Πληροφορίες που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα "Πρώτο Θέμα" θέλουν και τους δύο αυτούς πρώην λειτουργούς του Εφετείου Θράκης να ελέγχονται για παράνομες συναλλαγές και να αναμένεται μέσα στις επόμενες μέρες η ποινική τους δίωξη, όχι μόνο για αυτήν την υπόθεση. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν φτάσει στο γραφείο του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γιώργου Σανιδά, του ανθρώπου δηλαδή που διεξάγει την έρευνα για το παραδικαστικό κύκλωμα, στο παρασκήνιο της συγκεκριμένης υπόθεσης πραγματοποιήθηκε μια παράνομη συναλλαγή προκειμένου να επιτευχθεί, όπως και έγινε, η αποφυλάκιση με αναστολή του Ιταλού εμπόρου ναρκωτικών. Μάλιστα, το ποσό που καταβλήθηκε ως .... deal για την αποφυλάκιση αγγίζει, με την καταγγελία που έχει γίνει στον Αρειο Πάγο ούτε το ένα ούτε τα δύο, αλλά τα τρία εκατομμύρια ευρώ παρακαλώ (δηλαδή κάτι παραπάνω από ένα δισεκατομμύριο παλιές καλές δραχμούλες)". Το πιο πάνω άρθρο δημοσιεύτηκε και στην ιστοσελίδα που διατηρεί η πρώτη εναγομένη στο διαδίκτυο και παρέμεινε εκεί για χρονικό διάστημα τουλάχιστον ενός έτους. Ο τρίτος εναγόμενος - συντάκτης του πιο πάνω δημοσιεύματος στηρίχθηκε για τη σύνταξή του κατά ένα μέρος σε ρεπορτάζ της εφημερίδας με πανελλαδική κυκλοφορία " ...." που δημοσιεύτηκε στο φύλλο της 6ης Νοεμβρίου 2005, στη σελίδα 36 αυτής, με σχόλια επιχείρηση "καθαρά χέρια" στη Δικαιοσύνη. Το αντίστοιχο δημοσίευμα της εφημερίδας "...", έχει ως εξής: "..... Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, στο πλαίσιο της έρευνας στο ίδιο γραφείο ξεσκονίζεται υπόθεση αποφυλάκισης Ιταλού μαφιόζου που είχε κατηγορηθεί για εμπόριο μεγάλης ποσότητας ηρωίνης. Η δίκη έγινε στην Κομοτηνή, στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων με πρόεδρο τον εφέτη … και εισαγγελέα τον αντεισαγγελέα εφετών …, που ελέγχεται και για πολλά άλλα και αναμένεται η ποινική του δίωξη. Ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος παρά τη βαριά καταδίκη του για εμπορία ναρκωτικών, αποφυλακίστηκε με απόφαση του κ. … με αναστολή! Πληροφορίες που έχουν φτάσει στο γραφείο του ... κάνουν λόγο για παράνομη συναλλαγή στο παρασκήνιο στη συγκεκριμένη υπόθεση και προκειμένου να επιτευχθεί - όπως και έγινε - η αποφυλάκιση με αναστολή του Ιταλού μαφιόζου. Το ποσό που καταβλήθηκε αγγίζει, όπως έχει καταγγελθεί, τα 3 εκατ. ευρώ". Είναι προφανές ότι το επίδικο δημοσίευμα δεν αποτελεί αναδημοσίευση του παραπάνω δημοσιεύματος της εφημερίδος "....", αλλά σ` αυτό προστίθενται νέα στοιχεία. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι, ενώ το δημοσίευμα της τελευταίας αυτής εφημερίδας, αναφέρει ότι "...... και εισαγγελέα εφετών κ. …, που ελέγχεται και για πολλά άλλα και αναμένεται η ποινική του δίωξη", στο επίμαχο δημοσίευμα ο ανωτέρω εναγόμενος επεκτείνει τη σχετική αναφορά περί εμπλοκής του ενάγοντος και σε άλλες παράνομες συναλλαγές για τις οποίες αναμένεται η ποινική του δίωξη. Όπως όμως προκύπτει από το με αριθμό πρωτοκόλλου 41/18-11- 2005 έγγραφο της Εισαγγελίας Εφετών Θράκης και το με αριθμό πρωτοκόλλου 22/18-11-2005 έγγραφο του Διευθύνοντος το Εφετείο Θράκης, κατά το χρονικό διάστημα από 16-9-2002 έως 11- 9-2003 κατά το οποίο ο ενάγων υπηρέτησε ως εφέτης στο Εφετείο Θράκης, δεν έχει εκδοθεί ποινική απόφαση από το Τριμελές Εφετείο Α` Βαθμού Θράκης με συμμετοχή του ενάγοντος σε σύνθεσή του με την οποία να διατάσσεται αναστολή εκτελέσεως επιβληθείσας ποινής για αξιόποινη πράξη του ν. 1729/1987 σε βάρος κατηγορουμένου Ιταλού υπηκόου. Εξ άλλου, από το με αριθμό πρωτοκόλλου 10029/10-11-2004 έγγραφο του Διευθυντή των Δικαστικών Φυλακών Κομοτηνής, προκύπτει ότι κατά το χρονικό διάστημα από 16-9-2002 έως 15-9-2003, από τα καταχωρηθέντα στους Η/Υ στοιχεία κρατουμένων, δεν προέκυψε ότι κρατήθηκε Ιταλός κρατούμενος με καταδικαστική απόφαση για εμπορία ναρκωτικών, ο οποίος να έχει αποφυλακιστεί με αναστολή εκτελέσεως της ποινής. Από τα ανωτέρω έγγραφα, αποδεικνύεται ότι, όσα αντίθετα περιέχονται στο επίδικο δημοσίευμα, δηλαδή ότι ο ενάγων με δική του απόφαση και του αντιεισαγγελέα της έδρας, αποφυλάκισαν με αναστολή έμπορο ναρκωτικών κατόπιν παράνομης συναλλαγής που άγγιζε τα 3.000.000 ευρώ, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και είναι προδήλως αναληθή, όπως άλλωστε και οι εναγόμενοι πριν από την έναρξη της διαδικασίας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, συνομολόγησαν με δήλωσή τους που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα πρακτικά της εκκαλουμένης απόφασης. Αποτέλεσμα της υπαίτιας και παράνομης αυτής συμπεριφοράς των εναγομένων ήταν ότι, μέσω του άνω δημοσιεύματος που περιελήφθη στην άνω ημερήσια εφημερίδα που κυκλοφορεί σε όλη τη Θράκη, να δημοσιοποιηθεί και να διαδοθεί διαμέσου του εν λόγω εντύπου στο αναγνωστικό κοινό της εφημερίδας, γεγονός δυσφημιστικό και ψευδές, το οποίο ήταν πρόσφορο να βλάψει και τελικά έβλαψε την τιμή, την κοινωνική και επαγγελματική υπόληψη του ενάγοντος, αφού ενείχε ευθεία αμφισβήτηση της ηθικής, της κοινωνικής και της επαγγελματικής αξίας του προσώπου του. Συγκεκριμένα, τον εμφανίζει ως άτομο ανήθικο, το οποίο δεν διαθέτει προσωπική και επαγγελματική εντιμότητα, στοιχεία που αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο του δικαστικού λειτουργήματος και το οποίο έλαβε άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου για τον εαυτό του χρήματα, παραβιάζοντας ευθέως τα καθήκοντα της υπηρεσίας του, αποφυλακίζοντας καταδικασθέντα μεγαλέμπορο ναρκωτικών ουσιών, χωρίς τη συνδρομή των κατά νόμο προϋποθέσεων. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι, κατά το επίδικο διάστημα, το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού ήταν έντονο αναφορικά με τις υποθέσεις του "παραδικαστικού κυκλώματος" και ασφαλώς οι εναγόμενοι με τις παραπάνω ιδιότητες τους, κατά την ενάσκηση του λειτουργήματός τους, είχαν το δικαίωμα να πληροφορούν το αναγνωστικό τους κοινό για τα σχετικά θέματα, να ασκούν έντονη κριτική, να προβαίνουν σε έλεγχο των δημοσίων πραγμάτων, μεταξύ άλλων και των προσώπων που δρουν και εργάζονται στον τόπο τους, ωστόσο όμως το δικαίωμα τους αυτό εν προκειμένω, περιορίζονταν από το γεγονός ότι το επίμαχο δημοσίευμα αφορούσε την τιμή και την υπόληψη ενός προσώπου και στη συγκεκριμένη περίπτωση του ενάγοντος δικαστικού λειτουργού και όφειλαν πριν προβούν στη δημοσιοποίηση μιας τέτοιας πληροφορίας γενικού ενδιαφέροντος, στα πλαίσια σεβασμού της δημοσιογραφικής δεοντολογίας, τηρώντας τις αρχές της καλής πίστης και το καθήκον αληθείας, να διαπιστώσουν το αξιόπιστο και την ακρίβεια της εν λόγω πληροφορίας. Τούτο δε ήταν ευχερές στον συντάκτη του επίμαχου δημοσιεύματος, ο οποίος μέσω της δημοσιογραφικής έρευνας θα διαπίστωνε, κατόπιν αιτήματος υποβαλλόμενου στις αρμόδιες αρχές, ότι τα ανωτέρω καταγγελλόμενα σε βάρος του ενάγοντος ήταν αναληθή στο σύνολο τους και ότι ο ίδιος ουδέποτε συμμετείχε στην αποφυλάκιση Ιταλού μεγαλέμπορου ναρκωτικών, αλλά και περαιτέρω ο τρίτος εναγόμενος, αλλά και οι λοιποί εναγόμενοι (πρώτη και δεύτερη), ιδιοκτήτρια και εκδότρια της άνω εφημερίδας, αντίστοιχα, που αναλαμβάνουν τη διάθεση του εντύπου και ευθύνονται για την επιλογή, τον έλεγχο και την καθοδήγηση των δημοσιογράφων-συντακτών κατά την άσκηση της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, ουδέποτε επικοινώνησαν με τον ενάγοντα, προκειμένου να επιβεβαιώσουν την αλήθεια της άνω πληροφορίας, αλλά προτίμησαν να δημοσιεύσουν το άρθρο αυτό, αποκαλύπτοντας τα στοιχεία ταυτότητας του ενάγοντος δικαστικού λειτουργού και κατονομάζοντας αυτόν ως συμμετέχοντα σε παράνομες αποφυλακίσεις εμπόρων ναρκωτικών έναντι αμοιβής. Αν ο συντάκτης του επίδικου δημοσιεύματος και η εκδότρια της εναγομένης εφημερίδας ενήργησαν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον που πηγάζει από τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του τύπου, όπως ισχυρίζονται, μπορούσαν να συντάξουν και να καταχωρήσουν αντίστοιχα σχετικό δημοσίευμα χωρίς να περιλάβουν τα ονόματα των θιγόμενων προσώπων και βέβαια χωρίς να διανθίσουν αυτό με δυσφημιστικά σχόλια. Όμως από το περιεχόμενο του επίδικου δημοσιεύματος, εκτός από το αναληθές αυτού, προκύπτει πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του ενάγοντος, με αμφισβήτηση της ηθικής αξίας, καθώς και της προσωπικής και επαγγελματικής εντιμότητας αυτού. Συγκεκριμένα, με τον τρόπο εκδήλωσης και κάτω από τις περιστάσεις που δημοσιεύθηκε το επίμαχο δημοσίευμα, οι εναγόμενοι σκόπευαν ειδικά να προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, τόσο με την ως άνω ιδιότητα του όσο και ως κοινωνικό άτομο και στοιχειοθετείται σε βάρος της δεύτερης και του τρίτου των εναγομένων, η αξιόποινη πράξη της δυσφημήσεως, καθώς ο ανωτέρω τρόπος δεν ήταν πράγματι αναγκαίος για να αποδοθεί όπως έπρεπε αντικειμενικά η πληροφορία, για την προστασία του δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος, αλλά κατέφυγαν στον τρόπο αυτό για να προσβάλουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος και να δημιουργήσουν στο αναγνωστικό κοινό την εντύπωση ότι το συγκεκριμένο άτομο, το οποίο υπηρετεί τη δικαιοσύνη, διαπράττει ποινικά αδικήματα παραβαίνοντας κατάφωρα τα καθήκοντα του. Ενόψει των ανωτέρω, ο εκ του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ, ισχυρισμός-ένσταση των εναγομένων- εκκαλούντων-εφεσιβλήτων, που παραδεκτά προβλήθηκε με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρεται με τον σχετικό λόγο των άνω εφέσεων τους, ότι δηλαδή το ανωτέρω δημοσίευμα έλαβε χώρα λόγω δικαιολογημένου δημοσιογραφικού καθώς, κατά το επίδικο διάστημα, το ζήτημα της κάθαρσης της δικαιοσύνης ήταν από τα σοβαρότερα πολιτικοκοινωνικά θέματα που κυριαρχούσε σε όλες τις τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές συζητήσεις αλλά και στην πλειονότητα των δημοσιευμάτων του ημερήσιου και κυριακάτικου τύπου και επομένως αξιολογήθηκε ως είδηση ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα για το αναγνωστικό κοινό, ενόψει των παραπάνω αποδειχθέντων και δη της γνώσης τους ότι με τη διάδοση του γεγονότος αυτού, μέσω του δημοσιεύματος, στο αναγνωστικό κοινό αλλά και στους επισκέπτες της ιστοσελίδας του διαδικτύου, μπορεί να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εκκαλούντος, στερείται εν προκειμένω εννόμου επιρροής, κατ` άρθρο 367 παρ. 2α του ΠΚ, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην οικεία παράγραφο της προηγηθείσας νομικής σκέψης και, επομένως, είναι απορριπτέος, προεχόντως, εκ του λόγου αυτού. Αλλά και περαιτέρω δεν μπορεί να γίνει λόγος για έλλειψη υπαιτιότητας του συντάκτη του παραπάνω δημοσιεύματος εκ του λόγου ότι αυτό αποτελούσε αναδημοσίευση άλλου σχετικού δημοσιεύματος της εφημερίδας "…" , το οποίο επιμελήθηκε έγκριτος δημοσιογράφος και ότι για το λόγο δημιουργήθηκε εύλογα η πεποίθηση στον συντάκτη του ότι η πληροφορία είχε ελεγχθεί και διασταυρωθεί η αλήθεια του περιεχομένου της, καθώς πέραν του ότι, όπως παραπάνω έγινε δεκτό, το δημοσίευμα περιείχε και άλλα επί πλέον δυσφημιστικά για τον ενάγοντα στοιχεία, σε κάθε περίπτωση δεν αίρεται η υπαιτιότητα του συντάκτη, ο οποίος όφειλε με την ιδιότητα του δημοσιογράφου και ενόψει της σοβαρότητας της πληροφορίας και των δυσμενών συνεπειών που θα είχε για το πρόσωπο που αυτή αφορούσε να προβεί στην διερεύνηση της αξιοπιστίας της "πηγής" του, όσο και την αλήθεια των όσων του μετέδωσε, απορριπτόμενου ως ουσιαστικά αβασίμου του αρνητικού, της εκ της αδικοπραξίας βάσεως της αγωγής, ισχυρισμού των εναγομένων περί έλλειψης υπαιτιότητας στο πρόσωπο του συντάκτη του άνω δημοσιεύματος.
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός των δύο πρώτων εναγομένων, ότι ο ενάγων κατέθεσε αγωγή ομοίου περιεχομένου κατά της εφημερίδας το "...." για αναληθές δημοσίευμα ανάλογο με αυτό της ένδικης αγωγής, που δημοσιεύθηκε στις σελίδες 36 και 37 του φύλλου της Κυριακής της 6ης- 11- 2005 και συνέταξε ο δημοσιογράφος Σ. Ν., με το οποίο κυρίως θίχθηκε η τιμή και η υπόληψη του ενάγοντος, καθώς πρόκειται για εφημερίδα ευρείας και πανελλήνιας κυκλοφορίας σε αντίθεση με την εφημερίδα στην οποία δημοσιεύθηκε το επίμαχο δημοσίευμα, η οποία είναι τοπική και με περιορισμένο αναγνωστικό κοινό και ότι για το λόγο αυτό η ασκούμενη με την αγωγή αξίωση του ενάγοντος ασκείται καταχρηστικά, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθώς τα παραπάνω περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν αρκούν από μόνα τους για τη θεμελίωση του πραγματικού του κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ και συνεπώς, ο σχετικός πέμπτος λόγος της δεύτερης εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Το πρωτοβάθμιο επομένως δικαστήριο, το οποίο σιγή απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό ορθά κατ` αποτέλεσμα, έκρινε. Επομένως από τις παραπάνω πράξεις των εναγόμενων, οι οποίες είναι παράνομες και υπαίτιες (άρθρα 57, 914 επόμ. του ΑΚ και 361, 362 του Π.Κ.), συνάγεται σαφώς ότι οι εναγόμενοι τέλεσαν σε βάρος του ενάγοντος αδικοπραξία, όπως αναλύεται στη οικεία παράγραφο της νομικής σκέψης που προηγήθηκε και προσέβαλαν έτσι παράνομα την προσωπικότητα αυτού, ώστε να δικαιολογείται η αποκατάσταση της ζημίας του και η καταβολή προς αυτόν χρηματικού ποσού προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από τις προσβολές αυτές. Ενόψει των προεκτεθεισών συνθηκών τελέσεως της ενδίκου, αδικοπραξίας, της απλής δηλαδή δυσφημήσεως δια του τύπου και του στοιχείου του ειδικού σκοπού εξυβρίσεως, των πράξεων οι οποίες αποδόθηκαν στον ενάγοντα, της απαξίας αυτών, του αξιόποινου, προσβλητικού και ανήθικου χαρακτήρα για τον ενάγοντα του περιεχομένου των ανωτέρω δημοσιευμάτων και, συνεπώς και των όσων αποδίδονται μ` αυτά στον τελευταίο, των οποίων έλαβε γνώση το αναγνωστικό κοινό της παραπάνω εφημερίδας στην Κομοτηνή αλλά και στην ευρύτερη περιοχή της Θράκης, όπως επίσης έλαβε γνώση και μέρος του κοινού που επισκέφθηκε την ιστοσελίδα της πρώτης εναγομένης στο διαδίκτυο, των επιπτώσεων του δημοσιεύματος αυτού στο κοινωνικό και επαγγελματικό περιβάλλον του ενάγοντος, του είδους, της φύσεως, της σπουδαιότητας, της βαρύτητας και της απαξίας των πράξεων, που με τα δημοσιεύματα αυτά του απεδόθησαν, ο ενάγων υπέστη, όπως προεκτέθηκε, ηθική βλάβη από την παραπάνω αδικοπραξία και την προσβολή της προσωπικότητάς του, για την ικανοποίηση της οποίας, ενόψει των στοιχείων, τα οποία προαναφέρθηκαν, όπως και των συνθηκών τελέσεως της εν λόγω αδικοπραξίας, της βαρύτητας του πταίσματος του εναγομένου, του είδους της προσβολής, την οποία υπέστη ο ενάγων και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων, βάσει των όσων προαναφέρθηκαν γι` αυτούς, απαιτείται το ποσό των 70.000 ευρώ. Τυχόν μεγαλύτερο ποσό θα αποτελούσε ακραία εκτίμηση και θα κατέληγε σε οικονομική εξουθένωση των εναγομένων και σε αντίστοιχο υπέρμετρο πλουτισμό του ενάγοντα και σε παραβίαση ως εκ τούτου της συνταγματικώς κατοχυρωμένης δικαιϊκής αρχής της αναλογικότητας, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη σχετική νομική σκέψη της παρούσας, απορριπτόμενου ως ουσιαστικά αβασίμου του μοναδικού λόγου της πρώτης των άνω εφέσεων με τον οποίο ο ενάγων παραπονείται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε το αιτούμενο με την αγωγή του ποσό των 1.000.000 ευρώ".
V) Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς , επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με την ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου, ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, με τη δημοσίευση, υπό την αναφερόμενη ιδιότητά τους, του ενδίκου, δυσφημιστικού για το πρόσωπό του άρθρου είχαν ως σκοπό την εξύβρισή του. Συγκεκριμένα, οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης ότι ο αναιρεσίβλητος εμφανίζονταν στο δυσφημιστικό δημοσίευμα ως άτομο ανήθικο και ανέντιμο, που αποφυλάκιζε εμπόρους ναρκωτικών και προέβαινε σε παράνομες συναλλαγές, παραβαίνοντας το καθήκον του ως δικαστικού λειτουργού , χωρίς να προηγηθεί έλεγχος για τη βασιμότητά τους, είναι επαρκείς για την απόφανση ότι τα πιο πάνω δυσφημιστικά για τον αναιρεσίβλητο περιστατικά, με τον τρόπο εκδήλωσης και κάτω από τις περιστάσεις που δημοσιεύθηκε το επίμαχο δημοσίευμα, προκύπτει πράγματι ότι σκοπός των αναιρεσειόντων ήταν ειδικώς η προσβολή της τιμής και υπόληψης του αναιρεσιβλήτου με την αμφισβήτηση της ηθικής , κοινωνικής και επαγγελματικής αξίας του προσώπου του. Και αυτό διότι η προσβλητική της τιμής και της υπόληψης του αναιρεσιβλήτου εκδήλωση των αναιρεσειόντων, συνοδευόμενη από πλήρη αδιαφορία αυτών για το αν με το δημοσίευμα πλήττεται ο αναιρεσίβλητος ως άτομο αλλά και ως δικαστικός λειτουργός (δοθέντος ότι στην αντίθετη περίπτωση θα έλεγχαν την πληροφορία), υπερέβαινε το κατ` αντικειμενική κρίση επιβαλλόμενο αναγκαίο μέτρο για την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος αυτών προς ενημέρωση του κοινού σχετικά με το ερευνόμενο ζήτημα της τυχόν ύπαρξης "παραδικαστικού" κυκλώματος, δεδομένου ότι και χωρίς την αναφορά στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου ήταν δυνατή η ενημέρωση του κοινού για το ως άνω θέμα. Κατά συνέπεια, ο σχετικός από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
VΙ) Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ανεπαρκούς αιτιολογίας όσον αφορά την απόρριψη του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου (281 ΑΚ) είναι απαράδεκτος. Και αυτό διότι ο ως άνω ισχυρισμός απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμος, οπότε δεν μπορεί να ιδρυθεί λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΑΚ, που προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας. Το δε παράπονο των αναιρεσειόντων ότι το δικαστήριο δεν προσδιόρισε τα πραγματικά περιστατικά, που με τη συνδρομή αυτών θα πληρούνταν το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμος και όχι ως αόριστος, οπότε το δικαστήριο θα προσδιόριζε τις ελλείψεις που καθιστούσαν τον ισχυρισμό αόριστο καθώς και τι θα έπρεπε να αναφέρεται για να καταστεί ορισμένος.
VΙΙ) Η πρoβλεπόμενη από το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αποφασίζεται (κατ` αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα) από το ουσιαστικό δικαστήριο με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που οι διάδικοι θέτουν στη διάθεσή του, επιβάλλεται όμως σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της ανωτέρω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 70.000 ευρώ (εν μέρει καταψηφιστικά και εν μέρει αναγνωριστικά, με τον νόμιμο τόκο) για χρηματική αυτού ικανοποίηση λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του. Κρίνοντας δε έτσι το Δικαστήριο (ύστερα από αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων) δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού το επιδικασθέν ποσό δεν είναι κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση μεγαλύτερο από τα συνήθως επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις. Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον τρίτο και κατά το πρώτο σκέλος του λόγο αναίρεσης (του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ) είναι αβάσιμα.
Κατά τη γνώμη όμως του μειοψηφήσαντος Αρεοπαγίτη Χρυσόστομου Ευαγγέλου, ο λόγος αυτός έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον ο κατά το άρθρο 932 ΑΚ προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου ή παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δεδομένου ότι στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (αρθρ. 914 ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας και εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, με συνέπεια να μην υπάρχει έδαφος εφαρμογής της εν λόγω αρχής (Ολομ ΑΠ 6/ 2009).
Απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο λόγος αυτός αναίρεσης και ως προς δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.), καταλογίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης, διότι δεν αναφέρονται σ` αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία το δικαστήριο προσδιόρισε στο ποσό των 70.000 ευρώ τη χρηματική ικανοποίηση. Ειδικότερα το δικαστήριο, για να καταλήξει στην κρίση του σχετικά με το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης, έλαβε υπόψη του, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το είδος της προσβολής που υπέστη ο αναιρεσίβλητος, τις συνθήκες τέλεσης αυτής, όπως και την υπαιτιότητα των αναιρεσειόντων. Η δε μη περαιτέρω εξειδίκευση της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών δεν καθιστά την αιτιολογία ελλιπή. Τα όσα, επομένως, αντίθετα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες στην αίτησή τους είναι αβάσιμα.
VΙΙΙ) Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τα πραγματικά γεγονότα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και στηρίζουν την άμεση ή έμμεση απόδειξη, την κύρια απόδειξη ή ανταπόδειξη. Η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης. Με τον τέταρτο λόγο της αίτησής τους οι αναιρεσείοντες επικαλούνται παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 11 γ` του Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι κατά τον καθορισμό της χρηματικής ικανοποίησης έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στην αίτηση έγγραφα, από τα οποία προκύπτει η οικονομική τους αδυναμία. Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, όπως βεβαιώνει, εκτίμησε τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που παραδεκτά και νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής. Από τη βεβαίωση αυτή του δικαστηρίου σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς να έχει υποχρέωση να κάνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση αυτών.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναίρεσης τυγχάνει αβάσιμος. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-3-2012 αίτηση της εταιρίας "..." της Τ. Κ. και του Ι. Γ. για αναίρεση της 400/ 2009 απόφασης του Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2014.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis