Τρίτη, 26 Μαΐου 2015

Έγκλημα μη καταβολής φορολογικής οφειλής.

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΠΟΛ. 1109/2015 20.05.2015.
Η θέση μου για την Εγκύκλιο αυτή, στις παρατηρήσεις που ακολουθούν [Γ.Φ].
Κοινοποίηση των διατάξεων του άρθρου 20 του ν. 4321/2015 (ΦΕΚ 32 Α/21.3.2015) περί ποινικής δίωξης λόγω μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρ. 25 ν.1882/1990) και λοιπά συναφή θέματα.
Σας κοινοποιούμε :
- τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 4321/2015 (ΦΕΚ 32 Α/21-03-2015) «Ρυθμίσεις για την επανεκκίνηση της οικονομίας», με τις οποίες τροποποιήθηκαν οι διατάξεις για το προβλεπόμενο από το άρθρο 25 του ν. 1882/1990 αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους με την αντικατάσταση της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, καθώς και
-την αρ. 5/2012 εγκύκλιο του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την οποία παρέχονται οδηγίες στους εισαγγελικούς λειτουργούς για την πιστή εφαρμογή του β' εδαφίου της παραγράφου 8 του άρθρου 25 του ιδίου νόμου περί της μη υποχρεωτικής εμφάνισης του μάρτυρα στο ακροατήριο κατά την ποινική διαδικασία.

Τέλος, με την παρούσα καταργείται η υποχρέωση υποβολής τριμηνιαίων συγκεντρωτικών στοιχείων αιτήσεων ποινικής δίωξης του άρθρου αυτού εφεξής. Ειδικότερα :
Ι. Θέματα επαναρρύθμισης ποινικού αδικήματος
Με τις κοινοποιούμενες διατάξεις επαναρρυθμίζεται το προβλεπόμενο από το άρ. 25 του ν. 1882/1990 ποινικό αδίκημα της μη καταβολής βεβαιωμένων στη Φορολογική Διοίκηση χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου καθώς και τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα και συγκεκριμένα :
α) Αύξηση του ορίου του αξιοποίνου
Αυξάνεται το κατώτερο ποσό της συνολικής ληξιπρόθεσμης οφειλής συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων προς το Δημόσιο και τα ανωτέρω νομικά πρόσωπα, άνω του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη των υπευθύνων, από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ που ίσχυε μέχρι τη δημοσίευση του νόμου, σε πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ. Αποποινικοποιείται, δηλαδή, η μη καταβολή χρεών για συνολικά ποσά μικρότερα των 50.000 ευρώ.
β) Κατάργηση αυτόφωρης διαδικασίας
Ομοίως με τις κοινοποιούμενες διατάξεις καταργείται το έκτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτό θεσπίστηκε με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν. 3943/2011, που αναδιατύπωνε την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος, ορίζοντας ως χρόνο τέλεσης αυτού το χρονικό διάστημα από την παρέλευση τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής, καθιστώντας το εν λόγω αδίκημα διαρκές και συνεχές αυτόφωρο. Με τις νέες διατάξεις επανέρχεται ο προγενέστερος της ανωτέρω διάταξης χαρακτηρισμός του εν λόγω αδικήματος ως στιγμιαίου, με χρόνο τέλεσης αυτού την παρέλευση τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία λήξης καταβολής των οφειλών.
γ) Μεταβατικές διατάξεις
i) Δικαστικές αποφάσεις - Εκκρεμείς διαδικασίες (αιτήσεις ποινικών διώξεων ή ένδικα μέσα)
Αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων που εκδόθηκαν για μη καταβολή συνολικών ποσών κάτω των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και δεν έχουν εκτελεστεί μέχρι τη δημοσίευση του νόμου, δεν εκτελούνται. Αν άρχισε η εκτέλεσή τους, αυτή διακόπτεται.
Εκκρεμείς αιτήσεις ή ένδικα μέσα κατά αποφάσεων για χρέη που υπολείπονται του ποσού των 50.000 ευρώ, δεν εισάγονται για συζήτηση στο δικαστήριο.
ii) Λήξη αναστολής παραγραφής χρεών
Η κατά το άρθρο 25 παρ.7 του Ν. 1882/1990 αναστολή παραγραφής των χρεών που άρχισε με την υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης για συνολικά ποσά κατώτερα των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, λήγει την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου, δηλαδή την 21-03-2015, και δεν συμπληρώνεται, σε κάθε περίπτωση, πριν από την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής.
Η παραπάνω ρύθμιση προϋποθέτει τη μη έκδοση κατά την ως άνω ημερομηνία τελεσίδικης απόφασης, καθόσον στην περίπτωση ήδη εκδοθείσας τελεσίδικης απόφασης η αναστολή της παραγραφής έληξε την ημερομηνία της τελεσιδικίας.
iii) Παραγραφή του αδικήματος που τελεί στην αυτόφωρη διαδικασία
Με τις κοινοποιούμενες διατάξεις το αδίκημα κατέστη πλέον στιγμιαίο -όπως αναλύεται στο ανωτέρω σημείο (1β) της παρούσας - με χρόνο τέλεσης αυτού, το χρονικό σημείο παρέλευσης τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία λήξης καταβολής των οφειλών. Κατά συνέπεια την ίδια χρονική στιγμή αρχίζει και η παραγραφή του αδικήματος, η οποία λόγω του πλημμεληματικού χαρακτήρα αυτού είναι πενταετής, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 18 και της παρ.3 άρθρου 111 του Ποινικού Κώδικα.
Για τα αδικήματα για τα οποία κατά την δημοσίευση του νόμου έχει μεν παρέλθει το ως άνω χρονικό διάστημα των τεσσάρων μηνών από το ληξιπρόθεσμο αυτών, δεν έχει όμως ακόμα συμπληρωθεί και το διάστημα που ορίζεται στην παρ. 1γ του άρθρου 3 του Ν. 3941/11, ήτοι των είκοσι (20) μηνών του διαρκούς αδικήματος, η παραγραφή αυτού αρχίζει από τη δημοσίευση του Ν. 4321/2015, δηλαδή την 21-03-2015.
δ) Επισημάνσεις
Σε κάθε περίπτωση επισημαίνεται ότι, η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης δεν επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Προϊσταμένου της αρμόδιας κατά περίπτωση υπηρεσίας της Φορολογικής Διοίκησης, αντίθετα, εντάσσεται στις ενέργειες που ασκούνται κατά δέσμια αρμοδιότητα. Με την υποβολή της σχετικής αίτησης στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών η περαιτέρω πορεία της υπόθεσης εκφεύγει των αρμοδιοτήτων της Διοίκησης και όποια ένσταση του φορολογουμένου, μπορεί να προβληθεί μόνο ενώπιον των δικαστικών αρχών.
Για τις αιτήσεις ποινικής δίωξης για συνολικό ποσό οφειλών κάτω των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση και ως εκ τούτου δεν έχει λήξει η αναστολή παραγραφής των χρεών τους, μέσα σε εύλογο χρόνο θα πρέπει να έχει ενημερωθεί το σύστημα TAXIS, προκειμένου να κλείσουν και οι αναστολές παραγραφής χρεών που περιέχονται σε αυτές, με ημερομηνία την 21-03-2015.
ΙΙ. Θέματα εμφάνισης μάρτυρα στο ακροατήριο - σχετική η αρ. 5/2012 εγκύκλιος του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου
Όπως είναι γνωστό, με το β εδάφιο της παραγράφου1 του άρθρου 3 του ν. 3943/ 2011 προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην παράγραφο 8 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, σύμφωνα με το οποίο η εμφάνιση του μάρτυρα στο ακροατήριο δεν είναι υποχρεωτική, εφόσον έχει προηγηθεί έγγραφη ενημέρωση του αρμόδιου εισαγγελέα ή δικαστηρίου εκ μέρους της Φορολογικής Διοίκησης σχετικά με τη διαδικαστική εξέλιξη της οφειλής.
Με την ΠΟΛ 1151/2011 παρασχέθηκαν οδηγίες ως προς τη δυνητική εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης και την αποφυγή εφαρμογής της σε περιπτώσεις που η μη εμφάνιση του μάρτυρα στο ακροατήριο δυνατόν να παρακωλύσει την εν γένει διαδικασία (λχ ως προς την άμεση λήψη των αποδείξεων από το δικαστήριο, αναγκαιότητα αντίκρουσης των υπό του κατηγορουμένου αναπτυχθέντων).
Εντούτοις, παρά την τήρηση των ανωτέρω και την έγκαιρη ενημέρωση του αρμόδιου Εισαγγελέα - Δικαστηρίου από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Φορολογικής Διοίκησης, παρατηρείται το φαινόμενο να αναβάλλεται η εκδίκαση των εν λόγω υποθέσεων προκειμένου να εμφανιστούν οι απουσιάζοντες μάρτυρες της Φορολογικής Διοίκησης, με την ταυτόχρονη επιβολή σε αυτούς ποινών λιπομαρτυρίας, όπως αυτό άλλωστε διαπιστώνεται και στην αρ. 5/ 2012 εγκύκλιο του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την οποία θέτει υπόψη των αρμοδίων αρχών ότι η κατά τα ανωτέρω «ακολουθούμενη από τα δικαστήρια πρακτική της επιβολής ποινών λιπομαρτυρίας στις ως άνω περιπτώσεις, καίτοι η εμφάνιση των μαρτύρων δεν είναι υποχρεωτική, δεν είναι σύννομη, θέτοντας ως εκ τούτου εκποδών το σαφές γράμμα του νόμου». Κατόπιν των ανωτέρω, κρίνεται σκόπιμη η αναφορά της αρ. 5/2012 εγκυκλίου του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, όταν συντάσσεται έγγραφη ενημέρωση στον αρμόδιο Εισαγγελέα ή Δικαστήριο.
ΙΙΙ.Κατάργηση υποχρέωσης ηλεκτρονικής υποβολής τριμηνιαίων συγκεντρωτικών στοιχείων αιτήσεων ποινικής δίωξης
Με τα αρ. ΔΝΥ 1039632 ΕΞ 2012 /8.3.2012, ΔΝΥ 1110179 ΕΞ 2012/ 26.7.2012 και ΔΝΥ Α 1137554 ΕΞ 2013 /5.9.2013 έγγραφα, σας παρασχέθηκαν οδηγίες για την ανά τρίμηνο (και το αργότερο εντός 10ημέρου από την πάροδο του τριμήνου) υποβολή συγκεντρωτικών καταστάσεων, μεταξύ άλλων, των αιτήσεων ποινικής δίωξης στο εσωτερικό δίκτυο (INTRANET) του Υπουργείου. 

Παρατήρηση 1. Το ερμηνευόμενο, με την παρούσα εγκύκλιο, άρθρο 20 έχει ως εξής:

                           Ν. 4321/ 2015 "ρυθμίσεις για την επανεκκίνηση της οικονομίας".

                                                                         Άρθρο 20. 


                                                                     Ποινική δίωξη

Η παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/ 1990 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στη Φορολογική Διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών τιμωρείται με ποινή φυλάκισης:
α) Ενός (1) τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ.
β) Τριών (3) τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α΄, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ.
Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή των Ελεγκτικών Κέντρων ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων. Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό.»
Αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων που εκδόθηκαν για χρέη μικρότερα από τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 και δεν έχουν εκτελεστεί κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού, δεν εκτελούνται. Αν άρχισε η εκτέλεσή τους, διακόπτεται.
Εκκρεμείς αιτήσεις Προϊσταμένων Δημόσιων Οικονομικών Υπηρεσιών ή Ελεγκτικών Κέντρων ή
Τελωνείων ή ένδικα μέσα κατά αποφάσεων για χρέη κατώτερα αυτών που ορίζονται ανωτέρω, δεν εισάγονται για συζήτηση.
Η αναστολή της παραγραφής των χρεών, κατώτερων του ποσού των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, για τα οποία υποβλήθηκε αίτηση ποινικής δίωξης, λήγει με τη δημοσίευση του νόμου αυτού, η παραγραφή συνεχίζεται και δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο έτους από τη λήξη της αναστολής.
Η παραγραφή του αδικήματος, του οποίου κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου δεν έχει συμπληρωθεί το μετά την πάροδο τετραμήνου χρονικό διάστημα που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 3943/2011, αρχίζει από τη δημοσίευση του παρόντος.

Παρατήρηση 2.Σχετικά με την απαιτούμενη αίτηση του Διευθυντή της ΔΟΥ για άσκηση ποινικής δίωξης.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 § 1 εδάφιο γ’ ν. 4321/ 2015, «Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή των Ελεγκτικών Κέντρων ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους». Την ίδια ρύθμιση‒ως προς την πρωτοβουλία άσκησης ποινικής δίωξης‒προέβλεπε και το άρθρο 25 του Ν. 1882/ 1990 «Φοροδιαφυγή-φορολογία».
Σύμφωνα με το άρθρο 41 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας [ΚΠΔ], «στις περιπτώσεις που ο νόμος ορίζει ότι απαιτείται αίτηση της αρχής για να ασκηθεί ποινική δίωξη, η αίτηση γίνεται σε κάθε εκπρόσωπο της εισαγγελικής αρχής, γραπτά ή προφορικά, και συντάσσεται έκθεση».
Στα πλαίσια της ερμηνείας της διάταξης αυτής γίνονται δεκτά τα επόμενα [οι επόμενες σκέψεις ειλημμένες από τον ογκώδη σχολιασμένο Κώδικα Ποινικής Δικονομίας του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Αθανάσιου Κονταξή (4 η έκδοση, 2006), που δεν νοείται να μη βρίσκεται σε δικηγορική ή δικαστική βιβλιοθήκη]: η απαίτηση της αιτήσεως οφείλεται εις λόγους γενικωτέρας κρατικής ή διπλωματικής πολιτικής προς έλεγχον της σκοπιμότητος της ποινικής διώξεως. Κατά τον Ν. Ανδρουλάκη (σχόλιον υπό την ΑΠ 305/ 1971), η εξάρτησις της ποινικής διώξεως εκ της υποβολής αιτήσεως αρχής δεν προσήκει εις τας περιπτώσεις εκείνας, εφ’ ων η ποινική δίωξις άπτεται οπωσδήποτε του γενικοτέρου κρατικού συμφέροντος (πράγμα το οποίον συμβαίνει και με την πάταξιν της φοροδιαφυγής), αλλά μόνον εκεί, όπου λόγοι γενικωτέρας κρατικής ή διοικητικής πολιτικής επιβάλλουν τον εν εκάστη συγκεκριμένη περιπτώσει έλεγχον της σκοπιμότητος της κινήσεως της ποινικής διώξεως, και δη υφ’  ενός συνήθως υπερκειμένου φορέως της πολιτικής ταύτης. Ταύτα όμως είναι αμφίβολον αν ισχύουν καθ’  όσον αφορά εις την φοροδιαφυγήν, ης ουδέν πολιτικόν συμφέρον δύναται να επιτρέπει την ανοχήν, και ήτις διώκεται μόνον κατόπιν εγκλήσεως του Εφόρου, προκειμένου να μη καθίσταται αναπόφευκτος η τιμώρησις και των ασήμαντων έτι φορολογικών παραβάσεων. Την σκοπιμότητα μη υποβολής διώξεως για λόγους γενικότερου συμφέροντος δέχτηκε και ο Άρειος Πάγος με την υπ’  αριθμό 95/ 1959 απόφαση του! Η αίτηση δεν υπόκειται στην προθεσμία του άρθρου 117 § 1 του ποινικού κώδικα [δηλαδή δεν είναι υποχρεωτικό να υποβληθεί μέσα σε ένα τρίμηνο από την ημέρα τέλεσης του εγκλήματος της φοροδιαφυγής]. Μπορεί να υποβληθεί μέχρι επελεύσεως του χρόνου παραγραφής του εγκλήματος. Δεν χωρεί παραίτηση από το δικαίωμα υποβολής ή παραίτηση από την υποβληθείσα αίτηση δίωξης. Η άσκησις διώξεως άνευ προηγουμένης αιτήσεως, οσάκις αύτη απαιτείται κατά νόμον, καθιστά την δίωξιν απαράδεκτον (ΑΠ 723/ 72, ΑΠ 564/ 67, Εφετείο Πατρών 428/ 1991), η δε μη κήρυξη του απαραδέκτου συνιστά λόγον αναιρέσεως κατά της αποφάσεως και του βουλεύματος για υπέρβαση εξουσίας (ΑΠ 338/ 61, ΑΠ 723/ 72). Επί εγκλημάτων διωκομενων κατ’  αίτησιν, ο εισαγγελεύς δεν δύναται να προβή εις ουδεμίαν προκαταρκτικήν ενέργειαν πριν λάβη την αίτησιν, ουδέ επί επιγούσης ανάγκης [σελίδες 477-479 του σπουδαίου Έργου του ΕισΑΠ Αθ. Κονταξή].
 Τέλος, όταν ο Διευθυντής της ΔΟΥ κλπ στέλνει την αίτηση-μαζί με τον φάκελο του διωκόμενου παραβάτη-στον Εισαγγελέα, δεν συντάσσεται έκθεση στη Γραμματεία της Εισαγγελίας. Δηλαδή αρκεί να στείλει ο αρμόδιος διευθυντής της ΔΟΥ ταχυδρομικά τον φάκελο χωρίς να υποχρεώνεται να παρασταθεί στην γραμματεία της Εισαγγελίας για τη σύνταξη της έκθεσης. Η παρατυπία αυτή ευλογείται από το Ακυρωτικό μας ήδη από το 1994 (ΑΠ 71/ 94) μέχρι και σήμερα (ΑΠ 204/ 2014), με τη δικαιολογία ότι η αίτηση αυτή αποτελεί απλώς πληροφορία προς τον εισαγγελέα για τη διάπραξη του εγκλήματος της φοροδιαφυγής! Ειδικότερα, νομολογεί το Ακυρωτικό μας [ΑΠ 204/ 2014], “…Η ανωτέρω σημειουμένη στο νόμο αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον εισαγγελέα, δεν έχει την έννοια της απαιτουμένης ως άνω κατά το άρθρο 41 ΚΠοινΔ αιτήσεως αρχής και επομένως δεν απαιτείται για την άσκηση της ποινικής δίωξης, ως αναγκαία προδικασία, η υποβολή προηγουμένης μηνυτήριας αναφοράς ή αιτήσεως από τον προϊστάμενο της αρμόδιας οικονομικής υπηρεσίας και η σύνταξη σχετικής εκθέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο υπερέβη αρνητικά την εξουσία του καθόσον δεν ήλεγξε, ως όφειλε και αυτεπαγγέλτως να πράξει, το ότι για την αναφορά του προϊσταμένου του Τελωνείου, βάσει της οποίας ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος η ποινική δίωξη, δεν συνετάγη πράξη καταθέσεως και δεν κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη αλλά ερεύνησε την ενοχή του. Ο άνω, εκ του άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Η` του ΚΠοινΔ, πρόσθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος διότι, σύμφωνα με τα ανωτέρω, για τη σύννομη άσκηση της ποινικής διώξεως για μη καταβολή βεβαιωμένων ληξιπροθέσμων χρεών προς το Δημόσιο, δεν απαιτείται αίτηση της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. κλπ με την έννοια της προηγουμένης αδείας Αρχής του άρθρου 41 ΚΠοινΔ”.
Από τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα ως ισχύοντα επί της υποχρέωσης υποβολής αίτησης για δίωξη της φοροδιαφυγής καθίσταται σαφές ότι, το ΑΘΛΙΟ αυτό ΔΙΕΦΘΑΡΜΕΝΟ κράτος δεν προτίθεται να πατάξει την φοροδιαφυγή! Γιατί τότε θα έπρεπε να στείλει στη φυλακή τη συντριπτική πλειοψηφία των διαπλεκόμενων “επιχειρηματιών” του παρδαλού αυτού sui generis μορφώματος που λέγεται Ελλάδα. Και ο λόγος είναι προφανής. Είναι γνωστό ότι η χώρα μας είναι πρωταθλήτρια στη διαφθορά και με μέγα Διδάσκαλο στο ευγενές αυτό σπορ [λέγεται, αλλιώς, μίζα η μη πληρωμή φόρων] την Γερμανική Υπερδύναμη. Δίδεται έτσι η δυνατότητα στους διεφθαρμένους ΑΠΑΤΕΩΝΕΣ “επιχειρηματίες” να παζαρεύουν-δια και με τη σχετική μίζα-τη  καθυστέρηση της αποστολής του φακέλου τους από τον ευεπίφορο στη μίζα διευθυντή της ΔΟΥ προς τον αρμόδιο Εισαγγελέα. Αλήθεια, γιατί εμποδίζουν ή φοβούνται τον Εισαγγελέα να επέμβει σ’  αυτό το ειδεχθές έγκλημα; Γιατί; Ποια σκοπιμότητα επιβάλλει να δένονται τα χέρια του Εισαγγελέα-και, γενικότερα, της Δικαιοσύνης-ώστε να μη στέλνονται στη φυλακή ο χρεωστούμενος ΦΠΑ από η Γερμανική Hochtiff [κατασκευάστρια του αεροδρομίου των Σπάτων] που έχει, μάλιστα, καταδικαστεί από διοικητικό δικαστήριο; Ποια σκοπιμότητα επιβάλλει να μην στέλνονται στη φυλακή οι διαπλεκόμενοι, παντοειδείς ντβατζήδες της διαπλοκής; Ποια; Αλλά, κανένα πρόβλημα! Υπάρχουν πάντα τα υποζύγια, ο Λαός, να ξεχρεώνει τους τζογαδώρους τραπεζοτοκογλύφους, τους διαπλεκόμενους νταβατζήδες κλπ.! Πως το έλεγε ο μεγαλοτζογαδόρος Warren Buffet; Γίνεται Πόλεμος στην Κοινωνία μα η Τάξη μου είναι αυτή που κερδίζει! Μίλησε κανείς για Ισλανδία; Μίλησε κανείς για Ράφαελ Κορέα; Για το διεφθαρμένο Κράτος, ως μηχανισμό "ειρήνης", ως μηχανισμό "διατησίας" μιας αλληλοσπαρασόμενης ταξικής κοινωνίας, αρκούμαι στην επίκληση των σκέψεων του τρομερού πυρπολητή ποιητή της φωτιάς Φρειδερίκου Νίτσε στην ανάρτηση “Το νέο είδωλο”.
Ύστερα απ'  όλα αυτά καθίσταται σαφές ότι, παρά την επιφανειακή "προοδευτικότητα" του μέτρου αυτού, πάλι το σύνηθες υποζύγιο θα πληρώσει τη νύφη. Και οι στομφώδεις διακηρύξεις περί πάταξης της φοροδιαφυγής ηχούν ως μακάβριο αστείο!

1 σχόλιο:

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

"...Οι ρυθμοί είσπραξης των δημοσίων εσόδων θα μπορούσαν να βελτιωθούν αν δινόταν η δυνατότητα στον γενικό γραμματέα Δημοσίων Εσόδων να καθορίζει την προτεραιότητα στο ποιοι θα ελεγχθούν και πότε, με βάση ένα παραμετρικό μοντέλο κινδύνου φοροδιαφυγής. Μια ακόμη πιο ριζική λύση θα ήταν να αποκτήσουν οι Εισαγγελίες δικό τους ανεξάρτητο ελεγκτικό μηχανισμό για οικονομικά ζητήματα, ενδεχομένως στο πλαίσιο της ίδρυσης και δικαστικής αστυνομίας, όπως υπάρχει σε πολλές άλλες χώρες. Ολα αυτά ωστόσο απαιτούν υπομονή και οργάνωση για την επίτευξη αποτελεσμάτων σε βάθος χρόνου. Ωστόσο, η τρόικα (θεσμοί) ούτε υπομονή ούτε χρόνο διαθέτει. Γι’ αυτό και πιέζει την ελληνική κυβέρνηση για άμεσα δημοσιονομικά αποτελέσματα μέσω υφεσιακών μέτρων, όπως π.χ. αύξηση του ΦΠΑ στον τουρισμό, που οδηγούν τελικά σε φαύλο κύκλο" [Κ. Χρυσόγονος].
Η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής

Addthis