Πέμπτη, 28 Μαΐου 2015

Τραυματισμός [δάγκωμα] από σκύλο. Ευθύνη.

Περίληψη. Βλάβη εξ αμελείας από υπόχρεο κατά συρροή. Έγκλημα παραλείψεως. Ιδιαίτερη νομική υποχρέωση. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Τραυματισμός ανηλίκου και της μητρός του, η οποία προσέτρεξε για να βοηθήσει το τέκνο της, από σκύλο. Ποινική ευθύνη ιδιοκτήτριας του σκύλου. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Ελλειψη αιτιολογίας. Υπέρβαση εξουσίας. Αιτίαση περί απαράδεκτης ποινικής διώξεως, λόγω υποβολής της εγκλήσεως μόνο από τη μητέρα, και όχι και από τους δύο γονείς. Αυτεπαγγέλτως διωκόμενο έγκλημα η σωματική βλάβη εξ αμελείας από υπόχρεο και, ως εκ τούτου, δεν απαιτείται η υποβολή εγκλήσεως. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αναίρεση.

Άρειος Πάγος 605/ 2014, Ζ` ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Κατά το άρθρο 314 παρ.1 εδ. α` του ΠΚ, "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του ΠΚ, κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του αδικήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων πείρα και λογική, και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα της σωματικής βλάβης, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου, ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Σ` αυτή την περίπτωση, πρέπει στην αιτιολογία της αποφάσεως να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρεώσεως και, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 16594/2013 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο κατά συρροή σε βάρος των Β. Π. και Φ. Ι. και την καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι η κατηγορουμένη έχει τελέσει την πράξη που της αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη είναι ιδιοκτήτρια οικίας με αύλειο χώρο στο Πόρτο Ράφτη, όπου διατηρεί ένα σκύλο ράτσας Λαμπραντόρ. Την 1.3.2007 η κατηγορουμένη επισκέφθηκε την άνω οικία της, την οποία χρησιμοποιεί ως εξοχικό, πλην όμως κατά την αποχώρησή της από αυτήν δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα ώστε να μην είναι δυνατόν ο άνω σκύλος να επιτεθεί σε ανθρώπους, που διέρχονταν έξω από την οικία της, δεν φρόντισε να δέσει σωστά αυτόν (σκύλο) εντός της αυλής, δεν του τοποθέτησε φίμωτρο και δεν μερίμνησε να κλείσει τα κενά μεταξύ των καγκέλων της περίφραξης της αυλής, έτσι ώστε να μην είναι δυνατόν να έχει πρόσβαση τούτος προς τους ανθρώπους, που διέρχονταν πλησίον της περίφραξης της αυλής της οικίας της. Έτσι όταν ο ανήλικος Β. Π., ηλικίας 3 ετών, ο οποίος διαμένει σε όμορη με της κατηγορούμενης οικία, καθώς έπαιζε με άλλα παιδιά σε δρόμο έμπροσθεν της οικίας της κατηγορουμένης, πέρασε πλησίον της περίφραξης, ο ανωτέρω σκύλος του επιτέθηκε μέσα από τα κάγκελα της αυλής, τον δάγκωσε και τον τράβηξε μέσα στην αυλή από τα διάκενα που υπήρχαν στην περίφραξη και συνέχισε να τον δαγκώνει. Όταν η μητέρα του ανηλίκου έσπευσε να βοηθήσει το ανήλικο τέκνο της και εισήλθε μέσα στην αυλή, ο σκύλος επιτέθηκε και σ` αυτήν και τη δάγκωσε σε διάφορα σημεία του σώματός της. Ειδικότερα από τα δήγματα του σκύλου η μητέρα του ανηλίκου Φ. Ι. υπέστη κάταγμα ονυχοφόρου φάλαγγος του παράμεσου δακτύλου της δεξιάς άκρας χειρός, ελλείμματα δέρματος κατά τη δεξιά γαστροκνημία και κατά το έσω και έξω σφυρό του αριστερού ποδιού, ενώ ο ανήλικος Β. Π. υπέστη κακώσεις στη δεξιά μασχαλιαία χώρα, στην οπίσθια επιφάνεια του δεξιού ημιθωρακίου, στη δεξιά γλουτιαία χώρα, στο δεξιό κάτω άκρο και στη ραχιαία και πελματιαία επιφάνεια μεταξύ του 4ου και 5ου δακτύλου του δεξιού άκρου ποδός. Ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι τα κάγκελα ήταν προσφάτως φτιαγμένα και δεν είχαν κενά δεν κρίνεται βάσιμος και πρέπει ν` απορριφθεί, διότι στην περίπτωση αυτή δεν θα χωρούσε ο ανήλικος να περάσει μέσα από τα κάγκελα, όπως τον τράβηξε ο σκύλος, ενώ απορριπτέος τυγχάνει και ο ισχυρισμός ότι η μητέρα του ανηλίκου εισήλθε μόνη της στην αυλή και δεν ευθύνεται η ίδια (κατηγορουμένη), αφού η Φ. Ι. προέβη στην άνω ενέργεια για να αποσπάσει το τέκνο της από το σκύλο. Κατόπιν τούτων πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό". Στο δε διατακτικό, το οποίο, όπως αναφέρθηκε, αποτελεί με το σκεπτικό ενιαίο σύνολο, αναγράφεται και ότι "η κατηγορουμένη, ενώ ήταν υπόχρεη ως κάτοχος σκύλου να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από αμέλεια, ... δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα ...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 314 παρ. 1, 28 και 15 του ΠΚ. Η μερικότερη αντίθετη αιτίαση της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμη, αφού αιτιολογείται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση αυτής να εποπτεύει το σκύλο της ώστε να μη υπάρχει ο κίνδυνος να προκαλεί αυτός σωματικές βλάβες σε τρίτους, η οποία υποχρέωση πηγάζει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με την ιδιότητα της αναιρεσείουσας ως ιδιοκτήτριας του σκύλου. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 315 παρ. 1 εδ. α και β του ΠΚ, "στις περιπτώσεις των άρθρων 308 και 314 η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. Δεν απαιτείται έγκληση αν ο υπαίτιος της πράξης του άρθρου 314 ήταν υπόχρεος λόγω της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή". Από τις διατάξεις αυτές, σαφώς συνάγεται ότι για την άσκηση ποινικής διώξεως για σωματική βλάβη από αμέλεια, κατά κανόνα απαιτείται η υποβολή κατά του δράστη εγκλήσεως από τον παθόντα. Στην περίπτωση, όμως, κατά την οποία ο δράστης της σωματικής βλάβης ήταν υπόχρεος λόγω της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή, η δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως. Στην τελευταία περίπτωση υπάγεται, όπως ήδη έχει αναφερθεί, και ο ιδιοκτήτης σκύλου, ο οποίος, από αμέλειά του, δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να μη είναι δυνατή η επίθεση του σκύλου, με αποτέλεσμα ο σκύλος να προκαλέσει στον παθόντα σωματική βλάβη. Περαιτέρω, υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η` του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, κατά την περ. δ, και όταν το δικαστήριο καταδίκασε κάποιον για έγκλημα, για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη έγκληση. Εξάλλου, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο περί μη υποβολής εγκλήσεως, στις περιπτώσεις που απαιτείται η υποβολή της, αφού η αποδοχή του άγει στην κήρυξη της ποινικής διώξεως απαράδεκτης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας, η αναιρεσείουσα είχε προτείνει, πρωτοδίκως, τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι η κατ` αυτής ποινική δίωξη για τη σωματική βλάβη του ανηλίκου Β. Π. είναι απαράδεκτη, γιατί η έγκληση ασκήθηκε μόνο από τη μητέρα του Φ. Ι. και όχι και από τους δύο γονείς του ανηλίκου. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε με την πρωτόδικη 91810/2011 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με λόγο της υπ` αριθ. εκθ. 9846/2011 εφέσεως και προτάθηκε από την αναιρεσείουσα και ενώπιον αυτού. Όμως, δεν ήταν νόμιμος, προεχόντως γιατί, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, το ένδικο έγκλημα διώκεται αυτεπαγγέλτως και δεν απαιτείτο η υποβολή εγκλήσεως. Επομένως, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει. Παρά ταύτα, απήντησε αιτιολογημένα και τον απέρριψε ως νομικά αβάσιμο με την αυτή ως άνω αιτιολογία. Προχωρώντας δε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και στην καταδίκη της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, δεν υπερέβη την εξουσία του. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η, Δ και Ε του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3 Ιουνίου 2013 (με αριθ. πρωτ. 4174/2013) αίτηση της Ε. Χ. του Γ., για αναίρεση της 16594/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας Φ. Ι. του Τ. από πεντακόσια (500) ευρώ.

3 σχόλια:

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

Σύμφωνα με το άρθρο 15 του ισχύοντος ποινικού κώδικα μας, “όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος”. Είναι γνωστό ότι ένα έγκλημα μπορεί να τελεστεί, αρκετές φορές, είτε με ενέργεια είτε με παράλειψη [Μιχ. Μαργαρίτης-Αντ. Μαργαρίτη, ερμηνεία ποινικού κώδικα, 2014, σελίδα 55 υπό § 1]. π.χ. η μητέρα πνίγει το παιδί της [ανθρωποκτονία τελεσθείσα με ενέργεια] ή, με άλλο τρόπο, αφήνει το παιδί της να πεθάνει από την ασιτία [ανθρωποκτονία τελεσθείσα με παράλειψη]. Κατά τον ΑντΕισΑΠ Αθ. Κονταξή [ερμηνεία ποινικού κώδικα, τόμος Α’, 2000, σελ. 407], “στα εγκλήματα που τελούνται με παράλειψη δεν γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στις διατάξεις του ποινικού κώδικα, διότι ο άδικος χαρακτήρας τους συνίσταται στη μη αποτροπή ενός αποτελέσματος, η προξένηση του οποίου περιγράφεται στη σχετική διάταξη ως θετική ενέργεια. Έτσι, σχεδόν κάθε έγκλημα αποτελέσματος, ο τρόπος προξενήσεως του οποίου περιγράφεται από το νόμο ως θετική ενέργεια, είναι δυνατόν να εμφανισθεί και ως μη γνήσιο έγκλημα παραλείψεως, όταν αιτία της επελεύσεως του αποτελέσματος αυτού είναι όχι η θετική ενέργεια αλλά η παράλειψη”. Ποια είναι τα εγκλήματα αποτελέσματος; Κατά τον Άρειο Πάγο [592/ 2004] “κατά το άρθρο 15 Π.Κ., στο έγκλημα, που τελείται από παράλειψη, αυτός, που έκανε την παράλειψη, τιμωρείται, όχι γιατί προκάλεσε το αποτέλεσμα, αλλά γιατί με την παράλειψή του δεν το απέτρεψε και για τη θεμελίωσή του απαιτείται η ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου για ενέργεια, η οποία τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για το οποίο, άμα επέλθει, ο νόμος απειλεί ποινή. Η υποχρέωση αυτή, είναι δυνατόν να πηγάζει, είτε από διάταξη νόμου, ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, τα οποία συνδέονται με ορισμένη θέση του υποχρέου, είτε από σύμβαση ή από προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος”. Πάλι κατά τον Άρειο Πάγο [442/ 2014], σαφέστατα, “Πρόκειται για ειδική μορφή εγκλήματος όπου η επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος εξ αιτίας της παραλείψεως ισοδυναμεί νομικά με την παραγωγή του με ενέργεια, εφόσον συντρέχει η προβλεπόμενη από το νόμο ιδιαίτερη νομική υποχρέωση. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει είτε από ρητή διάταξη νόμου ή σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου είτε από σύμβαση, είτε από προηγούμενη συμπεριφορά του τελευταίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος του εγκληματικού αποτελέσματος. Προϋποτίθεται ότι συντρέχει και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραλείψεως και του αποτελέσματος, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει, όταν συμπερασματικά γίνεται δεκτό, ότι αν γινόταν η επιβεβλημένη ενέργεια, που δεν έγινε τότε με πιθανότητα που εγγίζει τη βεβαιότητα, το συγκεκριμένο αποτέλεσμα δεν θα επερχόταν” (συνέχεια).

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

συνέχεια: Διαφωτιστικότατος στο ιδιόμορφο αυτό ποινικό μόρφωμα [δεν πρόκειται για ιδιαίτερο έγκλημα όπως. π.χ. η ανθρωποκτονία, η κλοπή, η δυσφήμιση κλπ] είναι ο αείμνηστος Δάσκαλος μου Γεώργιος-Αλέξανδρος Μαγκάκης [Ποινικό Δίκαιο, διάγραμμα γενικού μέρους, τόμος ά, 1979, σελίδες 133-135], “με την διάταξη αυτή (άρθρο 15 ΠΚ) προβλέπεται ως τρόπος διάπραξης ενός εγκλήματος τέλεσης και η παράλειψη των ενεργειών που θα μπορούσαν να εμποδίσουν την επέλευση ορισμένου εγκληματικού αποτελέσματος, περιλαμβανόμενου στην έννοια ενός εγκλήματος τέλεσης, όταν ο υπαίτιος είχε νομικό καθήκον που τον υποχρέωνε να καταβάλλει προσπάθειες για την αποτροπή αυτού του αποτελέσματος, με άλλα λόγια όταν ο υπαίτιος είχε ειδικό νομικό καθήκον προστασίας του έννομου αγαθού, που θίγεται από το σχετικό έγκλημα τέλεσης. Κάθε επομένως έγκλημα τέλεσης, που είναι ταυτόχρονα και έγκλημα αποτελέσματος, μπορεί να τελεστεί και με την παράλειψη εκπλήρωσης ενός ειδικού νομικού καθήκοντος προστασίας… Με τη διάταξη του άρθρου 15 δημιουργείται δίπλα σε κάθε έγκλημα τέλεσης και αποτελέσματος και ένα έγκλημα τελούμενο με παράλειψη. Η ρύθμιση αυτή στηρίζεται στο συναίσθημα του Δικαίου, που εξομοιώνει τη μη αποτροπή ενός εγκληματικού αποτελέσματος με την ενεργητική παραγωγή του στις περιπτώσεις εκείνες που ο υπαίτιος είχε την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να φροντίσει για την αποτροπή του αποτελέσματος. Χαρακτηριστική έκφραση αυτής της αντίδρασης του συναισθήματος δικαίου είναι η διατύπωση στη ζωντανή καθημερινή γλώσσα ορισμένων περιπτώσεων. Για να αποδώσουμε π.χ. την περίπτωση που μια μητέρα παραλείπει να φωνάξει το γιατρό για να φροντίσει το παιδί της που σφαδάζει από τους πόνους, και το παιδί πεθαίνει από δηλητηρίαση, χρησιμοποιούμε συνήθως τη διατύπωση: “με την απονιά της σκότωσε το παιδί της”. Έτσι της αποδίδουμε ανθρωποκτονία κι αυτό γιατί η μητέρα έχει, σύμφωνα με την κοινή συνείδηση Δικαίου, ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προστατεύει το παιδί της από όλους τους κινδύνους και βέβαια κι από τον κίνδυνο του θανάτου… Τα εγκλήματα αυτά (δια παραλείψεως τελούμενα, άρθρο 15 ΠΚ) δεν συνιστούν νομοτεχνικά ξεχωριστό είδος εγκλημάτων του ειδικού μέρους του ΠΚ, όπως συμβαίνει με τα εγκλήματα τέλεσης και με τα γνήσια εγκλήματα παράλειψης… Αυτό συμβαίνει γιατί τα εγκλήματα που τελούνται με παράλειψη συνιστούν στην πραγματικότητα έναν ιδιότυπο τρόπο πραγμάτωσης εκείνων των εγκλημάτων τέλεσης που είναι ταυτόχρονα και εγκλήματα αποτελέσματος, τρόπο που τον προβλέπει το άρθρο 15 ΠΚ και που τον εξομοιώνει ρητά με την ενέργεια ως τρόπο τέλεσης αυτών των εγκλημάτων. Το μη γνήσιο έγκλημα παράλειψης αποτελεί προσβολή ενός ιδιότυπου επιτακτικού πρωταρχικού κανόνα δικαίου, που επιβάλλει την επίδειξη θετικής συμπεριφοράς για την αποτροπή ορισμένου εγκληματικού αποτελέσματος (συνέχεια).

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

συνέχεια: Δίπλα δηλαδή στις κανονικής μορφής επιταγές των επιτακτικών του κανόνων, το Δίκαιο διαμορφώνει και ορισμένες άλλες πιο απαιτητικές, οι οποίες επιβάλλουν όχι απλώς την επίδειξη ορισμένης θετικής συμπεριφοράς, αλλά που απαιτούν κάτι παραπάνω, συγκεκριμένα την αποτροπή της επέλευσης ορισμένου αποτελέσματος με την ανάπτυξη δραστηριότητας. Έτσι π.χ. ενώ ο επιτακτικός κανόνας δικαίου που προσβάλλεται από το έγκλημα της παραλείψεως λυτρώσεως από κινδύνου ζωής (ΠΚ 307) απαιτεί από εμάς να βοηθήσουμε σε περίπτωση που κάποιος βρίσκεται σε κίνδυνο ζωής και γι’ αυτό περιεχόμενο του είναι η γενική επιταγή “κάνε ό,τι μπορείς για να βοηθήσεις αυτόν που κινδυνεύει”, ο ιδιότυπος επιτακτικός κανόνας που απευθύνεται στη μητέρα δεν της ζητά απλώς να κάνει ό,τι μπορεί για να βοηθήσει το παιδί της που κινδυνεύει, αλλά της επιβάλλει κάτι περισσότερο και πιο συγκεκριμένο: “να κάνει ότι μπορεί για να μη δημιουργηθεί κίνδυνος για το παιδί της ή για να εξουδετερωθεί εκείνος που δημιουργήθηκε”. Αν δεν συμμορφωθεί σ’ αυτή την επιταγή και το παιδί της πεθάνει, τότε τέλεσε ανθρωποκτονία με αυτή της την παράλειψη, ενώ εκείνος που παρέβη τη γενική επιταγή της παροχής βοήθειας σε άνθρωπο που κινδυνεύει, διαπράττει μόνο παράλειψη λυτρώσεως από κινδύνου ζωής (ΠΚ 307) και τιμωρείται πολύ ελαφρύτερα”. Απλούστερα, για να ξεφύγουμε από την επιστημονική εξήγηση αυτού του ιδιόμορφου τρόπου τέλεσης των περισσοτέρων εγκλημάτων: στο παράδειγμα που αναφέρει ο αείμνηστος Δάσκαλος μου, αν δεν υπήρχε το άρθρο 15 ΠΚ η μητέρα θα τιμωρούνταν για το πλημμέλημα της παράλειψης λυτρώσεως από κινδύνου ζωής (ΠΚ 307), δηλαδή θα αντιμετώπιζε ποινή φυλάκισης μέχρι ένα χρόνο!!! Ενώ με την ύπαρξη του ΠΚ 15 το ίδιο έγκλημα (η θανάτωση του βρέφους λόγω δηλητηρίασης) θα τιμωρηθεί για ανθρωποκτονία από πρόθεση αντιμετωπίζοντας ποινή ισόβιας κάθειρξης (ΠΚ 299 § 1)! Τεράστια η διαφορά στην ποινική μεταχείριση για το ίδιο έγκλημα.

Addthis