Σάββατο, 9 Μαΐου 2015

Κρυφές κάμερες στη δημοσιογραφία. Προϋποθέσεις.

Τηλεοπτικοί σταθμοί και επιβολή προστίμου λόγω μετάδοσης σε εκπομπή ηχητικών αποσπασμάτων συνομιλιών που είχαν ληφθεί εν αγνοία των συνομιλητών καθώς και προβολής εικόνων που είχαν ληφθεί με κρυφή κάμερα. Πότε η χρήση κρυφών μέσων και η μετάδοση εικόνων, που αποσκοπεί στη συλλογή πληροφοριών στο πλαίσιο δημοσιογραφικής έρευνας δεν παραβιάζει το Σύνταγμα. Συνέτρεξε παράβαση των άρθρων 6 παρ. 3, 8 παρ. 1 εδ. γ’ και 9 παρ. 1 εδ. β΄του πδ 77/2003. Κριτήρια επιλογής της κύρωσης και επιμέτρησης του ύψους του προστίμου. Το ύψος της επένδυσης που πραγματοποίησε ο σταθμός αποτελεί κριτήριο αντικειμενικό και πρόσφορο. Δεν παραβιάστηκε η αρχή της αναλογικότητας. Απορρίπτεται η αίτηση ακύρωσης.

                         
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ Δ΄, 996/2014.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 12 Νοεμβρίου 2013, με την εξής σύνθεση: Ε. Σαρπ, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Δ. Κυριλλόπουλος, Β. Κίντζιου, Σύμβουλοι, Μ. Σωτηροπούλου, Χ. Μπολόφη, Πάρεδροι.

3. Επειδή, το άρθρο 14 παρ.1 του Συντάγματος κατοχυρώνει την ελευθερία έκφρασης, βασική εκδήλωση της οποίας αποτελεί το δικαίωμα του καθενός να διαδίδει μέσω του τύπου, της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης ειδήσεις, σχόλια και απόψεις (δικαίωμα του πληροφορείν βλ. συναφώς και τα οριζόμενα στο άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των βασικών ελευθεριών – ν.δ. 53/1974, Α΄ 256). Εξάλλου, με το άρθρο 5Α του Συντάγματος κατοχυρώνεται ήδη πλέον ρητώς το δικαίωμα καθενός να ενημερώνεται τακτικά, ελεύθερα και από κάθε διαθέσιμη πηγή για κάθε θέμα που τον ενδιαφέρει (δικαίωμα στην πληροφόρηση). Η άσκηση, πάντως, τόσο του δικαιώματος του πληροφορείν όσο και του δικαιώματος στην πληροφόρηση τελεί, όπως συνάγεται από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις, υπό την επιφύλαξη της τήρησης, μεταξύ άλλων, των κανόνων που κατοχυρώνουν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των άλλων. Η εφαρμογή των τελευταίων αυτών κανόνων μπορεί, επομένως, να δικαιολογήσει περιορισμούς στην άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν και του δικαιώματος στην πληροφόρηση, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι οι περιορισμοί αυτοί παρίστανται, ενόψει και της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος), απολύτως αναγκαίοι για την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών τρίτων (ΣτΕ 1213/2010 Ολομ.). Τέτοιου είδους περιορισμοί θεσπίζονται, ειδικώς ως προς την μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων από τους τηλεοπτικούς σταθμούς, με τις διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας ειδησεογραφικών και άλλων δημοσιογραφικών και πολιτικών εκπομπών (π.δ. 77/2003, Α΄ 75). Ειδικότερα, με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 6 και της παρ. 1 (εδ. γ΄) του άρθρου 8 του εν λόγω Κώδικα ορίζεται, αντιστοίχως, ότι δεν επιτρέπεται η μετάδοση εικόνων που έχουν ληφθεί χωρίς προειδοποίηση με χρήση κάμερας ή μαγνητοφώνου για την καταγραφή, απεικόνιση ή δημοσιοποίηση μαρτυρίας ή συνέντευξης προσώπου, καθώς και ότι δεν επιτρέπεται η μετάδοση πληροφοριών που αποτελούν προϊόν υποκλοπής, με παράνομες παρακολουθήσεις τηλεφώνων, κρυφά μικρόφωνα ή κρυφές κάμερες. Η απαγόρευση χρησιμοποίησης των ανωτέρω μέσων, καθώς και η απαγόρευση μετάδοσης των σχετικών εικόνων και πληροφοριών σκοπεί στην προστασία της κατοχυρωμένης από τα άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 9 παρ. 1 Σ. προσωπικότητας και της ιδιωτικής ζωής των προσώπων τα οποία αφορά η δημοσιογραφική έρευνα ή από τα οποία αντλούνται πληροφορίες στο πλαίσιο τέτοιας έρευνας, ενώ και το άρθρο 15 παρ. 2 του Σ. ορίζει ότι ο άμεσος έλεγχος του Κράτους επί της ραδιοτηλεόρασης σκοπεί, μεταξύ άλλων, στη διασφάλιση του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου. Ενόψει, πάντως, και της αρχής της στάθμισης, η οποία διέπει την εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα Δεοντολογίας, όπως ρητώς προβλέπεται στο άρθρο δεύτερο του π.δ. 77/2003, η απαγόρευση που διατυπώνεται στις προμνησθείσες διατάξεις δεν είναι απόλυτη, αλλά είναι δυνατόν να καμφθεί, κατ’ εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης, όταν κρίνεται ότι υπηρετείται υπέρτερο δημόσιο συμφέρον. Ειδικότερα, σε περίπτωση κατά την οποία η χρήση κρυφών μέσων δεν αποσκοπεί στην καταγραφή εικόνας συγκεκριμένου προσώπου, η οποία κατά το Σύνταγμα απολαύει ιδιαίτερης προστασίας (βλ. ΣτΕ 1213/2010 Ολομ.), αλλά στην συλλογή πληροφοριών στο πλαίσιο δημοσιογραφικής έρευνας, η απαγόρευση χρήσης των εν λόγω μέσων και μετάδοσης των ως άνω πληροφοριών είναι δυνατόν να καμφθεί, εάν, σταθμιζομένης και της βαρύτητας της προσβολής του ιδιωτικού βίου και της προσωπικότητας των θιγομένων προσώπων, εκτιμάται ότι το αντικείμενο της δημοσιογραφικής έρευνας αφορά ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος, το οποίο απασχολεί σοβαρά το ευρύ κοινό, η μετάδοση των συγκεκριμένων πληροφοριών συμβάλλει σημαντικά στην σχετική δημόσια συζήτηση, ενώ η συλλογή των πληροφοριών αυτών θα ήταν αδύνατη ή ιδιαιτέρως δυσχερής με άλλα μέσα (ΣτΕ 478, 465-466/2013, 5381-5382, 3149/2012, 2498/2011).
4. Επειδή, εν προκειμένω, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Κατά τη διάρκεια προβολής της εκπομπής .. της 19ης.2.2006 παρουσιάσθηκε καταγγελία που αφορούσε τη διδασκαλία επί τέσσερα έτη, σύμφωνα με τον κατάλογο σπουδών, «βιβλίου – φαντάσματος» συγκεκριμένου καθηγητή της Γναθοχειρουργικής και Διευθυντή Τομέα της Οδοντιατρικής, το οποίο, κατά την καταγγελία, περιείχε λάθη και παραλείψεις και βασιζόταν σε δανεισμό εικόνων, σχεδιαγραμμάτων και κειμένων από συγγράμματα άλλων συγγραφέων. Μεταδόθηκαν δε, κατά τη διάρκεια της εκπομπής αυτής, ηχητικά αποσπάσματα της συνομιλίας του καθηγητή - συγγραφέα του προαναφερθέντος βιβλίου με συνάδελφό του καθηγήτρια και με φίλο του. Οι συνομιλίες είχαν καταγραφεί εν αγνοία των συνομιλητών, ως δεν αμφισβητείται. Σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην τηλεοπτική εκπομπή, η μετάδοση της συνομιλίας θα βοηθούσε τους τηλεθεατές να καταλάβουν «πώς παίζεται το παιχνίδι στα ελληνικά πανεπιστήμια», εκαλούντο δε οι τηλεθεατές να προσέξουν την αναφορά των δύο συνομιλητών στον Πρόεδρο της Οδοντιατρικής Σχολής και τον Αντιπρύτανη του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Περαιτέρω, δημοσιογράφος του σταθμού της αιτούσας προσπάθησε να πάρει συνέντευξη από το συγγραφέα του προαναφερθέντος βιβλίου και άλλους καθηγητές Πανεπιστημίου, οι οποίοι αρνήθηκαν, παρουσιάσθηκαν δε κατά τη διάρκεια της εκπομπής εικόνες που είχαν ληφθεί με κρυφή κάμερα και παρουσίαζαν πλάνα των καθηγητών, την προσπάθεια της δημοσιογράφου να ζητήσει την άποψή τους και την άρνηση των τελευταίων να συμμετάσχουν. Πλέον δε αυτού, η άρνηση παροχής συνέντευξης σχολιάσθηκε αρνητικώς από τον παρουσιαστή της εκπομπής. Με την προσβαλλόμενη πράξη, το ΕΣΡ έκρινε ότι στοιχειοθετείται παράβαση των άρ. 6 παρ. 3, 8 παρ. 1 και 9 παρ. 1 του π.δ. 77/2003 και ότι δεν υφίστατο δημόσιο συμφέρον για την προβολή των προαναφερθέντων ηχητικών αποσπασμάτων και εικόνων, κατά το άρθρο δεύτερο του π.δ. 77/2003.
5. Επειδή, στα ηχητικά αποσπάσματα της πρώτης συνομιλίας που είχε υποκλαπεί και μεταδόθηκε από τον αιτούντα σταθμό οι συνομιλητές περιέγραφαν και σχολίαζαν τη συμπεριφορά τρίτων προσώπων (βλ. σελ. 3, στ. 23 «θεωρεί ότι είναι απαράδεκτη η συμπεριφορά του … και θα του πει ότι αν συνεχίσει να κάνει αυτή τη συμπεριφορά … να ξεχάσει την Οδοντιατρική, για ψηφοφόρους, για Πρυτανεία …» - βλ. επίσης σελ. 3: στ. 47 «γιατί ο … λέει του είπε» σελ. 4: στ. 4 «έτσι λέει ο …», στ. 6-7 «ο (ηχητική κάλυψη από το σταθμό) δεν είναι μεγάλο βύσμα» και στ. 14 «σου λέω με δεδομένη την μη, την άγνοια ας πούμε για το βύσμα το μεγάλο, αντιδράς κι εσύ»), και μάλιστα ασυνδέτως προς το διευρευνώμενο από την εκπομπή ζήτημα του επίμαχου συγγράμματος. Εξάλλου, και σε επόμενο απόσπασμα της συνομιλίας που αναφερόταν στην έγκριση του βιβλίου (βλ. σελ. 4, στ. 43 – 50), η «μεθόδευση», στην οποία επί λέξει αναφέρθηκαν οι συνομιλητές και στηλιτεύθηκε από τον παρουσιαστή της εκπομπής αφορούσε την έγκριση (του βιβλίου) από τον Τομέα και τη Γενική Συνέλευση και την απαιτούμενη συμφωνία των φοιτητών («Η μεθόδευση θα είναι να περάσει από τον τομέα. Τότε είναι ισχυρά τα ντοκουμέντα και μπορεί να του πει ότι εγώ το πέρασα από τον τομέα, το πέρασα από τη γενική συνέλευση, η Οδοντιατρική είναι αποφασισμένη πέρα για πέρα. Κύριε Πρύτανη, δεν έχετε περιθώρια. Σου στέλνουμε τους φοιτητές. Οι φοιτητές θέλουν το βιβλίο»), ενώ, κατά τα λοιπά, οι συνομιλητές εξέφραζαν τις απόψεις τους για την ύπαρξη προσώπων επιρροής (σελ. 5 της προσβαλλόμενης, στ. 2-3) και για την πιθανολογούμενη θετική ή αρνητική θέση διαφόρων μελών ως προς το επίμαχο βιβλίο (βλ. σελ. 5, στ. 10 – 31 «Μπορώ να της μιλήσω να δω πώς διάκειται … Να τους μιλήσουμε, να μετρήσουμε τα κουκιά μας. Θέλει μεθόδευση το σύστημα… από τους 20 οι 11 να ψηφίσουν εναντίον…» σελ. 6 τελευταία παράγρ. «θα του επιβάλλουμε του Πρύτανη να υπογράψει, δεν μπορείς να μην το υπογράψεις. Θα μπει διδακτικό βιβλίο» / σελ. 7, στ. 5 «μου είπε δεν θα περάσει από τον τομέα. Να κάνετε αγώνα να περάσει… Δε νομίζω να μην περάσει. Εκεί θα δοθεί αγώνας και μάχη»), σε άλλο δε σημείο της συνομιλίας οι συνομιλούντες σχολίαζαν αρνητικώς την ηλικία και την ικανότητα άλλων μελών (σελ. 6, στ. 21 - 29). Τέλος, στο μεταδοθέν απόσπασμα της συνομιλίας του καθηγητή με φίλο του, οι συνομιλούντες πιθανολογούσαν την ευνοϊκή θέση διαφόρων μελών της Επιτροπής έγκρισης του βιβλίου (σελ. 7, στ. 31 επ., ιδίως στ. 40 – 43 «ορίστηκε σήμερα η Επιτροπή. Βάλανε τον …, τον … και τον … Δικοί μας είναι αυτοί; Υποτίθεται. Ξέρεις, ψήφισαν εναντίον του … Ο … είναι ο αρχαιότερος καθηγητής με κύρος ας πούμε») .
6. Επειδή, υπό τα δεδομένα αυτά, η ελεγχθείσα εκπομπή του αιτούντος σταθμού δεν μετέδωσε συνομιλία που απεδείκνυε διαφθορά / συναλλαγή μεταξύ δημοσίων λειτουργών, και μάλιστα με σκοπό την έγκριση του - παρουσιασθέντος ως ανεπαρκούς – πανεπιστημιακού συγγράμματος, ή συνομιλία που απεκάλυπτε, βάσει συγκεκριμένων στοιχείων, άλλη παράνομη συμπεριφορά, τούτο δε παρά το γεγονός ότι αντικείμενο της δημοσιογραφικής έρευνας και εκπομπής εμφανιζόταν η διδασκαλία μη πρωτότυπου και επιστημονικώς ανεπαρκούς βιβλίου πανεπιστημιακού καθηγητή (ενός εκ των συνομιλητών), η υποτιθέμενη δολία μεθόδευση, προκειμένου να εγκριθεί το εν λόγω βιβλίο, και οι εν γένει αθέμιτες συναλλαγές μεταξύ πανεπιστημιακών. Ως εκ τούτου, δεν παρουσιάσθηκε ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος, που αποδεικνυόταν από υποκλαπείσα συνομιλία, και η μετάδοση ηχητικών αποσπασμάτων αυτής συνιστούσε παράβαση της παρ. 3 του άρθρου 6 και της παρ. 1 (εδ. γ΄) του άρθρου 8 του πδ 77/2003, όπως νομίμως έκρινε το ΕΣΡ. Το αυτό ισχύει και για τη μετάδοση εικόνων - επίσης ληφθεισών παρανόμως – που έδειχναν την άρνηση των καθηγητών να συνομιλήσουν με δημοσιογράφο του σταθμού, δεδομένου ότι και στην περίπτωση αυτή, προδήλως, δεν συνέτρεχε δημόσιο συμφέρον για την προβολή τους. Εξάλλου, δεδομένου ότι η άρνηση των καθηγητών να συνομιλήσουν με τη δημοσιογράφο και να της δώσουν συνέντευξη σχολιάσθηκε αρνητικώς από τον παρουσιαστή της εκπομπής [«βλέπετε θάρρος, κουράγιο, οι καθηγητές, ο Πρόεδρος»], νομίμως έκρινε το ΕΣΡ ότι συνέτρεξε παράβαση και της διάταξης του άρ. 9 παρ. 1 εδ. β. του πδ 77/2003 («Η άρνηση ενός προσκεκλημένου να συμμετάσχει σε ειδησεογραφική εκπομπή δεν θα πρέπει να μεταδίδεται συνοδευόμενη από δυσμενή για το πρόσωπο αυτό σχόλια»), που, χωρίς να απαγορεύει την άσκηση κριτικής κατά δημοσίων προσώπων, απαγορεύει την έκφραση δυσμενών σχολίων εις βάρος τους εκ μόνου του λόγου ότι αρνούνται να μετάσχουν σε εκπομπή. Πρέπει κατόπιν αυτών να απορριφθούν οι λόγοι ακυρώσεως κατά τους οποίους: α. η εκπομπή απέβλεψε στην ανάδειξη της λειτουργίας των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και του τρόπου άσκησης των αρμοδιοτήτων των κρατικών λειτουργών της ανώτατης εκπαίδευσης, ήτοι σε ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος, β. ο τρόπος άσκησης των καθηκόντων δημοσίων λειτουργών αφορά δημόσια δραστηριότητα, που πρέπει να είναι διαφανής και ενδιαφέρει το κοινό, γ. υφίστατο αδυναμία απόκτησης της πληροφορίας με άλλο τρόπο και η παρουσίαση των παρανόμως ληφθεισών συνομιλιών και εικόνων ήταν αναγκαία για την αποκάλυψη και ανάδειξη του θέματος, δ. ο σχολιασμός της άρνησης των καθηγητών να απαντήσουν σε ερωτήσεις της δημοσιογράφου αποτελούσε άσκηση κριτικής και ε. το ΕΣΡ δεν προέβη αιτιολογημένως, όπως επιβάλλει το δεύτερο άρθρο του πδ 77/2003, σε στάθμιση του δημοσίου συμφέροντος και της χρήσης των μη θεμιτών μέσων.
7. Επειδή, η παράγραφος 1 του άρθρου 4 του ν. 2328/1995 (Α΄159), όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 16 του ν. 2644/1998 (Α΄ 233), διαλαμβάνει τα εξής: «Το Ε.Σ.Ρ. αποφασίζει … την επιβολή μίας ή περισσότερων από τις παρακάτω κυρώσεις: αα) σύσταση για συμμόρφωση σε συγκεκριμένη διάταξη της νομοθεσίας με προειδοποίηση επιβολής λοιπών κυρώσεων, ββ) πρόστιμο από πέντε έως πεντακόσια εκατομμύρια (5.000.000 έως 500.000.000) δραχμές …, γγ) προσωρινή αναστολή μέχρι τρεις μήνες ή οριστική διακοπή της μετάδοσης συγκεκριμένης εκπομπής του σταθμού, δδ) προσωρινή αναστολή μέχρι τρεις (3) μήνες της μετάδοσης κάθε τηλεοπτικού προγράμματος, εε) ανάκληση της άδειας λειτουργίας του σταθμού, και στστ) κυρώσεις ηθικού περιεχομένου (όπως η υποχρεωτική μετάδοση ανακοίνωσης σχετικά με τις λοιπές επιβαλλόμενες κυρώσεις). … Η επιλογή του είδους και η επιμέτρηση των διοικητικών κυρώσεων του άρθρου αυτού γίνεται ανάλογα με τη βαρύτητα της παραβίασης, την τηλεθέαση που συγκεντρώνει το πρόγραμμα στο πλαίσιο του οποίου τελέσθηκε η παραβίαση, το μερίδιο της αγοράς ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών που έχει τυχόν αποκτήσει η κάτοχος της αδείας, το ύψος της επένδυσης που έχει πραγματοποιηθεί ή σχεδιαστεί και την τυχόν ύπαρξη υποτροπών…».
8. Επειδή, εν προκειμένω, το ΕΣΡ έλαβε υπόψη νόμιμα κριτήρια επιλογής της κύρωσης και επιμέτρησης του ύψους του προστίμου, ήτοι τη βαρύτητα της παράβασης, το μερίδιο τηλεθέασης, τη διαφημιστική δαπάνη (ως στοιχείο του μεριδίου αγοράς του σταθμού), το ύψος της επένδυσης του σταθμού και το γεγονός ότι έχουν επιβληθεί στο σταθμό διάφορες κυρώσεις με 57 προηγούμενες αποφάσεις του ΕΣΡ. Εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση υποτροπής είναι αδιάφορο αν οι προηγούμενες κυρώσεις επιβλήθηκαν για διαφορετικές παραβάσεις σε σχέση με την επίμαχη. Περαιτέρω, ο λόγος κατά τον οποίον, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας, συνεκτιμήθηκε το ύψος της επένδυσης που πραγματοποίησε ο σταθμός, είναι αβάσιμος, διότι το κριτήριο αυτό είναι, ενόψει του αποτρεπτικού σκοπού των προβλεπομένων κυρώσεων, αντικειμενικό και πρόσφορο για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού (βλ. ΣτΕ 3035/2011, 3297/2013). Τέλος, αβασίμως προβάλλεται ότι η επιβολή προστίμου ύψους 100.000 ευρώ αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας, διότι σε άλλους σταθμούς είχαν επιβληθεί για παρόμοιες παραβάσεις μικρότερα πρόστιμα και διότι δεν προσδιορίζεται η βαρύτητα της παράβασης. Και τούτο διότι το επιβληθέν πρόστιμο απέχει κατά πολύ από το ανώτατο όριο προστίμου (500 εκατ. δρχ. ήτοι περίπου 1,5 εκατ. ευρώ) και αρκεί η εκτίμηση της βαρύτητας της παράβασης, η οποία κρίνεται αυτοτελώς σε κάθε περίπτωση, χωρίς να ασκεί επιρροή το ύψος των προστίμων που επιβλήθηκαν σε άλλους σταθμούς για παρόμοιες παραβάσεις και χωρίς να απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας η ειδικότερη επεξήγηση της βαρύτητας της κάθε παράβασης.
9. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Απορρίπτει την αίτηση.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.
Επιβάλλει στην αιτούσα τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, που ανέρχεται σε 460 ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2013 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 11ης Μαρτίου 2014.

3 σχόλια:

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

Δημοσιογραφικό λειτούργημα, κρυφές κάμερες. Η κατάργηση της δημοσιογραφίας!
Με βάση δε τις αντιλήψεις του κοινωνικού συνόλου και τις ιεραρχήσεις της έννομης τάξης, το προστατευόμενο από το άρθρο 370 Α` ΠΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 παρ.1, 9 παρ. 1β, 19 του Συντάγματος και 8 της ΕΣΔΑ έννομο αγαθό της παραβιάσεως του απορρήτου της προφορικής συνομιλίας, είναι υπέρτερο από την ενάσκηση δικαιώματος ή εκπλήρωση καθήκοντος κατά την εκτέλεση του επαγγέλματος, ως εν προκειμένω του δημοσιογράφου, ο οποίος χρησιμοποιεί αθέμιτα μέσα, ήτοι βιντεοσκοπεί χωρίς τη συναίνεση του συνομιλητή του ιδιωτική συνομιλία τους και την προβάλλει σε εκπομπή τηλεοπτικού καναλιού παραβαίνοντας κανόνες της έννομης τάξης και της δεοντολογίας του επαγγέλματος του. Ειδικότερα μάλιστα όταν έρχεται και σε αντίθεση με το γράμμα του νόμου, που σύμφωνα με τη παρ. 4 της προπαρατεθείσας διάταξης, ορίζει αποκλειστικά πότε αίρεται το άδικο της πράξεως αυτής και για ποιούς λόγους, και είναι η μόνη περίπτωση που για να είναι επαρκής η αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να αναφέρεται και το περιεχόμενο της συνομιλίας, προκειμένου να στοιχειοθετηθεί το δικαιολογημένο συμφέρον. Εξ άλλου η κρίση του δικαστή της ουσίας επί της in concreto στάθμισης των εννόμων αγαθών είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

Όπως διαπιστώνει κανείς από την νομολογία των Ακυρωτικών της χώρας, υπάρχει σύγκρουση μεταξύ τους στο ίδιο ζήτημα: ειδικότερα, και τα δυο Ακυρωτικά συμφωνούν ότι σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να βιντεοσκοπείται συνομιλία ή εκδήλωση μεταξύ τρίτων από δημοσιογράφους. Ο δε ΑΠ επιτρέπει, κατ' εξαίρεση τη χρήση της βιντεοσκόπησης μόνο ενώπιον δικαστηρίων, το ΣτΕ όμως, κατ' εξαίρεση δέχεται τη χρήση της βιντεοσκόπησης και εκτός δικαστηρίων αν πρόκειται να υπηρετηθεί δι' αυτής υπέρτερο δημόσιο συμφέρον.
Ο Άρειος Πάγος δέχεται και το εξής ιδιαίτερα ανησυχητικό: σε σύγκρουση δυο συνταγματικών δικαιωμάτων, αυτό το αγαθό της παραβίασης του απορρήτου μιας συνομιλίας υπερτερεί σαφώς από αυτό της άσκησης του δημοσιογραφικού επαγγέλματος [άρθρο 14 Συντάγματος]! Δεν είναι απορίας άξιο γιατί η χώρα μας καταδικάζεται ως στραγγαλίζουσα το δικαίωμα έκφρασης δια του Τύπου, από το ΕΔΔΑ.

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

Privacy (Ιδωτικότητα) και κάμερες
Στο χώρο του ποινικού Δικαίου υποστηρίζεται από διαπρεπή Υπηρέτη του ότι, “Η ιδιωτικότητα, από άποψη Ποινικού Δικαίου, δεν αποτελεί ένα αυτοτελές έννομο αγαθό, αλλά ως επιμέρους όψη της προσωπικής ελευθερίας είναι σύνθεση ιδιωτικών απορρήτων: το άσυλο της κατοικίας, δηλαδή ο απόρρητος ιδιωτικός χώρος όπου ζει και εργάζεται ο άνθρωπος και φυλάσσει τα προσωπικά του αντικείμενα, το απόρρητο της επικοινωνίας του με άλλους (γραπτής, τηλεφωνικής, τηλεγραφικής, ηλεκτρονικής), το απόρρητο των ιδιωτικών του στιγμών, το απόρρητο των προσωπικών του δεδομένων (στοιχείων που εκφράζουν την προσωπικότητα του). [Ο νομοθετικός ορισμός των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ως κάθε πληροφορίας που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων είναι τόσο ευρύς που καταντά ανόητος]. Η ουσία, λοιπόν, της ιδιωτικότητας είναι το απόρρητο της ιδιωτικής ζωής. Το απόρρητο προσδιορίζεται υποκειμενικά και αντικειμενικά. Υποκειμενικά, είναι ό,τι θέλει και σε όση έκταση θέλει να κρατήσει μυστικό από τους άλλους ο φορέας του σχετικού δικαιώματος. Αντικειμενικά προσδιορίζεται από το χώρο και τον τρόπο που φυλάσσεται το απόρρητο, ανεξάρτητα από τη βούληση του δικαιούχου. Δε μπορεί λ.χ. κάποιος να συνομιλεί για ιδιωτικά έστω θέματα με το γείτονα του δυνατά, από τα παράθυρα των σπιτιών τους, και να επικαλείται το απόρρητο, αξιώνοντας από τους άλλους να μην ακούνε! Ο λόγος σ' αυτή τη περίπτωση εκφέρεται δημόσια και δε προστατεύεται ως απόρρητη ιδιωτική επικοινωνία, ανεξάρτητα από τη βούληση των συνομιλούντων να μην ακουστεί το περιεχόμενο της συνομιλίας τους. Το ίδιο ισχύει και γι' αυτούς που μιλούν δυνατά στο κινητό τους τηλέφωνο στο δρόμο ή σε άλλους δημόσιους χώρους (λ.χ. τρένα, λεωφορεία). Δημόσιος τόπος ή τρόπος τέλεσης μιας πράξης υπάρχει όταν αυτή γίνεται αντιληπτή την ώρα που τελείται από αόριστο αριθμό ανθρώπων” [Ιωάννης Μανωλεδάκης, εισαγωγική ομιλία, στο συλλογικό έργο με τίτλο “παραβίαση της ιδιωτικότητας, οι κάμερες”, 2009, σελίδες 3-4]. Και τίθεται το ερώτημα: η privacy ως επιμέρους έκφανση της προσωπικής ελευθερίας ανυψούται άνω των άλλων ατομικών ελευθεριών (π.χ. προστασία της ζωής, της τιμής, της προσωπικής ελευθερίας κλπ); Υποστηρίζεται στο σημείο αυτό από τον ίδιο Δάσκαλο ότι, “πρέπει να τονιστεί ότι η privacy, ως επί μέρους όψη του εννόμου αγαθού της προσωπικής ελευθερίας δε μπορεί να έχει απόλυτη προστασία, ώστε να καταστεί υπερέχουσα αξία σε σχέση με το έννομο αγαθό της προσωπικής ελευθερίας (το οποίο “υπηρετεί”) και τα άλλα έννομα αγαθά, των οποίων η προστασία είναι σχετική στο πλαίσιο της έννομης τάξης. Αυτό σημαίνει ότι και οι απόλυτες απαγορεύσεις της δικαστικής αξιοποίησης των προϊόντων παραβίασης της “ιδιωτικότητας” ατόμων προκειμένου να προστατευθούν έννομα αγαθά άλλων ατόμων δε μπορεί να έχουν θέση στο δικαιικό μας σύστημα της στάθμισης των αγαθών και της ισορροπημένης προστασίας τους, και είναι αντίθετες προς το Σύνταγμα και τις διεθνείς συμβάσεις που κατοχυρώνουν την ισότητα των πολιτών και την αρχή της αναλογικότητας στην επιβαλλόμενη καταστολή, αλλά και στην παρεχόμενη προστασία. Απόλυτη προστασία της “ιδιωτικότητας” στις μεταξύ ισότιμων πολιτών σχέσεις θα σήμαινε λ.χ. να τεθεί σε κίνδυνο η προσωπική ελευθερία και η τιμή (και όχι μόνο αυτά τα αγαθά) ενός άδικα κατηγορούμενου ατόμου, για να προστατευθεί η “ιδιωτικότητα” ενός συκοφάντη ψευδομηνυτή. Ένα τέτοιο “δίκαιο”, όμως, δεν είναι πια δίκαιο” [Ι. Μανωλεδάκης, στο ίδιο έργο, σελ. 5].

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...