Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2015

Παραγραφή κατά ασφ. εταιρείας. Διαχρονικό Δίκαιο.

Περίληψη. (ΕΕΜΠΔ 2013/896) Αξιώσεις κατά ασφαλιστικής εταιρείας από αυτοκινητικό ατύχημα. Η γενική αρχή της μη αναδρομικότητας του νόμου. Εφαρμογή αυτής επί γνήσιας αναδρομής, όχι όμως και επί μη γνήσιας αναδρομής. Έννοια αυτής. Έναρξη παραγραφής υπό το παλαιό δίκαιο, χωρίς τη συμπλήρωση αυτής κατά την έναρξη εφαρμογής του νέου δικαίου. Επιμήκυνση της παραγραφής, ώστε αυτή να συνεχίζεται υπό το νέο δίκαιο και να συμπληρώνεται κατά τους ορισμούς αυτού. Παραγραφή της ένδικης αξίωσης του παθόντος έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας μετά τη πάροδο δύο ετών από τον χρόνο του ατυχήματος. Σε εξέλιξη ο χρόνος της (διετούς) παραγραφής όταν τέθηκε σε ισχύ ο νέος νόμος με τον οποίον προβλεπόταν η παραγραφή των σχετικών αξιώσεων με τη συμπλήρωση πενταετίας από το ατύχημα. Επέκταση του χρόνου παραγραφής της ένδικης αξίωσης του παθόντα.

                                             Άρειος Πάγος, Δ` Πολιτικό Τμήμα, 1063/ 2013.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
                                          ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νόμιμα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη 1350β`/6-11-2012 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ... , προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο (22-2-2013), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας ... , στον αναιρεσίβλητο με θυροκόλληση, τηρηθεισών των νομίμων διατυπώσεων. Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη.
Ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 36/1988). Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ελέγχεται αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ ορθώς απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΑΠ 946/1992, 1037/1992), τούτο δε μπορεί να συμβεί και με την εφαρμογή μη προσήκοντος κανόνα δικαίου (ΑΠ 80/1995). Εξ άλλου, ο υπ` αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης, ή εκ πλαγίου παράβαση του κανόνα δικαίου, αποτελεί συμπλήρωμα του υπ` αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου. Ενώ ο υπ` αριθ. 1 λόγος ιδρύεται όταν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση κανόνα δικαίου, ο υπ` αριθ. 19 λόγος ιδρύεται όταν οι οποιεσδήποτε παραδοχές δημιουργούν αμφιβολία ως προς το ζήτημα αν παραβιάστηκε ή όχι ο κανόνας αυτός. Τέλος, ο λόγος του αριθ.19 προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εκτίμησε αποδείξεις και διετύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, ενώ ο λόγος του αριθ.1 μπορεί να ιδρυθεί είτε έγινε εκτίμηση αποδείξεων είτε όχι.
Με το άρθ.7 του Ν. 3557/2007 η §2 του αρθ. 10 του ΠΔ 237/1986 με το οποίο κωδικοποιήθηκε ο Ν. 489/1976 αντικαταστάθηκε και έλαβε την ακόλουθη διατύπωση: "2. Η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο πέντε (5) ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας για την αναστολή και διακοπή της παραγραφής". Η διαφορά του χρόνου παραγραφής του προγενεστέρου από το ισχύον δίκαιο (δύο έτη και πέντε έτη, αντιστοίχως) θέτει ενδιαφέροντα ζητήματα διαχρονικού δίκαιου. Το νέο δίκαιο δεν περιέχει ειδική περί τούτου ρύθμιση. Επιβάλλεται, επομένως, να αναζητηθούν αλλαχού σχετικές ρυθμίσεις για την επίλυσή του. Πλέον πρόσφορη κρίνεται η προσφυγή στο αρθ.18 του ΕισΝΑΚ, η διάταξη του οποίου δύναται να χρησιμοποιηθεί ως μία κατευθυντήρια σκέψη και είναι σύμφωνη προς τη θεωρία του διαχρονικού δικαίου. Βέβαια από την ΑΚ 2 καθιερώνεται η θεμελιακή για το δίκαιο αρχή της μη αναδρομικότητας του νόμου. Η ρύθμιση αυτή αφορά τη γνήσια αναδρομή. Δεν εφαρμόζεται όμως στη μη γνήσια αναδρομή, δηλαδή όταν ο νέος νόμος καλείται να ρυθμίσει έννομες συνέπειες, που γεννήθηκαν μετά την έναρξη εφαρμογής του, αλλά πηγάζουν από έννομες σχέσεις ή καταστάσεις προϋφιστάμενες του νόμου. Επομένως, όταν η παραγραφή έχει αρχίσει υπό το παλαιό δίκαιο και δεν έχει συμπληρωθεί κατά την έναρξη εφαρμογής του νέου δικαίου και επιμηκύνει την παραγραφή, τότε η τελευταία συνεχίζεται υπό το νέο δίκαιο και συμπληρώνεται κατά τους ορισμούς του νέου δικαίου. Δεν πρόκειται για απαγορευμένη γνήσια αναδρομή, αλλά για επιτρεπτή μη γνήσια αναδρομή. Από την διάταξη του αρθ. 18 ΕισΝΑΚ ορίζονται τα ακόλουθα: "Οι διατάξεις του ΑΚ για την παραγραφή εφαρμόζονται και στις αξιώσεις που έχουν γεννηθεί, αλλά δεν έχουν ακόμη παραγραφεί κατά την εισαγωγή του. Η έναρξη όμως, η αναστολή και η διακοπή της παραγραφής κρίνεται ως προς το πριν από την εισαγωγή του Κώδικα χρόνο, σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει έως τώρα". Η βασική διαπίστωση που προκύπτει από την αμέσως ανωτέρω εκτεθείσα διάταξη είναι ότι η διετής παραγραφή της αξιώσεως του παθόντος που άρχισε να τρέχει πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 3557/2007 (14.5.2007), ενόσω δεν είχε ακόμη συμπληρωθεί κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία, εφεξής καθίσταται πενταετής στο σύνολό της. Επιπροσθέτως, αν ο νομοθέτης ήθελε να αποκλείσει την επιμήκυνση της παραγραφής του άρθρου 10 παρ.2 του ΠΔ 237/1986, όπως διαμορφώθηκε με την ως άνω τροποποίηση, θα το όριζε ρητά.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη 72/2012 απόφασή του, δέχθηκε, ερμηνεύοντας το νόμο, ότι η ένδικη αξίωση του παθόντος - ενάγοντος έναντι της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας παραγραφόταν μετά πάροδο δύο ετών από τον χρόνο του ατυχήματος (23-10-2005), πλην όμως, η διετής παραγραφή της αξιώσεως του παθόντος - ενάγοντος, η οποία είχε αρχίσει την 24-10-2005, ήταν σε εξέλιξη όταν τέθηκε σε ισχύ ο νέος νόμος (14-5-2007), ήτοι δεν είχε συμπληρωθεί η διετία και επομένως η αξίωση αυτή παραγραφόταν πλέον με τη συμπλήρωση πενταετίας από το ατύχημα. Κατά συνέπεια, με την άσκηση της ένδικης από 2-6- 2008 αγωγής, η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία την 6-4-2009, επήλθε λόγος διακοπής της παραγραφής υπό την ισχύ του νέου δικαίου, η δε νέα παραγραφή είναι πενταετής, αρχόμενη από το λόγο της διακοπής και ότι επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε τον ισχυρισμό (ένσταση) περί παραγραφής της αξιώσεως του παθόντος που προέβαλε η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, δεν έσφαλε στην κρίση του αυτή και ορθά απέρριψε ως αβάσιμα, τα αντίθετα που υποστήριξε η τελευταία - εκκαλούσα με τον μοναδικό λόγο της έφεσής της.
Με αυτά που έκρινε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ορθώς ερμηνεύθηκαν οι κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 4 παρ.1 και 2, 17 παρ.2 του ισχύοντος Συντάγματος, 1 του προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 2, 247, 261 του ΑΚ, 18 του ΕισΝΑΚ, 10 παρ.2 του Ν. 489/1976, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 3557/2007, τους οποίους το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τον πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, ο δεύτερος των οποίων εκτιμάται και αυτός ως λόγος από τον αριθ.1, είναι αβάσιμα και απορριπτέα, καθώς και η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Εξοδα δεν επιδικάζονται, διότι ο αναιρεσίβλητος δεν παρέστη, πρέπει όμως να διαταχθεί η εισαγωγή του προκαταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, του άρθρου 12 παρ.2 του Ν. 4055/2012, στο Δημόσιο Ταμείο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 26-6-2012 αίτηση για αναίρεση της 72/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Και
Διατάσσει την εισαγωγή του προκαταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, στο Δημόσιο Ταμείο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2013.

3 σχόλια:

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

Εξετάζοντας το κρίσιμο ζήτημα της αναδρομικής εφαρμογής του νόμου στο χώρο του αστικού δικαίου δίδασκε ο αδιαφιλονίκητος καθοδηγητής του Ακυρωτικού μας Γεώργιος Μπαλής: «η αποστολή του νόμου είναι να ρυθμίση το μέλλον, η δε στροφή αυτού προς το παρελθόν και η ανατροπή δικαιωμάτων κεκτημένων ενέχει αδικίαν και αντιτίθεται προς την φύσιν του νόμου («Δει τον νομοθτούντα περί των μελλόντω έσεσθαι... νομοθετείν. Τούτο γαρ εστί το εφ’ άπασι τοις πολίταις κοινούς τους νόμους τιθέναι, το δε περί των γεγονότων πραγμάτων νόμους γράφειν, ου νομοθετείν εστιν, αλλά τους αδικούντας σώζειν» {Δημοσθένης κατά Τιμοκράτους 116}. «Η του νομοθέτου κρίσις περί μελλόντων και καθολου εστίν, ο δ’ εκκλησιαστής και δικαστής ήδη περί παρόντων και αφωρισμένων κρίνουσιν» {Αριστοτέλους, Ρητορική, Α΄, 1354 β και 1358 β}). Φρονούμεν μάλιστα ότι η αρχή της μη αναδρομικότητος του νόμου κατοχυρούται και δια του συντάγματος, καθό ενυπάρχουσα εν αυτή τη διακρίσει των εξουσιών, ην τούτο καθιεροί. Τω όντι κατά την έννοιαν της διακρίσεως των εξουσιών, η δικαστική εξουσία έργον έχει να απονέμη δικαιοσύνην, ήτοι να κρίνη περί των ήδη κεκτημένων ιδιωτικών δικαίων, και επομένως περιλαμβάνει εις την περιοχήν της απάσας τας παρωχημένας σχέσεις και πραγματικάς καταστάσεις, αίτινες διεμορφώθησαν εις ιδιωτικά δικαιώματα. Πάντα τα εκ του παρελθόντος δικαιώματα ταλυτα, καθό συγκεκριμένα και αντικειμενικώς ωρισμένα, είναι δεκτικά δικαστικής μόνον κρίσεως, ουχί δε και νομοθετικήςρυθμίσεως. Εις την νομοθετικήν εξουσίαν ανήκει το μέλλον, δηλαδή η ρύθμισις των αφηρημένων και μήπω γεγεννημένων σχέσεων του μέλλοντος, επί τοσούτον δε μονον και παρωχημε΄ναι σχέσεις, εφ’ όσον εξ αυτών δεν διεμορφώθη κεκτημένον δίκαιο, (δηλαδή εφ’ όσον αύται δεν υπάγονται εις την δικαστικήν εξουσίαν)» [Γεώργιος Μπαλής, Γενικαί Αρχαί του Αστικού Δικαίου, 1966, § 10, σελίδες 27-28]. Κατά τον Κων/ νο Σημαντήρα, «γεννάται το ζήτημα αν, κατ’ εφαρμογήν της αρχής ταύτης (δηλαδή της μη αναδρομικότητας του νόμο) αποκλείεται η εφαρμογή του νέου νόμου και επί των σχέσεων εκείνων αι οποίαι γεννηθείσαι προ αυτού ευρίσκονται εισέτι εν ενεργεία αναπτύσουσαι και μετά ταύτα αποτελέσματα. 2. το πρόβλημα αντιμετωπίζεται ήδη επιτυχέστερον επί τη βάσει της διακρίσεως μεταξύ γνησάς και μη γνησίας αναδρομής. α) Γνησίαν αναδρομήν έχομεν οσάκις εις τας διατάξεις του νέου νόμου υποβάλλονται και τα εις το παρελθόν υπό το καθεστώς του προγενεστέρου δικαίου πλήρως ήδη τελειωθέντα νομικά αποτελέσματα. Περίπτωσιν γνησίας αναδρομής καθιεροί ούτως η διάταξις του άρθρου 16 ΕισΝΑΚ δια της οποίας κηρύσσεται αναδρομικώς εφαρμοστέον το άρθρον 179: δικαιοπραξία αισχροκερδής κατά την ΑΚ 179 συναφθείσα προ της ισχύος του ΑΚ είναι κατά ταύτα άκυρος, μολονότι συμφώνως προς το προγενέστερον δίκαιον, υπό το κράτος του οποίου συνήφθη, ήτο μόνον ακυρώσιμος. β) Είναι δυνατόν όμως η αναδομική ισχύς του νόμου να συνίσταται εις την εφαρμογήν του νέου δικαίου επί νομικών σχέσεων ή καταστάσεων αι οποίαι εδημιουργήθησαν μεν εις το παρελθόν, ευρίσκονται όμως εισέτι εν ενεργεία, υπό την έννοιαν ότι η εφαρμογή αύτη θα αφορά εις εκείνα μόνον τα εκ των σχέσεων ή καταστάσεων τούτων αναπτυσσόμενα νομικά αποτελέσματα, τα οποία παράγονται από της ισχύος του νέου νόμου και κατά τον εφεξής χρόνον. Εν τοιαύτη περιπτώσει γίνεται λόγος περί μη γνησίας αναδρομής ή άλλως περί αμέσου ισχύος ή αμέσου ενεργείας του νέου νόμου» Γενικαί Αρχαί Αστικού Δικαίου, τόμος Α’, 1976, §11. IV, πλαγιάριθμοι 117, 119,120, σελίδες 85-86].

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 3951/ 2009.
Πρόεδρος: Μαρία Παπακωνσταντίνου.
Με το άρθρο 7 του ν. 3557/2007, αντικαταστάθηκε η παράγραφος 2 του άρθρου 10 του π.δ. 237/1986, με το οποίο κωδικοποιήθηκε ο ν. 489/1976 και πλέον, η αξίωση του τρίτου παθόντος κατά του ασφαλιστή παραγράφεται μετά πάροδο πέντε (5) ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας για την αναστολή και διακοπή της παραγραφής. Το νέο δίκαιο δε ρυθμίζει ζητήματα διαχρονικού δικαίου και κρίνεται πλέον πρόσφορη η προσφυγή στη διάταξη του άρθρου 18 ΕισΝΑΚ, σύμφωνα με την οποία, οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την παραγραφή εφαρμόζονται και στις αξιώσεις που έχουν γεννηθεί, αλλά δεν έχουν ακόμη παραγραφεί κατά την εισαγωγή του. Η πιο πάνω διάταξη δεν είναι αντίθετη με τη ρύθμιση της μη αναδρομικότητας του νόμου, που καθιερώνεται στο άρθρο 2 του ΑΚ, καθόσον η πιο πάνω διάταξη αφορά τη γνήσια αναδρομή, ενώ δεν εφαρμόζεται στη μη γνήσια αναδρομή, όταν δηλαδή ο νέος νόμος καλείται να ρυθμίσει έννομες συνέπειες, που γεννήθηκαν μετά την έναρξη της εφαρμογής του, αλλά πηγάζουν από έννομες σχέσεις ή καταστάσεις προϋφιστάμενες του νόμου. Επομένως, όταν η παραγραφή έχει αρχίσει με το παλιό δίκαιο και δεν έχει συμπληρωθεί κατά την έναρξη εφαρμογής του νέου νόμου, που επιμηκύνει την παραγραφή, τότε η τελευταία συνεχίζεται με το νέο δίκαιο και συμπληρώνεται κατά τους ορισμούς του νέου δικαίου. Έτσι, αν συνέβη τροχαίο ατύχημα πριν την 14.5.2007, έναρξη ισχύος του ν. 3557/2007 και η διετής παραγραφή της αξίωσης του παθόντος κατά του ασφαλιστή, που άρχισε να τρέχει πριν την πιο πάνω ημερομηνία, δεν είχε συμπληρωθεί, κατ` αυτή (στις 14.5.2007), εφεξής καθίσταται πενταετής στο σύνολο της (Α. Κρητικός, Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, έκδοση 2008, § 29, αριθ. 188-193, σ. 714-715).

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

Γνωμοδότηση Εισαγγελίας Αρείου Πάγου 6/ 1991, Δνη 32 (1991).1532.

Εισαγγελέας: Ανδρέας Φλούδας.

Σκέψη ΙΙ.Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 ΑΚ ο νόμος ορίζει περί του μέλλοντος και δεν έχει αναδρομική δύναμη. Η εισαγομένη από τη διάταξη αυτή αρχή της μη αναδρομής δεν έχει αυξημλενη τυπική δύναμη και ο νομοθέτης δύναται, κατά την κρατούσα άποψη, να προσδίδει ρητώς ή και βάσει του περιεχομένου του νέου νόμου αναδρομική ισχύ σε αυτόν (ΑΠ Ολομ 654/ 1984, ΑΠ Ολομ 939/ 1973, Τούση, Γενικαί Αρχαί § 1, Γνωμ/ ση Α. Γαζή Δνη 30.251, βλ. όμως Γ. Μπαλή § 10,, Σημαντήρα πλαγιάριθμο 112). Ο νομοθέτης, λόγω της από το Σύνταγμα καθιερουμένης αρχής διακρίσεως των εξουσιών (άρθρα 1 § § 3, 26, 23 επ, 81 επ και 87), που αποτελεί παγία οργανωτική βάση του, δεν δύναται, αντιποιούμενος αρμοδιότητος της δικαστικής αρχής, να κηρύσσει ανίσχυρες ή καταργημένες δικαστικές αποφάσεις (ΑΠ Ολομ 4/ 1990, ΑΠ 2001/ 1986). Δικαιούται όμως να προσδίδει σε προϋπάρχοντα περιστατικά έννομες συνέπειες διαφορετικές από εκείνες του παλαιού δικαίου, έστω κι αν υπήρξε γι’ αυτές τελεσίδικη κρίση, δοθέντος ότι με αυτή το δικαίωμα δεν μεταβάλλεται κατά τη φύση του ή την νομική του θεμελίωση, με συνέπεια να δύναται να τύχει της αυτής μεταχειρίσεως ως και τα λοιπά δικαιώματα που δεν έχουν τελεσιδίκως αναγνωρισθεί (ΑΠ Ολομ 4/ 1990, ΑΠ Ολομ 444/ 1969, ΑΠ 2001/ 1986, Δ. Κονδύλη, Το δεδικασμένο, σελ. 372). Κατ’ ακολουθίαν, δεν απαγορεύεται η αναδρομική θέσπιση διατάξεως με την οποία αίρεται (ή καθιερούται) λόγος ακυρότητος της συμβάσεως, δηλαδή να ορίσει ο νομοθέτης ότι η αναδρομική επικύρωση (ή ακυρότης) καταλαμβάνει και τις περιπτώσεις που έχουν ήδη τελεσιδίκως κριθεί, εκτός αν πρόκειται περί δικαιώματος προστατευομένου από το Σύνταγμα, ως η κυριότης ή γίνεται ρύθμιση μεμονωμένης σχέσεως (ΑΠ Ολομ 4/ 1990, ΑΠ 101/ 1972, ΑΠ 29/ 1968) οπότε δεν χωρεί άρση της ακυρότητος της σχετικής δικαιοπραξίας (ΑΠ Ολομ 618/ 1973, Ράμμος ΕρμΑΚ ΕισΝΑΚ 4 αριθμός 8). Ως όμως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 4 του ΕισΝΑΚ (και άρθρου 533 § 2 του ΚΠολΔ)η οποία καθιερώνει γενική νομοθετική αρχή, ο νέος νόμος, και αν έχει αναδρομική δύναμη, δεν επηρεάζει τις τελεσιδικως λυθείσες σχέσεις, εκτός εάν περιέχει ρητή και ειδική διάταξη περί εφαρμογής του και επί τελεσιδίκων ή και αμετακλήτως κριθέντων (ΑΠ 90/ 1981, ΑΠ 1355/ 1977, ΑΠ 729/ 1975, Ράμμος στην ΕρμΑΚ, άρθρο 4 ΕισΝΑΚ πλαγιάριθμος 2).

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...