Δευτέρα, 11 Μαΐου 2015

δημοσιοποίηση εμπλεκόμενου ονόματος σε αξιόποινες πράξεις. Τεκμήριο αθωότητας.

Περίληψη. (ΕΠΙΣΚΕΔ 2013/ 313) Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Η δημοσιοποίηση σε έντυπο του ονόματος του ενάγοντα, χωρίς την συγκατάθεσή του, ενώ εκκρεμούσαν σε βάρος του αξιόποινες πράξεις, προσκρούει στο τεκμήριο της αθωότητας του, κατ` άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και το Ν. 2472/1997 και επήλθε προσβολή της προσωπικότητάς του. Η προσβολή αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητα των συντάκτη, εκδότη, διευθυντή και διευθυντή συντάξεως της εφημερίδας και ενεργοποιείται και η γνήσια αντικειμενική ευθύνη της ιδιοκτήτριας του εντύπου. Νομίμως δεν εφαρμόστηκαν τα άρθρα 361-367 του ΠΚ. Ο κανόνας δικαίου, που θεμελιώνει το δικαίωμα, δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής και αν το νομικό συμπέρασμα του δικαστηρίου είναι διαφορετικό από εκείνο που προβάλλουν οι διάδικοι, δεν θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ. Αξιώσεις που μπορεί να ασκήσει ο προσβαλλόμενος στην προσωπικότητά του και θιγόμενος στην τιμή ή στην υπόληψή του από δημοσίευμα. Αβάσιμος ο εκ του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ λόγος, αφού απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του θιγέντα να επιλέξει το δικαίωμα που θα ασκήσει και ορθά δεν ελήφθη υπόψη ο ισχυρισμός περί ικανοποιήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου με επανορθωτικό δημοσίευμα των αναιρεσειόντων.
                                       Άρειος Πάγος Πολιτικό Τμήμα Α 2, 1394/ 2012
  ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

Η νομική αιτία, δηλαδή ο συγκεκριμένος κανόνας δικαίου, ο οποίος θεμελιώνει το δικαίωμα, δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, όπως προκύπτει και από τις διατάξεις των άρθρων 216 και 118 ΚΠολΔ, γιατί η ανεύρεση των κανόνων δικαίου και η υπαγωγή σε αυτούς των περιστατικών, τα οποία επικαλείται ο διάδικος, ανήκουν αποκλειστικώς στο δικαστήριο, το οποίο ενεργεί αυτεπαγγέλτως και το οποίο δεν δεσμεύεται ακόμη και αν γίνεται από τον διάδικο επίκληση κανόνος δικαίου. Έτσι, στην τελευταία περίπτωση, αν το νομικό συμπέρασμα του δικαστηρίου είναι διαφορετικό από εκείνο το οποίο προβάλλουν οι διάδικοι, δεν θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, γιατί το δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα, αλλά απλώς αυτά τα οποία προτάθηκαν από τους διαδίκους τα υπάγει στον αρμόζοντα κανόνα δικαίου. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίον οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, επειδή το δικαστήριο δέχθηκε, ότι στην αγωγή υπήρχε, μεταξύ των άλλων και βάση στηριζομένη στον Ν. 2472/1997 ("Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα"), χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στον νόμο αυτόν από τον ενάγοντα, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 14 παρ.1 του Συντάγματος, καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους, ενώ, κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου, ο τύπος είναι ελεύθερος, η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται. Επίσης, κατά το άρθρο 6 παρ.2 της Ε.Σ.Δ.Α. (κυρ. Ν.Δ. 52/1974), "Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του". Κατά το άρθρο δε 10 παρ.1 της ιδίας συμβάσεως: "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων". Το δικαίωμα, όμως τούτο υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.2 της ΕΣΔΑ (και 19 παρ.3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα -κυρ. ν.2462/1997), σε περιορισμούς και κυρώσεις, που προβλέπονται από το νόμο και αποσκοπούν, εκτός άλλων, στην προστασία της υπολήψεως και των δικαιωμάτων τρίτων. Από τις διατάξεις αυτές της Ε.Σ.Δ.Α. συνάγεται, ότι η πληροφόρηση της κοινής γνώμης πρέπει να γίνεται με όλες τις επιφυλάξεις, με διακριτικότητα και με σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου. Εξ άλλου, με το άρθρο μόνο παρ.1 και 2 Ν. 1178/1981, όπως η παράγραφος 2 ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο μόνο παρ.4 του Ν. 2243/1994, ορίζονται τα εξής: "1.Ο ιδιοκτήτης παντός εντύπου υποχρεούται εις πλήρη αποζημίωσιν δια την παράνομον περιουσιακήν ζημίαν ως και εις χρηματικήν ικανοποίησιν δια την ηθικήν βλάβην, αι οποίαι υπαιτίως επροξενήθησαν δια δημοσιεύματος θίγοντος την τιμήν ή την υπόληψιν παντός ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρον 914 του ΑΚ υπαιτιότης, ή κατά το άρθρον 919 του ΑΚ πρόθεσις και η κατά το άρθρον 920 του ΑΚ, γνώσις ή υπαίτιος άγνοια συντρέχη εις τον συντάκτην του δημοσιεύματος ή, εάν ούτος είναι άγνωστος, εις τον εκδότην ή τον διευθυντήν συντάξεως του εντύπου. 2) Η κατά το άρθρο 932 του Αστικού Κώδικα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος από κάποια από τις προβλεπόμενες στην προηγούμενη παράγραφο πράξεις ορίζεται, εφόσον αυτές τελέσθηκαν δια του Τύπου, κατά την κρίση του δικαστή, όχι κατώτερη των δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών για τις Ημερήσιες Εφημερίδες Αθηνών και Θεσσαλονίκης, καθώς και για τα περιοδικά που κυκλοφορούν μέσω των Πρακτορείων Εφημερίδων και των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δραχμών για τις άλλες εφημερίδες ή περιοδικά, εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό και αυτό ανεξάρτητα από την απαίτηση προς αποζημίωση για περιουσιακή ζημία". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει σαφώς, ότι αναφέρονται μόνον στην ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου, φυσικού ή νομικού προσώπου, και όχι στον συντάκτη του επιλήψιμου δημοσιεύματος ή τον εκδότη του εντύπου ή τον υπεύθυνο διευθυντή ή τον διευθυντή συντάξεως, οι οποίοι, αν δεν ταυτίζονται με τον ιδιοκτήτη, ευθύνονται κατά τις κοινές διατάξεις. Ακόμη, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 2 περ.β`, 7 παρ.1, 2ζ` Ν. 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων" απαγορεύεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες. Κατ` εξαίρεση επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου, ύστερα από άδεια της Αρχής, όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) ... ζ) Η επεξεργασία αφορά δεδομένα δημοσίων προσώπων, εφόσον αυτά συνδέονται με την άσκηση δημοσίου λειτουργήματος ή τη διαχείριση συμφερόντων τρίτων, και πραγματοποιείται αποκλειστικά για την άσκηση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος. Η άδεια της αρχής χορηγείται μόνο εφόσον η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την εξασφάλιση του δικαιώματος πληροφόρησης επί θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος καθώς και στο πλαίσιο καλλιτεχνικής έκφρασης και εφόσον δεν παραβιάζεται καθοιονδήποτε τρόπο το δικαίωμα προστασίας της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. Τέλος, κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει, μεταξύ των άλλων, και αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ και στην περίπτωση της ΑΚ 57, το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί, και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται, μεταξύ άλλων, και σε πληρωμή χρηματικού ποσού. Τέτοιο προστατευόμενο αγαθό είναι και η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην υπόληψη, εκτίμηση και αξία που αποδίδεται σ` αυτόν από τους άλλους.(Α.Π. 167/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της αγωγής και των υποβληθεισών από τους διαδίκους προτάσεων σε πρώτο και δεύτερο βαθμό ως και της προσβαλλομένης αποφάσεως του Εφετείου προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων ιστορεί στην αγωγή του, ότι υπήρξε επί πολλά έτη πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας με την επωνυμία "...................." και τον διακριτικό τίτλο ".............", η οποία εξεμεταλλεύετο τον τηλεοπτικό σταθμού `.........". Τον μήνα Μάιο του έτους 2003 ένας τεχνικός της ως άνω Α.Ε., εν αγνοία του ενάγοντος, επέτρεψε σε τρίτο πρόσωπο, να αποκτήσει για σύντομο χρονικό διάστημα πρόσβαση στο νομίμως εγκατεστημένο "κοντέϊνερ" του τηλεοπτικού σταθμού στο πάρκο κεραιών Χορτιάτη και από εκεί, με την χρήση του εφεδρικού πομπού του σταθμού, να εκπέμπει για δικούς του σκοπούς κατά τις νυκτερινές ώρες άσεμνο πρόγραμμα. Έτσι, τόσο ο ενάγων όσο και πολλοί άλλοι, υπεύθυνοι άλλων τηλεοπτικών σταθμών, οι οποίοι μετέδιδαν ομοίως άσεμνα προγράμματα, παρεπέμφθησαν στο Τριμελές Πλημ/κείο Θεσ/νίκης, για να δικασθούν για τα αδικήματα της παράνομης λειτουργίας τηλεοπτικού σταθμού και της παράνομης εκπομπής ασέμνου περιεχομένου. Την 3ην Ιανουαρίου 2006, στην ημερησία εφημερίδα της Θεσ/νίκης "..............", της οποίας ιδιοκτήτρια είναι η πρώτη εναγομένη εταιρία, εκδότης ο δεύτερος, υπεύθυνος διευθυντής ο τρίτος και διευθυντής συντάξεως ο τέταρτος εναγόμενος, δημοσιεύθηκε άρθρο του πέμπτου εναγομένου ο οποίος ηργάζετο ως δημοσιογράφος στην εν λόγω εφημερίδα, στο οποίο περιείχετο η είδηση της παραπομπής σε δίκη των ως άνω κατηγορουμένων, ανεφέρετο το όνομα και το επώνυμο του ενάγοντος ως κατηγορουμένου και μεταξύ των άλλων ανεφέρετο ακόμη, ότι τόσο ο ενάγων όσο και οι λοιποί κατηγορούμενοι "... πρόβαλαν και πορνοταινίες ... και ... εξέπεμπαν ταινίες με άσεμνο περιεχόμενο ...". Ιστορών δε περαιτέρω ο ενάγων ότι κρίθηκε αθώος των αποδοθεισών σε αυτόν κατηγοριών, ότι προσεβλήθη από το δημοσίευμα το δικαίωμά του επί της προσωπικότητος και ότι "στοιχειώδης σεβασμός στο τεκμήριο αθωότητός μου και την ατομική αξιοπρέπειά μου επέβαλε, να μην γίνει ονομαστική αναφορά εις εμέ, για όσον καιρό τουλάχιστον δεν υφίστατο καταδίκη εις βάρος μου", ζητεί εν τέλει, 1)να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν σε αυτόν αλληλεγγύως 100.000 € ως χρηματική ικανοποίηση και να αναγνωρισθεί ότι οφείλουν να καταβάλουν σε αυτόν άλλες 350.000 € ως χρηματική ικανοποίηση επί πλέον, 2) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να δημοσιεύσουν περίληψη της εκδοθησομένης αποφάσεως στην ίδια εφημερίδα και 3) να απαγγελθεί προσωπική κράτηση σε βάρος των δευτέρου έως και πέμπτου εναγομένων ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως των διατάξεων περί χρηματικής ικανοποιήσεως. Οι εναγόμενοι, τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προέβαλαν τον από το άρθρο 367 παρ.1γ Π.Κ. ισχυρισμό, ότι προέβησαν στην δημοσίευση από δημοσιογραφικό καθήκον και από δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, σχετικώς, τα ακόλουθα: "... Με βάση τα προαναφερθέντα, το επίμαχο δημοσίευμα ήταν αληθές και αναφέρονταν σ` αυτό οι κατηγορίες που αποδίδονταν στον ενάγοντα με το παραπάνω κατηγορητήριο και η παραπομπή του στο αρμόδιο Δικαστήριο, χωρίς να περιλαμβάνεται σ` αυτό κανένας ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος πρόσφορου να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του (ενάγοντος), ούτε λέξεις ή φράσεις εξυβριστικές γι` αυτόν.
Συνεπώς, δεν στοιχειοθετείται αδικοπρακτική συμπεριφορά για συκοφαντική δυσφήμιση ή απλή δυσφήμηση ή εξύβριση εις βάρος του πέμπτου εναγομένου, ο οποίος το συνέταξε, καθώς και των δεύτερου, τρίτου και τέταρτου με τις ιδιότητες, που προαναφέρθηκαν, οι οποίοι το συμπεριέλαβαν στην δημοσιευτέα ύλη της ως άνω εφημερίδος. Περαιτέρω όμως η δημοσιοποίηση του ονόματος του ενάγοντος, χωρίς την συγκατάθεσή του, κατά τη διάρκεια της ποινικής προδικασίας και ενώ εκκρεμούσαν εις βάρος του οι παραπάνω αξιόποινες πράξεις, προσκρούει στο τεκμήριο της αθωότητας του, κατ` άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και στις διατάξεις του Ν. 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων", αφού τα σχετικά με ποινικές διώξεις προσώπου αποτελούν "ευαίσθητα δεδομένα"- αρθρ. 2 του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του Ν. 3471/2006 και άρθρο 8 Ν. 3625/2007, και έτσι επήλθε προσβολή του άμεσου και απόλυτου δικαιώματος της προσωπικότητάς του στον ατομικό και επαγγελματικό του χώρο. Η προσβολή δε αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητα του πέμπτου εναγομένου, αλλά και του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου των εναγομένων με τις ιδιαίτερες πιο πάνω ιδιότητες, οι οποίοι από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν να καταβάλουν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, δηλαδή αυτής που υπό τις συγκεκριμένες ως άνω περιστάσεις μπορούσαν να επιδείξουν ως μέσος συνετός και ευσυνείδητος συντάκτης, εκδότης, διευθυντής και διευθυντής συντάξεως εφημερίδας, αντίστοιχα, (άρθρο 330 εδ. β` Α.Κ.), δεν έλαβαν υπόψη το τεκμήριο της αθωότητας του τότε κατηγορουμένου- ενάγοντος, αφού η δικαστική υπόθεση βρισκόταν στο στάδιο της ποινικής προδικασίας, ούτε έλαβαν προηγουμένως τη συγκατάθεσή του για τη δημοσιοποίηση του ονόματός του στο εν λόγω έντυπο, με αποτέλεσμα να γίνει γνωστό σε κάθε τρίτο, ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο κατηγορείται για τις πράξεις που αναφέρονται στο δημοσίευμα και να προϊδεαστεί δυσμενώς κατ` αυτό το τρόπο η κοινή γνώμη για αυτόν ως άτομο και επαγγελματία για τις παραπάνω πράξεις, που φέρεται ότι είχε τελέσει και δεν είχε ακόμη καταδικαστεί, καθώς επίσης να μένει εκτεθιμένος στο αναγνωστικό κοινό και κυρίως σε γνωστούς και φίλους του, ως κατηγορούμενος για μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης του. Εξάλλου, αφού υπήρξε υπαιτιότητα των ως άνω προσώπων "ενεργοποιείται" και η γνήσια αντικειμενική ευθύνη της πρώτης εναγομένης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης ως ιδιοκτήτριας του εντύπου, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν στην πιο πάνω νομική σκέψη ...". Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι το Εφετείο έκρινε, ότι προσεβλήθη το δικαίωμα του ενάγοντος επί της προσωπικότητός του όχι σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 361, 362, 363, 367 Π.Κ. περί εξυβρίσεως κ.λπ., αλλά σύμφωνα με τις διατάξεις της Ε.Σ.Δ.Α., του Ν.2472/1997 και του Ν.1178/1981 επειδή οι αναιρεσείοντες δεν σεβάσθηκαν το τεκμήριο της αθωότητος του τότε κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσίβλητου και εδημοσίευσαν το όνομα και το επώνυμό του.Επομένως, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, δεν έλαβε παρά τον νόμο υπόψη ισχυρισμό από το άρθρο 367 παρ.2 Π.Κ. μη προταθέντα από τον αναιρεσίβλητο και δεν παραβίασε την διάταξη του άρθρου 367 παρ.1 Π.Κ. και οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.8 και 1, 19 ΚΠολΔ αντιστοίχως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Επειδή ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για μη λήψη υπόψη προταθέντος ισχυρισμού, δεν ιδρύεται, όταν ο ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 14/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται, ότι το Εφετείο δεν εξήτασε τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, ότι επειδή ο αναιρεσίβλητος διαχειρίζεται τις ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες, οι οποίες είναι δημόσιο αγαθό, αποτελεί δημόσιο πρόσωπο και "είναι προφανές, ότι η κρινόμενη περίπτωση εμπίπτει απόλυτα στην εξαίρεση, που επιτρέπει τη δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων ατόμων, που αποτελούν δημόσια πρόσωπα υπό την έννοια της άσκησης δημόσιου λειτουργήματος ή της διαχείρισης συμφερόντων, που αφορούν το ευρύ κοινό ... καμπτόμενης της αρχής προστασίας της προσωπικότητας .......". Ο λόγος αυτός προβάλλεται αορίστως και εντεύθεν, απαραδέκτως, καθόσον ανεξαρτήτως του εάν ο αναιρεσίβλητος αποτελεί δημόσιο πρόσωπο, σύμφωνα με τις αναφερθείσες ανωτέρω διατάξεις του Ν. 2472/1997, για την συλλογή και επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων αφορώντων δημόσια πρόσωπα απαιτείται, αφ`ενός μεν τα δεδομένα αυτά να συνδέονται με την άσκηση από τα δημόσια πρόσωπα δημοσίου λειτουργήματος και αφ`ετέρου να έχει χορηγηθεί προηγουμένως σχετική άδεια από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για δημοσιοποίηση του ονόματος του διωκομένου, οι δε αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν εάν επληρούντο οι προϋποθέσεις αυτές στην προκειμένη περίπτωση.
Επειδή για τον προσβαλλόμενο στην προσωπικότητά του και θίγεντα στην τιμή ή στην υπόληψή του από δημοσίευμα και υποστάντα ηθικήν βλάβην προβλέπεται α)από το άρθρο μόνο παράγραφος 1 Ν. 1178/1981, χρηματική ικανοποίηση, β)από την παράγραφο 6 του ιδίου άρθρου, εφόσον υποβληθεί από τον θιγέντα αίτημα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, διάταξη του δικαστηρίου, με την καταψηφιστική απόφασή του, περί καταχωρίσεως στην ίδια εφημερίδα περιλήψεως της αποφάσεως και γ)από το άρθρο 59 Α.Κ., χρηματική ικανοποίηση ή δημοσίευμα ή οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Από τα δικαιώματα όμως αυτά, απόκειται στην διακριτική ευχέρεια του θιγομένου προσώπου να επιλέξει, ανάλογα με τις περιστάσεις, το προσφορότερο, κατά την κρίση του, για την αποκατάσταση της παράνομης προσβολής της προσωπικότητός του. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, επειδή, κατά τους αναιρεσείοντες το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των περί ικανοποιήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου με σχετικό επανορθωτικό δημοσίευμα των ιδίων στην εφημερίδα των, το οποίο έλαβε χώραν την 12-9-2008, ήτοι σχεδόν τρία έτη μετά από το προσβλητικό για τον αναιρεσίβλητο δημοσίευμά των, είναι αβάσιμος, αφού όπως αναφέρθηκε, απόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αναιρεσιβλήτου να επιλέξει τον τρόπο της ικανοποιήσεώς του εντός των πλαισίων του νόμου.
Επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο εσχημάτισε το αποδεικτικό πόρισμά του, αφού έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, από αυτήν δε την αναφορά σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, καθίσταται βέβαιον ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και την επικαλουμένη από τους αναιρεσείοντες υπ` αριθ. 3375/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης. Επομένως, ο σχετικός έκτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα και αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-5-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 553/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Αυγούστου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

3 σχόλια:

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

Σύμφωνα με την ολομελειακή νομολογία του Ακυρωτικού [ΑΠ Ολομ 13/ 1999 Δνη 40 [1999].753 επ [εδώ 755]. Βλ˙ επίσης και ΜονΠρωτΗρ 345/ 1979 ΝοΒ 1979.1362 ] μας, “… οι διατάξεις του άρθρου 14 § § 1, 2 και 3 του Συντάγματος προστατεύουν την ελευθερία εκφράσεως και διαδόσεως των στοχασμών και απαγορεύουν την κατάσχεση, τη λογοκρισία ή κάθε άλλο ισοδύναμο προληπτικό μέτρο σε βάρος του τύπου που και ρητώς ανακηρύσσεται ελεύθερος. Η προστασία των ως άνω ελευθεριών, επειδή αποσκοπεί στη διαφύλαξη ύψιστων κοινωνικών αγαθών, καλύπτει [νομιμοποιεί] και προσβολές του δικαιώματος της προσωπικότητας που τυχόν ενυπάρχουν στην ενάσκηση τους, οι οποίες έτσι, εφ΄ όσον δεν προσβάλλεται η αξία του ανθρώπου, δεν είναι παράνομες διότι η προσωπικότητα, και αν θίγεται, έχει στη συγκεκριμένη περίπτωση υποδεέστερη σημασία σε σχέση με το αγαθό των ως άνω ελευθεριών”. Σχετική άποψη με την εν λόγω ιστορική απόφαση της Ολομέλειας του Ακυρωτικού μας έχει διατυπώσει ο ΕισΕφΑθ Αθ. Κονταξής [Τύπος και Δίκαιο, 1989, σελ˙ 515] κατά τον οποίο, “εφόσον το άρθρο 14 του Συντάγματος προστατεύει την ελευθερία του Τύπου, δεν αποτελεί παρά ειδική εκδήλωση του άρθρου 2 και συνεπώς δεν μπορεί να εξετασθεί σαν συγκρουόμενο με αυτό, αφού οι συνταγματικές διατάξεις που συνθέτουν το σύστημα των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων, αποτελούν τρεις εκδηλώσεις της μιας και ενιαίας προσωπικότητας του ανθρώπου, ως ηθικής και κοινωνικοπολιτικής οντότητας”. Όμως, ενώ η Ολομέλεια του Ακυρωτικού μας δίδει σαφή λύση στη σύγκρουση μεταξύ των ατομικών δικαιωμάτων της ελευθερίας έκφρασης δια του τύπου και της προστασίας του ιδιωτικού βίου, έρχεται το Ακυρωτικό [ποινικό τμήμα] με νεώτερη απόφαση του και απειλεί να την τινάξει στον αέρα χωρίς μάλιστα αιτιολογία! Ειδικότερα, σύμφωνα με αυτήν [ΑΠ 1724/ 1999 ΠοινΔικ 2000.243 [Κρουσταλάκης-Βλάσσης]. Η απόφαση αυτή ασχολήθηκε με το ζήτημα ενός προβλήματος πόσιμου νερού σε ένα χωριό από τον Νομάρχη και η είδηση της εφημερίδας αναφερόταν σε μια βόλτα του Νομάρχη με το υπηρεσιακό αυτοκίνητο του και με συνοδεία μιας γυναίκας της οποίας τα πόδια αερίζονταν κρεμασμένα στην πόρτα! Το περιστατικό αυτό μάλιστα αποδείχτηκε αναληθές], “Επίσης, ναι μεν δικαιολογημένο ενδιαφέρον είναι αναμφίβολα και εκείνο του εκδότη εφημερίδας και δημοσιογράφου, του οποίου καθήκον είναι να ελέγχει και επικρίνει τις πράξεις των ασκούντων έργο δημοσίου ενδιαφέροντος, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο Νομάρχης, πλην όμως η δημόσια κριτική των ως άνω προσώπων επιτρέπεται, εφόσον αφορούν το δημόσιο βίο αυτών και όχι όταν άπτεται του ιδιωτικού βίου τους και επιπλέον δεν επιτρέπεται [εκτρέπεται] σε κοινές ύβρεις και χλευασμούς”. Αν έτσι νομολογεί για τα δημόσια πρόσωπα [πρόσωπα πάντοτε απόλυτης επικαιρότητας] γίνεται αντιληπτό τι θα συμβαίνει με τα πρόσωπα σχετικής επικαιρότητας. Είναι βέβαιο ότι ο ιδιωτικός βίος ενός προσώπου περιλαμβάνεται στα αγαθά που εμπεριέχονται στην ευρεία έννοια της προσωπικότητας [Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό δίκαιο, ατομικά δικαιώματα, 1991, § 745 σελ˙ 515, Αρ. Μάνεση, συνταγματικά δικαιώματα, ατομικές ελευθερίες, 19813, σελ˙ 117, Ι. Καράκωστα, Το δίκαιο των ΜΜΕ, 1998, σελ 191, Α. Γαζή, στον συλλογικό τόμο “Η επίδρασις του συντάγματος του 1975 επί του ιδιωτικού και επί του δημοσίου δικαίου, 1976, σελ˙ 12 επ.]. Η Ολομέλεια του Ακυρωτικού μας είναι απόλυτη στη σύγκρουση δυο ατομικών δικαιωμάτων, της ελευθερίας έκφρασης δια του τύπου και της προστασίας της προσωπικότητας με την επιφύλαξη να μην προσβάλλεται η αξία του ανθρώπου. Δεν μπορώ να διανοηθώ ποτέ ότι μια απλή απόφαση του Ακυρωτικού μπορεί να ανατρέπει αυτήν της Ολομέλειας του. Ο δημοσιογράφος επιτελεί και πραγματώνει την αξίωση του κοινού για ενημέρωση. Είναι δε τόσο θεμελιώδες αυτό το δικαίωμα ώστε, παρά το ότι αμφισβητείται η συνταγματική [η θεωρία εδώ είναι διχασμένη.

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

Συνέχεια: Αντιθέτως υπέρ της συνταγματικής κατοχύρωσης η νμλγ, βλ· ΣτΕ 2787/ 1980 ΤοΣ 1981.675, ΕφΑθ 624/ 1999 Δνη 1999.1201, επίσης την εκπληκτική εισήγηση του αείμνηστου Προέδρου του ΣτΕ κ. Β. Μποτόπουλου υπό την ΣτΕ 4129/ 1980 ΤοΣ 1981.689 επ.] κατοχύρωση του, χωρίς αυτό όμως “το κοινό και ο καθένας δεν μπορεί να ασκήσει εύκολα και υπεύθυνα το από το άρθρο 5 § 1 δικαίωμα συμμετοχής του στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας. Στο πλαίσιο του δικαιώματος ενημερώσεως του κοινού έχει ο τύπος δικαίωμα πληροφορήσεως του κοινού. Η σύγκρουση αυτή μεταξύ του ατομικού δικαιώματος της ιδιωτικής σφαίρας και του δημοσίου συμφέροντος της ενημερώσεως του κοινού μπορεί να λυθεί μόνο με μια στάθμιση των δυο εννόμων αγαθών” [Π. Δαγτόγλου, όπ˙ πάρ˙ § § 745, 746 σελ˙ 515-516, Ι. Καράκωστα, όπ˙ πάρ˙ σελ˙ 195]. Διδάσκεται [Π. Δαγτόγλου, όπ˙ πάρ˙ § 229 σελ˙ 133] ότι “η έννοια της καταχρήσεως δεν προσδιορίζεται ρητώς από το Σύνταγμα όπως με την ΑΚ 281. Και εδώ όμως τα όρια ανάμεσα στη θεμιτή χρήση και την αθέμιτη κατάχρηση προκύπτουν από την σύνολη συνταγματική τάξη και ειδικότερα από το σκοπό του εκάστοτε δικαιώματος, τον οποίο υπερακοντίζει ή και αντιστρατεύεται ο καταχρώμενος, ανεξάρτητα από τυχόν πταίσμα του. Υπό το πρίσμα αυτό, το Σύνταγμα προσδιορίζει θετικά την αποθετική έννοια της καταχρήσεως: η χρήση του δικαιώματος κατά τρόπο ασυμβίβαστο με την πραγματοποίηση της κοινωνικής δικαιοσύνης εν ελευθερία και δικαιοσύνη αποτελεί κατάχρηση και απαγορεύεται. Εδώ γίνεται φανερός ο σύνδεσμος της απαγορεύσεως με την κοινωνική δέσμευση των ατομικών δικαιωμάτων”. Και ποια τα αποτελέσματα της καταχρηστικής άσκησης των ατομικών δικαιωμάτων Εδώ υπάρχει διχασμός μεταξύ των θεωρητικών. Κατά την πλέον κρατούσα άποψη [Π. Δαγτόγλου, όπ˙ πάρ˙ § 240 σελ˙ 138-139 και τις παραπομπές στη σημείωση 1 σελ˙ 139, Γνωμ ΕισΑΠ 4/ 1999 ΠοινΔικ 1999.587, ΠολΠρωτΑθ 1044/ 1986 Δνη 1987.710 με παραπομπές στην ακυρωτική νμλγ· αντιθέτως Αρ. Μάνεσης, όπ· πάρ· σελ· 83-89 [εδώ σελ· 89] που θεωρεί ότι η Συντ 25 § 3 είναι lex imperfecta χωρίς να συνεπάγεται κυρώσεις αλλά απλά είναι κατευθυντήρια για την ερμηνεία του άρθρου 5 § 1] στη φιλολογία και την νομολογία “το γεγονός όμως ότι η διάταξη του άρθρου 25 § 1 δεν αναφέρει ρητώς κύρωση για την περίπτωση της παραβιάσεως της, δεν σημαίνει ότι είναι lex imperfecta. Αντιθέτως, η κύρωση της καταχρήσεως είναι ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά δεν απολαμβάνει τη συνταγματική προστασία του ατομικού δικαιώματος, το οποίο πια δεν μπορεί να επικαλεσθεί ο καταχρώμενος”. Ερωτάται: είναι δυνατόν υπό το πρόσχημα της προστασίας του ιδιωτικού βίου να διαπράττονται ηθικά απαράδεκτες πράξεις και να διαμαρτύρονται μετά οι “θιγόμενοι” για προσβολή της προσωπικότητας; Η απάντηση είναι προφανής. Δεν μπορεί το Σύνταγμα να προστατεύσει τέτοιες συμπεριφορές. Πάλι κατά την νμλγ του Ακυρωτικού μας [ΑΠ Ολομ 40/ 1998 Δνη 40 [1999].46], “Στην αξία του ανθρώπου περιλαμβάνεται πρωτίστως η ανθρώπινη προσωπικότητα ως εσωτερικό συναίσθημα τιμής και ως κοινωνική αναγνώριση υπόληψης”. Είναι δυνατόν υπό το πρόσχημα της προστασίας του ιδιωτικού βίου να ευλογούνται ηθικά και εγκληματικά απαράδεκτες πράξεις; Τι νόημα έχει τότε ο περιορισμός του άρθρου 5 § 1 του ισχύοντος Συντάγματος που αφορά την ανάπτυξη της προσωπικότητας “εφ′ όσον δεν προσβάλλει τα χρηστά ήθη”; Θα πρέπει άραγε να θυμίσω ότι κατά τους διαπρεπείς διδάσκαλους του ποινικού δικαίου Ν. Ανδρουλάκη και Αργ. Καρρά [ενδεικτικά για την περίφημη αυτή σκέψη, Ν. Ανδρουλάκη, Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης, 19942, § 295 σελ˙ 182, Αργ. Καρρά, Ποινικό δικονομικό δίκαιο, 19982, § 705 σελ˙ 642 στο κείμενο αλλά και στην υποσημείωση 62 στην ίδια σελίδα] “το Σύνταγμα μας προστατεύει την ελεύθερη ανάπτυξη και όχι την ελεύθερη κατάπτωση της προσωπικότητας, κατάπτωση που άρχισε με την τέλεση της εγκληματικής πράξης”.

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

τα παραπάνω είναι αποσπάσματα από τις προτάσεις μου σε υπεράσπιση τοπικής εφημερίδας κατά το 2001.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...