Δευτέρα, 18 Μαΐου 2015

Κράτηση για χρέη - Κράτηση σε διαφορετικό χώρο από ποινικούς καταδίκους.

Η ανακοπή του άρθρου 1054 ΚΠολΔ για τη χωριστή κράτηση καταδικασθέντα για χρέη, δεν απαιτείται να κοινοποιηθεί στον Υπουργό Οικονομικών. Κρίση για ακυρότητα κράτησης καταδικασθέντα για χρέη από ακάλυπτη επιταγή, σε πτέρυγα φυλακών, μέσα στην οποία διαβιώνουν ποινικοί κρατούμενοι, και η οποία διακρίνεται από την υπόλοιπη έκταση της πτέρυγας με πρόχειρη κατασκευή και διαχωριστικό πλαίσιο – παραπέτασμα, και ο οποίος συγχρωτίζεται με τους υποδίκους και καταδίκους κρατούμενους της πτέρυγας αυτής κατά την διάρκεια του κοινού προαυλισμού, της σίτισης καθώς και του επισκεπτηρίου, ενώ επιπλέον ο αναγκάζεται συχνά να παρευρίσκεται ανάμεσα σε βίαιες συμπλοκές και διαπληκτισμούς μεταξύ των κρατουμένων αυτών.
ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, 263/ 2015
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Ιωάννη Λαμπρινόπουλο, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Ηλία Πολλάκη, Πρωτοδίκη - Εισηγητή, Ελεάνα Σταυγιαννουδάκη Πρωτοδίκη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 07 Ιανουαρίου 2015.
Στο άρθρο 1054 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται, μεταξύ άλλων ότι « Κάθε διαφορά σχετική με την εκτέλεση της προσωπικής κράτησης υπάγεται, αν δεν ορίζεται διαφορετικά, στην αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου στην περιφέρεια του οποίου εκτελείται…», ενώ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1050 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ «1. Αν όποιος έχει συλληφθεί προβάλει αντιρρήσεις κατά της προσωπικής κράτησης, προσάγεται αμέσως στον πρόεδρο πρωτοδικών στην περιφέρεια του οποίου έγινε η σύλληψη. Αυτός, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. αποφασίζει για τις αντιρρήσεις που μπορούν να υποβληθούν και προφορικά. 2. Αν δεν προβλήθηκαν αντιρρήσεις ή αν απορρίφθηκαν, αυτός που έχει συλληφθεί οδηγείται στις φυλακές, όπου κρατείται σε χώρο διαφορετικό από εκείνον που προορίζεται για όσους είναι υπόδικοι ή κατάδικοι για αξιόποινες πράξεις. Μόνον ώσπου να τον οδηγήσουν στη φυλακή μπορεί να φυλαχθεί σε οποιαδήποτε άλλη φυλακή ή και σε οποιοδήποτε άλλο χώρο.». Επίσης, σύμφωνα με τις κάτωθι ειδικότερα αναφερόμενες διατάξεις του Ν. 2776/1999 (Σωφρονιστικός Κώδικας) «1. Οι κρατούμενοι διακρίνονται σε κατηγορίες με σκοπό την εξειδίκευση της μεταχείρισής τους κατά τις ανάγκες που επιβάλλει η πραγματική ή η νομική κατάστασή τους. 2. Οι κρατούμενοι κάθε κατηγορίας διαβιώνουν σε ιδιαίτερα καταστήματα ή αυτοτελή τμήματα καταστημάτων, κατά τις διατάξεις του Τρίτου Κεφαλαίου του παρόντος.» (άρθρο 11), «1. ΄Ατομα που εισάγονται στα καταστήματα κράτησης, είτε δυνάμει αιτιολογημένου δικαστικού εντάλματος σύλληψης ή προσωρινής κράτησης είτε δυνάμει βουλεύματος δικαστικού συμβουλίου, διαμένουν σε χωριστά τμήματα των αντίστοιχων για την κατηγορία τους καταστημάτων (γυναικών, ανδρών) ή σε ιδιαίτερους χώρους, δίχως επικοινωνία με τους λοιπούς κρατουμένους…2. Οι συνθήκες διαβίωσης υποδίκων στο κατάστημα προσεγγίζουν κατά το δυνατόν τις συνθήκες της ελεύθερης διαβίωσης…» (άρθρο 15), «1. Οι κρατούμενοι για χρέη ή για άλλο λόγο σε εκτέλεση απόφασης πολιτικού δικαστηρίου, καθώς και οι οφειλέτες χρηματικής ποινής, αυτοτελώς ή κατά μετατροπή ή προστίμου ή δικαστικών εξόδων αποτελούν ειδικές κατηγορίες κρατουμένων και διαβιούν σε χωριστά τμήματα των αντίστοιχων για την κατηγορία τους καταστημάτων (νεαρών, γυναικών, ανδρών). Επιτρέπεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις η διαβίωσή τους στα ίδια τμήματα με υποδίκους κρατουμένους. 2. Στους κρατουμένους των κατηγοριών αυτών εφαρμόζονται ανάλογα όσα προβλέπονται στις παραγράφους 2, 3 και 4 του άρθρου 15 για τους υπόδικους κρατουμένους.» (άρθρο 16), «1. Κάθε κατάστημα κράτησης ή τμήμα μπορεί να διαθέτει πτέρυγες, χωρίς δυνατότητα επικοινωνίας ανάμεσα στους κρατουμένους σε αυτές. Οι πτέρυγες περιλαμβάνουν κελιά και κατ’ εξαίρεση θαλάμους δυναμικότητας κατά προτίμηση μέχρι έξι ατόμων.» (άρθρο 21). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ο κρατούμενος, σε εκτέλεση (τελεσίδικης) δικαστικής απόφασης πολιτικού δικαστηρίου, με την οποία διατάσσεται η προσωπική κράτησή του, ως έχοντος παραλείψει να ικανοποιήσει απαίτηση του δανειστή του και προς το σκοπό όπως εξαναγκασθεί σ’ αυτό, επιβάλλεται να κρατείται σε χώρο διαφορετικό από εκείνο στον οποίο κρατούνται οι ποινικοί κατάδικοι ή υπόδικοι, ο οποίος (χώρος) πρέπει να είναι κατά τέτοιο τρόπο διαμορφωμένος, ώστε να μην είναι δυνατή η επικοινωνία του (προσωποκρατούμενου) με τους τελευταίους, πρωτίστως προς προστασία της προσωπικότητας του προσωποκρατούμενου, η οποία προφανώς θίγεται από το συγχρωτισμό του με ποινικούς κρατούμενους, οι λόγοι κράτησης των οποίων αφορούν, σε αντίθεση με τους προαναφερόμενους λόγους της προσωποκράτησης, στο σωφρονισμό τους (ποινικών κρατούμενων) και στην πρόληψη τέλεσης άλλων εγκλημάτων. Περαιτέρω, επί παραβίασης των ανωτέρω, επισημαινόμενου δε και ότι στην έννοια των κατά άρθρο 16 παρ. 1 εδ. β΄ Ν. 2776/1999 (Σωφρονιστικός Κώδικας) «…εξαιρετικών περιπτώσεων…», προκειμένου να επιτραπεί η κράτηση προσωποκρατούμενου μαζί με ποινικούς υποδίκους, δεν υπάγεται το μόνιμο, σύνηθες και διαρκές, την τελευταία τουλάχιστον δεκαετία, πρόβλημα του υπερπληθυσμού και της στενότητας χώρου στα Καταστήματα Κράτησης της Ελληνικής Επικράτειας, θεμελιώνεται λόγος ακυρότητας της κράτησης, προβαλλόμενος με την απευθυνόμενη κατά του Διευθυντή του οικείου Καταστήματος Κράτησης ανακοπή του άρθρου 1054 ΚΠολΔ, χωρίς να απαιτείται, για το παραδεκτό της άσκησης του εν λόγω ένδικου βοηθήματος, η προηγούμενη κοινοποίηση του οικείου δικογράφου στον Υπουργό Οικονομικών (βλ. για τις ανωτέρω σκέψεις ΕφΘεσσ 2606/1996 Αρμ. 1996.1259, ΠολΠρΠειρ 4834/2013 Νόμος, ΠολΠρΛαρ 29/2002 Δικογραφία 2002.108, με εκεί περαιτέρω παραπομπές σε νομολογία, Μ. Μαργαρίτη, Ερμηνεία Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, τ. ΙΙ, κάτω από τα άρθρα 1050 και 1054).
Στην προκείμενη περίπτωση ο ανακόπτων ισχυρίζεται με την κρινόμενη ανακοπή, ότι σε εκτέλεση της υπ’ αριθμ. 407/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απαγγέλθηκε σε βάρος του προσωπική κράτηση διάρκειας δύο (2) μηνών ως μέσο εκτέλεσής της, κρατείται στις Δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού από τις 26.11.2014, ωστόσο, κατά παραβίαση των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας που καθορίζουν τις συνθήκες κράτησης των προσωποκρατούμενων, αφού, σύμφωνα με τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της ένδικης ανακοπής, κρατείται στην ίδια πτέρυγα με τους ποινικούς καταδίκους και υποδίκους. Με βάση τα ανωτέρω και διατεινόμενος (ο ανακόπτων) περαιτέρω ότι η υπό τις εν λόγω συνθήκες κράτησή του έχει προκαλέσει και συνεχίζει να προκαλεί βλάβη στην προσωπικότητά του, μη δυνάμενη να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της κράτησής του, ο ανακόπτων ζητεί να κηρυχθεί άκυρη η κράτησή του, να διαταχθεί η απόλυσή του από τις Δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού και να καταδικαστεί ο καθ’ ου η ανακοπή στην καταβολή των εν γένει δικαστικών εξόδων του. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η υπό κρίση ανακοπή παραδεκτώς, ενόψει του ότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκησή της η προηγούμενη κοινοποίηση του δικογράφου στον Υπουργό Οικονομικών, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του καθ’ ου η ανακοπή ως νόμω αβάσιμου, και αρμοδίως (άρθρο 1054 παρ. 1 εδ. α΄ ΚΠολΔ) εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία. Επίσης, η ανακοπή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις που αναφέρονται στην ανωτέρω νομική σκέψη και στις διατάξεις των άρθρων 176, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, και συνεπώς πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της, καθόσον, από καμία διάταξη νόμου δεν τίθεται, ως προϋπόθεση για το παραδεκτό της συζήτησής της, η προηγούμενη επίδοση του δικογράφου της (ένδικης) ανακοπής στον Υπουργό Οικονομικών, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του καθ’ ου η ανακοπή ως νόμω αβάσιμου.
Από την προσήκουσα εκτίμηση και στάθμιση της ένορκης κατάθεσης του νομίμως εξετασθέντος στο ακροατήριο μάρτυρα του ανακόπτοντος, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την υπ’ αριθμ. 407/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (16ο Τμήμα), η οποία εκδόθηκε κατόπιν ασκηθείσας εφέσεως επί της υπ’ αριθμ. 4633/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ανακόπτων υποχρεώθηκε να καταβάλει στην εταιρία με την επωνυμία ... ως αποζημίωση για την ζημία που υπέστη η τελευταία από την έκδοση ακάλυπτης επιταγής, το ποσό των 30.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της από 02.11.2009 αγωγής της ως άνω εταιρίας και μέχρι την πλήρη εξόφληση, απαγγέλθηκε δε, με την ίδια ως άνω απόφαση, εναντίον του ανακόπτοντος προσωπική κράτηση διάρκειας δύο (2) μηνών ως μέσο εκτέλεσής της (απόφασης). Περαιτέρω, κατόπιν της από 20.11.2014 εντολής του πληρεξουσίου δικηγόρου της ως άνω εταιρίας και δυνάμει του Α΄ απογράφου εκτελεστού της προαναφερόμενης υπ’ αριθμ. 407/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επισπεύθηκε σε βάρος του ανακόπτοντος αναγκαστική εκτέλεση προς πληρωμή του συνολικού ποσού των 46.747,81 ευρώ, διαπιστωθείσας δε της αδυναμίας του τελευταίου προς καταβολή του εν λόγω ποσού, ο διενεργών την εκτελεστική διαδικασία ...δικαστικός επιμελητής στο Πρωτοδικείο Αθηνών, προέβη στην προσωπική κράτηση του ανακόπτοντος, τον οποίο ακολούθως προσήγαγε ενώπιον της Πρόεδρου του Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει δε της υπ’ αριθμ. 1263/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκαν οι έγγραφες, στηριζόμενες στη διάταξη του άρθρου 1050 ΚΠολΔ, αντιρρήσεις του ανακόπτοντος κατά της προσωπικής κράτησής του, πιστοποιηθείσας με την υπ’ αριθμ. 2501/26.11.2014 έκθεση προσωπικής κράτησης του ανωτέρω δικαστικού επιμελητή. Ακολούθως και δη στις 28.11.2014, ο ανακόπτων οδηγήθηκε στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, όπου κρατείται μέχρι και σήμερα και συγκεκριμένα σε τμήμα του χώρου της ΣΤ΄ πτέρυγας, εντός της οποίας διαβιώνουν ποινικοί κρατούμενοι, αποκαλούμενο (το τμήμα) ανεπίσημα Ζ΄ πτέρυγα και διακρινόμενο από την υπόλοιπη έκταση της ΣΤ΄ πτέρυγας με πρόχειρη κατασκευή και δη διαχωριστικό πλαίσιο - παραπέτασμα, εντός δε του εν λόγω τμήματος διαβιώνουν και υπόδικοι κρατούμενοι, επισημαινόμενου στο σημείο αυτό ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας, δεν στοιχειοθετεί περίπτωση υπαγόμενη στην σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 1 εδ. β΄ Ν. 2776/1999 (Σωφρονιστικός Κώδικας) έννοια των «…εξαιρετικών περιπτώσεων…», προκειμένου να επιτραπεί η κράτηση του προσωποκρατούμενου ανακόπτοντος μαζί με ποινικούς υποδίκους, το μόνιμο, σύνηθες και διαρκές, την τελευταία τουλάχιστον δεκαετία, πρόβλημα του επικαλούμενου από τον καθ’ ου υπερπληθυσμού καθώς και της στενότητας χώρου στο οικείο Κατάστημα Κράτησης (βλ. την από 09.12.2014 υπηρεσιακή βεβαίωση του Αναπληρωτή Αρχιφύλακα του Καταστήματος Κράτησης Κορυδαλλού ...). Περαιτέρω, με το ανωτέρω διαχωριστικό πλαίσιο δεν επιτυγχάνεται η διαμόρφωση, εντός του Καταστήματος Κράτησης Κορυδαλλού, ιδιαίτερου χώρου, δίχως επικοινωνία με τους λοιπούς καταδίκους κρατούμενους, για τη διαμονή σε αυτό (Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού) του ανακόπτοντος, κρατούμενου σε εκτέλεση, κατά τα προεκτιθέμενα, απόφασης πολιτικού δικαστηρίου, αφού αυτός συγχρωτίζεται με τους λοιπούς υποδίκους και καταδίκους κρατούμενους της ως άνω ΣΤ΄ πτέρυγας κατά την διάρκεια του κοινού, υπό την έννοια του ωραρίου και του χώρου, με αυτούς προαυλισμού, της σίτισης καθώς και του επισκεπτηρίου, ενώ επιπλέον ο ίδιος αναγκάζεται συχνά να παρευρίσκεται ανάμεσα σε βίαιες συμπλοκές και διαπληκτισμούς μεταξύ των ανωτέρω κρατουμένων (βλ. την εμπεριεχόμενη στα ταυτάριθμα με την παρούσα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του ανακόπτοντος), με αποτέλεσμα να κινδυνεύει άμεσα η σωματική του ακεραιότητα. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω αποδειχθέντων, συνεπαγόμενων και την προσβολή της προσωπικότητας του ανακόπτοντος, ως εκ της διαμονής του με κρατούμενους που, σε αντίθεση με αυτόν, έχουν αναπτύξει εγκληματική συμπεριφορά, στοιχειοθετείται η, κατά παραβίαση των διατάξεων που αναφέρονται στην παρατιθέμενη στην αρχή της παρούσας μείζονα σκέψη, ακυρότητα της κράτησης του ανακόπτοντος, σε κάθε δε περίπτωση (η ακυρότητα) στοιχειοθετούμενη με την προαναφερόμενη προσβολή της προσωπικότητας του ανακόπτοντος, μη δυνάμενη να αποκατασταθεί παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της κράτησής του, επισημαινόμενης της δυνατότητας εκ νέου κράτησης του ανακόπτοντος και σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που τίθενται από τις οικείες ως άνω διατάξεις. Συνεπώς, γενομένου δεκτού ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού λόγου της, πρέπει η κρινόμενη ανακοπή να γίνει δεκτή και α) να ακυρωθεί η κράτηση, γενόμενη σε εκτέλεση της υπ’ αριθμ. 407/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (16ο Τμήμα), του ανακόπτοντος και να διαταχθεί η απόλυσή του (ανακόπτοντος) από το Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, εφόσον δεν κρατείται για άλλη αιτία, β) να καταδικαστεί ο καθ’ ου η ανακοπή, λόγω της ήττας του (άρθρο 176 ΚΠολΔ), στην καταβολή των εν γένει δικαστικών εξόδων του ανακόπτοντος, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται την ανακοπή.
Ακυρώνει την προσωπική κράτηση, γενόμενη σε εκτέλεση της υπ’ αριθμ. 407/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (16ο Τμήμα), του ανακόπτοντος.
Διατάσσει την απόλυση του ανακόπτοντος από το Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, όπου κρατείται από τις 28.11.2014 σε εκτέλεση της αμέσως προηγουμένως αναφερόμενης απόφασης - και με ημεροχρονολογία έναρξης της προσωπικής κράτησης την 26.11.2014 -, εφόσον δεν κρατείται για άλλη αιτία.
Καταδικάζει τον καθ’ ου η ανακοπή στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του ανακόπτοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...