Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2015

Ρύπανση περιβάλλοντος, προσβολή προσωπικότητας.

Προσβολή της προσωπικότητας λόγω παρακώλυσης χρήσης κοινόχρηστου πράγματος. Κοινόχρηστο είναι και το δημόσιο δάσος. Ο κοινόχρηστος χαρακτήρας διατηρείται και μετά την καταστροφή ή την αποψίλωσή του. Προσβολή λόγω αυθαίρετου αποκλεισμού της πρόσβασης σε δάσος είτε λόγω αλλοίωσης της φυσιογνωμίας του ή καταστροφής του με συνέπεια την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής του θιγομένου. Αποζημίωση. Αναιρείται η απόφαση (878/2004 Εφ.Αθ) που αξίωσε ως όρο για την κατάφαση της προσβολής το στοιχείο της ουσιώδους χειροτέρευσης της ποιότητας της ζωής του θιγόμενου, ενώ αρκεί απλώς η ματαίωση της δυνατότητας απόλαυσης των ωφελειών του δάσους.

Άρειος Πάγος 207/ 2010, Α1 Πολιτικό Τμήμα.


ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Παπαπανικολάου), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 57 εδ. α` και 59 του ΑΚ όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή, να μην επαναληφθεί στο μέλλον και να καταδικασθεί ο υπαίτιος σε χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις.
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι προϋπόθεση της παρεχόμενης με αυτές προστασίας είναι η συνδρομή παράνομης πράξης, από την οποία επέρχεται μειωτική διαταραχή της προσωπικότητας σε κάποια έκφανσή της, όπως συμβαίνει όταν παρακωλύεται η χρήση κοινόχρηστου πράγματος (άρθρο 967 ΑΚ), χωρίς να ενδιαφέρει ο τρόπος με τον οποίο έχει παραχθεί η κοινοχρησία, αλλά αρκεί το γεγονός ότι εμποδίζεται παράνομα ο ενάγων να χρησιμοποιήσει το κοινόχρηστο πράγμα. Στην έννοια του κοινόχρηστου πράγματος υπάγεται και το δημόσιο δάσος, το οποίο αναγνωρίζεται από το δίκαιο ως περιβαλλοντικό αγαθό, που εντάσσεται στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα (άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος) και διατηρεί τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του ως δάσος ακόμα και μετά την καταστροφή ή αποψίλωσή του (άρθρο 117 παρ. 3 του Συντάγματος), θεμελιώνεται δε και δικαίωμα αποζημιώσεως σε βάρος εκείνου που προκαλεί ρύπανση ή άλλη υποβάθμιση του περιβάλλοντος (άρθρο 29 του ν.1650/1986). Η παράνομη προσβολή του δικαιώματος επί της προσωπικότητας μπορεί να συνίσταται είτε σε αυθαίρετο αποκλεισμό της προσβάσεως σε δημόσιο δάσος, είτε σε αλλοίωση της φυσιογνωμίας ή καταστροφή του, με συνέπεια να υποβαθμίζεται (για λόγους αισθητικής, αναψυχής και υγιεινής) η ποιότητα ζωής των ευρισκομένων διαρκώς ή προσκαίρως σε τοπική σχέση με το δημόσιο δάσος.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του όρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα:
"Ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) είναι κύριος ενός οικοπέδου 269,5 τ.μ., που βρίσκεται στα .... Επί του οικοπέδου αυτού έχει ανεγείρει κτίσμα 35 τ.μ., το οποίο δεν χρησιμοποιεί ως κατοικία, αλλά ως αποθηκευτικό χώρο, όπως και όλη την έκταση του περιγραφομένου οικοπέδου, όπου έχει εναποθηκεύσει παντοειδή αντικείμενα, εν πολλοίς άχρηστα, όπως σίδερα, οικοδομικά υλικά, κρεβάτια, στρώματα. Βόρεια του ακινήτου του ενάγοντος, επί της ίδιας οδού του ..., βρίσκεται το ακίνητο της αδελφής του ..., με το οποίο συνορεύει, και αμέσως βορειότερα, στην ίδια οδό, το ακίνητο της εναγομένης. Δηλαδή μεταξύ των ιδιοκτησιών των διαδίκων παρεμβάλλεται η ιδιοκτησία της αδελφής του ενάγοντος. Η εναγομένη έχει αγοράσει το ακίνητο της, ήτοι ένα αγροτεμάχιο 210,30 τ.μ. με την επ` αυτού ισόγειο οικία, εμβαδού 89 τ.μ. από τον ...., δυνάμει του ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Γαρυφαλλιάς Καρακασιλιώτη-Μαυροφόρου. Δυτικά όλων των ιδιοκτησιών αυτών υπήρχε δημόσιο πευκοδάσος. Τμήμα του πευκοδάσους 240 τ.μ. είχε καταληφθεί προ του έτους 1972 από τρίτους, όχι πάντως από τους διαδίκους, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή πολύ αργότερα. Δυτικά του ως άνω ακινήτου της εναγομένης υπάρχει έκταση 117 τ.μ., που έχει συνενωθεί με την ιδιοκτησία της. Η έκταση αυτή αποτελεί τμήμα της ανωτέρω μείζονος εκτάσεως που είχε καταληφθεί προ του 1972. Επ` αυτής υπήρχε βλάστηση από πεύκα, πουρνάρια και σχίνα, που είχαν καταστραφεί προ του 1990, δηλαδή πριν από την αγορά του ακινήτου από την εναγομένη, πιθανόν από το δικαιοπάροχο της. Ο δικαιοπάροχός της είχε περιφράξει με μάντρα και σύρμα την έκταση αυτή και σε τμήμα της κατασκεύασε βόθρο, ενώ το υπόλοιπο κάλυψε με στέγη από μπετόν που την στήριξε σε κολώνες και στην οροφή του ισογείου ορόφου. Έτσι ήταν η πραγματική κατάσταση όταν το 1990 η εναγομένη αγόρασε το ανωτέρω οικόπεδο με την υπάρχουσα οικία, επί της οποίας το 1991 ανήγειρε με βάση την ... οικοδομική άδεια πρώτο υπέρ το ισόγειο όροφο. Περαιτέρω δυτικά των ακινήτων των διαδίκων σε βάθος 15 περίπου μέτρων στην ήδη κατεστραμμένη δασική βλάστηση διέρχεται η Αττική Οδός, μεταξύ δε αυτής και της κατεχόμενης από την εναγομένη έκτασης υπάρχει μικρή έκταση με υποτυπώδη βλάστηση, της οποίας καθένας, αδιακρίτως, μπορεί να κάνει χρήση. Βόρεια του ακινήτου της εναγομένης υπάρχει οικοδομή κάποιου ονόματι .... Βορειότερα του ακινήτου αυτού δεν αποδεικνύεται αν υπάρχει δάσος. Αλλά και με την εκδοχή ότι είναι δάσος ο ενάγων κατ` ουδέν εμποδίζεται από τα κτίσματα της εναγομένης στην απόλαυση των ωφελειών που παρέχει το δάσος. Κατ` ακολουθία αυτών η έκταση την οποία οπωσδήποτε κατέχει η εναγομένη δεν αποτελεί ούτε δάσος ούτε είναι δασική, διότι λείπει εντελώς η βλάστηση. Αλλά και περαιτέρω ο ενάγων δεν κατοικεί στο ανωτέρω ακίνητο του, αλλά σε άλλο που βρίσκεται σε απόσταση που υπερβαίνει το χιλιόμετρο, χωρίς να προκύπτει η συχνότητα επισκέψεων του στο ακίνητο της οδού του .... Ώστε λείπει και η τοπική σχέση με το περιβαλλοντικό αγαθό το οποίο, κατά την αγωγή, υπέστη βλάβη από την συμπεριφορά της εναγομένης, περιστατικό που αποκλείει την από αυτήν ουσιώδη χειροτέρευση της ποιότητας της ζωής του ενάγοντος και συνακόλουθα και την παραδοχή της αγωγής και αν ακόμη υπήρχε στην περιοχή δάσος. Με τα δεδομένα αυτά η αγωγή είναι ουσιαστικά αβάσιμη και έπρεπε να απορριφθεί...". Στη συνέχεια το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή του αναιρεσείοντος και απέρριψε την αγωγή αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57 εδ. α`, 59, 932 του Α.Κ., 29 του ν.1650/1986, 24 παρ. 1 και 117 παρ. 3 του Συντάγματος, με ψευδή ερμηνεία της τελευταίας και εσφαλμένη μη εφαρμογή όλων αυτών των διατάξεων, μη υπάγοντας σ` αυτές ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις.
Ειδικότερα: 1) Μολονότι δέχεται ότι η επίμαχη έκταση ήταν τμήμα δημόσιου δάσους, έστω και καταστραφέντος, θεωρεί στη συνέχεια ότι αυτό, λόγω της αποψιλώσεώς του, δεν φέρει δασικό (άρα και κοινόχρηστο) χαρακτήρα. 2) Ενώ δέχεται: α) ότι η επίδικη έκταση των 117 τ.μ., ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης 240 τ.μ., αποτελούσε προ του έτους 1972 δημόσιο πευκοδάσος, που καταστράφηκε προ του έτους 1990 από το δικαιοπάροχο (πωλητή) της αναιρεσίβλητης, ο οποίος το περιέφραξε, κατασκεύασε σε τμήμα της βόθρο και ισόγεια επ` αυτού οικοδομή, επί της οποίας η αναιρεσίβλητη, το έτος 1991 ανήγειρε, με την ... οικοδομική άδεια, πρώτο υπέρ το ισόγειο όροφο, δηλαδή περιστατικά υπαίτιας υποβαθμίσεως του περιβάλλοντος από την αναιρεσίβλητη και β) ότι η κατοικία του αναιρεσείοντος κείται σε απόσταση χιλίων περίπου μέτρων από την ανωτέρω έκταση και αυτός επισκέπτετο άλλο, παρακείμενο ακίνητο, έστω και αν δεν προέκυψε η συχνότητα των επισκέψεών του, εντούτοις θεωρεί ότι δεν υπάρχει η απαιτούμενη τοπική σχέση του αναιρεσείοντος με το επίδικο κοινόχρηστο πράγμα (τμήμα δημόσιου δάσους), αξιώνοντας περαιτέρω ως όρο για την κατάφαση της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος το στοιχείο της ουσιώδους χειροτερεύσεως της ποιότητας της ζωής του, ενώ αρκεί απλώς η λόγω της κατοικίας ή της γειτονικής ιδιοκτησίας του ματαίωση της δυνατότητας απολαύσεως των ωφελειών του κοινόχρηστου δημόσιου δάσους.
Επομένως ο πρώτος από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 878/ 2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Σημείωση. Οι ποινικές και διοικητικές κυρώσεις για την προστασία του Περιβάλλοντος είναι οι επόμενες:
                                                            Άρθρο 28 Ν. 1650/ 1986.
                                                                 Ποινικές κυρώσεις
 
«1. Όποιος ασκεί δραστηριότητα ή επιχείρηση χωρίς την απαιτούμενη, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3010/2003 (Α` 91) και το ν. 4014/2011 (Α` 209), ή των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ` εξουσιοδότηση του, άδεια ή έγκριση, ή υπερβαίνει τα όρια της άδειας ή έγκρισης που του έχει χορηγηθεί και υποβαθμίζει το περιβάλλον, τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο ετών ή και χρηματική ποινή 1.000,00 έως 60.000,00 ευρώ.»

*** Η παράγραφος 1 αντικαταστάθηκε ως άνω με την παράγραφο 1 άρθρου 7 Ν.4042/2012,ΦΕΚ Α 24/13/2/2012.

    «2. Όποιος προκαλεί ρύπανση ή υποβαθμίζει το περιβάλλον με πράξη ή παράλειψη που αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου αυτού ή των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ` εξουσιοδότηση του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ή και χρηματική ποινή 3.000,00 έως 60.000,00 ευρώ. Αν η πράξη του προηγούμενου εδαφίου τελέστηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή και χρηματική ποινή. Αν οι αρνητικές επιπτώσεις της ρύπανσης ή της υποβάθμισης του περιβάλλοντος είναι, με βάση το είδος ή την ποσότητα των ρύπων ή την έκταση ή τη σημασία της υποβάθμισης, περιορισμένες επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή και χρηματική ποινή.»

*** Η παράγραφος 2 αντικαταστάθηκε ως άνω με την παράγραφο 2 άρθρου 7 Ν.4042/2012,ΦΕΚ Α 24/13/2/2012.

«3. Αν η πράξη του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου:

   (α) τελέστηκε από υπαίτιο που σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών ή και χρηματική ποινή 20.000,00 έως 150.000,00 ευρώ,

   (β) τελέστηκε με τον ανωτέρω σκοπό και το συνολικό οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος
υπερβαίνει το ποσό των 73.000,00 ευρώ ή από υπαίτιο που διαπράττει εγκλήματα του παρόντος άρθρου κατ` επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 15.000,00 ευρώ, επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα έτη ή και χρηματική ποινή 60.000,00 έως 250.000,00 ευρώ,

   (γ) δημιούργησε, με βάση το είδος ή την ποσότητα των ρύπων ή την έκταση ή τη σημασία της υποβάθμισης, κίνδυνο σοβαρής ή ευρείας ρύπανσης ή υποβάθμισης ή σοβαρής ή ευρείας οικολογικής και περιβαλλοντικής διατάραξης ή καταστροφής, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών ή και χρηματική ποινή 20.000,00 έως 150.000,00 ευρώ,

   (δ) δημιούργησε κίνδυνο θανάτου εμβρύου ή ανθρώπου ή εμφάνισης βαριάς σωματικής ή διανοητικής πάθησης σε νεογνό ή βαριάς σωματικής ή διανοητικής πάθησης ανθρώπου,
επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα έτη ή και χρηματική ποινή 150.000,00 έως 500.000,00 ευρώ,

   (ε) είχε ως επακόλουθο σοβαρή ή ευρεία ρύπανση ή υποβάθμιση ή σοβαρή ή ευρεία οικολογική  και περιβαλλοντική διατάραξη ή καταστροφή, με βάση το είδος ή την ποσότητα των ρύπων ή την έκταση ή τη σημασία της υποβάθμισης ή το θάνατο εμβρύου ή ανθρώπου ή την εμφάνιση βαριάς σωματικής ή διανοητικής πάθησης σε νεογνό ή τη βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση ανθρώπου, επιβάλλεται κάθειρξη ή και χρηματική ποινή 150.000,00 έως 500.000,00 ευρώ.

  Αν οι πράξεις των στοιχείων γ`, δ` και ε` της παραγράφου αυτής τελέστηκαν από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ή και χρηματική ποινή 60.000,00 έως 150.000,00 ευρώ.»

*** Η παρ.3,όπως είχε τροποιποιηθεί και συμπληρωθεί με το άρθρο 16 παρ.4 Ν.3937/2011,ΦΕΚ Α 60, αντικαταστάθηκε ως άνω με την παράγραφο 3 άρθρου 7 Ν.4042/2012,ΦΕΚ Α 24/13/2/2012.

   4. Αν η ρύπανση ή άλλη υποβάθμιση του περιβάλλοντος  προέρχεται  από τη  δραστηριότητα  νομικού  προσώπου,  το  δικαστήριο κηρύσσει αστικώς υπεύθυνο εις ολόκληρον για την καταβολή της χρηματικής ποινής  και  το νομικό πρόσωπο.

  «5.1. Τα φυσικά πρόσωπα που κατέχουν ιθύνουσα θέση σε οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο και ιδίως οι πρόεδροι διοικητικών συμβουλίων, οι εντεταλμένοι ή διευθύνοντες σύμβουλοι ανώνυμων εταιριών, οι διαχειριστές εταιριών περιορισμένης ευθύνης, ο πρόεδρος του διοικητικού και του εποπτικού συμβουλίου συνεταιρισμών, έχουν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να εποπτεύουν και να ελέγχουν την τήρηση, από φυσικά πρόσωπα που τελούν υπό τις εντολές του, των διατάξεων του παρόντος νόμου και των κατ` εξουσιοδότηση του εκδιδόμενων κανονιστικών πράξεων, που αφορούν στην προστασία του περιβάλλοντος.

  5.2. Το φυσικό πρόσωπο, το οποίο κατέχει ιθύνουσα θέση, τιμωρείται ως αυτουργός για κάθε πράξη ή παράλειψη, που προβλέπεται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου αυτού και τελέσθηκε κατά ή εξ αφορμής της δραστηριότητας ή επιχείρησης του νομικού προσώπου, εφόσον αυτή δεν αποτράπηκε λόγω της παράλειψης του, από πρόθεση ή από αμέλεια, να ασκήσει την προβλεπόμενη στην περίπτωση 5.1 εποπτεία ή έλεγχο, ανεξάρτητα από την τυχόν ποινική ή αστική ή διοικητική ευθύνη άλλου φυσικού προσώπου ή του ίδιου νομικού προσώπου.

  5.3. Αν η πράξη ή παράλειψη, που προβλέπεται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου αυτού ή οποιαδήποτε μορφή συμμετοχής σε αυτές, τελέσθηκαν προς όφελος νομικού προσώπου από φυσικό πρόσωπο το οποίο κατέχει ιθύνουσα θέση, πέραν της ποινικής ευθύνης του φυσικού προσώπου, επιβάλλεται και στο νομικό πρόσωπο, ανάλογα με το είδος και τη σοβαρότητα των επιπτώσεων στο περιβάλλον:

   (α) διοικητικό πρόστιμο μέχρι του τριπλάσιου της αξίας του οφέλους που επιτεύχθηκε ή
επιδιώχθηκε ή

   (β) προσωρινή ή σε περίπτωση υποτροπής οριστική απαγόρευση άσκησης επιχειρηματικής δραστηριότητας ή

   (γ) πρόσκαιρος ή οριστικός αποκλεισμός από δημόσιες παροχές ή ενισχύσεις ή

   (δ) η δημοσίευση, με δαπάνες του, της αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης σε δύο ημερήσιες εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας ή συνδυασμός των ανωτέρω κυρώσεων.

  5.4. Οι ίδιες κυρώσεις επιβάλλονται στο νομικό πρόσωπο και στην περίπτωση που η παράλειψη άσκησης της προβλεπόμενης στην περίπτωση 5.1. εποπτείας ή ελέγχου από φυσικό πρόσωπο, που κατέχει ιθύνουσα θέση, κατέστησε δυνατή την τέλεση από φυσικά πρόσωπα που τελούν υπό τις εντολές του, των ποινικών αδικημάτων, που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου αυτού προς όφελος του νομικού προσώπου.

  5.5. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού καθορίζεται ο τρόπος, τα όργανα και η διαδικασία επιβολής των κυρώσεων της περίπτωσης 5.3., καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της.

  5.6. Το διοικητικό πρόστιμο που προβλέπεται στην υποπερίπτωση α` της περίπτωσης 5.3., αποτελεί έσοδο υπέρ του «Πράσινου Ταμείου» σύμφωνα με την περίπτωση ε` της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν. 3889/2010 (Α`182).»

*** Η παράγραφος 5 αντικαταστάθηκε ως άνω με την παράγραφο 4 άρθρου 7 Ν.4042/2012,ΦΕΚ Α 24/13/2/2012.

  «6. Αν ο δράστης των παραβάσεων που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου αυτού περιορίσει ο ίδιος ή (αν) τρίτος που ενεργεί κατ` εντολή ή για λογαριασμό του συντελέσει, με έγκαιρη αναγγελία προς την αρχή, αποτελεσματικά στην ουσιώδη μείωση των αρνητικών επιπτώσεων της ρύπανσης ή της υποβάθμισης του περιβάλλοντος, που προκάλεσε η πράξη ή η παράλειψη του, το δικαστήριο μπορεί να του επιβάλει ποινή μειωμένη, σύμφωνα με το άρθρο 83 του Ποινικού Κώδικα ή να τον απαλλάξει από κάθε ποινή.»

*** Η παράγραφος 6 αντικαταστάθηκε ως άνω με την παράγραφο 5 άρθρου 7 Ν.4042/2012,ΦΕΚ Α 24/13/2/2012.

  «7. Στις περιπτώσεις εγκλημάτων του κεφαλαίου αυτού ως πολιτικώς ενάγων μπορεί να
παρίσταται το Δημόσιο, καθώς και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην περιφέρεια των οποίων τελέσθηκε το έγκλημα, το Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος, το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος, πανεπιστήμια, άλλοι επιστημονικοί φορείς, δικηγορικοί σύλλογοι, φορείς διαχείρισης προστατευόμενων περιοχών, μη κυβερνητικές οργανώσεις και φυσικά πρόσωπα, ανεξάρτητα αν έχουν υποστεί περιουσιακή ζημία, προς υποστήριξη της κατηγορίας και μόνο και με αίτημα ιδίως την αποκατάσταση των πραγμάτων, στο μέτρο που είναι δυνατή. Έγγραφη προδικασία δεν απαιτείται.»

*** Η  παρ.7,όπως είχε αντικατασταθεί  με το άρθρο 16 παρ.5 Ν.3937/2011,ΦΕΚ Α 60/31.3.2011,αντικαταστάθηκε ως άνω με την παράγραφο 7  άρθρου 7 Ν.4042/2012,ΦΕΚ Α 24/13/2/2012.

   8. Οποιος παραβιάζει τα μέτρα, τις απαγορεύσεις, τους όρους και τους περιορισμούς  που  επιβάλλονται  δυνάμει  των  άρθρων  18 έως 21 ή των διαταγμάτων ή υπουργικών ή νομαρχιακών αποφάσεων, που  εκδίδονται  κατ’ εξουσιοδότησή τους, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός μήνα. Αν ο δράστης ενήργησε από αμέλεια, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τρεις μήνες ή με χρηματική ποινή.

   9.  Τα  κατά  παράβαση των προστατευτικών μέτρων, απαγορεύσεων, όρων και περιορισμών, στους οποίους αναφέρονται οι παρ. 2 και 3 του  άρθρου 20, συλλαμβανόμενα, φονευόμενα, τραυματιζόμενα ή συλλεγόμενα είδη της άγριας πανίδας και χλωρίδας κατάσχονται, είτε βρίσκονται  στην  κατοχή του  παραβάτη  είτε  τρίτου. Επίσης κατάσχονται τα εργαλεία ή μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την παράνομη  σύλληψη,  θανάτωση,  τραυματισμό  ή συλλογή  των  προστατευόμενων ειδών. Τα κατασχόμενα δημεύονται σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 1 του ποινικού κώδικα και παραδίδονται σε  μουσεία φυσικής  ιστορίας  ή  σε άλλα κατά περίπτωση ιδρύματα ή νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου για  σκοπούς  εκπαιδευτικούς  ή  αλλους. Διατάσσεται επίσης  η  αφαίρεση  της  άδειας  κυνηγιού  ή αλιείας του παραβάτη για χρονικό διάστημα από τρεις μήνες έως τρία έτη. Σε περίπτωση  υποτροπής η αφαίρεση της άδειας επιβάλλεται οριστικά.

   10. Οι κυρώσεις και οι λοιπές ρυθμίσεις των παραγράφων 1, 2, 3, 4, 5 και  6  εφαρμόζονται  και στις περιπτώσεις παραβάσεων των όρων και των μέτρων που καθορίζονται με τις διοικητικές  πράξεις  που  προβλέπονται στα  άρθρα  11  και 12 του ν. 1515/1985 και στα άρθρα επίσης 11 και 12 του ν. 1561 /1985.
  ***ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 της Υ.Α. 8243/1113 (ΚΟΙΝΗ) της 26.2/8.3.91 (Β` 138):
      "Σε οποιονδήποτε  γίνεται  αίτιος  παράβασης  των  διατάξεων  της παρούσας  απόφασης  με πράξη  ή  παράλειψη  επιβάλλονται  οι ποινικές, αστικές και Διοικητικές κυρώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 28, 29 και 30 του  Ν. 1650/86, όπως το τελευταίο αυτό άρθρο  τροποποιήθηκε  με το άρθρο 98 (παρ. 12) του Ν.  1892/1990 (ΦΕΚ 101 Α/1990)".

   ***ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Κατά το άρθρο 12 της Υ.Α. 55648/2210 (ΚΟΙΝΗ) της 29.4/ 13.5.1991 (Β` 323):
  "Σε οποιονδήποτε  ρυπαίνει  ή  συμβάλλει  στην  πρόκληση  ρύπανσης  ή υποβάθμισης  του  περιβάλλοντος με πράξη ή παράλειψη κατά παράβαση των διατάξεων της παρούσας απόφασης επιβάλλονται οι ποινικές, αστικές  και διοικητικές  κυρώσεις  που  προβλέπονται στα άρθρα 28, 29 και 30 του Ν. 1650/ 86. Ειδικότερα ως προς την επιβολή διοικητικών κυρώσεων προκειμένου  για τις   περιοχές   των   ρυθμιστικών  σχεδίων  Αθήνας  και  Θεσσαλονίκης εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 13  του  Ν.  1515/1985,  και  του άρθρου 13 του Ν. 1561/1985 όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με το άρθρο 31 παρ. 6 και 7 αντίστοιχα του Ν. 1650/1986.
    Οι  παραπάνω  κυρώσεις  των  προηγούμενων  παραγράφων  επιβάλλονται ανεξάρτητα από τις κυρώσεις που προβλέπονται σε  άλλες  διατάξεις  της κείμενης  νομοθεσίας  όπως  οι  σχετικές διατάξεις του Α.Ν.  2580/1940 "περί υγειονομικών διατάξεων" (ΦΕΚ 237Α/1940), όπως ισχύουν".
    ***ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Κατά το άρθρο 4, παρ. 4  του Ν. 2052/1992 (Α 94):
 "Οι   διατάξεις   των  άρθρων  28  (ποινικές  κυρώσεις)  και  30 (διοικητικές  κυρώσεις)  του  ν.  1650/1986  δεν   εφαρμόζονται   στις περιπτώσεις  πρόκλησης  ρύπανσης  της ατμόσφαιρας ή και θορύβου από τα οχήματα και τα δίτροχα. Οι σχετικές παραβάσεις αντιμετωπίζονται με  το σύστημα  κυρώσεων,  που  προβλέπονται  από  τα άρθρα 15 και 103 του ν. 614/1977 "περί κυρώσεως του Κώδικος Οδικής  Κυκλοφορίας",  όπως  αυτός
έχει τροποποιηθεί και ισχύει κάθε φορά".

*** ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ:  Βλ. παρ.1 άρθρου 4 Ν.2225/1994,όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 Ν.4267/2014,ΦΕΚ Α 137/12.6.2014,σχετικά με επιτρεπτό άρσης απορρήτου για τη διακρίβωση των κακουργημάτων που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

Αρθρο 29
Αστική ευθύνη
Οποιοσδήποτε, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, προκαλεί ρύπανση ή άλλη υποβάθμιση του περιβάλλοντος ευθύνεται σε αποζημίωση, εκτός αν αποδείξει ότι η ζημιά οφείλεται σε ανώτερη βία ή ότι προήλθε από υπαίτια ενέργεια τρίτου που ενήργησε δολίως.
***ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ:Σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 της Υ.Α. 8243/1113(Εσωτ. Εθν. Οικονομ., Κοιν. Ασφαλ.) της 26.2/8.3.91:
"Σε οποιονδήποτε γίνεται αίτιος παράβασης των διατάξεων της παρούσας απόφασης με πράξη ή παράλειψη επιβάλλονται οι ποινικές, αστικές και Διοικητικές κυρώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 28, 29 και 30 του Ν. 1650/86, όπως το τελευταίο αυτό άρθρο τροποποιήθηκε με το άρθρο 98 (παρ. 12) του Ν. 1892/1990 (ΦΕΚ 101 Α/1990)".
***ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Κατά το άρθρο 12 της Υ.Α. 55648/2210 (ΚΟΙΝΗ) της 29.4/ 13.5.1991 (Β` 323):
"Σε οποιονδήποτε ρυπαίνει ή συμβάλλει στην πρόκληση ρύπανσης ή υποβάθμισης του περιβάλλοντος με πράξη ή παράλειψη κατά παράβαση των διατάξεων της παρούσας απόφασης επιβάλλονται οι ποινικές, αστικές και διοικητικές κυρώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 28, 29 και 30 του Ν. 1650/86.
Ειδικότερα ως προς την επιβολή διοικητικών κυρώσεων προκειμένου για τις περιοχές των ρυθμιστικών σχεδίων Αθήνας και Θεσσαλονίκης εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 13 του Ν. 1515/1985, και του άρθρου 13 του Ν. 1561/1985 όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με το άρθρο 31 παρ. 6 και 7 αντίστοιχα του Ν. 1650/1986.
Οι παραπάνω κυρώσεις των προηγούμενων παραγράφων επιβάλλονται ανεξάρτητα από τις κυρώσεις που προβλέπονται σε άλλες διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας όπως οι σχετικές διατάξεις του Α.Ν. 2580/1940 "περί υγειονομικών διατάξεων" (ΦΕΚ 237Α/1940), όπως ισχύουν".

3 σχόλια:

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

Ο ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ,

ΤΜΗΜΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ
Αρ. Εγκυκλίου: 5/ 2013


Προς : τους κ.κ. Εισαγγελείς Εφετών του Χώρας Ενόψει της σπουδαιότητας του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος για την ίδια τη ζωή και την υγεία του ανθρώπου, ως κατάσταση πλήρους φυσικής, διανοητικής και κοινωνικής ευεξίας του ατόμου ή του συνόλου του πληθυσμού, σας γνωρίζουμε και παρακαλούμε για τα ακόλουθα: Το άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζει ότι: « Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων...... Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος ανάγεται σε συνταγματική υποχρέωση του Κράτους, το οποίο οφείλει να λαμβάνει για την προστασία του τα απαραίτητα, προληπτικά ή κατασταλτικά, μέτρα, και ταυτόχρονα καθιερώνεται συνταγματικό δικαίωμα περιβάλλοντος ενός εκάστου φορέα. Με τον όρο «προστασία του περιβάλλοντος» νοείται το σύνολο των ενεργειών, μέτρων και έργων που έχουν στόχο την πρόληψη της υποβάθμισης του περιβάλλοντος ή την αποκατάσταση, διατήρηση ή βελτίωσή του. Φορέας του δικαιώματος στο περιβάλλον είναι κάθε φυσικό πρόσωπο που βρίσκεται στην ελληνική επικράτεια. Με την ανωτέρω συνταγματική διάταξη θεσπίζεται η θεμελιώδης αρχή της προλήψεως της βλάβης του φυσικού περιβάλλοντος, χάριν της οικολογικής ισορροπίας και της διατηρήσεως αυτού και των φυσικών πόρων προς όφελος όχι μόνον της παρούσας γενεάς αλλά και των επομένων. Σε συμμόρφωση προς την ανωτέρω συνταγματική επιταγή, εκδόθηκαν και οι Νόμοι 1650/1986 «Για την προστασία του περιβάλλοντος», 743/1977 «Περί προστασίας του θαλασσίου περιβάλλοντος και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων» και 4042 /2012 «Ποινική προστασία του περιβάλλοντος - Εναρμόνιση με την Οδηγία 2008/99/ΕΚ - Πλαίσιο παραγωγής και διαχείρισης αποβλήτων - Εναρμόνιση με την Οδηγία 2008/98/ΕΚ.
Με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α` του Ν. 1650/1986 ορίζεται ο σκοπός του εν λόγω νόμου, ενώ στο άρθρο 2 αυτού δίδεται ο ορισμός των εννοιών « Περιβάλλον, Ρύπανση, Μόλυνση, Υποβάθμιση, Προστασία του περιβάλλοντος, Οικοσύστημα, Φυσικός αποδέκτης, Υγεία, Οικολογική ισορροπία, Φυσικοί πόροι, Απόβλητα, Διαχείριση αποβλήτων, Ουσίες, Παρασκευάσματα, Επικίνδυνες ουσίες και Τοπίο». Περαιτέρω το άρθρο 28 του ίδιου νόμου, που τροποποιήθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 4042/2012, προβλέπει διεξοδικά τις ποινικές κυρώσεις σε βάρος των δραστών των αναφερομένων περιβαλλοντικών εγκλημάτων. Από τις διατάξεις του άρθρου 28 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1 και 2 του Ν. 1650/1986 προκύπτει ότι βασικοί στόχοι του νόμου αυτού είναι η προστασία του περιβάλλοντος με την καθιέρωση μηχανισμών αποτροπής της ρύπανσης και γενικότερα της υποβάθμισης αυτού και τη λήψη όλων των αναγκαίων για το σκοπό αυτό προληπτικών μέτρων. Συγκεκριμένα με τις ως άνω διατάξεις του νόμου αυτού επιδιώκεται η προστασία: α) του εδάφους και η λήψη των αναγκαίων μέτρων, ώστε οι χρήσεις του να γίνονται σύμφωνα με τις φυσικές ιδιότητές του και την παραγωγική του ικανότητα, β) των επιφανειακών και υπογείων νερών, θεωρουμένων ως φυσικών πόρων και ως οικοσυστημάτων, γ) της ατμόσφαιρας, δ) της φύσης και του τοπίου και ιδιαίτερα περιοχών με μεγάλη βιολογική, οικολογική, αισθητική και γεωμορφολογική αξία, ε) των ακτών των θαλασσών, των οχθών των ποταμών, των λιμνών, του βυθού αυτών και των αυτών των νησίδων, ως φυσικών πόρων, ως στοιχείων οικοσυστημάτων και ως στοιχείων του τοπίου κ.λπ. Συνέχεια.

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

Συνέχεια: Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 περ. ιδ, 2 παρ. 1 περ. α` και β` του Ν 743/1977, οι οποίες εξακολουθούν να ισχύουν ως ειδικές, προκύπτει ότι, ως ρύπανση του θαλασσίου περιβάλλοντος νοείται η παρουσία στη θάλασσα κάθε ουσίας, η οποία αλλοιώνει τη φυσική κατάσταση του θαλάσσιου ύδατος ή το καθιστά επιβλαβές στην υγεία του ανθρώπου ή την πανίδα και τη χλωρίδα του βυθού και γενικά ακατάλληλο για τις κατά περίπτωση χρήσεις του. Ο νόμος αυτός εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, στις περιπτώσεις ρύπανσης: α) των λιμένων, των ακτών της χώρας και των ελληνικών χωρικών υδάτων υπό εγκαταστάσεων ή πλοίων και δεξαμενοπλοίων υπό ελληνική ή ξένη σημαία και β) της ανοικτής θάλασσας υπό πλοίων με ελληνική ή ξένη σημαία. Το άρθρο 13 του ως άνω νόμου προβλέπει, εκτός των άλλων, τις ποινικές κυρώσεις σε βάρος των παραβατών αυτού, των ισχυουσών, σχετικών, Διεθνών Συμβάσεων και των σε εκτέλεση τούτων εκδιδομένων προεδρικών διαταγμάτων και υπουργικών αποφάσεων.
Περαιτέρω στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 4042/2012 αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: « ...Αποτελεί κοινή διαπίστωση ότι οι σύγχρονες τάσεις σχεδιασμού και διαμόρφωσης της πολιτικής περιβάλλοντος και των άλλων πολιτικών, σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς και η ανάγκη αποτελεσματικής άσκησης των πολιτικών αυτών στο πλαίσιο της αειφόρου ανάπτυξης, δημιουργούν νέους προσανατολισμούς και επιβάλλουν την προαγωγή μιας υψηλού επιπέδου περιβαλλοντικής προστασίας. Στο πλαίσιο αυτό καθίσταται επιτακτική η ανάγκη να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά το πρόβλημα του περιβαλλοντικού εγκλήματος που συνεχώς επιδεινώνεται, με ιδιαίτερα δυσμενείς επιπτώσεις στην ποιότητα της ζωής και στην οικονομία. Λόγω της σημασίας του εννόμου αγαθού του περιβάλλοντος στην κοινωνική ζωή, είναι εμφανές ότι αυτός που καταστρέφει το περιβάλλον αναιρεί τις θεμελιώδεις προϋποθέσεις επιβίωσης του ανθρώπου. Ως εκ τούτου η προσφυγή στο ποινικό δίκαιο έχει κριθεί αναγκαία και σκόπιμη στις περισσότερες σύγχρονες νομοθεσίες. Είναι, επίσης, διαπιστωμένο ότι οι ποινικές κυρώσεις για τα περιβαλλοντικά αδικήματα έχουν επαρκώς αποτρεπτικό αποτέλεσμα .... Με τις διατάξεις της Ενότητας Α` του παρόντος σχεδίου νόμου εντάσσονται οι νομοθετικές πράξεις ενσωμάτωσης των ανωτέρω οδηγιών στο καθεστώς ποινικής προστασίας του άρθρου 28 του ν. 1650/1986. Παράλληλα η Πολιτεία εκτιμώντας και αξιολογώντας την επιταγή του κοινοτικού νομοθέτη για θέσπιση και εφαρμογή αποτρεπτικών, αποτελεσματικών και αναλογικών κυρώσεων, προβαίνει στην υιοθέτηση ενός νομοθετικού πλαισίου που στοχεύει:
Συνέχεια.

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

Συνέχεια: α) στην περαιτέρω βελτίωση, επί το αυστηρότερο, των υφιστάμενων ρυθμίσεων του άρθρου 28 του ν. 1650/ 1986, με την υιοθέτηση των αναγκαίων προς τούτο τροποποιήσεων, που θα διασφαλίζουν πιο αποτελεσματική περιβαλλοντική προστασία, σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα β) στον εμπλουτισμό του ποινικού κώδικα και άλλης ποινικής νομοθεσίας με διατάξεις περιβαλλοντικής προστασίας γ) στην θέσπιση ειδικών δικονομικών διατάξεων σύμφωνα με τις οποίες οι Επιθεωρητές Περιβάλλοντος που έχουν συσταθεί με το άρθρο 9 του ν. 2947/2001 (Α` 228), εξοπλίζονται με προανακριτικές αρμοδιότητες και ενδυναμώνεται ο ρόλος τους στην πρόληψη, την αποτροπή και την επέκταση των περιβαλλοντικών εγκλημάτων...». Από τα ανωτέρω αναδεικνύονται ανάγλυφα: 1) Η επιτακτική ανάγκη να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά το πρόβλημα του περιβαλλοντικού εγκλήματος, που συνεχώς επιδεινώνεται, με ιδιαίτερα δυσμενείς επιπτώσεις στην ποιότητα της ζωής και στην οικονομία, 2) η βούληση του κοινοτικού και εθνικού νομοθέτη για θέσπιση και εφαρμογή αποτρεπτικών, αποτελεσματικών και αναλογικών κυρώσεων που θα διασφαλίζουν πιο αποτελεσματικά την περιβαλλοντική προστασία και 3) το ότι οι ποινικές κυρώσεις για τα περιβαλλοντικά αδικήματα είναι οι πλέον αποτρεπτικές, στην προσπάθεια καταπολέμησης της καταστροφής του περιβάλλοντος.
Κατόπιν αυτών και λόγω του ότι, ως γνωστόν, κατά τη θερινή περίοδο, εξαιτίας των επικρατουσών συνθηκών και της αυξημένης τουριστικής κινήσεως, παρατηρείται έξαρση των περιβαλλοντικών εγκλημάτων, ιδίως δε με την ανεξέλεγκτη εγκατάλειψη, απόρριψη και διαχείριση των αποβλήτων, λυμάτων και απορριμμάτων, ανακύπτει, πρόδηλη, η ανάγκη, λόγω ιδιαίτερης σοβαρότητας του θέματος, για συνεχή εγρήγορση και επαγρύπνηση των Εισαγγελικών Λειτουργών καθώς και των επιφορτισμένων με την πρόληψη, την αποτροπή και τη βεβαίωση των περιβαλλοντικών εγκλημάτων γενικών και ειδικών προανακριτικών υπαλλήλων. Ταυτόχρονα απαιτείται συστηματικός, αδιάκοπος και με ιδιαίτερο ζήλο προσωπικός έλεγχος των Εισαγγελέων Πλημμελειοδικών επί των κρατουσών στην περιφέρειά τους συνθηκών, σε σχέση με την προστασία και την περιφρούρηση της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος. Οσάκις δε διαπιστώνεται παράβαση των ως άνω διατάξεων, θα πρέπει, εφόσον πρόκειται περί αυτοφώρου εγκλήματος οι παραβάτες αυτών να συλλαμβάνονται και να οδηγούνται στους Εισαγγελείς Πλημμελειοδικών για τα περαιτέρω και σε κάθε άλλη περίπτωση οι σχετικές υποθέσεις να εκδικάζονται κατ` απόλυτη προτεραιότητα.
Πέραν βεβαίως της παραγγελίας που θα δώσετε στους Διευθύνοντες τις Εισαγγελίες Πρωτοδικών για την εφαρμογή της παρούσης εγκυκλίου μας, παρακαλούμε να εποπτεύετε προσωπικώς και συνεχώς για την τήρησή της.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...