Πέμπτη, 28 Μαΐου 2015

Ιατρική ευθύνη.

Περίληψη. Σωματική βλάβη εξ αμελείας από υπόχρεο. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Ποινική ευθύνη ιατρού. Κώδικας ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος. Πραγματικά περιστατικά. Παράλειψη αφαίρεσης οδηγού καθετήρα μετά τη διενέργεια χειρουργικής επέμβασης. Υποβολή της πολιτικώς ενάγουσας σε νέα χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση του συρμάτινου οδηγού. Κατηγορούμενος: α) ο θεράπων ιατρός γυναικολόγος, πραγματοποιήσας τη χειρουργική επέμβαση και β) ο εφημερεύων ειδικευόμενος ιατρός.
Άρειος Πάγος,  442/ 2014, Ζ` ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 εδάφ. α` του Π.Κ. τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως μέχρι τριών ετών εκείνος που από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 ΠΚ, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση του πλημμελήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλομένη κατ` αντικειμενική κρίση προσοχή την οποία κάθε μέτριος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει να καταβάλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πείρα και τη λογική, β) να είχε αυτός τη δυνατότητα με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο είτε δεν προέβλεψε είτε το προέβλεψε ως δυνατό πίστευσε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή της παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 15 του ΠΚ, το οποίο προβλέπει το έγκλημα που τελείται με παράλειψη " όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινος πράξεως απαιτεί να έχει επέλθει το αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Πρόκειται για ειδική μορφή εγκλήματος όπου η επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος εξ αιτίας της παραλείψεως ισοδυναμεί νομικά με την παραγωγή του με ενέργεια, εφόσον συντρέχει η προβλεπόμενη από το νόμο ιδιαίτερη νομική υποχρέωση. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει είτε από ρητή διάταξη νόμου ή σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου είτε από σύμβαση, είτε από προηγούμενη συμπεριφορά του τελευταίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος του εγκληματικού αποτελέσματος. Προϋποτίθεται ότι συντρέχει και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραλείψεως και του αποτελέσματος, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει, όταν συμπερασματικά γίνεται δεκτό, ότι αν γινόταν η επιβεβλημένη ενέργεια, που δεν έγινε τότε με πιθανότητα που εγγίζει τη βεβαιότητα, το συγκεκριμένο αποτέλεσμα δεν θα επερχόταν.
Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται ειδικότερα ποινική ευθύνη του ιατρού για σωματική βλάβη από αμέλεια, όταν το ζημιογόνο αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση από μέρους του των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση εφόσον η αντίστοιχη ενέργεια ή παράλειψη του, δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμελείας που απορρέει από την άσκηση του επαγγέλματός του και ανάγεται σε νομική υποχρέωσή του με επιτακτικούς κανόνες. Τέτοιες διατάξεις είναι αυτή του άρθρου 24 του Α.Ν. 1565/1939 "Περί Κώδικα ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. με το άρθρο 47 του ΕισΝΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι ο ιατρός οφείλει να παρέχει μετά ζήλου, ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως την ιατρική αυτού συνδρομή, σύμφωνα προς τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσας πείρας, τηρώντας ισχύουσες διατάξεις περί διαφυλάξεως των ασθενών και προστασίας των υγιών.Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται, έτσι, λόγος αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠΔ, όταν δεν αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής η μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθμό 8181α-9654/2013, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, (Πλημμελημάτων) που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, Ιατρός, για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ. σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, εκτίθεται ότι, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ` είδος αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν, μετά την ανάλυση του νομικού μέρους της υπόθεσης, τα ακόλουθα, κατά πιστή μεταφορά: H πολιτικώς ενάγουσα Μ. Τ. αντιμετώπιζε κατά το 2006 διάφορα προβλήματα γυναικολογικής φύσης, εξαιτίας των οποίων νοσηλεύτηκε αρκετές φορές στο Γ.Ν.Ε. "ΘΡΙΑΣΙΟ". Ειδικότερα, κατά το χρονικό διάστημα από 22-3-2006 μέχρι 24-3-2006, νοσηλεύτηκε στη Β` Παθολογική Κλινική του ως άνω νοσοκομείου λόγω σιδηροπενικής αναιμίας, απ` όπου, μετά το γενόμενο αναγκαίο έλεγχο, εξήλθε σε καλή γενική κατάσταση. Μετά όμως από τρεις ημέρες και συγκεκριμένα στις 25-3-2006, επανεισήχθη στο νοσοκομείο με εντολή του πρώτου κατηγορουμένου, Επιμελητή Α` Μαιευτικής- Γυναικολογίας, λόγω μητρορραγίας, σακχαρώδη διαβήτη και υπέρτασης, και υποβλήθηκε από τον ίδιο ιατρό σε θεραπευτική απόξεση, αφού δε ακολούθησε την ενδεικνυόμενη συντηρητική και φαρμακευτική αγωγή, εξήλθε στις 1-4-2006, εν αναμονή των αποτελεσμάτων της ιστολογικής εξέτασης, ώστε να αποφασιστεί αν η περαιτέρω αντιμετώπιση του προβλήματος της υγείας της θα ήταν συντηρητική αγωγή ή θα απαιτείτο χειρουργική επέμβαση. Στις 4-4-2006 έγινε νέα εισαγωγή της για υποτροπή μητρορραγίας, η οποία αντιμετωπίστηκε με συντηρητική φαρμακευτική αγωγή και, με δεδομένο ότι τα αποτελέσματα της ιστολογικής εξέτασης ήταν αρνητικά για κακοήθεια, εξήχθη και πάλι με συντηρητική φαρμακευτική θεραπεία, προκειμένου να αποφευχθεί η χειρουργική επέμβαση. Στις 15-4-2006 όμως έγινε νέα εισαγωγή αυτής στο ίδιο νοσοκομείο, με εισιτήριο του θεράποντος ιατρού της, πρώτου κατηγορουμένου, λόγω υποτροπής της κατάστασής της, οπότε πλέον αποφασίστηκε από τον ίδιο να υποβληθεί, στις 21-4-2006, σε χειρουργική επέμβαση κοιλιακής ολικής υστερεκτομής. Πριν όμως από την επέμβαση, κρίθηκε αναγκαίο από τον ίδιο ιατρό να υποβληθεί η ασθενής σε μετάγγιση αίματος, προκειμένου να βελτιωθεί η κλινική της εικόνα, η οποία είχε επιδεινωθεί από τις προηγηθείσες συνεχείς αιμορραγίες. Την παραμονή του χειρουργείου (20-4-2006), στην απογευματινή βάρδια, επειδή οι μαίες, οι οποίες ανέλαβαν να την προετοιμάσουν για τη μετάγγιση αίματος, δεν κατάφεραν να τοποθετήσουν καθετήρα στην περιφερική φλέβα αυτής, λόγω του ότι οι φλέβες των άνω άκρων της ήσαν ταλαιπωρημένες από προηγούμενες χορηγήσεις σιδήρου ενδοφλεβίως, κάλεσαν τον πρώτο κατηγορούμενο, ως υπεύθυνο, λόγω της ιδιότητάς του ως θεράποντος ιατρού της πολιτικώς ενάγουσας, αλλά και ως εφημερεύοντος ιατρού της μαιευτικής- γυναικολογικής κλινικής κατ` εκείνη την ημέρα, καθώς επίσης το δεύτερο κατηγορούμενο, ειδικευόμενο ιατρό και επίσης εφημερεύοντα, προκειμένου να μεριμνήσουν για την τοποθέτηση κεντρικής φλεβικής γραμμής. Οι τελευταίοι, κάλεσαν τον εφημερεύοντα γενικό χειρουργό προκειμένου να εκτιμήσει την ασθενή και να κάνει την τοποθέτηση της κεντρικής μηριαίας φλεβικής γραμμής, πλην όμως, λόγω αργοπορίας αυτού, και με δεδομένο ότι το αίμα για την μετάγγιση είχε ήδη αφιχθεί και δεν μπορούσε να παραμείνει εκτός ψυγείου περισσότερο από μια ώρα, η γραμμή αυτή τοποθετήθηκε εν τέλει από τον ειδικευόμενο δεύτερο κατηγορούμενο, (ο οποίος είχε σχετική προηγούμενη εμπειρία, αφού είχε μάθει να τοποθετεί κεντρική φλεβική γραμμή στη χειρουργική κλινική της Λέρου, όπου είχε υπηρετήσει κατά το παρελθόν), με την εντολή και την εποπτεία του πρώτου κατηγορουμένου, θεράποντα ιατρού-Επιμελητή. Ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι, λόγω γενικής εφημερίας του νοσοκομείου, ο ίδιος ήταν απασχολημένος με εξωτερικούς ασθενείς και δεν έλαβε μέρος στην ως άνω ιατρική πράξη, την οποία πραγματοποίησε μόνος και εν αγνοία αυτού, με την εντολή και τη συναίνεση του διευθυντή της μαιευτικής- γυναικολογικής κλινικής Χ. Μ., ο συγκατηγορούμενός του Δ. Ζ., καταρρίπτεται απολύτως: α) από την κατάθεση της εξετασθείσας ενόρκως στο ακροατήριο μάρτυρα (τότε ειδικευόμενης) ιατρού Δ. Π., η οποία είχε συμμετάσχει το μεσημέρι της κρίσιμης ημέρας (20-3-2006) ως Β` βοηθός, σε χειρουργική επέμβαση καισαρικής τομής (γεγονός αναμφισβήτητο, αφού προκύπτει από το μητρώο τοκετών της κλινικής, το βιβλίο χειρουργείου και τα αναισθησιολογικό φύλλο παρακολούθησης, κατά τα αναφερόμενα στο 65/2- 2-1009 πόρισμα της διενεργηθείσας Ε.Δ.Ε.) και μετά το πέρας της οποίας, διερχόμενη έξω από τον θάλαμο της πολιτικώς ενάγουσας, εισήλθε σ` αυτόν και είδε αμφότερους τους κατηγορουμένους να ενεργούν κάποια ιατρική πράξη επ` αυτής (βλ. κατάθεση αυτής, στην οποία αναφέρει επί λέξει: "είδα τον Ζ. σκυμμένο στα πόδια της ασθενούς να κάνει μία πράξη, δεν είδα τι ακριβώς έκανε, και τον Τ. να επιβλέπει ..."), β) από την περί τούτου κατάθεση της ίδιας της πολιτικώς ενάγουσας, η οποία γνωρίζοντας ασφαλέστερα όλων τα πρόσωπα που ενήργησαν επ` αυτής, αναφέρει με απόλυτη βεβαιότητα ότι κατά την εκτέλεση του φλεβικού καθετηριασμού ήσαν παρόντες αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, γ) από το πρακτικό συνεδρίασης της 19-2-2010 του Κεντρικού Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών Ε.Σ.Υ. και το προαναφερόμενο πόρισμα της Ε.Δ.Ε., κατά τα οποία η εφημερία του νοσοκομείου ήταν μικρή και όχι γενική και, σύμφωνα με το βιβλίο καταγραφής των έκτακτων περιστατικών, δεν υπήρχαν ασθενείς στο ιατρείο κατ` εκείνο τον χρόνο, όπως αναληθώς ο πρώτος κατηγορούμενος Χ. Τ. υποστηρίζει. Στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι ο καθετήρας που τοποθετήθηκε, έχει μήκος 50-60 εκατοστών και στο εσωτερικό του υπάρχει συρμάτινος οδηγός, που καταλήγει σε σχήμα του γράμματος τζέϊ της αγγλικής αλφαβήτου (j), δηλαδή σε σχήμα αγκίστρου, για να μην προκαλεί κατά την πορεία του εντός της φλέβας τραυματισμούς σε αυτήν. Η τοποθέτηση του καθετήρα στη φλέβα γίνεται ως ακολούθως: κατ` αρχήν εισάγεται η βελόνη δια μέσου του δέρματος και γίνεται παρακέντηση της φλέβας, στη συνέχεια εισάγεται στη φλέβα ο ανωτέρω συρμάτινος οδηγός και, αφού αφαιρεθεί η βελόνη, προωθείται στη φλέβα, μετά από διαστολή, ο καθετήρας, μετά την εισαγωγή του οποίου αποσύρεται και αφαιρείται από το σημείο του καθετηριασμού ο συρμάτινος οδηγός, αφού έχει επιτελέσει πλέον την αποστολή του, την δι` αυτού δηλαδή προώθηση του καθετήρα. Στην προκείμενη όμως περίπτωση ο δεύτερος κατηγορούμενος, ενεργώντας υπό τις εντολές και την εποπτεία του παρόντος κατά την τοποθέτηση του καθετήρα πρώτου κατηγορουμένου, μετά την τοποθέτηση αυτού παρέλειψε να αφαιρέσει τον συρμάτινο οδηγό που είχε τοποθετήσει, ο οποίος παρέμεινε μέσα στη φλέβα της ασθενούς. Η τελευταία χειρουργήθηκε επιτυχώς την επομένη από τον πρώτο κατηγορούμενο, με πρώτο βοηθό το διευθυντή Χ. Μ. και ειδικευόμενη τη Δ. Π. και μετά την επέμβαση, εφόσον εξέλιπε πλέον η ανάγκη μετάγγισης αίματος, της αφαιρέθηκε ο καθετήρας, μόνο όμως αυτός, και όχι και ο συρμάτινος οδηγός του, με αποτέλεσμα να εξέλθει από το νοσοκομείο, στις 26-4-2006, με ομαλή μεν μετεγχειρητική πορεία, φέρουσα όμως στη φλέβα της τον προπεριγραφέντα συρμάτινο οδηγό. Ωστόσο αυτή, νιώθοντας διάφορες ενοχλήσεις, όπως μουδιάσματα στα πόδια, δυσχέρεια βάδισης, ζάλη και την αίσθηση, όπως η ίδια περιγράφει, ότι "χτυπούν δυο καρδιές στο στήθος της", προσήλθε στις 14-11-2006 ως εξωτερική ασθενής στα ΤΕΠ του ίδιου νοσοκομείου, στο καρδιολογικό τμήμα αυτού, για αναφερόμενη αυξημένη αρτηριακή πίεση και άλγος στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης και της συστήθηκε από τους καρδιολόγους, εκτός του συνήθη καρδιολογικού ελέγχου, και η ενέργεια ακτινολογικού ελέγχου της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Εν συνεχεία της δόθηκαν οδηγίες για τη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης και της συστήθηκε να μεταβεί στον ορθοπεδικό εφημερίας για να εκτιμήσει το ραχιαίο άλγος και να αξιολογήσει τις ακτινογραφίες. Η πολιτικώς ενάγουσα μετέβη στο ακτινολογικό τμήμα, όπου της έγιναν οι ως άνω ακτινογραφίες, οι οποίες όμως δεν γνωματεύθηκαν, αφού δεν τις είδε κανένας ιατρός, ούτε ο καρδιολόγος που τις είχε συστήσει (επειδή σε ημέρες γενικής εφημερίας, λόγω υπερβολικού φόρτου εργασίας, γνωματεύονται μόνο οι ακτινογραφίες για τις οποίες ο κλινικός ιατρός ζητά γνωμάτευση, βλ. σχετικά πόρισμα της ΕΔΕ), ούτε οι ορθοπεδικοί, πιθανότατα επειδή δεν είχαν δώσει αυτοί την εντολή να γίνουν οι ακτινογραφίες, με αποτέλεσμα να μη διαπιστωθεί και πάλι η ύπαρξη του συρμάτινου οδηγού. Τον Δεκέμβριο του 2006, η πολιτικώς ενάγουσα επισκέφτηκε στην κλινική ... τον ιατρό Π. για ορθοπεδικό πρόβλημα και εκεί, μετά από εργαστηριακούς ελέγχους (ακτινογραφίες, μαγνητική τομογραφία) εντοπίστηκε εντός της φλέβας, ο μήκους 50-60 εκατοστών συρμάτινος οδηγός που είχε χρησιμοποιηθεί για την τοποθέτηση της κεντρικής φλεβικής γραμμής στις 20-4-2006, ενώ αποτυπώνεται στην ακτινογραφία και το άγκιστρο στο εμπρόσθιο τμήμα του, όπως προκύπτει από την αναγνωσθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Μ. Γ., χειρουργού, ο οποίος προέβη στην χειρουργική αφαίρεσή του. Κατά την κατάθεση αυτού, το σύρμα ξεκινούσε από την κλείδα και κατέβαινε στο μηρό και δεν βγήκε άθικτο αλλά, όταν το έπιασε με ειδικό εργαλείο (σαν λάσο, όπως ο ίδιος το περιγράφει) για να το τραβήξει, άρχισαν να φεύγουν οι περιελίξεις, οπότε αναγκάστηκε να κάνει μικρή τομή στη βουβωνική χώρα και με ειδική λαβίδα κατόρθωσε να το πιάσει από κάτω και να το αφαιρέσει. Η πολιτικώς ενάγουσα υποστηρίζει ότι και μετά την αφαίρεση του συρμάτινου οδηγού, παρέμεινε στη φλέβα της μικρό τμήμα αυτού, το οποίο θα φέρει εσαεί. Ο ισχυρισμός της όμως αυτός δεν αποδεικνύεται βάσιμος, αφού ο προαναφερθείς χειρουργός (Γ.) είναι κατηγορηματικός στην ως άνω κατάθεσή του ότι αφαίρεσε το σύνολο του οδηγού (βλ. σελ. 35, στιχ. 13-15 και σελ. 36, τρεις τελευταίοι στίχοι εκκληθείσας αποφάσεως), δεν προσκομίζεται δε από την ίδια ακτινολογική εξέταση από την οποία θα προέκυπτε ενδεχόμενη ύπαρξη υπολείμματος του συρμάτινου οδηγού. Επίσης, κατά την κατάθεση του ίδιου ως άνω ιατρού (Μ. Γ.), προκύπτει ότι κατά τη διάρκεια που παρέμεινε ο συρμάτινος οδηγός στη φλέβα της πολιτικώς ενάγουσας υπήρχε ενδεχόμενο να προκαλέσει διαταραχή της πυκτικότητας του αίματος και θρόμβωση, αν δε είχε μετακινηθεί, θα μπορούσε να προκαλέσει και πνευμονική εμβολή. Ο ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου (προβληθείς για πρώτη φορά κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου απολογία του), ότι μετά την τοποθέτηση του καθετήρα αφαίρεσε τον οδηγό, αλλά πιθανότατα αυτός έσπασε και το πρώτο τμήμα του δεν εξήχθη, οπότε πρόκειται για αστοχία υλικού, δεν ενισχύθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Και αν ακόμη όμως θεωρηθεί αληθής ο ισχυρισμός αυτός, αν δηλαδή είχε θραυσθεί ο συρμάτινος οδηγός λόγω αστοχίας υλικού και είχε εξαχθεί τμήμα μόνο αυτού, τούτο θα είχε γίνει εύκολα αντιληπτό από τον μέσο επιμελή ιατρό, όπως οι κατηγορούμενοι, γιατί και το μήκος του εξαχθέντος οδηγού θα ήταν μικρότερο από αυτό που είχε εισαχθεί. Αν πάλι θεωρηθεί ότι βγήκε το εσωτερικό συρμάτινο τμήμα και παρέμεινε εντός της παθούσας το εξωτερικό σπειροειδές, ή το αντίθετο, και πάλι λόγω της διαφορετικής υφής τους, οι κατηγορούμενοι όφειλαν και μπορούσαν να το αντιληφθούν. Ειδικώς, αφού ληφθεί υπόψη ότι στο συγκεκριμένο νοσοκομείο είχαν σημειωθεί στο παρελθόν και άλλα παρόμοια περιστατικά, οι εν λόγω κατηγορούμενοι όφειλαν και μπορούσαν, με δεδομένο ότι δεν συνηθίζεται η διενέργεια ακτινογραφίας μετά την έξοδο του οδηγού, να είναι ιδιαίτερα παρατηρητικοί κατά την εξαγωγή του οδηγού, τόσο με οπτικό έλεγχο όσο και με την αφή, ώστε να βεβαιωθούν ότι αυτός εξήχθη ακέραιος, σε όλο το μήκος του, περιλαμβανομένου και του εύκαμπτου αγκίστρου. Αποδείχθηκε δηλαδή ότι οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας αμελώς, μη καταβάλλοντας δηλαδή την κατ` αντικειμενική κρίση επιμέλεια και προσοχή που κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος ιατρός, κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, όφειλε να καταβάλει, και που οι ίδιοι μπορούσαν να καταβάλουν, λόγω των γνώσεων και της εμπειρίας τους, παρέλειψαν, κατά παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, να αφαιρέσουν το συρμάτινο οδηγό από τη μηριαία φλέβα της πολιτικώς ενάγουσας μετά την τοποθέτηση του φλεβικού καθετήρα που ο δεύτερος τούτων, υπό την εποπτεία και επίβλεψη του πρώτου, διεξήγαγε, με1 συνέπεια να παραμείνει αυτός μέσα στη φλέβα της και να προκαλέσει τα προβλήματα που προαναφέρθηκαν, για την αποκατάσταση των οποίων αναγκάστηκε η παθούσα να υποβληθεί σε νέα επέμβαση αφαίρεσής του, την οποία θα είχε αποφύγει, αν οι κατηγορούμενοι είχαν καταβάλει την προεκτεθείσα επιμέλεια. Σημειώνεται ότι ο κατά τα άνω, με βάση τα προκύψαντα κατά την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, γενόμενος από το Δικαστήριο ακριβέστερος προσδιορισμός των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την αμέλεια των κατηγορουμένων και συγκροτούν τον τρόπο τελέσεως της αποδιδόμενης σ` αυτούς πράξεως, δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας (ΑΠ 1311/2012, ΤΝΠ ΔΣΑ). Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι της πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια και από υπόχρεο που τους αποδίδεται, όπως αυτή ειδικότερα περιγράφεται στο διατακτικό. Στο διατακτικό τον κήρυξε ένοχο του ότι: Στην Ελευσίνα Αττικής στην κάτωθι ημεροχρονολογία, ως υπόχρεοι από το επάγγελμά τους σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από αμέλειά τους, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, προκάλεσαν σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας άλλου, χωρίς να προβλέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την παρακάτω πράξη τους.
Ειδικότερα, στις 20-4-2006, ενόψει του ότι η εγκαλούσα Μ. Τ. είχε προγραμματισθεί να υποβληθεί την επομένη (21-4-2006) σε χειρουργική επέμβαση ολικής υστερεκτομής, για τη βελτίωση δε της προεγχειριτικής κλινικής εικόνας της, που είχε επιβαρυνθεί από προηγηθείσες μητρορραγίες, παρίστατο ανάγκη να υποβληθεί σε μετάγγιση αίματος, ήταν όμως δυσχερής ο εντοπισμός περιφερικών φλεβών για καθετηριασμό, ο δεύτερος κατηγορούμενος Δ. Ζ.; ως ειδικευόμενος του Μαιευτικού - Γυναικολογικού Τμήματος του Νοσοκομείου "Γ.Ν. Ελευσίνας - Θριάσιο" και εφημερεύων κατ` εκείνη την ημέρα, προέβη, κατόπιν εντολής και υπό την παρουσία και επίβλεψη του πρώτου κατηγορουμένου Χ. Τ., Επιμελητή Α` της ίδιας ως άνω κλινικής, θεράποντος ιατρού της εγκαλούσας και επίσης εφημερεύοντος κατά την ίδια ημέρα, στην τοποθέτηση κεντρικής φλεβικής γραμμής (φλεβικού καθετήρα) της δεξιάς κάτω κοίλης φλέβας. Πλην όμως, ενώ κατά τους κοινώς παραδεδεγμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, για την τέλεση της ιατρικής πράξης της τοποθέτησης φλεβικού καθετήρα, ο οποίος έχει μήκος 50-60 εκατοστών και στο εσωτερικό του οποίου υπάρχει συρμάτινος οδηγός, που καταλήγει σε σχήμα του γράμματος τζέϊ της αγγλικής αλφαβήτου (j), δηλαδή σε σχήμα αγκίστρου, για να μην προκαλεί κατά την πορεία του εντός της φλέβας τραυματισμούς σ` αυτήν- εισάγεται δια μέσου του δέρματος η προσαρτημένη στον καθετήρα βελόνη, στη συνέχεια εισάγεται στη φλέβα ο συρμάτινος οδηγός που βρίσκεται μέσα στον καθετήρα και, αφού αφαιρεθεί η βελόνη, προωθείται στη φλέβα, μετά από διαστολή, ο καθετήρας, μετά την επιτυχή εισαγωγή του οποίου αποσύρεται και αφαιρείται από το σημείο του καθετηριασμού ο συρμάτινος οδηγός, αφού έχει πλέον επιτελέσει την αποστολή του, την δι` αυτού δηλαδή προώθηση του καθετήρα, οι κατηγορούμενοι, υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητές τους, από αμέλειά τους, λόγω του ότι δηλαδή δεν κατέβαλαν την ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή που όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, και κατά παράβαση των κοινώς παραδεδεγμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, δεν αφαίρεσαν, όπως είχαν υποχρέωση, το συρμάτινο οδηγό αμέσως μετά την επιτυχή εισαγωγή του καθετήρα, τον οποίο μάλιστα δεν αφαίρεσαν ούτε και μετά την ολοκλήρωση της διενεργηθείσας στις 21-4- 2006 χειρουργικής επέμβασης (στην οποία μετείχαν αμφότεροι), οπότε προέβησαν στην αφαίρεση μόνο του καθετήρα, και όχι και του οδηγού αυτού, με αποτέλεσμα, το οποίο δεν πρόβλεψαν, να εξέλθει η παθούσα από το νοσοκομείο φέρουσα το συρμάτινο οδηγό εντός της κάτω κοίλης φλέβας αυτής, γεγονός που της προκάλεσε ισχυρούς πόνους στη δεξιά κοιλιακή και θωρακική πλευρά, έντονη ζάλη, μούδιασμα στα πόδια και δυσχέρεια βάδισης και την υποχρέωσε εν τέλει να υποβληθεί, στις 20-12-2006, σε νέα χειρουργική επέμβαση στην ιδιωτική κλινική "...", προκειμένου να γίνει η αφαίρεση αυτού. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο στο σκεπτικό και στο διατακτικό, τα οποία αλληλοσυμπληρώνονται διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, ιατρός, της απλής σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, των άρθρων 28, 314 παρ. 1, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 315 παρ. 1 β του ΠΚ, και σ` αυτές του άρθρου 24 του α.ν. 1565/1939 " περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", τις οποίες ορθά εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Η σωματική βλάβη και η βλάβη της υγείας της παθούσας, κατά τις παραδοχές τελέστηκε από τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα 1) με τη μη επίδειξη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε, ως μετρίως συνετός ιατρός, να καταβάλει και 2) με την παράλληλη παράλειψη (από αμέλεια), να αφαιρέσει, όπως είχε υποχρέωση τόσο αυτός, ως θεράπων ιατρός γυναικολόγος, πραγματοποιήσας την χειρουργική επέμβαση στην παθούσα όσο και ο συγκατηγορούμενός του, εφημερεύων ειδικευόμενος ιατρός, συμμετέχων στην ως άνω χειρουργική επέμβαση, τον συρμάτινο οδηγό αμέσως μετά την επιτυχή εισαγωγή του καθετήρα, τον οποίο δεν αφαίρεσαν ούτε μετά την ολοκλήρωση της διενεργηθείσας από τον αναιρεσείοντα χειρουργικής επέμβασης, οπότε προέβησαν στην αφαίρεση μόνο του καθετήρα, και όχι και του οδηγού αυτού . Εξάλλου, αιτιολογείται η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και του αξιοποίνου αποτελέσματος, με την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων από έλλειψη της ιδιαίτερης επιμέλειας και προσοχής που όφειλε να καταβάλει και κατά παράβαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης δεν αφαίρεσε, (ούτε και ο συγκατηγορούμενός του ιατρός) όπως είχε υποχρέωση, το συρμάτινο οδηγό και, συνεπεία της εν λόγω παραλείψεώς του, δημιούργησε την αιτιατή συνθήκη για την παραγωγή του αποτελέσματος, δηλαδή την πρόκληση ισχυρών πόνων στη δεξιά κοιλιακή και θωρακική πλευρά, έντονη ζάλη, μούδιασμα τα πόδια και δυσχέρεια βάδισης και την εν τέλει υποβολή της πολιτικώς ενάγουσας σε νέα χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση του συρμάτινου οδηγού. Καίτοι για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν ήταν αναγκαίο να αναφερθεί στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, αν με την επακολουθήσασα επέμβαση αφαίρεσης του συρμάτινου οδηγού αποκαταστάθηκε η υγεία της παθούσας, εν τούτοις αναφέρεται σε αυτό ότι για την "αποκατάσταση" των προβλημάτων που εμφάνισε αναγκάστηκε η παθούσα να υποβληθεί σε νέα επέμβαση, από την παραδοχή δε αυτή συνάγεται ότι αποκαταστάθηκε η υγεία της με τη νέα επέμβαση αφαίρεσης του συρμάτινου οδηγού. Περαιτέρω, οι παραδοχές ότι πέραν της προεκτεθείσας σωματικής βλάβης, η παραμονή του συρμάτινου οδηγού εγκυμονούσε κινδύνους και για θρόμβωση ή για πνευμονική εμβολή δεν δημιουργούν αντίφαση και ασάφεια αλλά απλώς διευκρίνιση για τον κίνδυνο που μπορούσε να προκληθεί στην υγεία της παθούσας. Περαιτέρω, με την παραδοχή ότι το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα "ο κατηγορούμενος μπορούσε να το προβλέψει και δεν το προέβλεψε", προσδιορίζεται σαφώς και η μορφή της αμέλειας του αναιρεσείοντος ιατρού, ως μη συνειδητής. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, ότι δεν συμμετείχε κατά την τοποθέτηση του φλεβικού καθετήρα, αφού αυτή έγινε από το συγκατηγορούμενό του κατ` εντολή άλλου ιατρού και επομένως δεν είχε υποχρέωση για την αφαίρεσή του, είναι απαράδεκτες καθόσον υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας της απόφασης πλήττεται, η περί τα πράγματα, ουσιαστικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, όλες οι αντίθετες προς τα ανωτέρω αιτιάσεις και οι λόγοι αναιρέσεως της αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` και Ε` του ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και ειδικότερα για ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες και για εκ πλαγίου παράβαση και έλλειψη νόμιμης βάσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη, της παραστάσας, πολιτικώς ενάγουσας ( άρθρο 176,183 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 3 Ιανουαρίου 2014, με αριθμό 1/2014, αίτηση του Χ. Τ. του Ε., περί αναιρέσεως της με αριθμό 8181α-9654/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων).
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας, την οποία καθορίζει σε πεντακόσια (500) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2014
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαρτίου 2014.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...