Δευτέρα, 11 Μαΐου 2015

απαγόρευση δημοσιοποίησης στοιχείων ποινικής δίωξης. Πότε επιτρέπεται.

Περίληψη. (ΔΙΜΕΕ 2014/607) Τηλεοπτικοί σταθμοί και επιβολή προστίμου. Το ΕΣΡ είχε νόμιμη σύνθεση, αφού παρατάθηκε η θητεία μελών του για εύλογο χρόνο. Απαγορεύεται κατά τη διάρκεια εκπομπής η δημοσιοποίηση εγγράφων ή στοιχείων της ποινικής προδικασίας και η μετάδοση ειδήσεων και ο σχολιασμός θεμάτων που άπτονται του ιδιωτικού βίου προσώπων. Πότε οι απαγορεύσεις αυτές μπορούν να καμφθούν. Δεν απαιτείτο η τήρηση της διαδικασίας επανορθώσεως του άρθρου 9 του π.δ. 100/2000. Αιτιολογημένη η προσβαλλόμενη απόφαση επιβολής προστίμου για παράβαση των άρθρων 5 παρ.2, 6 παρ.1 και 11 παρ. 6 του Κώδικα Δεοντολογίας, καθώς και η επιμέτρηση της κύρωσης. Νομίμως συνεκτιμήθηκε το ύψος της επενδύσεως που έχει πραγματοποιηθεί από τον σταθμό της αιτούσης. Η υποτροπή συνδέεται με την τέλεση οποιασδήποτε παράβασης. Δεν παραβιάστηκαν οι αρχές της αναλογικότητας και της ίσης μεταχειρίσεως. Απορρίπτεται η αίτηση ακύρωσης.
                           ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ, Τμήμα Δ`, 1216/ 2014

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2013, με την εξής σύνθεση: Ε. Σαρπ, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Κ. Κουσούλης, Β. Κίντζιου, Σύμβουλοι, Ο. Νικολαράκου, Ι. Παπαγιάννης, Πάρεδροι.

3. Επειδή, ειδικότερα, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι η ένδικη κύρωση επιβλήθηκε εις βάρος του τηλεοπτικού σταθμού των αιτούντων για παραβάσεις του Κώδικα Δεοντολογίας ειδησεογραφικών και άλλων δημοσιογραφικών και πολιτικών εκπομπών (π.δ. 77/2003), οι οποίες έλαβαν χώρα κατά την διάρκεια των κεντρικών δελτίων ειδήσεων που μεταδόθηκαν από τον σταθμό στις 10, 11, 12, 14, 15, 17 και 18.2.2007. Στο προοίμιο της προσβαλλομένης αποφάσεως γίνεται επίκληση των άρθρων 5 παρ. 1, 6 παρ. 1, 11 παρ. 2 και 6 και 13 παρ. 3 του π.δ. 77/2003, στο δε κείμενο της αποφάσεως αναφέρονται τα εξής: «… Πρόκειται περί δελτίων ειδήσεων τα οποία ασχολήθηκαν με τον θάνατο … τέως Διοικητή του ΙΚΑ … Κατά την διάρκεια των δελτίων ειδήσεων δημοσιοποιήθηκαν στοιχεία της ποινικής προδικασίας και ειδικότερα αποσπάσματα της καταθέσεως του φερομένου ως δράστη και της συζύγου του, καθώς επίσης και αποσπάσματα του ιατροδικαστικού και ιστολογικού πορίσματος για τα αίτια θανάτου του ως άνω προσώπου. Πλέον της δημοσιοποιήσεως στοιχείων της ποινικής προδικασίας, τα δελτία ειδήσεων εμφανίζουν εικόνα ανακριτικής έρευνας με ερωταποκρίσεις προς αυτόπτη μάρτυρα και με πρόσωπο με το οποίο ήρθε σε επαφή ο φερόμενος ως δράστης αμέσως μετά το επεισόδιο, με αναπαράσταση του εγκλήματος διά της χρήσεως γραφιστικής σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, με ανακοίνωση πληροφοριών που έδωσε ο οδηγός του αυτοκινήτου του θανόντος, και με συζητήσεις περί του εάν ο θανών είχε συνευρεθεί με τη σύζυγο του φερομένου ως κατηγορουμένου, περί του εάν ο θανών έπασχε από καρδιακό νόσημα, περί του εάν λάμβανε φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα και άλλα. Ομως παρουσιάστηκε και η φωτογραφία της συζύγου του φερομένου ως δράστη και σχόλια περί της εμφανίσεώς της, της ανυπαρξίας κατά το παρελθόν ερωτικής σχέσεως. Παρότι κατά τη(ν) προβολή της ως άνω φωτογραφίας είχαν καλυφθεί τα μάτια της προαναφερθείσης γυναικός, από τα άλλα χαρακτηριστικά του προσώπου και του σώματός της, είχε καταστεί σαφής η ταυτότητά της, ενώ εξάλλου η αναφορά στην προηγούμενη σεξουαλική της ζωή καθώς και τα χαρακτηριστικά της εμφανίσεώς της ανάγονται στην ιδιωτική της ζωή η οποία έπρεπε να γίνει σεβαστή από τον τηλεοπτικό σταθμό. Τέλος, από τα ως άνω δελτία ειδήσεων προκύπτει ότι, εκτός του ότι δι’ αυτών υποκαταστάθηκαν οι ανακριτικές αρχές, παρουσιάστηκαν τα γεγονότα χωρίς αίσθημα ευθύνης και σεβασμού προς τη δικαιοσύνη και τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, με αποτέλεσμα τη δημιουργία συγχύσεως στο κοινό περί του ποιος τελικά είναι αρμόδιος να αποφανθεί περί των αιτιών του θανάτου του προαναφερθέντος προσώπου …». Για τις ανωτέρω αποδιδόμενες παραβάσεις επεβλήθη στον τηλεοπτικό σταθμό η ένδικη κύρωση του προστίμου.
5. Επειδή, στο άρθρο 3 του ν. 2328/1995 περί του νομικού καθεστώτος της ιδιωτικής τηλεόρασης και τοπικής ραδιοφωνίας (Α` 159) περιλαμβάνονται ρυθμίσεις σχετικές με τις αρχές δεοντολογίας που διέπουν τις κάθε είδους εκπομπές και διαφημίσεις που μεταδίδονται από τηλεοπτικούς ή και ραδιοφωνικούς σταθμούς, ενώ με την παράγραφο 15 του ως άνω άρθρου παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση για την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων, με τα οποία κυρώνονται οι Κώδικες Δεοντολογίας που καταρτίζει το Ε.Σ.Ρ. και οι οποίοι αφορούν, μεταξύ άλλων, τις ειδησεογραφικές και άλλες δημοσιογραφικές και πολιτικές εκπομπές (περ. α). Κατ’ επίκληση της ανωτέρω εξουσιοδοτικής διατάξεως εξεδόθη το π.δ. 77/ 2003 (Α` 75), με το οποίο κυρώθηκε ο καταρτισθείς με την υπ’ αριθμ. 73/14.10.2002 απόφαση του Ε.Σ.Ρ. Κώδικας Δεοντολογίας ειδησεογραφικών και άλλων δημοσιογραφικών και πολιτικών εκπομπών. Ειδικότερα, με τον εν λόγω Κώδικα ορίζεται, στο άρθρο 5 παρ. 1 ότι «Η μετάδοση των γεγονότων πρέπει να είναι αληθής, ακριβής και όσο είναι δυνατό πλήρης. Τα γεγονότα πρέπει να παρουσιάζονται με προσοχή και αίσθημα ευθύνης, ώστε να μη δημιουργούν υπέρμετρη ελπίδα, σύγχυση ή πανικό στο κοινό», στο άρθρο 6 παρ. 1 ότι: «Η ιδιωτική ζωή όλων, συμπεριλαμβανομένων και των δημοσίων προσώπων και των προσώπων της επικαιρότητας, είναι σεβαστή και απαραβίαστη», στο άρθρο 11 παρ. 2 και 6 ότι «1. …2. Δεν χρησιμοποιείται εικόνα, ούτε αναφέρεται όνομα, ούτε γίνεται με άλλο τρόπο σαφής η ταυτότητα συγγενών κατηγορουμένου ή καταδικασθέντος σε αξιόποινες πράξεις, εκτός αν η αναφορά είναι απολύτως αναγκαία για την έκθεση των γεγονότων. 3. … 6. Δεν δημοσιοποιούνται έγγραφα ή άλλα στοιχεία που γίνονται γνωστά στις αρμόδιες αρχές κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης, της έκτακτης προανάκρισης και γενικότερα της ποινικής προδικασίας» και στο άρθρο 13 παρ. 3 ότι «Η δημοσιογραφική έρευνα δεν πρέπει να υποκαθιστά τις αστυνομικές και ανακριτικές αρχές». Περαιτέρω, στην παρ. 2 του άρθρου δεύτερου του π.δ. 77/2003 προβλέπεται ότι κατά την εφαρμογή του ως άνω Κώδικα Δεοντολογίας «ισχύει η απορρέουσα από το Σύνταγμα και γενόμενη δεκτή από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας αρχή της στάθμισης κατά περίπτωση του τυχόν διακυβευόμενου δημοσίου συμφέροντος».
6. Επειδή, η άσκηση τόσο του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος του πληροφορείν (άρθρ. 14 παρ. 1 του Συντάγματος καθώς και άρθρ. 10 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών - ν.δ. 53/1974, Α` 256) όσο και του δικαιώματος στην πληροφόρηση (άρθρ. 5Α του Συντάγματος) τελεί, όπως συνάγεται από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις, υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως, μεταξύ άλλων, των κανόνων δικαίου που κατοχυρώνουν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των άλλων. Επίσης, στο άρθρο 5 Α του Συντάγματος ρητώς ορίζεται ότι είναι δυνατόν να επιβληθούν με νόμο περιορισμοί στο δικαίωμα στην πληροφόρηση για λόγους αναγομένους, μεταξύ άλλων, και στην καταπολέμηση του εγκλήματος. Η εφαρμογή, επομένως, των σχετικών κανόνων δικαίου, μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμούς στην άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν και του δικαιώματος στην πληροφόρηση, υπό την προϋπόθεση, πάντως, ότι οι περιορισμοί αυτοί παρίστανται, εν όψει και της κατοχυρούμενης στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας, ως απολύτως αναγκαίοι για την επίτευξη των επιδιωκομένων θεμιτών σκοπών (βλ. και ΣτΕ 1213/ 2010 Ολομ.). Τέτοιου είδους περιορισμοί θεσπίζονται, ειδικώς ως προς την μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων από τους τηλεοπτικούς σταθμούς, με τις διατάξεις του προαναφερθέντος Κώδικα Δεοντολογίας ειδησεογραφιών και άλλων δημοσιογραφικών και πολιτικών εκπομπών (π.δ. 77/ 2003). Μεταξύ άλλων δε, στο άρθρο 11 παρ. 6 του ως άνω Κώδικα Δεοντολογίας ορίζεται ότι απαγορεύεται η δημοσιοποίηση εγγράφων ή στοιχείων που γίνονται γνωστά στις αρμόδιες αρχές κατά το στάδιο της ποινικής προδικασίας. Με την ανωτέρω διάταξη δεν απαγορεύεται, βεβαίως, η ενημέρωση του τηλεοπτικού κοινού, στο πλαίσιο τηλεοπτικών εκπομπών, περί υποθέσεων που εκκρεμούν στο στάδιο της ποινικής προδικασίας ούτε αποκλείεται κάθε αναφορά ή ο σχολιασμός των σχετικών πράξεων και ενεργειών των αρμοδίων αρχών. Απαγορεύεται, όμως, χάριν της διασφαλίσεως του τεκμηρίου αθωότητας αλλά και της αποτελεσματικής διεξαγωγής της δικαστικής έρευνας και του ανεπηρέαστου των αρμοδίων δικαστικών αρχών, ειδικώς η αποκάλυψη και η αναπαραγωγή του περιεχομένου εγγράφων και εν γένει στοιχείων της ποινικής προδικασίας. Εν όψει δε του σκοπού που υπηρετείται με την θέσπιση της ανωτέρω διατάξεως αλλά και της εκτάσεως της σχετικής απαγορεύσεως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο περιορισμός αυτός που θεσπίζεται στην άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν και του δικαιώματος στην πληροφόρηση είναι δυσανάλογος (βλ. και απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της 12.4.2006, Tourancheau et July κατά Γαλλίας, σκ.73). Συνεπώς, με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 11 παρ. 6 του Κώδικα Δεοντολογίας δεν εισάγεται ρύθμιση αντικείμενη στα άρθρα 14 παρ. 1 και 5 Α του Συντάγματος ή στο άρθρο 10 της Ε.Σ.Δ.Α. Εξ άλλου, εν όψει της αρχής της σταθμίσεως, η οποία διέπει την εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα Δεοντολογίας, όπως ρητώς προβλέπεται στο άρθρο δεύτερο του π.δ. 77/ 2003, η δημοσιοποίηση στοιχείων της ποινικής προδικασίας είναι δυνατόν, σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, να θεωρηθεί δικαιολογημένη, όταν, κατ’ εκτίμηση των συνθηκών, κρίνεται αφ’ ενός μεν ότι συντρέχουν λόγοι υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι καθιστούν επιτρεπτή την ανακοίνωση των στοιχείων αυτών προς ενημέρωση του τηλεοπτικού κοινού επί ζητήματος ιδιαιτέρως αυξημένου γενικού ενδιαφέροντος, αφ’ ετέρου δε ότι με την δημοσιοποίηση των στοιχείων αυτών δεν διακυβεύονται τα δικαιώματα του κατηγορουμένου και των λοιπών εμπλεκομένων προσώπων αλλά και το συμφέρον της αποτελεσματικής διεξαγωγής της δικαστικής έρευνας. Περαιτέρω, στο άρθρο 6 παρ. 1 του Κώδικα Δεοντολογίας ορίζεται ότι κατά την μετάδοση των δημοσιογραφικών εκπομπών πρέπει να γίνεται σεβαστή η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή των προσώπων, στα οποία γίνεται αναφορά στο πλαίσιο των εκπομπών αυτών. Ως εκ τούτου απαγορεύεται, κατά την ανωτέρω διάταξη του Κώδικα Δεοντολογίας, η οποία έχει θεσπισθεί σε συμφωνία και με τις σχετικές συνταγματικές διατάξεις, η μετάδοση ειδήσεων και ο σχολιασμός θεμάτων που άπτονται του ιδιωτικού βίου προσώπων. Εξ άλλου, κατ’ εφαρμογήν της αρχής της σταθμίσεως, η απαγόρευση που διατυπώνεται στις προμνησθείσες διατάξεις είναι δυνατόν, κατ’ εξαίρεση, να καμφθεί, κατ’ εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως, όταν κρίνεται ότι υπηρετείται υπέρτερο δημόσιο συμφέρον συνδεόμενο με την ενημέρωση του τηλεοπτικού κοινού περί σημαντικών ζητημάτων αυξημένου γενικού ενδιαφέροντος. Η κάμψη, πάντως, της απαγορεύσεως στις εξαιρετικές αυτές περιπτώσεις προϋποθέτει ότι η ενασχόληση με τον ιδιωτικό βίο προσώπου γίνεται αποκλειστικώς προς μετάδοση ιδιαιτέρως σημαντικής ειδήσεως και υπό τον όρο ότι η ανακοίνωση της σχετικής πληροφορίας είναι αναγκαία για την ενημέρωση του τηλεοπτικού κοινού επί ζητήματος δημοσίου ενδιαφέροντος.
7. Επειδή, εν προκειμένω, από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως προκύπτει ότι στο πλαίσιο των επιμάχων δελτίων ειδήσεων, τα οποία προβλήθηκαν από τον σταθμό των αιτούντων, δημοσιοποιήθηκαν στοιχεία της ποινικής προδικασίας. Συγκεκριμένα, στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρεται ότι δημοσιοποιήθηκαν αποσπάσματα από τις καταθέσεις του φερομένου ως δράστη του εγκλήματος και της συζύγου του ενώπιον των αστυνομικών οργάνων και των ανακριτικών αρχών, καθώς επίσης και αποσπάσματα του ιατροδικαστικού και ιστολογικού πορίσματος. Με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ότι τα στοιχεία που παρουσιάσθηκαν από τα δελτία ειδήσεων του σταθμού είχαν δημοσιοποιηθεί προς όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης από τα ίδια τα εμπλεκόμενα πρόσωπα ή είχαν δοθεί στους δημοσιογράφους από άλλες πηγές και μάλιστα, μεταξύ άλλων, και από τις αρμόδιες αρχές και, πάντως, δεν συνιστούσαν ευθεία αναπαραγωγή των μαρτυριών ή των καταθέσεων της ποινικής δικογραφίας. Από τα σχετικά αποσπάσματα των επιμάχων εκπομπών, όμως, όπως αυτά περιγράφονται στην προσβαλλόμενη πράξη και τα λοιπά στοιχεία του φακέλου, προκύπτει ότι οι μεταδοθείσες δηλώσεις παρουσιάσθηκαν στο τηλεοπτικό κοινό από τους ίδιους τους συντελεστές του σταθμού ως αποσπάσματα των καταθέσεων των ως άνω εμπλεκομένων προσώπων ενώπιον των αρμοδίων αρχών και εν γένει ως στοιχεία της ποινικής προδικασίας. Εξ άλλου, το γεγονός ότι ενδεχομένως τέτοια αποσπάσματα είχαν δημοσιοποιηθεί και από άλλα μέσα μαζικής ενημέρωσης δεν αίρει την ευθύνη του τηλεοπτικού σταθμού των αιτούντων για την παράβαση των προαναφερθεισών διατάξεων του Κώδικα ΔεοντολογίαςΣυνεπώς, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από τους αιτούντες πρέπει να απορριφθούν. Οι αιτούντες επικαλούνται, περαιτέρω, την αρχή της σταθμίσεως, ισχυριζόμενοι ότι η μετάδοση των σχετικών πληροφοριών ήταν αναγκαία για την ενημέρωση του τηλεοπτικού κοινού επί ζητήματος που παρουσίαζε μείζον δημόσιο ενδιαφέρον. Οπως αναφέρεται, όμως, και στην υπ’ αριθμ. 243/27.2.2007 εισήγηση του ειδικού επιστήμονος του Ε.Σ.Ρ. ................, η οποία συνοδεύει την προσβαλλόμενη πράξη, εν προκειμένω, ο στόχος της ενημερώσεως του τηλεοπτικού κοινού μπορούσε να εξυπηρετηθεί με την γενική αναφορά στα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης υποθέσεως καθώς και με την ανάδειξη των σημείων που έχρηζαν διερευνήσεως ως προς τις συνθήκες τελέσεως του εγκλήματος, δεν προκύπτει δε, ούτε, άλλωστε, οι αιτούντες επικαλούνται ότι συνέτρεχε κάποιος επιτακτικός λόγος υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, ο οποίος καθιστούσε αναγκαία την παράθεση αποσπασμάτων των καταθέσεων του φερομένου ως δράστη και των μαρτύρων ή άλλων στοιχείων και εγγράφων της δικαστικής έρευνας. Συνεπώς, νομίμως κρίθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση ότι συνέτρεξε παράβαση του άρθρου 11 παρ. 6 του Κώδικα Δεοντολογίας ειδησεογραφικών και άλλων δημοσιογραφικών και πολιτικών εκπομπών, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου προβαλλομένων από τους αιτούντες.
8. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει, επίσης, ότι κατά την διάρκεια των επιμάχων δελτίων ειδήσεων προβλήθηκαν επανειλημμένως φωτογραφίες της συζύγου του φερομένου ως δράστη του εγκλήματος και έγινε εκτενής αναφορά στις σχέσεις της με το θύμα, σε ζητήματα του οικογενειακού της βίου, στην εμφάνισή της και στην προσωπικότητά της εν γένει. Οι εκτενείς αυτές αναφορές υπερέβαιναν το μέτρο του αναγκαίου για την ενημέρωση των τηλεθεατών επί της συγκεκριμένης υποθέσεως και, συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθούν δικαιολογημένες εν όψει της αρχής της σταθμίσεως, δεδομένου, μάλιστα, ότι τα σχετικά σχόλια και οι πληροφορίες ανάγονταν και στην ερωτική ζωή του συγκεκριμένου προσώπου, η οποία αποτελεί τμήμα του απαραβίαστου πυρήνα του ιδιωτικού βίου. Το δε εύλογο ενδιαφέρον προς ενημέρωση του τηλεοπτικού κοινού καθιστούσε δικαιολογημένη μόνον την μετάδοση πληροφοριών που σχετίζονταν αμέσως με την περιγραφή του συνθηκών τελέσεως του εγκλήματος και όχι την αναφορά περαιτέρω λεπτομερειών και σχολίων που αφορούσαν την σχέση του θανόντος με την σύζυγο του φερομένου ως δράστη καθώς και τον οικογενειακό βίο των συζύγων, όπως τα σχόλια που περιγράφεται στην προσβαλλομένη πράξη ότι μεταδόθηκαν από τον τηλεοπτικό σταθμό των αιτούντων. Συνεπώς, νομίμως κρίθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση ότι, εν προκειμένω, έλαβε χώρα παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1, σε συνδυασμό και με το άρθρο 11 παρ. 2 του Κώδικα Δεοντολογίας. Αβασίμως δε προβάλλεται από τους αιτούντες ότι η μετάδοση των ανωτέρω πληροφοριών ήταν αναγκαία στο πλαίσιο της διερευνήσεως της ευθύνης της ιδίας της συζύγου του φερομένου ως δράστη για ζητήματα που ανάγονταν στην άσκηση των διοικητικών καθηκόντων της ως υπαλλήλου του Ι.Κ.Α. Τούτο διότι, ανεξαρτήτως του εάν ανέκυπτε, πράγματι, ζήτημα διερευνήσεως τυχόν τέτοιων ευθυνών της ανωτέρω υπαλλήλου, πάντως, ούτε η διεξαγωγή σχετικής έρευνας θα καθιστούσε δικαιολογημένη την αναφορά τέτοιων λεπτομερειών αναγομένων στον ιδιωτικό βίο αυτής. Περαιτέρω, ούτε οι ισχυρισμοί των αιτούντων ότι η ίδια η σύζυγος του φερομένου ως δράστη επεδίωξε την επαφή με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και προέβη σε δηλώσεις σχετικά με την υπόθεση, δικαιολογούν την κατά τα ως άνω προσβολή του ιδιωτικού της βίου. Εξ άλλου, όσον αφορά την προβολή των φωτογραφιών της ανωτέρω, το γεγονός ότι οι συγκεκριμένες φωτογραφίες είχαν ήδη δημοσιευθεί στον ημερήσιο τύπο, όπως ισχυρίζονται οι αιτούντες, δεν αίρει την ευθύνη του σταθμού για την παράβαση των προαναφερθεισών διατάξεων του Κώδικα Δεοντολογίας, η οποία συντελέσθηκε με την τηλεοπτική προβολή των εν λόγω φωτογραφιών (πρβλ. ΣτΕ 4060/2010). Περαιτέρω δε, ούτε το γεγονός ότι κατά την προβολή των σχετικών φωτογραφιών, είχαν καλυφθεί, με κατάλληλη επεξεργασία, τα μάτια της εικονιζομένης, κλονίζει την διαπίστωση περί της τελέσεως των επιμάχων παραβάσεων, οι οποίες στοιχειοθετούνται ακόμη και όταν οι προβαλλόμενες φωτογραφίες έχουν υποστεί επεξεργασία για την κάλυψη ορισμένων χαρακτηριστικών του προσώπου, εφ’ όσον, πάντως, παρά την επεξεργασία αυτή, όπως αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση, καθίσταται σαφές στο τηλεοπτικό κοινό ότι εικονίζεται το συγκεκριμένο πρόσωπο, το οποίο είναι αναγνωρίσιμο από τα λοιπά χαρακτηριστικά του. Επομένως, όλα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από τους αιτούντες είναι απορριπτέα.
9. Επειδή, στο άρθρο 9 του π.δ. 100/2000 (Α` 98) ορίζεται ότι «1. Κάθε πρόσωπο … του οποίου προσβάλλονται από το περιεχόμενο τηλεοπτικής ή ραδιοφωνικής εκπομπής δικαιώματα, όπως ιδίως η προσωπικότητα, η τιμή ή η υπόληψη ή ο ιδιωτικός και οικογενειακός βίος … δικαιούται να ζητήσει επανόρθωση από το σταθμό που μετέδωσε την επίμαχη εκπομπή, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία είκοσι (20) ημερών από τη μετάδοση ή αναμετάδοση της εκπομπής … 2. Το αίτημα επανόρθωσης υποβάλλεται στο σταθμό με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο … 4. Ο σταθμός αποφασίζει για το αίτημα μέσα σε δύο (2) ημέρες … 5. Αν ο σταθμός απορρίψει το αίτημα, το διαβιβάζει υποχρεωτικώς μαζί με την αιτιολογημένη απορριπτική απόφασή του, σε είκοσι τέσσερις (24) το αργότερο ώρες, στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης … 6. Σε όλες τις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και εφόσον η προσβολή του δικαιώματος μπορεί να αποκατασταθεί με τη διαδικασία του παρόντος άρθρου, η προηγούμενη υποβολή αίτησης επανόρθωσης και η μη προσήκουσα από τον εγκαλούμενο τηλεοπτικό σταθμό ικανοποίηση της αίτησης αυτής, αποτελεί προϋπόθεση για την επιβολή των προβλεπόμενων διοικητικών κυρώσεων για το γεγονός που προκάλεσε την αίτηση επανόρθωσης».
10. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ότι μη νομίμως επεβλήθη με την προσβαλλομένη απόφαση κύρωση για προσβολή του ιδιωτικού βίου της συζύγου του φερομένου ως δράστη του εγκλήματος, εφ’ όσον το θιγόμενο πρόσωπο δεν είχε υποβάλει αίτηση προς τον σταθμό για την επανόρθωση της προσβολής, κατά τα οριζόμενα στις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 9 του π.δ. 100/2000. Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, εν όψει της φύσεως της προσβολής και των ανωτέρω περιγραφεισών συνθηκών, υπό τις οποίες αυτή τελέσθηκε, δεν ήταν δυνατή η αποκατάστασή της δια της τηρήσεως της διαγραφομένης στο άρθρο 9 του π.δ. 100/2000 διαδικασίας επανορθώσεως και, επομένως, η προηγουμένη υποβολή σχετικής αιτήσεως προς τον τηλεοπτικό σταθμό δεν αποτελούσε προϋπόθεση για την επιβολή των διοικητικών κυρώσεων του άρθρου 4 του ν. 2328/1995. Εξ άλλου, κατά τα λοιπά, όταν επιβάλλεται κύρωση για παράβαση των κανόνων δεοντολογίας, δεν απαιτείται κατά νόμο η τήρηση της διαδικασίας επανορθώσεως του άρθρου 9 του π.δ. 100/2000 (βλ. ΣτΕ 1927/2012, 1350/2013, 2850/2013). Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου προβαλλόμενοι ισχυρισμοί των αιτούντων πρέπει να απορριφθούν.
11. Επειδή, περαιτέρω, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι, στο πλαίσιο των επιμάχων δελτίων ειδήσεων, όπως το περιεχόμενό τους περιγράφεται στην προσβαλλομένη απόφαση, οι δημοσιογράφοι του σταθμού δεν περιορίσθηκαν στην ενημέρωση του τηλεοπτικού κοινού σχετικά με την πορεία της δικαστικής διερευνήσεως της υποθέσεως, αλλά τα δελτία αυτά, με τις συζητήσεις που διοργάνωσαν με τους δικηγόρους των εμπλεκομένων προσώπων, αυτόπτες μάρτυρες και ιατροδικαστές και με τις υποθετικές εκδοχές, στις οποίες αναφέρθηκαν κατά την διάρκεια των δελτίων, ως προς τα αίτια του θανάτου του Διοικητή του Ι.Κ.Α., ήταν ικανά να δημιουργήσουν στους τηλεθεατές την εντύπωση μιας έρευνας διεξαγομένης τηλεοπτικώς παραλλήλως προς αυτήν των αρμοδίων δικαστικών αρχών, κατά παράβαση της απαγορεύσεως που θεσπίζεται με το άρθρο 13 παρ. 3 του Κώδικα Δεοντολογίας ειδησεογραφικών και άλλων δημοσιογραφικών και πολιτικών εκπομπών και η οποία αποσκοπεί, επίσης, στην διασφάλιση της αποτελεσματικής διεξαγωγής της δικαστικής έρευνας και στην προστασία του τεκμηρίου αθωότητας. Εξ άλλου, εν όψει των προαναφερθέντων, οι πληροφορίες που μεταδόθηκαν από τα δελτία ειδήσεων του σταθμού των αιτούντων και, ιδιαιτέρως, οι αναφορές στα αίτια του θανάτου του θύματος, ήταν ικανές να προκαλέσουν σύγχυση στο τηλεοπτικό κοινό ως προς τα πραγματικά πορίσματα της δικαστικής έρευνας. Συνεπώς, η κρίση του Ε.Σ.Ρ. ότι στο πλαίσιο των επιμάχων δελτίων ειδήσεων έλαβε χώρα παράβαση των άρθρων 5 παρ. 2 και 13 παρ. 3 του Κώδικα Δεοντολογίας, παρίσταται νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη.
12. Eπειδή, σύμφωνα με τα ανωτέρω, από τα αναφερόμενα τόσο στην προσβαλλόμενη πράξη όσο και στα στοιχεία του φακέλου που την συνοδεύουν και, ιδίως, στην υπ’ αριθμ. 243/27.2.2007 εισήγηση του ειδικού επιστήμονος του Ε.Σ.Ρ. ..., θεμελιώνεται επαρκώς η κρίση της Αρχής περί παραβάσεως των προμνησθεισών διατάξεων του Κώδικα Δεοντολογίας. Στην ως άνω δε εισήγηση εξειδικεύεται η στοιχειοθέτηση των αποδοθεισών στον σταθμό των αιτούντων παραβάσεων, εν όψει των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών και, περαιτέρω, γίνεται αναφορά στην αρχή της σταθμίσεως, η οποία, ωστόσο, κατά την κρίση του εισηγητή, δεν δικαιολογούσε, στην προκειμένη περίπτωση, την προβολή των πληροφοριών και στοιχείων που μεταδόθηκαν από τον σταθμό. Περαιτέρω, στην προσβαλλομένη απόφαση μνημονεύονται επίσης τα στοιχεία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Ε.Σ.Ρ. περί στοιχειοθετήσεως των επιμάχων παραβάσεων, ενώ ρητώς αναφέρεται ότι για την διαμόρφωση της κρίσεως αυτής ελήφθησαν υπ’ όψιν και οι ισχυρισμοί, τους οποίους ανέπτυξαν οι αιτούντες προφορικώς, κατά την διαδικασία ακροάσεώς τους, καθώς και με το σχετικό υπόμνημά τους. Οι ισχυρισμοί δε αυτοί, οι οποίοι δεν κρίθηκαν βάσιμοι από την Αρχή, δεν έχρηζαν ειδικότερης απαντήσεως. Υπό τα δεδομένα αυτά, η προσβαλλόμενη πράξη παρίσταται πλήρως και ειδικώς αιτιολογημένη, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου προβαλλομένων από τους αιτούντες.
13. Επειδή, εξ άλλου, η προσβαλλόμενη πράξη παρίσταται επαρκώς αιτιολογημένη και ως προς την επιμέτρηση του ύψους του επιβληθέντος προστίμου. Συγκεκριμένα, για τον προσδιορισμό του ύψους του προστίμου συνεκτιμήθηκαν, κατά τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, τα καθοριζόμενα στο άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 2328/1995 κριτήρια και, ειδικότερα, η βαρύτητα της παραβάσεως, το μερίδιο τηλεθεάσεως που συγκέντρωσε το επίμαχο πρόγραμμα, το ύψος της διαφημιστικής δαπάνης, το ύψος της επενδύσεως που έχει πραγματοποιηθεί από τον σταθμό των αιτούντων και, τέλος, οι προηγούμενες κυρώσεις που είχαν επιβληθεί στον σταθμό για παραβάσεις της ραδιοτηλεοπτικής νομοθεσίας. Τα ως άνω στοιχεία, τα οποία ελήφθησαν υπ’ όψιν, προβλέπονται στο νόμο ως γενικά κριτήρια επιμετρήσεως τους ύψους του επιβλητέου προστίμου, δυνάμενα να εφαρμοσθούν σε κάθε περίπτωση παραβάσεως της ραδιοτηλεοπτικής νομοθεσίας, ανεξαρτήτως της φύσεως της αποδιδομένης στον τηλεοπτικό σταθμό παραβάσεως. Ειδικότερα, νομίμως συνεκτιμήθηκε, ως κριτήριο επιμετρήσεως του επιβλητέου προστίμου, το ύψος της επενδύσεως που έχει πραγματοποιηθεί από τον σταθμό των αιτούντων, εφ’ όσον το στοιχείο αυτό προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 2328/1995, είναι δε κριτήριο γενικό, αντικειμενικό και πρόσφορο για την επίτευξη του επιδιωκομένου με τις εν λόγω διατάξεις αποτρεπτικού σκοπού (βλ. ΣτΕ 3035/2011, 1350/2013). Συνεπώς, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από τους αιτούντες είναι απορριπτέα. Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 2328/1995, η υποτροπή, ως κριτήριο επιμετρήσεως του επιβλητέου προστίμου, δεν συνδέεται με την τέλεση όμοιας ή συναφούς παραβάσεως, αλλά αναφέρεται γενικώς σε παραβάσεις διατάξεων της ραδιοτηλεοπτικής νομοθεσίας (βλ. ΣτΕ 971/2011, 620/2010, 4067/2008). Συνεπώς, νομίμως ελήφθησαν υπ’ όψιν οι προηγούμενες κυρώσεις που είχαν επιβληθεί εις βάρος του τηλεοπτικού σταθμού των αιτούντων, ακόμη και εάν δεν αφορούσαν συναφή παράβαση, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου προβαλλομένων με την υπό κρίση αίτηση. Σε κάθε δε περίπτωση, εν όψει των πλειόνων παραβάσεων της ραδιοτηλεοπτικής νομοθεσίας που αποδόθηκαν στον σταθμό των αιτούντων και της βαρύτητας των παραβάσεων αυτών, καθώς και του ύψους του επιβληθέντος προστίμου (70.000 ευρώ), το οποίο υπολείπεται σημαντικά του προβλεπομένου στο νόμο ανωτάτου ορίου (500.000.000 δραχμές), δεν δύναται να θεωρηθεί ότι το Ε.Σ.Ρ., κατά την επιμέτρηση του προστίμου, υπερέβη τα άκρα όρια της διακριτικής του ευχέρειας ή ότι παραβίασε, και δη καταδήλως, την αρχή της αναλογικότητας, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι αιτούντες. Ούτε, άλλωστε, θεμελιώνεται παράβαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως εκ του γεγονότος ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των αιτούντων, το Ε.Σ.Ρ. επέβαλε χαμηλότερο πρόστιμο για τις ίδιες παραβάσεις σε άλλους τηλεοπτικούς σταθμούς, οι οποίοι, μάλιστα, συγκέντρωναν μεγαλύτερο μερίδιο τηλεθέασης. Τούτο διότι, ακόμη και αν το πρόστιμο επεβλήθη για παράβαση των ιδίων ακριβώς διατάξεων της ραδιοτηλεοπτικής νομοθεσίας, δεν υφίσταται, οπωσδήποτε, ταυτότητα συνθηκών, δεδομένου ότι η βαρύτητα των τελεσθεισών παραβάσεων εξαρτάται από το ειδικότερο περιεχόμενο των εκπομπών εκάστου σταθμού, ενώ, εξ άλλου, για την επιμέτρηση του προστίμου λαμβάνονται υπ’ όψιν και τα λοιπά καθοριζόμενα στο νόμο κριτήρια, πέραν της βαρύτητας της παραβάσεως και του μεριδίου τηλεθέασης. Υπό τα δεδομένα αυτά, οι ανωτέρω ισχυρισμοί των αιτούντων, όπως προβάλλονται, δεν θεμελιώνουν πλημμέλεια της προσβαλλομένης πράξεως ως προς την επιμέτρηση του προστίμου.
14. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Διά ταύτα
Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβολου.
Επιβάλλει στους αιτούντες την δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2013
Η Προεδρεύουσα Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας Ε. Σαρπ Ι. Παπαχαραλάμπους
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 1ης Απριλίου 2014.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis