Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2015

Περιβάλλον, κοινόχρηστο πράγμα, προσωπικότητα, ηθική βλάβη, κατάχρηση δικαιώματος, δημοτικά σφαγεία.

Περίληψη. Η παράνομη παραβίαση του φυσικού περιβάλλοντος, ως κοινόχρηστου αγαθού, συνιστά προσβολή προσωπικότητας, η δε ρύπανση συνιστά και ποινικά κολάσιμη πράξη. Λόγος άρσης του παράνομου χαρακτήρα της προσβολής η ενάσκηση νομίμου δικαιώματος, προστατευομένου ως υπέρτερου της προσωπικότητας, καθώς και η κατάσταση ανάγκης, που υπάρχει όταν συγκρούονται δύο έννομα αγαθά, η δε προκληθείσα βλάβη είναι σημαντικά κατώτερη από την απειληθείσα στο έννομο αγαθό που κινδύνευσε. Ηθική βλάβη επί παράνομη προσβολής προσωπικότητας, εφόσον υπάρχει πταίσμα.

Μόνη η μακρά αδράνεια δεν συνιστά κατάχρηση δικαιώματος, εκτός αν συνοδεύεται από προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, που μεταβάλλοντας στάση επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή παγιωθείσας κατάστασης με πρόκληση δυσμενών επιπτώσεων. Παράνομη προσβολή προσωπικότητας εκ λειτουργίας δημοτικών σφαγείων, όπου, κατά παράβαση των νομίμων όρων λειτουργίας, δεν αποτεφρώνονται τα στερεά υποπροϊόντα σφαγής των ζώων, αλλά απορρίπτονται ανέλεγκτα σε κοίτη ποταμού σε διανοιγέντες λάκκους χωρίς επιχωμάτωση και το αίμα των ζώων δεν συγκεντρώνεται σε ειδικές δεξαμενές, τα δε λύματα και απόβλητα διοχετεύονται σε εγκαταστάσεις βιολογικού σταθμού του σφαγείου και από εκεί σε χείμαρρο που διέρχεται παραπλεύρως της οικίας των εναγόντων, με αποτέλεσμα ρύπανση περιβάλλοντος και κίνδυνο υγείας των κατοίκων. Απόρριψη ενστάσεων καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και συντρέχοντος πταίσματος των εναγόντων, που ενώ γνώριζαν ότι τα σφαγεία λειτουργούν παράνομα και προκαλούν ρύπανση, ανήγειραν οικία στην περιοχή, καθόσον η προσβολή περιβαλλοντικών αγαθών συνιστά προσβολή της ζωής και υγείας του ανθρώπου, που είναι υπέρτερα της οικονομικής ωφέλειας της εναγομένης.

Εφετείο Λάρισας 373/ 2011.
Πρόεδρος: Παν. Κατσιρούμπας, Εισηγήτρια: Ευαγγελία Καρδάση.
Κατά τη διάταξη του αρθ. 57 εδ. α` ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Με τη διάταξη αυτή προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας ως πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου, με τα οποία είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένο. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, και η ζωή, η υγεία και η σωματική ακεραιότητα. Ως εκ τούτου, η προστασία της ΑΚ 57 επεκτείνεται και στις περιπτώσεις προσβολής των περιβαλλοντικών αγαθών, δηλαδή των αγαθών του φυσικού και τεχνητού περιβάλλοντος, στο οποίο ανήκουν κατά μεγάλο μέρος τα κοινά σε όλους και τα κοινόχρηστα πράγματα, των οποίων η χρήση και οι απ` αυτά ωφέλειες αφορούν άμεσα τη ζωή και την υγεία του ανθρώπου και συνιστούν βασικά στοιχεία για την εξασφάλιση ποιότητας ζωής. Το δικαίωμα χρήσης των περιβαλλοντικών αγαθών και των απ` αυτά ωφελειών αναγνωρίζεται ως αυτοτελής εκδήλωση του δικαιώματος της προσωπικότητας. Πρόκειται, όμως, και για την ιδιωτικού δικαίου έκφανση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος στο περιβάλλον (αρθ. 24 § 1 του Συντάγματος), όπως αυτό έμμεσα τριτενεργεί μέσω της ΑΚ 57 και 966 επ. (βλ. Δεληγιάννη, Δνη 38. 495, Καρακώστα, Περιβάλλον και ΑστικΔικ, 38 επ., Κασιμάτη, Το Σ 1981.25, Βαθρακοκοίλη, ΕρνομΑΚ 57 αριθ. 11, σελ. 271-272). Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά την ΑΚ 57, που επιβάλλει την άρση της προσβολής και την παράλειψη της στο μέλλον, πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη. Η αναγωγή δε του φυσικού περιβάλλοντος σε αυτοτελώς προστατευόμενο κοινόχρηστο αγαθό καθιερώνει κοινωνικό δικαίωμα επί του περιβάλλοντος και η παράνομη παραβίαση του δικαιώματος απόλαυσης των περιβαλλοντικών αγαθών συνιστά παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του παρεμποδιζομένου (βλ. ΑΠ 1731/06 Δνη 2007. 204). Άλλωστε, η ρύπανση ή υποβάθμιση του περιβάλλοντος με πράξη ή παράλειψη συνιστά και ποινικά κολάσιμη πράξη, η οποία τιμωρείται με τη διάταξη του αρθ. 28 ν. 1650/ 1986 σε βαθμό πλημμελήματος και, σε περίπτωση βαριάς σωματικής βλάβης ή θανάτου ανθρώπου, σε βαθμό κακουργήματος. Λόγο άρσεως του παρανόμου χαρακτήρα της προσβολής της προσωπικότητας συνιστά και η ενάσκηση νομίμου δικαιώματος προστατευομένου κατά προτίμηση έναντι εκείνου της προσωπικότητας στη συγκεκριμένη έκφανση της που προσβλήθηκε (βλ. ΑΠ 1459/06 Δνη 2009. 1744, Γεωργιάδη, ΕνοχΔικ Γεν.Μέρος, εκδ. 1999, §60, αριθ. 38, σελ. 604). Λόγο, επίσης, άρσεως του παρανόμου συνιστά και η προβλεπομένη στην ΠΚ 25 κατάσταση ανάγκης (βλ. και Κορνηλάκη, ΕιδΕνοχΔικ, Τομ. Ι έκδ. 2002, σελ. 504). Κατά τη διάταξη του αρθ. 25 § 1 ΠΚ δεν είναι άδικη η πράξη που τελεί κάποιος για να αποτρέψει παρόντα και αναπότρεπτο με άλλα μέσα κίνδυνο, ο οποίος απειλεί το πρόσωπο ή την περιουσία του ιδίου ή κάποιου άλλου, χωρίς δική του υπαιτιότητα, αν η βλάβη που προκλήθηκε στον άλλο είναι σημαντικά κατώτερη κατά το είδος και τη σπουδαιότητα από τη βλάβη που απειλήθηκε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι κατάσταση ανάγκης υπάρχει όταν οι περιστάσεις έχουν δημιουργήσει μια τέτοια κατάσταση, ώστε να υπάρχει σύγκρουση ανάμεσα σε δύο έννομα αγαθά, που, υπό κανονικές συνθήκες, είναι άσχετα μεταξύ τους (βλ. Κοτσαλή, ΠοινΔ ΓΜ Ι, σελ. 329). Εισάγεται δε η αρχή της επιταγής του υπέρτερου συμφέροντος (βλ. Κοτσαλή ΠοινΔ ΓΜ 2007, σελ. 481). Έτσι, για την άρση του αδίκου απαιτείται η βλάβη να είναι σημαντικώς κατώτερη κατ` είδος και σπουδαιότητα από την απειληθείσα στο έννομο αγαθό που κινδύνευσε (βλ. ΑΠ 1983/01 ΠοινΧρ ΝΒ`. 787). Στην ιεράρχιση δε των εννόμων αγαθών ανώτερη θέση σε κάθε περίπτωση δίνεται στα αγαθά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας έναντι των περιουσιακών αγαθών (βλ. ΕφΚερκ 214/91 ΠοινΧρ MB`. 311, Μπουρόπουλος. σελ. 79, Κοτσαλή, ΠοινΔ ΓΜ Ι, σελ. 343).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθ. 59 ΑΚ, στην περίπτωση των δύο προηγουμένων άρθρων (στα οποία περιλαμβάνεται και το αρθ. 57) το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι σε περίπτωση παράνομης προσβολής της προσωπικότητας, ο προσβληθείς δικαιούται και την ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης. Προς τούτο, όμως, απαιτείται πταίσμα του προσβολέα, αρκεί δε κάθε είδους υπαιτιότητα από δόλο ή αμέλεια (βλ. ΑΠ 408/07 Δνη 49. 201, ΑΠ 1987/07 Δνη 2008. 501, ΑΠ 1897/06 Δνη 2007. 861, ΑΠ 1143/03 Δνη 46. 394).
Εξάλλου, κατά το αρθ. 300 § 1 εδ. α` ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκταση της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι όταν υπάρχει ζημιογόνο γεγονός από το οποίο πηγάζει ευθύνη του ζημιώσαντος για αποζημίωση, αν στην επέλευση ή στην έκταση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, απόκειται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας να μην επιδικάσει καθόλου αποζημίωση ή να μειώσει το ποσόν της ή να επιδικάσει ολόκληρη την αποζημίωση. Πρέπει όμως η πράξη του ζημιωθέντος να έχει συντελέσει στην πρόκληση της ζημίας και να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας πράξης του ζημιωθέντος με την πρόκληση ή την έκταση της ζημίας. Τέτοια αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πιο πάνω πράξη ή παράλειψη του ζημιωθέντος, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν ικανή και μπορούσε να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα (βλ. ΑΠ 867/01 Δνη 2002. 764, ΑΠ 619/03 ΕΕΝ 61. 415).
Τέλος, κατά τη διάταξη του αρθ. 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκηση του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκηση του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί καταρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υπόχρεου επιπτώσεις, χωρίς να είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον ίδιο συνέπειες, τότε η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (βλ. ολΑΠ 33/ 05, ολΑΠ 7/ 02, ολΑΠ 8/ 01, ολΑΠ 19/ 98, ολ ΑΠ 17/ 95 παγ. νμλγ). Οι πράξεις, όμως, του υπόχρεου και η κατάσταση που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού είναι ανάγκη να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος (βλ. ολ ΑΠ 62/ 90 ΝοΒ 1991. 389, ΑΠ 701/ 09 Δνη 2009.1026).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, με την άνω αγωγή για την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, ισχυρίσθηκαν ότι είναι κύριοι, νομείς και κάτοχοι οικοπέδου που βρίσκεται στη θέση «Μ.» Κ., εντός του οποίου έχουν ανεγείρει οικία, στην οποία και κατοικούν από τον Οκτώβριο του έτους 2006. Ότι σε απόσταση 250 μ. από την οικία τους βρίσκονται τα δημοτικά σφαγεία Κ. που εκμεταλλεύεται η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, Δημοτική Επιχείρηση Ανάπτυξης Κ. Ότι, κατά παράβαση της κείμενης νομοθεσίας για τους όρους λειτουργίας των σφαγείων, η εναγομένη, δια των αρμοδίων οργάνων της, κατά τη λειτουργία των επιδίκων σφαγείων, δεν αποτεφρώνει τα στερεά υποπροϊόντα της σφαγής των ζώων, αλλά τα απορρίπτει ανεξέλεγκτα στην κοίτη του Π. ποταμού σε διανοιγέντες για το σκοπό αυτό λάκκους, χωρίς να τους καλύπτει με χώμα, το δε αίμα από τη σφαγή των ζώων δεν συγκεντρώνει σε ειδικές δεξαμενές, ως έχει υποχρέωση, αλλά το διοχετεύει στις εγκαταστάσεις του βιολογικού σταθμού του σφαγείου και από εκεί στο χείμαρρο «Κ.» που διέρχεται παραπλεύρως της οικίας των εναγόντων. Ότι τούτο έχει ως αποτέλεσμα τη ρύπανση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος, με κίνδυνο για την υγεία των εναγόντων και των άλλων κατοίκων της περιοχής. Συνεπώς, συντρέχει περίπτωση παράνομης προσβολής της προσωπικότητας των εναγόντων, οι οποίοι παράλληλα υφίστανται και ηθική βλάβη. Π` αυτό, ζήτησαν, σύμφωνα με όσα ειδικότερα εκτίθενται στην αγωγή, να υποχρεωθεί η εναγομένη να άρει την προσβολή και να παραλείψει αυτήν στο μέλλον, με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε παραβίαση της υποχρέωσης της και, κατόπιν περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει σε κάθε ενάγοντα, για την ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, το ποσόν των 81.000 Ε.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη, διότι περιέχει όλα τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, τα οποία είναι αναγκαία, κατ` αρθ. 216 ΚΠολΔ, προς θεμελίωση αυτής στις διατάξεις των αρθ. 57 και 59 ΑΚ. Όσον δε αφορά την υπαιτιότητα που απαιτείται για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατ` αρθ. 59, αυτή δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται πανηγυρικά στην αγωγή, προκύπτει δε στην προκειμένη περίπτωση σαφώς εκ του όλου περιεχομένου της κρινόμενης αγωγής, βάσει του οποίου η επίμαχη ρύπανση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος, που προσέβαλε την προσωπικότητα των εναγόντων, δεν οφειλόταν σε τυχαίο γεγονός, αλλά στις παράνομες πράξεις και παραλείψεις των οργάνων της εναγομένης που εκτίθενται αναλυτικά στην αγωγή, εν γνώσει της παρανομίας και των συνεπειών της. Κατ` ακολουθίαν, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ορισμένη την αγωγή, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και ως εκ τούτου ο περί του αντιθέτου λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί. Η εναγομένη με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ισχυρίσθηκε και πάλι με την έφεση της ισχυρίζεται ότι το δικαίωμα των εναγόντων ασκείται καταχρηστικά, συνετέλεσαν δε οι ίδιοι με δικό τους πταίσμα στην επίδικη προσβολή της προσωπικότητας τους, καθόσον, ενώ γνώριζαν ότι τα σφαγεία της εναγομένης λειτουργούν παράνομα και προκαλούν ρύπανση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος, πέντε έτη μετά την έναρξη της λειτουργίας των σφαγείων ανήγειραν οικία και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή των σφαγείων, χωρίς ουδέποτε να διαμαρτυρηθούν για τη ρύπανση μέχρι την άσκηση της αγωγής, με συνέπεια να δημιουργήσουν την πεποίθηση στην εναγομένη ότι δεν θα ασκήσουν το δικαίωμα τους και ότι εγκρίνουν τον τρόπο λειτουργίας των σφαγείων. Με το περιεχόμενο αυτό ο ισχυρισμός της εναγομένης περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγόντων είναι μη νόμιμος, διότι τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται και αληθή υποτιθέμενα, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν παρίστανται ικανά για να θεμελιώσουν την εκ του αρθ. 281 ΑΚ καταλυτική της αγωγής ένσταση.
Άλλωστε, δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς των εναγόντων που επικαλείται, ήτοι της ανέγερσης οικίας και εγκατάστασης τούτων πλησίον των σφαγείων, αφενός, και της ρύπανσης και υποβάθμισης του περιβάλλοντος με την παράνομη λειτουργία των σφαγείων εκ μέρους της εναγομένης, αφετέρου, έστω και αν οι ενάγοντες τελούσαν σε γνώση της εν λόγω κατάστασης, δεδομένου ότι πρόκειται για ενέργειες εντελώς άσχετες μεταξύ τους, που δεν έχουν καν την τάση αλληλοεπίδρασης και δεν είναι δυνατόν κατά την κοινή πείρα και την κανονική πορεία των πραγμάτων να είναι απόρροια η μια της άλλης. Ομοίως δε δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος και μεταξύ της ίδιας ως άνω συμπεριφοράς των εναγόντων και της προσβολής της προσωπικότητας τους από τη ρύπανση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος εκ μέρους της εναγομένης, διότι η εν λόγω συμπεριφορά των εναγόντων δεν είναι ικανή και πρόσφορη κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να επιφέρει το ως άνω αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε ως μη νόμιμους τους άνω ισχυρισμούς της εναγομένης, αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία που αντικαθίσταται με τις αιτιολογίες της παρούσας, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και οι περί του αντιθέτου λόγοι της έφεσης πρέπει να απορριφθούν.
Τέλος, η εναγομένη ισχυρίσθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και πάλι με την έφεση της ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει οικονομική δυνατότητα λειτουργίας των σφαγείων με σύγχρονες μεθόδους. Ωστόσο, επιβάλλεται να εξακολουθήσουν να λειτουργούν, έστω και με τις επικαλούμενες περιβαλλοντικές επιπτώσεις, διότι άλλως θα δημιουργηθεί σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα σε όλη την επαρχία Κ., ελάττωση της περιουσίας της εναγομένης και συνέπειες στην οικονομική ανάπτυξη του Δήμου Κ., καθόσον αν διακοπεί η λειτουργία των σφαγείων, θα απολυθεί μεγάλος αριθμός εργαζομένων κατοίκων της περιοχής, θα αναγκασθεί η εναγομένη να πληρώσει μεγάλα ποσά για αποζημιώσεις απολύσεως, θα μειωθούν τα έσοδα του Δήμου, θα μεταφέρονται τα ζώα για σφαγή σε σφαγεία άλλων πόλεων και θα επιβαρυνθεί η τιμή του κρέατος με τα έξοδα μεταφοράς και, τέλος, θα αυξηθούν τα φαινόμενα παρανόμου σφαγής των ζώων, χωρίς κρεοσκοπικό έλεγχο, από τους ίδιους τους κτηνοτρόφους, και θα απορρίπτονται στα στερεά υποπροϊόντα της σφαγής ανεξέλεγκτα στην ύπαιθρο, οπότε δεν θα αποφευχθεί η ρύπανση του περιβάλλοντος. Επομένως, συντρέχει περίπτωση κατάστασης ανάγκης, που αίρει τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής της προσωπικότητας των εναγόντων με τη ρύπανση του περιβάλλοντος από τη λειτουργία των σφαγείων, καθόσον τα συμφέροντα τους που βλάπτονται είναι υποδεέστερα. Όμως, όπως προεκτέθηκε, η προσβολή των περιβαλλοντικών αγαθών συνιστά προσβολή που σχετίζεται με τη ζωή και την υγεία του ανθρώπου, αγαθά στα οποία επιδρά άμεσα το φυσικό περιβάλλον, και ως εκ τούτου, αντίθετα προς όσα υποστηρίζει η εναγομένη, είναι υπέρτερα της οικονομικής της εξέλιξης και της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης της περιοχής του Δήμου Κ. που επικαλείται αυτή για την εξακολούθηση της βλαβερής για το περιβάλλον λειτουργίας των σφαγείων της. Συνεπώς, σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες σκέψεις, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να στοιχειοθετηθεί κατάσταση ανάγκης ως λόγος άρσης του άδικου χαρακτήρα των πράξεων της, ούτε οι τελευταίες υπηρετούν συμφέροντα υπέρτερα αυτών των εναγόντων. Όσον δε αφορά τον ισχυρισμό της ότι σε περίπτωση που τα σφαγεία θα διακόψουν τη λειτουργία τους, θα πληθύνουν τα φαινόμενα παρανόμου σφαγής στην ύπαιθρο, με επακόλουθο ομοίως τη ρύπανση του περιβάλλοντος, αυτός είναι υποθετικός και αόριστος, διότι δεν αναφέρει κανένα περιστατικό από το οποίο θα μπορούσε να πιθανολογηθεί τέτοια εξέλιξη των πραγμάτων μετά βεβαιότητος στο μέλλον (πρβλ. ΑΠ 2076/06 Δνη 2007.1433), είναι δε συγχρόνως και αντιφατικός, διότι παράλληλα αναφέρει ότι τα ζώα θα μεταφέρονται για σφαγή σε άλλα σφαγεία και θα αυξηθεί η τιμή του κρέατος με τα έξοδα μεταφοράς. Κατ` ακολουθίαν, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε ως μη νόμιμους τους ανωτέρω ισχυρισμούς της εναγομένης, αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία που αντικαθίσταται με τις αιτιολογίες της παρούσας, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και οι περί του αντιθέτου λόγοι της έφεσης της εναγομένης πρέπει να απορριφθούν.
Από την κατάθεση του ενόρκως εξετασθέντος ... αποδείχθηκαν, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι ενάγοντες από τον Οκτώβριο του έτους 2006 κατοικούν στη θέση «Μ.» της κτηματικής περιφέρειας Κ., σε οικία, η οποία από την ανατολική της πλευρά συνορεύει με το χείμαρρο «Κ.», την κοίτη του οποίου διασχίζουν για να εισέλθουν στην οικία τους, ενώ σε απόσταση 250 μ. περίπου από την οικία τους βρίσκονται οι εγκαταστάσεις των δημοτικών σφαγείων Κ., τα οποία εκμεταλλεύεται η εναγομένη, Δημοτική Επιχείρηση Ανάπτυξης Κ. Τα ανωτέρω σφαγεία λειτουργούν επί τη βάσει της αριθ. πρωτ. .. ./15.7.2005 αδείας της Δ/νσης Κτηνιατρικής Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Τ., στερούνται, όμως, οριστικής αδείας διάθεσης των υγρών αποβλήτων τους, αδείας μηχανολογικού εξοπλισμού των εγκαταστάσεων τους, σύμφωνα με το ν. 3325/2005, και έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, δεδομένου ότι η υπάρχουσα έγκριση, που είχε χορηγηθεί με την.. /16.7.1996 απόφαση του Νομάρχη Τ., ίσχυε για πέντε έτη και έληξε στις 16.7.2001. Εξάλλου, τα υπεύθυνα όργανα της εναγομένης, που είναι αρμόδια για την επεξεργασία και διάθεση των στερεών και υγρών υποπροϊόντων σφαγής του ανωτέρω σφαγείου, δεν τηρούν τους όρους του Κανονισμού 1774/2002/ΕΚ και τις σχετικές προς τούτο διατάξεις της κειμένης νομοθεσίας, πράγμα που έχει ως συνέπεια τη ρύπανση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος της γύρω περιοχής, κατά παράβαση των διατάξεων του ν. 1650/1986, όπως ισχύει.
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον άνω Κανονισμό, τα προερχόμενα από τη σφαγή των ζώων υποπροϊόντα πρέπει να αποτεφρώνονται στον αποτεφρωτικό κλίβανο του σφαγείου ή να μεταποιούνται σε ειδική μονάδα επεξεργασίας (βλ. τα έγγραφα με αριθ. πρωτ... ./12.2.2007 τηςΔ/νσης Υγείας και με αριθ. πρωτ. ../16.4.2007 της Δ/νσης Κτηνιατρικής Νομ/κής Αυτ/σης Τ.), το αίμα από τη σφαγή πρέπει να συγκεντρώνεται και να απομακρύνεται από τις εγκαταστάσεις του σφαγείου, ενώ τα υγρά απόβλητα πρέπει να εισάγονται στο βιολογικό σταθμό του σφαγείου για επεξεργασία και στη συνέχεια ομοίως να απομακρύνονται. Για τους χειμερινούς δε μήνες, από Νοέμβριο ως Απρίλιο κάθε έτους, εκδόθηκε η αριθ. πρωτ. .../25.4.1996 απόφαση του Νομάρχη Ι, που καθόρισε ως φυσικό αποδέκτη των υγρών λυμάτων του σφαγείου τον άνω χείμαρρο «Κ.», αλλά υπό την προϋπόθεση ότι τα νερά του χειμάρρου θα είναι 25πλάσια της παροχής των λυμάτων του σφαγείου. Παρά ταύτα, τα αρμόδια όργανα της εναγομένης τα στερεά υποπροϊόντα της σφαγής των ζώων συγκεντρώνουν και μεταφέρουν με ανοικτά φορτηγά του Δήμου Κ. στο Χώρο Ανεξέλεγκτης Διάθεσης Απορριμμάτων του Δήμου (ΧΑΔΑ), όπου απορρίπτουν σε διανοιγέντες προς τούτο λάκκους, τους οποίους σε αρκετές περιπτώσεις ούτε καν επιχωματώνουν, με αποτέλεσμα τα υποπροϊόντα αυτά να σαπίζουν εκτεθειμένα, χωρίς καμία μέριμνα, με κίνδυνο για την υγεία των κατοίκων της περιοχής, και επομένως και των εναγόντων που κατοικούν σε μικρή απόσταση 2-2,5 χλμ, δεδομένου ότι ο χώρος αυτός δεν φυλάσσεται και είναι ευχερώς προσβάσιμος σε ανθρώπους και ιδίως ζώα και πτηνά (βλ. και κατάθεση μάρτυρος ανταποδείξεως), που συχνά προσεγγίζουν το χώρο αυτό για να ανεύρουν την τροφή τους. Οι ανωτέρω παραβάσεις εκ μέρους των οργάνων της εναγομένης διαπιστώθηκαν κατά την αυτοψία που διενήργησε, στις 27.2.2008, το Κλιμάκιο Ελέγχου Ποιότητας Περιβάλλοντος (Κ.Ε.Π.Π.Ε.) (βλ. την από 3.3.2008 Εισηγητική Έκθεση Επιβολής Προστίμου για Ρύπανση Περιβάλλοντος του εν λόγω κλιμακίου προς το Νομάρχη Τ.) και, επίσης, αποδεικνύονται από σειρά φωτογραφιών που μετ` επικλήσεως προσκομίζουν οι ενάγοντες, οι οποίες ελήφθησαν από τους τελευταίους κατά τη χρονική περίοδο από Ιανουάριο του έτους 2007 έως και Ιούνιο του έτους 2010, και στις οποίες απεικονίζονται τα άνω στερεά υποπροϊόντα σφαγής σε ανοικτούς λάκκους, εκτεθειμένα σε προχωρημένη σήψη, στο χώρο εναπόθεσης απορριμμάτων του Δήμου Κ. Περαιτέρω, το αίμα από τη σφαγή των ζώων, αντί να συλλέγεται και να απομακρύνεται από τις εγκαταστάσεις του σφαγείου, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, εισάγεται παρανόμως μαζί με τα υγρά απόβλητα στο βιολογικό σταθμό τούτου, πράγμα που διαπιστώθηκε από το άνω Κλιμάκιο Ελέγχου Ποιότητας Περιβάλλοντος, κατά τις αυτοψίες που διενήργησε στα σφαγεία στις 8.3.2007 και στις 27.2.2007 (βλ. την από 8.3.2007 έκθεση αυτοψίας και την άνω από 3.3.2008 Εισηγητική Έκθεση Επιβολής Προστίμου του άνω Κλιμακίου) και βεβαιώθηκε, ομοίως, και από το μάρτυρα ανταποδείξεως κατά την κατάθεση του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Όμως, ο βιολογικός σταθμός, ο οποίος δεν έχει ανάλογη υποδύναμη, ενόψει και του γεγονότος ότι επιβαρύνεται με την επεξεργασία υγρών λυμάτων από σφάγια, τα οποία υπερβαίνουν τους 800 τόννους που είναι η δυναμικότητα του σφαγείου, δεν ανταποκρίνεται (βλ. την από 8.3.2007 έκθεση αυτοψίας του ανωτέρω κλιμακίου) και εξάγει το αίμα και τα λύματα σχεδόν ακατέργαστα. Αυτά δε στη συνέχεια διοχετεύονται μέσω κλειστού αγωγού στο χείμαρρο «Κ.» καθ` όλη τη διάρκεια του έτους και ανεξαρτήτως αν τα ύδατα του χειμάρρου υπερβαίνουν το 25πλάσιο των αποβλήτων του σφαγείου. Έτσι, δημιουργείται εστία μολύνσεως με κίνδυνο της υγείας των κατοίκων της περιοχής και των εναγόντων, των οποίων η οικία βρίσκεται παραπλεύρως του χειμάρρου. Τα ανωτέρω αποδεικνύονται και από σειρά φωτογραφιών, που μετ` επικλήσεως προσκομίζουν οι ενάγοντες, οι οποίες ελήφθησαν από τους τελευταίους κατά τη χρονική περίοδο από Ιανουάριο του έτους 2007 έως και Ιανουάριο του έτους 2009 και στις οποίες απεικονίζονται ικανές ποσότητες αιματηρών υγρών, διοχετευόμενες στο χείμαρρο από τον άνω αγωγό των σφαγείων. Αβασίμως λοιπόν ισχυρίζεται η εναγομένη ότι το αίμα και τα υγρά απόβλητα του σφαγείου από τα τέλη Μαρτίου 2007 συγκεντρώνονται σε στεγανές δεξαμενές και απομακρύνονται, και ότι ο αγωγός που οδηγούσε τα απόβλητα στο χείμαρρο καταργήθηκε και το στόμιο αυτού κλείσθηκε με τσιμέντο, καθόσον, όπως προκύπτει από τις άνω φωτογραφίες του μεταγενεστέρου από το Μάρτιο του έτους 2007 χρονικού διαστήματος, υπάρχει ελεύθερη ροή αιματηρών υγρών μέσω του αγωγού αυτού, καίτοι το στόμιο του φαίνεται σφραγισμένο με τσιμέντο, προφανώς από οπή διανοιγείσα σε σημείο προ του στομίου του. Σημειωτέον ότι για την παράνομη διοχέτευση αίματος και υγρών αποβλήτων του σφαγείου στο χείμαρρο «Κ.» κατά το χρονικό διάστημα από 19.4.2007 έως 2.5.2007 και στις 5.6.2007, ο εκπρόσωπος της εναγομένης, Σ. Β. κηρύχθηκε ένοχος για ρύπανση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος κατ` εξακολούθηση και καταδικάσθηκε, με την 160/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Τρικάλων, σε ποινή φυλακίσεως 5 μηνών, και με την 675/2009 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, σε ποινή φυλακίσεως 8 μηνών και χρηματική ποινή 1.000 Ε.
Επίσης, λόγω ρύπανσης και υποβάθμισης του περιβάλλοντος, με τις .../4.4.2007 και .../19.5.2008 αποφάσεις του Νομάρχη Τ. επιβλήθηκαν στην εναγομένη πρόστιμα 1.000 και 500 Ε, αντίστοιχα, ενώ με την από 18.9.2008 Εισηγητική του έκθεση περί λήψεως μέτρων λόγω ρύπανσης του περιβάλλοντος, το Κλιμάκιο Ελέγχου Ποιότητας Περιβάλλοντος (Κ.Ε.Π.ΠΕ) εισηγήθηκε στο Νομάρχη Τ, τη Δ/νση Κτηνιατρικής και τη Δ/νση Ανάπτυξης Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Τ. την προσωρινή διακοπή της λειτουργίας των σφαγείων.Κατ` ακολουθίαν, με τη ρύπανση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος της ευρύτερης περιοχής του Δήμου Κ., όπου διαμένουν οι ενάγοντες, τα αρμόδια όργανα της εναγομένης προσέβαλαν παρανόμως και υπαιτίως την προσωπικότητα τούτων, δεδομένου ότι οι άνω πράξεις και παραλείψεις τους έλαβαν χώρα με πρόθεση και πλήρη συνείδηση ότι έχουν τέτοιο επιζήμιο αποτέλεσμα για τα περιβαλλοντικά αγαθά, η οποία δεν αίρεται εκ μόνου του γεγονότος ότι η εναγομένη δεν διαθέτει τους αναγκαίους οικονομικούς πόρους για τον εκσυγχρονισμό του μηχανολογικού εξοπλισμού και των υποδομών του σφαγείου της. Συνεπώς, οι ενάγοντες έχουν δικαίωμα να αξιώσουν την άρση της προσβολής και την παράλειψη αυτής από την εναγομένη στο μέλλον (ΑΚ 57), με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε παραβίαση της υποχρέωσης της έως 5.900 Ε (ΚΠολΔ 947). Επίσης, οι ενάγοντες υπέστησαν και ηθική βλάβη, για την οποία το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδηλώθηκε η επίμαχη συμπεριφορά των οργάνων της εναγομένης, το βαθμό πταίσματος τούτων, το είδος και τη βαρύτητα της προσβολής της προσωπικότητας των εναγόντων και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων, κρίνει ότι έκαστος των εναγόντων δικαιούται ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσόν των 10.000 Ε. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και απαγόρευσε στην εναγομένη να απορρίπτει και να θάβει τα στερεά υποπροϊόντα σφαγής στο Χώρο Ανεξέλεγκτης Διάθεσης Απορριμμάτων του Δήμου Κ. και να διοχετεύει το αίμα και τα υγρά απόβλητα σφαγής στο χείμαρρο «Κ.», όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της .../1996 απόφασης του Νομάρχη Ι, αναγνωρίζοντας παράλληλα την υποχρέωση αυτής να καταβάλλει στους ενάγοντες ως χρηματική ικανοποίηση το ποσόν των 10.000 Ε στον καθένα, δεν έσφαλε και οι περί του αντιθέτου λόγοι της έφεσης πρέπει να απορριφθούν. Έσφαλε, όμως, 1) που υποχρέωσε την εναγομένη να περιορίσει τον αριθμό των σφαγίων στους 800 τόννους ανά έτος, που ορίζει η άδεια λειτουργίας του σφαγίου, καθόσον τούτο δεν συνδέεται αιτιωδώς με την προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων και 2) που διέταξε να παύσει η λειτουργία του σφαγείου, σε περίπτωση που η εναγομένη δεν συμμορφωθεί προς τις απαγορευτικές διατάξεις της απόφασης, διότι στην περίπτωση αυτή το Δικαστήριο έχει εξουσία μόνο για απειλή χρηματικής ποινής στο μη συμμορφούμενο νομικό πρόσωπο, σύμφωνα με την άνω διάταξη του αρθ. 947 ΚΠολΔ. Άλλωστε, με την προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων συνδέεται αιτιωδώς η προερχόμενη από τα σφαγεία της εναγομένης ρύπανση του περιβάλλοντος και όχι αυτή καθ` εαυτή η λειτουργία των σφαγείων. Συνεπώς, δεκτής γενομένης της έφεσης, πρέπει η εκκαλουμένη απόφαση να εξαφανισθεί τόσο ως προς τα ανωτέρω όσο και ως προς τα λοιπά σκέλη της, για την ενότητα του τίτλου εκτελέσεως. Αφού δε διακρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο, πρέπει η αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή, σύμφωνα με όσα ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό... 
Σημείωση. η απόφαση αυτή υπάρχει στο νομικό περιδοικό  ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2012.92, που εκδίδει ο Δικηγορικός Σύλλογος Λάρισας. 
Για δεύτερη φορά θα γράψω: ΕΥΓΕ στα μέλη της σύνθεσης αυτής για τα τόσα σημαντικά ζητήματα που αντιμετώπισαν και επέλυσαν τεκμηριωμένα και επιστημονικά. Ιδιαίτατα στην Εισηγήτρια κ. Καρδάση.

19 σχόλια:

Γιώργος Φραγκούλης είπε...

i.Σύμφωνα με την νμλγ του Διοικητικού Ακυρωτικού μας (ΣτΕ 4413/ 2012), σκέψεις υπ’ αριθμούς 10 και 11, «σκέψη 10. Επειδή, στο άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για την διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας. …». Διατάξεις για την προστασία του περιβάλλοντος και για την αρχή της αειφόρου αναπτύξεως περιέχουν, εξάλλου, τόσο η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως τροποποιήθηκε με τη Συνθήκη της Λισσαβώνας, όσο και η Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, όπως μετονομάστηκε σε Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τροποποιήθηκε επίσης με τη Συνθήκη της Λισσαβόνας που κυρώθηκε με τον ν. 3671/2008 (Α΄ 129) και τέθηκε σε ισχύ από 1.12.2009, καθώς και ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενωσης, που απέκτησε νομικά δεσμευτική ισχύ και έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες μετά την κατά τα ανωτέρω θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβόνας, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ενωση. Ειδικότερα, η μεν Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ενωση ορίζει μεταξύ των στόχων της Ενώσεως την επίτευξη ισόρροπης και αειφόρου αναπτύξεως (ένατη παράγραφος του προοιμίου και άρθρο 3 με τη νέα αρίθμηση), η δε Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορίζει ότι οι απαιτήσεις της περιβαλλοντικής προστασίας πρέπει να εντάσσονται στον καθορισμό και την εφαρμογή των πολιτικών και δράσεων της Ενωσης, ιδίως προκειμένου να προωθηθεί η αειφόρος ανάπτυξη και περαιτέρω προβλέπει ότι η πολιτική της Ενωσης στον τομέα του περιβάλλοντος αποβλέπει σε υψηλό επίπεδο προστασίας και στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στις αρχές της προφυλάξεως και της προληπτικής δράσεως (άρθρα 11 και 191 παρ. 2 κατά την 2α αρίθμηση). Αντίστοιχη πρόβλεψη περιέχεται στο άρθρο 37 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενωσης, σύμφωνα με το οποίο πρέπει να ενσωματώνονται στις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ενωσης και να διασφαλίζονται σύμφωνα με την αρχή της αειφόρου ανάπτυξης, το υψηλό επίπεδο προστασίας του Περιβάλλοντος και η βελτίωση της ποιότητάς του. Εξάλλου, ενόψει της ανωτέρω συνταγματικής επιταγής, εκδόθηκε ο ν. 1650/1986 (160 Α΄), με τον οποίο θεσπίζονται κανόνες, αναφερόμενοι, πλην άλλων, στις προϋποθέσεις και στην διαδικασία για την έγκριση της εγκαταστάσεως δραστηριοτήτων ή εκτελέσεως έργων, από τα οποία απειλούνται δυσμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον. Συνέχεια.

Γιώργος Φραγκούλης είπε...

Συνέχεια: Οι σχετικές διατάξεις του παραπάνω νόμου αντικαταστάθηκαν με το ν. 3010/2002 (91 Α΄) προκειμένου να εναρμονισθούν με τις οδηγίες 97/11/ΕΕ και 96/61/ΕΕ. Με βάση εξουσιοδοτικές διατάξεις των άρθρων 3, 4 και 21 του ν. 1650/1986, αλλά και σε συμμόρφωση προς τις οδηγίες 84/360/ΕΟΚ και 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ε.Κ., εκδόθηκε η κοινή υπουργική απόφαση 69269/ 5387/24.10.1990 (678 Β΄), με την οποία καθορίστηκαν, μεταξύ άλλων, τα απαιτούμενα στοιχεία και προδιαγραφές του περιεχομένου των μελετών περιβαλλοντικών επιπτώσεων καθώς και η διαδικασία εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων και, ακολούθως, κατ’ εξουσιοδότηση των ίδιων άρθρων του ν. 1650/1986, όπως αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 1 και 2 του ν. 3010/2002, εκδόθηκε η κοινή υπουργική απόφαση 15393/2332/ 5.8.2002 (1022 Β΄), που ρυθμίζει τα αντίστοιχα θέματα. Στα άρθρα 3, 4 και 5 της τελευταίας αυτής αποφάσεως, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο εκδόσεως των προσβαλλομένων πράξεων, πριν δηλαδή από την κατάργησή της με το ά. 6 της υ.α. 1958/13.1.2012 (Β΄ 21), απαριθμούνται τα έργα και οι δραστηριότητες των κατηγοριών Α΄ και Β΄ του άρθρου 3 του ν. 1650/ 1986 κατατασσόμενα σε δέκα ομάδες κοινές για τις δύο κατηγορίες, μεταξύ δε των ανηκουσών στην 9η ομάδα και υπ’ α/α 273 περιλαμβάνονται οι «εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας Α. … Β. Με υγρά και αέρια καύσιμα» εγκατεστημένης ισχύος 50 MW που κατατάσσονται κατηγορία 1η, υποκατηγορία 1η, μεταξύ δε των ανηκουσών στη 10η ομάδα και υπ’ α/α 13 περιλαμβάνονται οι «γραμμές μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας με τις συνοδευτικές αυτών εγκαταστάσεις (υποσταθμοί)» τάσεως 150 kV, όπως εν προκειμένω, οι οποίες επίσης επίσης κατατάσσονται στην κατηγορία 1η, υποκατηγορία 1η. Σκέψη 11. Επειδή, με τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος, το φυσικό περιβάλλον έχει αναχθεί σε αυτοτελώς προστατευόμενο αγαθό, προκειμένου να εξασφαλισθεί η οικολογική ισορροπία και η διαφύλαξη των φυσικών πόρων προς χάρη και των επομένων γενεών. Όπως προκύπτει, μάλιστα, από τη προαναφερθείσα συνταγματική διάταξη, ο συντακτικός νομοθέτης δεν αρκέσθηκε στην πρόβλεψη δυνατότητας να θεσπίζονται μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος, αλλά επέβαλε στο όργανα του Κράτους που έχουν σχετική αρμοδιότητα να προβαίνουν σε θετικές ενέργειες για την διαφύλαξη του προστατευομένου αγαθού και, ειδικότερα, να λαμβάνουν τα απαιτούμενα νομοθετικά και διοικητικά, προληπτικά και κατασταλτικά, μέτρα, παρεμβαίνοντας στον αναγκαίο βαθμό και στην οικονομική ή άλλη ατομική ή συλλογική δραστηριότητα. Συνέχεια.

Γιώργος Φραγκούλης είπε...

Συνέχεια. Κατά τη λήψη, εξάλλου, των μέτρων αυτών τα όργανα της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας οφείλουν, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, ερμηνευομένης ενόψει και των άρθρων 106 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, να σταθμίζουν και άλλους παράγοντες αναγόμενους στο γενικότερο εθνικό και δημόσιο συμφέρον, όπως είναι εκείνοι που σχετίζονται με τους σκοπούς της οικονομικής αναπτύξεως, της αξιοποιήσεως του εθνικού πλούτου, της ενισχύσεως της περιφερειακής αναπτύξεως και της εξασφαλίσεως εργασίας στους πολίτες, δηλαδή σκοπούς για τους οποίους λαμβάνεται πρόνοια στο Σύνταγμα και, συγκεκριμένα, στα προαναφερόμενα άρθρα του Συντάγματος. Η επιδίωξη όμως των σκοπών αυτών και η στάθμιση των προστατευομένων αντιστοίχων εννόμων αγαθών πρέπει να συμπορεύεται προς την υποχρέωση της Πολιτείας να μεριμνά για την προστασία του περιβάλλοντος κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται βιώσιμη ανάπτυξη, στην οποία απέβλεψε ο συντακτικός αλλά και ο κοινοτικός νομοθέτης. Κατά τη στάθμιση εξάλλου αυτή, σε συμμόρφωση προς τις αρχές της προλήψεως και της προφυλάξεως στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος, που απορρέουν από τις ανωτέρω διατάξεις του εθνικού και του ενωσιακού δικαίου, τα αρμόδια όργανα της Πολιτείας πρέπει να λαμβάνουν προεχόντως υπόψη την τυχόν ύπαρξη ιδιαιτέρου κινδύνου για το φυσικό περιβάλλον από την κατασκευή και λειτουργία συγκεκριμένου έργου ή την ανάπτυξη συγκεκριμένης δραστηριότητας και να αρνούνται την έκδοση των σχετικών εγκριτικών πράξεων αν διαπιστώσουν αιτιολογημένα ότι ο κίνδυνος αυτός, στον οποίο περιλαμβάνεται και ο επαπειλούμενος από ενδεχόμενη πλημμελή λειτουργία του έργου, υπερακοντίζει προδήλως τα προσδοκώμενα οφέλη από τη λειτουργία του. Σε κάθε, πάντως, περίπτωση πρέπει, προκειμένου η στάθμιση αυτή να γίνεται κατά τρόπο ανταποκρινόμενο στην ανάγκη προστασίας των εκατέρωθεν διακυβευομένων εννόμων αγαθών, να εκτίθενται και να συνεκτιμώνται κατά τρόπο επαρκή αφενός ο τρόπος και η μέθοδος κατασκευής και λειτουργίας της συγκεκριμένης εγκαταστάσεως και αφετέρου ο ειδικότερος χαρακτήρας του δημοσίου συμφέροντος, το οποίο προσδοκάται ότι θα εξυπηρετηθεί από το έργο ή την δραστηριότητα αυτή, δεδομένου ότι η κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη στάθμιση συναρτάται εκάστοτε με το είδος και την έκταση της επαπειλούμενης βλάβης και την φύση της εξυπηρετούμενης με την εκτέλεση του έργου ανάγκης (βλ. ΣτΕ 1672/ 2005 Ολομ.)». Συνέχεια.

Γιώργος Φραγκούλης είπε...

Συνέχεια. Σύμφωνα με τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1731/ 2006) «Η αναγωγή του φυσικού περιβάλλοντος σε αυτοτελώς προστατευόμενο κοινόχρηστο αγαθό καθιερώνει κοινωνικό δικαίωμα επί του περιβάλλοντος, και η παράνομη παραβίαση του δικαιώματος απόλαυσης των περιβαλλοντικών αγαθών συνιστά παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του παρεμποδιζομένου, η οποία παρέχει σε αυτόν τις προβλεπόμενες από τα άρθρα 57 και 59 του ΑΚ αξιώσεις για άρση της προσβολής και παύσης αυτής στο μέλλον, καθώς και, αν υφίστανται οι σχετικές προϋποθέσεις, αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης. Δε συνιστά όμως προσβολή της προσωπικότητας και συνεπώς δεν παρέχει τέτοιες αξιώσεις, μόνη η αναγνώριση κάποιου ιδιώτη ως κυρίου ακινήτου το οποίο αποτελεί στοιχείο του προστατευόμενου φυσικού περιβάλλοντος και συνεπώς και η αναγνώρισή του ως κυρίου του εδάφους χειμάρρου, αφού η ιδιωτική κτήση δεν είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα αυτή και προσβολή του κοινωνικού δικαιώματος χρήσης του περιβάλλοντος συντελείται με επέμβαση που αλλοιώνει το χαρακτήρα του ή παρεμποδίζει την απόλαυσή του ή με παράλειψη επιβαλλόμενης για την προστασία του ενέργειας. Επομένως, αν εκδοθεί δικαστική απόφαση που αναγνωρίζει, έστω και έναντι του Δημοσίου, κάποιον ιδιώτη κύριο του εδάφους χειμάρρου και υποχρεώνει σε απόδοση του ακινήτου σε αυτόν, δεν προσβάλλεται η προσωπικότητα εκείνου που απολαμβάνει τα αγαθά που παρέχει ως στοιχείο του φυσικού περιβάλλοντος ο χείμαρρος και αφού η απόφαση αυτή δεν προκαλεί βλάβη σε αυτόν, ούτε θέτει σε κίνδυνο τα συμφέροντά του, ο τελευταίος δεν έχει έννομο συμφέρον ν` ασκήσει τριτανακοπή κατά της απόφασης αυτής, κατά το άρθρο 583 του ΚΠολΔ».

ii. Σύμφωνα με την Επιστήμη [βλ∙ Ι. Καράκωστα, Περιβάλλον και Δίκαιο, 2000, σελ∙ 174), «Το περιβάλλον στο ιδιωτικό δίκαιο ορίζεται ως το σύνολο των αγαθών που συνθέτουν το ζωτικό χώρο του ανθρώπου και περι­λαμβάνει όλα τα φυσικά και τεχνητά αγαθά χάρη στα οποία δη­μιουργείται και αναπτύσσεται η προσωπικότητα του ατόμου και το οποία είναι απαραίτητα για την επιβίωση, την υγιεινή διαβίωση και την εξασφάλιση ποιότητας ζωής. Καταρχάς, περιλαμβάνει τα κοινά σε όλους και τα κοινόχρηστα πράγματα στα οποία, ενόψει της εν­δεικτικής απαρίθμησης του άρθ. 967 ΑΚ, η οποία εμπλουτίζεται με κριτήριο την κοινή ωφέλεια που απορρέει από τη διάθεση ενός πράγματος στην κοινή χρήση, περιλαμβάνονται τα σημαντικότερο περιβαλλοντικά αγαθά. Συνέχεια.

Γιώργος Φραγκούλης είπε...

Συνέχεια. Τίθεται το ερώτημα αν και αγαθά που δεν μπορούν να υπα­χθούν, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, στα κοινά σε όλους ή τα κοι­νόχρηστα πράγματα, π.χ. η διατήρηση της βιοποικιλότητας, η αισθητική του τοπίου, η άγρια πανίδα κ.ά., είναι δυνατόν να εντα­χθούν στο δικαίωμα της προσωπικότητας. Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα θα πρέπει να είναι κατα­φατική, ενόψει και της αξιολόγησης του συνταγματικού νομοθέτη για γενικευμένη προστασία του περιβάλλοντος στο άρθ. 24 Συντ. σε συνδυασμό με τα άρθ. 2 παρ. 1 και 5 παρ. Η επιταγή της σφαιρικής προστασίας του περιβάλλοντος χάριν του ανθρώπου συνεκτιμά­ται κατά την οριοθέτηση του δικαιώματος της προσωπικότητας επιτρέποντας την προβολή αξίωσης προστασίας κάθε στοιχείου του ζωτικού χώρου που είναι απαραίτητο για την ελεύθερη και ολόπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητας του ανθρώπου. Στη νομολογία, το ιδιωτικό δικαίωμα στο περιβάλλον, ως έκ­φανση του δικαιώματος της προσωπικότητας, δεν περιορίζεται στα κοινά τοις πάσι και στα κοινόχρηστα πράγματα, αλλά σημειώνεται τάση επέκτασης του σε όλα ανεξαιρέτως τα περιβαλλοντικά αγαθά και θεμελίωσης του στην ΑΚ 57». Πως προσβάλλεται η προσωπικότητα; Η προσβολή της επέρχεται όταν η προσβλητική της συμπεριφορά αντιτίθεται σε επιταγές και απαγορεύσεις της έννομης τάξης με τις οποίες προστατεύεται αυτή. Δηλαδή η διάταξη της ΑΚ 57 (όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον... Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται) «αποτελεί λευκό κανόνα δικαίου όπως και η διάταξη‒ως προς το στοιχείο του παρανόμου‒της ΑΚ 914 περί αδικοπρακτικής ευθύνης, η οποία παραπέμπει ως προς τη συγκεκριμενοποίηση της έννοιας του παρανόμου, στο σύνολο της έννομης τάξης) [Καράκωστας, όπ.πάρ, σελίδες 176-177]. Κατ’ άλλη δε βαρύνουσα επιστημονική άποψη [Απ. Γεωργιάδης, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, 2002, § 12, πλαγιάριθμος 1, σελ∙ 146), «η προστασία αυτή έχει λάβει ήδη και συνταγματική κατοχύρωση καθώς το άρθρο 2 § 1 Συντάγματος προβλέπει ότι ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας. Συγκεκριμενοποίηση αυτής της επιταγής αποτελούν οι ΑΚ 57, ΑΚ 58, 60, 932 κλπ καθώς και κανόνες του ποινικού δικαίου (ΠΚ 299 επ, 361 επ κλπ). Η διαφορά της ΑΚ από τις τελευταίες είναι ότι, με αυτή καθιερώνεται σφαιρική προστασία της προσωπικότητας». Πότε αίρεται η παρανομία της προσβολής της προσωπικότητας; Σύμφωνα με βαρύνουσα επιστημονική άποψη [Απ. Γεωργιάδης, όπ. πάρ, πλαγιάριθμος 22, σελ∙ 154], Συνέχεια.

Γιώργος Φραγκούλης είπε...

Συνέχεια. «Το παράνομο αίρεται, όταν αυτό προβλέπεται ρητά σε νομοθετική διάταξη (π.χ. ΑΚ 282-286, 985 κλπ.), όταν υπάρχει έγκυρη συναίνεση του δικαιούχου (δηλ. συναίνεση που δεν αντίκειται στον νόμο κατά την ΑΚ 174 ή στα χρηστά ήθη κατά τις ΑΚ 178-179), όταν δεν υπερβαίνει το κοινωνικώς αποδεκτό μέτρο (π.χ. σπρώ­ξιμο στο λεωφορείο) ή όταν η προσβολή αποτελεί άσκηση δικαιώματος του προ­σβάλλοντος (π.χ. εξαιρετικά δυσμενής κριτική της ερμηνείας ηθοποιού σε θεατρι­κό έργο από κριτικό θεάτρου). Στην τελευταία αυτή περίπτωση ο δικαστής θα πρέπει να σταθμίσει αξιολογικά τα συγκρουόμενα αγαθά και να καθορίσει τα όρια τους. [Μετά την αξιολογική στάθμιση της σπουδαιότητας των συγκρουόμενων αγαθών και της βαρύτητας των θιγόμενων συμφερόντων προτιμάται το σημαντικό­τερο και θεωρείται νόμιμη η προσβολή του άλλου. Στο δύσκολο αυτό έργο θα βοηθηθεί από τις γενικές αρχές του δικαίου και τις συνταγματικές διατάξεις για την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων, οι οποίες αποτελούν αξιολογικά κριτήρια, τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από τον ερμηνευτή και εφαρμοστή του δικαίου κατά τη συγκεκριμενοποίηση και ερμηνεία διατάξεων του αστικού δικαίου, που καθιερώνουν συγκρουόμενα δικαιώματα (Σ 25 § Ι). Αυτή η αξιολογική στάθμιση λαμβάνει χώρα σε κάθε περίπτωση βάσει των συγκεκριμένων συνθηκών και σε καμία περίπτωση τα διάφορα δικαιώματα και στοιχεία της προσωπικότητας δεν μπορούν να ιεραρχηθούν εκ των προτέρων και αφηρημένως. Μόνη η αξιο­πρέπεια του ανθρώπου μπορεί να θεωρηθεί ως το ύψιστο αγαθό, που υπερισχύει έναντι όλων των άλλων (Βλ. Σ 2, 5 και 110)».

Γιώργος Φραγκούλης είπε...

Τέλος, σημαντική διάταξη αστικής προστασίας του Περιβάλλοντος αποτελεί το άρθρο 29 του Ν. 1650/ 1986 “για την προστασία του περιβάλλοντος” (την οποία βλ. στην ανάρτηση μου Ρύπανση περιβάλλοντος, προσβολή προσωπικότητας ) η οποία καθιερώνει γνήσια αντικειμενική ευθύνη (Απ. Γεωργιάδης, Εμπράγματο Δίκαιο, 2010, πργφ. 30, πλαγιάριθμος 34, σελ. 358) του προσβάλλοντος το περιβάλλον. Αντικειμενική ευθύνη σημαίνει ότι ο ζημιούμενο αρκεί να αποδείξει την έλευση της ζημιάς από την παράνομη συμπεριφορά του δράστη, όχι ότι τον βαρύνει και η υπαιτιότητα! Το όφελος από την καθιέρωση της αντικειμενικής ευθύνης σε περιπτώσεις περιβαλλοντικών εγκλημάτων είναι προφανές.

Γιώργος Φραγκούλης είπε...

Από πλευράς ποινικής αξίζει να αναφερθούν μερικές περιπτώσεις που αντιμετώπισε η νομολογία μας. Έτσι, 1) κατά την ΑΠ 930/ 2014 επήλθε αξιόποινη υποβάθμιση του περιβάλλοντος [άρθρο 28 Ν. 1650/ 1986] με την ρίψη καρπουζιών από θερμοκήπια, νάιλα,ξύλα, καλάμια, μέταλα, μπουκάλια φυτοφαρμάκων σε παραλιακή εποχή, και κίνδυνος για την υγεία των κατοικούντων δίπλα από τη χρήση των φυτοφαρμάκων. 2) Με την υπ' αριθμό ΑΠ 48/ 2013 κρίθηκε ότι επήλθε οπτική ρύανση με την κατασκευή-χωρίς περιβαλλοντική άδεια-μάντρας οικοδομικών υλικών μέσα σε οικισμό! Η απόφαση αυτή του Ακυρωτικού μας νομολογεί, επίσης, τα εξής σπουδαία: "η κρίση για την υποβάθμιση δεν ροϋποθέτει μετρήσεις με βάση τεχνικούς κανόνες, γιατί αφορά την αισθητική παρουσία του εριβάλλοντος χώρου, η οποία κρίνεται αντικειμενικά και σύμφωνα με τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου που βιώνει ανάλογες συνθήκες (ακολυθεί την παλαιότερη ΑΠ 1521/ 2004)". Η υπ' αριθμό ΑΠ 444/ 2002 έκρινε ότι η αναγραφή συνθημάτων στους τοίχους αποτελεί και οπτική (αισθητική) υποβάθμιση περιβάλλοντος και φθορά ξένης ιδιοκτησίας (Ποινικός Κώδικας 381).

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα που τίθεται σε σχέση με την προστασία του περιβάλλοντος είναι το ζήτημα του ποιος μπορεί να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής ώστε να υποστηρίξει την κατηγορία, παρισταμένου με Δικηγόρο. Διατυπώνονται εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον καθηγητή Ι. Καράκωστα, “Το ποινικό δίκαιο, σε αντίθεση με το αστικό, δεν έχει ως στόχο την προστασία ιδιωτικών συμφερόντων αλλά τον κολασμό πράξεων που αποδοκιμάζονται από την έννομη τάξη διότι στρέφονται κατά αγαθών, που η ίδια αξιολογεί ως προστατευτέα. Τα αγαθά αυτά μπορεί να ανήκουν σε ιδιώτες (εγκλήματα κατά της περιουσίας) ή στο κοινωνικό σύνολο (εγκλήματα περί την απονομή της δικαιοσύνης). Το ερώτημα που τίθεται είναι ποιο αγαθό αξιολόγησε ως προστατευτέο ο ν. 1650/ 1986. Από τη διατύπωση των διατάξεων του άρθ. 28 παρ. 1 σε συνδυασμό με το άρθ. 2 παρ. 2 και 4 και ενόψει της αλληλεξάρτησης του ανθρώπου με το ζωτικό του χώρο θεωρούμε ότι η διάκριση μεταξύ του περιβάλλοντος ως αυτοτελώς προστατευόμενου αγαθού και ως προϋπόθεσης ύπαρξης μερικότερων ανθρώπινων αγαθών όπως η ζωή ή η ιδιοκτησία είναι πλασματικός. Το περιβάλλον ως έννομο αγαθό προστατευόμενο από το ποινικό δίκαιο δεν συνδέεται αναγκαίως με προσβολή σε μεμονωμένο πρόσωπο αλλά δεν απομονώνεται από τον άνθρωπο. Αντλεί την ιδιαίτερη αξία του για την έννομη τάξη από τον χαρακτήρα του ως προϋπόθεσης της ανθρώπινης ύπαρξης και της ποιότητας ζωής του συνόλου, είναι δηλαδή συλλογικό έννομο αγαθό. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η ποινική προστασία του περιβάλλοντος έχει θεσπιστεί μόνο προς χάρην του δημοσίου συμφέροντος και δεν καταλαμβάνει κάθε κοινωνό του δικαίου, του οποίου ο εν ευρεία εννοία ζωτικός χώρος θίγεται με την ρύπανση ή υποβάθμιση του περιβάλλοντος. Το ζήτημα τίθεται συχνά κατά την αναζήτηση των προσώπων που νομιμοποιούνται να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες στην ποινική δίκη. Σύμφωνα με το άρθ. 63 ΚΠΔ: «Η πολιτική αγωγή για την αποζημίωση και την αποκατάσταση από το έγκλημα και για την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης μπορεί να ασκηθεί στο δικαστήριο από τους δικαιούμενους σύμφωνα με τον αστικό κώδικα».(Συνεπώς, όταν η προσβολή του συνολικού ζωτικού χώρου έχει εξειδικευθεί στην προσβολή του ζωτικού χώρου συγκεριμένων προσώπων, ώστε αυτά να έχουν υποστεί περιουσιακή ή μη περιουσιακή ζημία και να έχουν αξίωση αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης, σύμφωνα με τα ανωτέρω περί αδικοπρακτικής ευθύνης, έχουν ζημιωθεί άμεσα από το έγκλημα και νομιμοποιούνται να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες στην ποινική δίκη” (Ι. Καράκωστας, όπ.πάρ, σελίδες 495-496). Συνέχεια.

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

Συνέχεια. Είναι γνωστό ότι ιδρύονται σωρηδόν σύλλογοι προστασίας του περιβάλλοντος, ασχέτως αν λειτουργούν ή όχι. Στην περίπτωση αυτή δικαιούνται να παρίστανται στην ποινική δίκη για την υποστήριξη της μήνυσης ή και τα μέλη τους; Όπως είναι γνωστό, και πάγια δεκτό γενόμενο από την νομολογία μας, τα νομικά πρόσωπα δικαιούνται να παρίστανται ως πολιτικώς ενάγοντες αν έχει υποστεί βλάβη η εμπορική πίστη τους, η φήμη τους κλπ. Τι γίνεται όμως στην περίπτωση ενός συλλόγου προστασίας του περιβάλλοντος στην έδρα του οποίου δεν επήλθε προσβολή του περιβάλλοντος αλλά σε άλλη έδρα πόρρω απέχουσα από την δική του; Επίσης, μπορούν να παρασταθούν ατομικά και τα μέλη τους φυσικά πρόσωπα ή μόνον το νομικό πρόσωπο; Η υπ’ αριθμό 2391/ 2008 Τριμελούς Εφετείου Αθηνών [Πρόεδρος Απ. Παπαθεοδώρου, σήμερα Προϊστάμενος του Εφετείου Ηρακλείου] δέχτηκε ότι μπορούσαν να παρασταθούν και τα φυσικά πρόσωπα μέλη του συλλόγου και όχι μόνον ο σύλλογος ως νομικό πρόσωπο. Ειδικότερα στην σκέψη υπ’ αριθμό VI της σημαντικής αυτής απόφασης γίνεται δεκτό ότι, «Σύμφωνα με την § 7 του άρθρου 28 του Ν. 1650/1986 "Στις περιπτώσεις εγκλημάτων του κεφαλαίου αυτού ως πολιτικώς ενάγων μπορεί να παρίσταται και το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης στην περιφέρεια των οποίων τελέστηκε το έγκλημα και το Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδας, ανεξάρτητα αν έχουν υποστεί περιουσιακή ζημιά, με αίτημα την αποκατάσταση των πραγμάτων, στο μέτρο που είναι δυνατή. Έγγραφη προδικασία δεν απαιτείται". Εξ αυτού και ειδικότερα της χρήσεως του συνδέσμου «και» στο κείμενο του νόμου συνάγεται, ότι παράσταση πολιτικής αγωγής δύνανται να δηλώσουν [τηρώντας τις διατάξεις του ΚΠΔ], πρωτίστως τα αμέσως [αρθρ. 63 ΚΠΔ] εκ των προβλεπομένων στον εν λόγω νόμο εγκλημάτων ζημιωθέντα φυσικά πρόσωπα, τα δε νομικά πρόσωπα, εφόσον έχουν υποστεί ηθική βλάβη από την προσβολή [έναντι των μελών τους ή των τρίτων] της πίστεως και του κύρους τους [βλ. Κονταξή, ΚΠΔ, δ` έκδ., 2006, τόμος Α`, υπό το αρθρ. 63, σελ. 669 - 672]». Έτσι λοιπόν βάσει της πρωτοποριακής αυτής νμλγ μας χορηγήθηκε το δικαίωμα παράστασης πολιτικής αγωγής στα φυσικά πρόσωπα ενώ μέχρι τότε το δικαίωμα αυτό το είχαν μόνο διάφορα νομικά πρόσωπα (Κράτος, ΟΤΑ, Τεχνικό επιμελητήριο). Συνέχεια.

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

Συνέχεια. Το άρθρο 7, με την αρχική μορφή του, τροποποιήθηκε δυο φορές με τα άρθρα 16 πργφ. 5 Ν. 3939/ 2011 και 7 πργφ. 7 Ν. 4042/ 2012 έχοντας σήμερα ως εξής: “«7. Στις περιπτώσεις εγκλημάτων του κεφαλαίου αυτού ως πολιτικώς ενάγων μπορεί να παρίσταται το Δημόσιο, καθώς και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην περιφέρεια των οποίων τελέσθηκε το έγκλημα, το Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος, το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος, πανεπιστήμια, άλλοι επιστημονικοί φορείς, δικηγορικοί σύλλογοι, φορείς διαχείρισης προστατευόμενων περιοχών, μη κυβερνητικές οργανώσεις και φυσικά πρόσωπα, ανεξάρτητα αν έχουν υποστεί περιουσιακή ζημία, προς υποστήριξη της κατηγορίας και μόνο και με αίτημα ιδίως την αποκατάσταση των πραγμάτων, στο μέτρο που είναι δυνατή. Έγγραφη προδικασία δεν απαιτείται». Από την παραπάνω τροποποίηση-την οποία θεωρώ ορθότατη!-δικαιούνται να παρασταθούν στη δίκη ως πολιτικώς ενάγοντες μόνο για την υποστήριξη της κατηγορίας ακόμη και πρόσωπα και σύλλογοι και από άλλη έδρα από αυτήν που συνέβη η περιβαλλοντική προσβολή. Αυτό καθίσταται σαφές από την διευκρίνηση-περιορισμό μόνο όσον αφορά τους ΟΤΑ που δικαιούνται να παρίσταται ενάντια στις εγκληματικές προσβολές μόνον εφ’ όσον συμβαίνουν στην περιφέρεια τους. Ουσιαστικά καθιερώνεται και η συναντόμενη στο χώρο της ακυρωτικής διαδικασίας στο ΣτΕ, η λεγόμενη λαϊκή αγωγή (actio popularis).

Στην νομοθετική αυτή μεταβολή εξέφρασε πρωτίστως αντιρρήσεις η επιστημονική επιτροπή (δηλαδή ο νομικός σύμβουλος της) της Βουλής. Στην σχετική έκθεση αναφέρονται τα εξής: η προτεινόμενη διάταξη προβλέπεται η παράσταση, ως πολιτικώς εναγόντων, μη ζημιωθέντων νομικών και φυσικών προσώπων. Ενόψει του μικτού χαρακτήρα της πολιτικής αγωγής αστικού και ποινικού (βλ. Ν. Ανδρουλάκη, Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης, 3η έκδ., 2007, σελ. 88 επ. και Ά. Ψαρούδα-Μπενάκη, Η πολιτική αγωγή στην ποινική δίκη, 1982, σελ. 26 επ.), η παράσταση των ανωτέρω προσώπων δεν συμβαδίζει με την αστική πλευρά της πολιτικής αγωγής, εφόσον τα πρόσωπα αυτά δεν έχουν υποστεί περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη, ούτε όμως και με την ποινική πλευρά της εφόσον δεν υπέφεραν από το έγκλημα (βλ. Α. Δημάκη, Προβληματισμοί σχετικά με τις ειδικές ρυθμίσεις για την πολιτική αγωγή, ΠοινΧρον 2010, σελ. 535). Συνέχεια.

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

Συνέχεια. Αντιθέτως, τα πρόσωπα αυτά αποκτούν τον ρόλο ιδιωτικών κατηγόρων και, στο μέτρο που μπορούν να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες όλα ταυτοχρόνως, τίθεται ενδεχομένως ζήτημα υπερβολικής επιβάρυνσης του κατηγορουμένου (βλ. σχετικώς, άρθρο 87 του Σχεδίου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας του 1995 σε Α. Δημάκη, Η πολιτική αγωγή κατά το σχέδιο του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ΠοινΧρον 1995, σελ. 1141 επ. και Α. Παπαδαμάκη, Όψεις αποδόμησης της ποινικής δικονομίας και τάσεις καθιέρωσης παράπλευρης δικονομίας, ΠοινΔικ 2010, σελ. 87). Ενδεικτικό της σημασίας που έχει ο περιορισμός των προσώπων τα οποία μπορούν να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες είναι το ότι η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο αποτελεί λόγο απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας και λόγο αναίρεσης της απόφασης (άρθρα 171 παρ. 2 και 510 παρ. 1 Α ΚΠΔ). Υπό το φως των ανωτέρω, και με δεδομένο το ότι κάθε πολίτης μπορεί να υποβάλει μήνυση για αξιόποινες πράξεις και, εάν έχει ειδικές γνώσεις, να κληθεί ως πραγματογνώμονας, θα ήταν ενδεχομένως σκόπιμο να επανεξετασθεί η πρόβλεψη δικαιώματος παράστασης ως πολιτικώς ενάγοντος κάθε πολίτη ή να περιορισθεί ο αριθμός αυτών που μπορούν να παραστούν ταυτοχρόνως». Οι αντιρρήσεις της Επιστήμης είναι οι ακόλουθες (για τα επόμενα βλ. Άννα Ψαρούδα-Μπενάκη, η πολιτική αγωγή στην ποινική δίκη, έκδοση 2015, σελίδες 176-180): “Η πρώτη ανάγνωση της διάταξης οδηγεί σε μια εικόνα δίκης στην οποία -αν δεν προβούν τα δικαστήρια σε άμεση δραστική περιοριστική ερμηνεία- θα μπορεί να παρίσταται απροσδιόριστος αριθμός πάσης φύσεως πολιτικώς εναγόντων, στην ουσία δηλαδή λαϊκών δημοσίων κατηγόρων ("παραεισαγγελέων", όπως προσφυώς ελέχθη) προς υποστήριξη της κατηγορίας και σε συνδυασμό με αίτημα την αποκατάσταση των πραγμάτων. Οι παρατηρήσεις της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής, που προφανώς δεν ελήφθησαν υπόψιν, δίνουν το μέτρο του χάους που μπορεί να προκληθεί. Εύλογο είναι η διάταξη αυτή ακόμη και με την αρχική διατύπωση της να έχει προκαλέσει αυστηρή κριτική της επιστήμης, η οποία με αδιάσειστα επιχειρήματα περιγράφει τις τραγελαφικές καταστάσεις στις οποίες μπορεί να οδηγήσει η εφαρμογή της (Βλ. Δημάκη, ΠοινΧρ 2010,536, τον ίδιο, ΠοινΧρ 1995,1195 επ. ο οποίος μεταξύ άλλων επισημαίνει και το ότι θεσμοθετείται ένα είδος actio popularis, που δεν προστατεύεται από την ΕΣΔΑ. Συνέχεια.

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

Συνέχεια. Σύμφωνος και ο Μοροζίνης, σε ΕιδΠοινΝ Παύλου/Σάμιου, 2012,1η ενημέρωση, Περιβάλλον II, σελ. 96 επ. ιδίως 101 -102, ο οποίος σημειώνει ορθά ότι με την αντικατάσταση της επίμαχης διάταξης αφενός μεν δόθηκε η δυνατότητα σε πληθώρα φορέων να ασκήσουν παραλλήλως το δικαίωμα παράστασης πολιτικής αγωγής, αφετέρου δε σε κάθε ιδιώτη φυσικό πρόσωπο, χωρίς την επίκληση οιασδήποτε αμέσου ζημίας έκτου αδικήματος, με αποτέλεσμα να τίθεται ζήτημα δυσχέρανσης της θέσης του κατηγορουμένου, αλλά και ασυμβατότητας με την φύση της πολιτικής αγωγής, τόσο την ποινική όσο και την αστική. Η χορήγηση δυνατότητας παράστασης πολιτικής αγωγής από πέντε διαφορετικούς δημοσίους φορείς είναι υπερβολική και με τελολογική συστολή της διάταξης θα έπρεπε να γίνεται δεκτή η παράσταση μόνον από ένα νομικό πρόσωπο).
Ας σημειωθεί ότι και για την παράσταση πολιτικής αγωγής εκ μέρους του Δημοσίου έχουν διατυπωθεί επιφυλάξεις (Αλεξιάδης, σε Πρακτικά Ε' Συνεδρίου ΕΕΠΔ (για την ποινική προστασία του περιβάλλοντος), 1996, σελ. 62 επ., επίσης Θ. Κονταξής, ΠοινΔικ 2012,1165, αλλά με την παράδοξη (πολιτικού χαρακτήρα) αιτιολογία ότι το Δημόσιο δεν μπορεί ούτε ηθική βλάβη να επικαλεσθεί διότι είναι διεφθαρμένο! Η ΑΠ 1123/ 2010 ΠοινΧρ 2011,293, δεχόμενη ότι το άρ. 17 παρ. 8 του Ν. 1337/1983 για την αυθαίρετη δόμηση επί αιγιαλού είναι διάταξη προστασίας του περιβάλλοντος απέρριψε την παράσταση πολιτικής αγωγής του Δημοσίου). Και πριν από τις επίμαχες νομοθετικές ρυθμίσεις η νομολογία είχε, όπως είναι φυσικό, δεχθεί παράσταση πολιτικής αγωγής φυσικών ή νομικών προσώπων, αλλά με αιτιολογία σύμφωνη με τον αστικό και ποινικό χαρακτήρα της πολιτικής αγωγής και πάντως έπειτα από προσπάθεια αναζήτησης βάσιμου νομιμοποιητικού λόγου. Σε όλες τις περιπτώσεις, είτε επρόκειτο για φυσικό είτε για νομικό πρόσωπο, συνέτρεχε ορισμένη σχέση του παρισταμένου ως πολιτικώς ενάγοντος με την πηγή της περιβαλλοντικής προσβολής (Επρόκειτο δηλαδή είτε για κάτοικο της περιοχής ή ένωση με έδρα την περιοχή όπου έλαβε χώρα η περιβαλλοντική προσβολή. Βλ. ΑΠ 1638/ 2006 ΠοινΧρ 2007, 734 όπου παρέστη η ιδιοκτήτρια της οικίας που «απέχει περί τα πεντακόσια (500) μέτρα από το τσιμεντάδικο και η βεράντα της γεμίζει τσιμέντο ... και τα επίπεδα της ρύπανσης είναι 1.000 φορές πάνω από τα κανονικά όρια» Συνέχεια.

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

Συνέχεια. ή ΤρΕφΑΘ 2391/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ όπου παρέστη ο πρόεδρος πολιτιστικής ένωσης, ως εκπρόσωπος της ένωσης, και ο ίδιος ατομικώς, ως κάτοικος Ορωπού, σε δίκη για παράβαση των διατάξεων περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος στην περιοχή του Ορωπού, ακόμη ΤρΠλημΧαλκίδας 5594/2005 ΠοινΧρ 2007, 752 που δέχθηκε παράσταση ιδιώτη-κατοίκου της πόλης, όπου έλαβε χώρα η αξιόποινη πράξη, όχι όμως και υπό την ιδιότητα τού μέλους Δημοτικής Παρατάξεως (η οποία ως νομικό πρόσωπο δεν υφίσταται άμεσα βλάβη από την υποβάθμιση του περιβάλλοντος, ακόμη και στην περίπτωση που τα μέλη του υφίστανται ευθέως τις εκ της πράξεως επιβλαβείς συνέπειες)Επίσης έγινε δεκτή 1 παράσταση πολιτικής αγωγής εκ μέρους του Δήμου αλλά όχι και των μεμονομένων περιοίκων αυτού, επειδή δεν έχουν υποστεί άμεση ζημία από την πράξη της εξ αμελείας μόλυνσης; του περιβάλλοντος, που προκλήθηκε από τον κατηγορούμενο, πρόεδρο του Δ.Σ. Α.Ε. ο οποίος δεν προνόησε ώστε να διενεργηθεί έγκαιρα η αλλαγή του ενεργού άνθρακα των φίλτρων του εργοστασίου του, με αποτέλεσμα την πρόκληση δυσοσμίας εις βάρος των περίοικων κατοίκων και την υποβάθμιση του περιβάλλοντος (ΜονΠλημθεσ 10623/2003 Αρμενόπουλος 2004,423, με σημείωση Α.Κ.Ζαχαριάδη). Ενδιαφέρον είναι πάντως ότι η παράσταση πολιτικής αγωγής συνδέθηκε με ηθική βλάβη λόγω προσβολής της προσωπικότητας (άρ. 57,59 και 1003 ΑΚ) [ΑΠ 1638/2006 ΠοινΧρ 2007, 734, ΑΠ 1865/2009 ΠοινΧρ 2010,601. Η προσβολή του περιβάλλοντος συνδέεται οπωσδήποτε με το δίκαιο της προσωπικότητας βλ. αντί πολλών Καράκωστα, ΝοΒ 1993,45 επ]. Οι ρυθμίσεις του Ν. 1650/1986, όπως ισχύει σύμφωνα με τις τροποποιήσεις των Ν. 3937/2011 και 4042/2012, δεν είναι βέβαια καινοφανείς. Γενική είναι η τάση διεύρυνσης της δυνατότητας παράστασης πολιτικής αγωγής νομικών προσώπων ή ενώσεων προστασίας συλλογικών συμφερόντων, όταν προσβάλλεται το προστατευόμενο από αυτές συλλογικό συμφέρον. Χαρακτηριστικές είναι η γαλλική και η ιταλική νομοθεσία και νομολογία, όπου όμως καταβάλλονται πλέον και προσπάθειες περιορισμού των δυνατοτήτων αυτών, διότι έχει γίνει αισθητή η προκαλούμενη σύγχυση ως προς τον χαρακτήρα της πολιτικής αγωγής, αλλά και η βαθμιαία αλλοίωση των ρόλων των παραγόντων της ποινικής δίκης (εισαγγελέως, πολιτικώς ενάγοντος, τεχνικών πραγματογνωμόνων). Συνέχεια.

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

Συνέχεια.Ενδεδειγμένη, λοιπόν, εμφανίζεται η ανάγκη ερμηνείας από τα δικαστήρια των εδώ συζητουμένων ρυθμίσεων, κατά τρόπο ώστε να περιορίζεται ο αριθμός των δικαιουμένων παράστασης πολιτικής αγωγής στις περιβαλλοντικές δίκες.
Ένα κριτήριο μπορεί να είναι η ανάγκη ύπαρξης χωρικής εγγύτητας του ενδιαφερομένου φυσικού ή νομικού προσώπου με την πηγή της συγκεκριμένης περιβαλλοντικής προσβολής. Ασφαλέστερο όμως κριτήριο είναι η ανάγκη ύπαρξης ηθικής βλάβης λόγω προσβολής της προσωπικότητας του ενδιαφερομένου φυσικού η νομικού προσώπου. Την λύση αυτή διευκολύνει η σχετική διάταξη, αφού αποδεσμεύει την παράσταση πολιτικής αγωγής από την ύπαρξη μόνο περιουσιακής ζημίας, αφήνοντας άθικτη την ηθική βλάβη που μπορεί να προκαλεί η περιβαλλοντική προσβολή.
Φυσικά για το δικαίωμα παράστασης πολιτικής αγωγής του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου, πανεπιστημίων, δικηγορικών συλλόγων αδιακρίτως της έδρας κ.λ.π., δεν υπάρχει άλλη δυνατότητα περιορισμού, παρά μόνο να καλούνται από το δικαστήριο στην αρχή της διαδικασίας ως τεχνικοί πραγματογνώμονες, εφόσον βεβαίως τα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν την παροχή των τεχνικών γνώσεων τους”. Αυτές είναι λοιπόν οι αντιρρήσεις της Επιστήμης.

Η θέση επί των αντιρρήσεων αυτών. Είναι γεγονός πασίγνωστο σε όλους όσους ασχολούνται με το ποινικό δίκαιο, ιδίως την ποινική δικονομία, ότι πρωταγωνιστικό ρόλο στην καταπολέμηση του εγκλήματος έχει ο εγκληματίας και όχι το θύμα. Μεταξύ άλλων θυμίζω π.χ. ότι επί αθωωτικής απόφασης δεν δικαιούται το θύμα του εγκλήματος στην άσκηση του κατάλληλου ενδίκου μέσου (έφεσης ή αναίρεσης) αλλά, δια και μέσω του εισαγγελέα, διατυπώνοντας προς αυτόν παράκληση!!! να προσβάλλει την αθωωτική απόφαση! π.χ. βλ. ΚΠοινΔ 486.1.γ (για έφεση) και ΚΠοινΔ 506.β (για αναίρεση). Συνέχεια.

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

Συνέχεια. Ή, όπως νομολογήθηκε, εντελώς πρόσφατα (ΑΠ 1575/ 2012, θυμηθείτε στην ανάρτηση μου Προκαταρκτική εξέταση όπως ισχύει σήμερα), παρ’ ότι η προκαταρκτική εξέταση εξομοιώνεται με την προανάκριση (χαρακτηριστικά νομολογήθηκε με την έν λόγω απόφαση, μεταξύ άλλων, ότι “Προανάκριση και προκαταρκτική εξέταση, από πλευράς τρόπου ενεργείας και σκοπού, ταυτίζονται πλέον. Στην προανάκριση υπάρχουν κατηγορούμενοι, ενώ στην προκαταρκτική εξέταση υπάρχουν ύποπτοι οι οποίοι καλούνται να δώσουν κάποιες εξηγήσεις, όμως, μπορούν να αρνηθούν ακόμα και την παροχή των αιτουμένων εξηγήσεων, έχουν δε όλα τα δικαιώματα των κατηγορουμένων… δικαιολογείται η διαφοροποίηση της θέσης του δηλώσαντος παράσταση πολιτικής αγωγής στην προκαταρκτική εξέταση, από εκείνη στην προανάκριση ή την ανάκριση και επομένως ο νομότυπα δηλώσας με την έγκληση ή τη μήνυση ή και αργότερα παράσταση πολιτικής αγωγής κατά την προκαταρκτική εξέταση, δεν καθίσταται διάδικος και δεν έχει τα ίδια δικαιώματα, ύστερα από την κλήση του υπόπτου προς παροχή εξηγήσεων, που έχει ο πολιτικώς ενάγων, όταν ενεργείται προανάκριση ή κυρία ανάκριση, διότι τότε υπάρχει κατηγορούμενος. Αν ο νομοθέτης ήθελε το αντίθετο, θα τροποποιούσε ρητά, με τον τροποποιητικό ν. 3160/2003 ή το ν. 3346/2005, άρ.5 και με τον άνω πρόσφατο ν. 4055/2012, τις παραπάνω διατάξεις, όπως και εκείνη του άρθρου 31 παρ.2 και 108, που ρύθμισε την προκαταρκτική εξέταση και δίδει δικαιώματα σαφώς μόνο στον καθιστάμενο ύποπτο, όχι δε και στον δηλώσαντα προ της ασκήσεως ποινικής δίωξης πολιτικώς ενάγοντα, πριν ο ύποπτος καταστεί κατηγορούμενος”), κι ένα εκ των θεμελιωδών δικαιωμάτων της ανάκρισης είναι το δικαίωμα λήψης των εγγράφων της δικογραφίας, εν τούτοις, αυτό το δικαίωμα δεν επιτρέπεται στον πολιτικώς ενάγοντα, δηλαδή στο θύμα του εγκλήματος! Η επιχειρηματολογία της αντικρουόμενης άποψης δεν είναι στοιχειωδώς σοβαρή!

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

Συνέχεια. Ισχυρίζεται, πατώντας πάνω στις απόψεις της επιστημονικής επιτροπής της Βουλής (του Δικηγόρου της δηλαδή) ότι με την διεύρυνση των προσώπων που μπορούν να μηνύσουν για περιβαλλοντολογικά εγκλήματα (κάθε φυσικό πρόσωπο ανεξαρτήτως τόπου διάπραξης του περιβαλλοντολογικού εγκλήματος) εισάγεται ο θεσμός της ποινικής actio popularis και τη “θέσμιση” ιδιωτικών κατηγόρων. Θυμίζω ότι το έγκλημα δικαιούται και υποχρεούται να καταγγείλει ακόμη και μη παθών (ΚΠοινΔ 40.1), οπότε κατ’ ανάγκη μετατρέπεται σε μάρτυρα, δηλαδή σε παράγοντα της δίκης. Ποια η διαφορά μεταξύ του δικαιώματος παράστασης με συνήγορο (δικαίωμα πολιτικής αγωγής) και της άσκησης ποινικής δίωξης οπότε πρωταγωνιστικό ρόλο αναλαμβάνει πλέον ο Εισαγγελέας, εκτός κι αν τον απαξιεί τόσο πολύ η αντικρουόμενη άποψη. Επιπλέον, γιατί τους τρομάζει, άραγε, η δυνατότητα παράστασης πολλών δικηγόρων; Γιατί; Ο καλός συνήγορος υπεράσπισης δεν φοβάται-δεν πρέπει να φοβάται-όσους αντίπαλους συνηγόρους κατηγορίας κι αν αντιμετωπίζει! Η λύση βρίσκεται στην ορθότατη και εύστοχη άποψη που διατύπωσε ο καθηγητής Ι. Καράκωστας δεχόμενος (βλ. σχόλιο με χρόνο δημοσίευσης την 2.09 μ.μ.) ότι “… Το περιβάλλον ως έννομο αγαθό προστατευόμενο από το ποινικό δίκαιο δεν συνδέεται αναγκαίως με προσβολή σε μεμονωμένο πρόσωπο αλλά δεν απομονώνεται από τον άνθρωπο. Αντλεί την ιδιαίτερη αξία του για την έννομη τάξη από τον χαρακτήρα του ως προϋπόθεσης της ανθρώπινης ύπαρξης και της ποιότητας ζωής του συνόλου, είναι δηλαδή συλλογικό έννομο αγαθό. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η ποινική προστασία του περιβάλλοντος έχει θεσπιστεί μόνο προς χάριν του δημοσίου συμφέροντος και δεν καταλαμβάνει κάθε κοινωνό του δικαίου, του οποίου ο εν ευρεία εννοία ζωτικός χώρος θίγεται με την ρύπανση ή υποβάθμιση του περιβάλλοντος”. Θα θυμίσω και τις απόψεις του αείμνηστου Δασκάλου Ιωάννη Μανωλεδάκη επ’ ευκαιρία του ζητήματος αν είναι επιτρεπτή η πρόταξη άμυνας για την προστασία αγαθών του κοινωνικού συνόλου. Εν αντιθέσει με τις απόψεις του αείμνηστου Δασκάλου μου Γεωργίου-Αλέξανδρου Μαγκάκη ο οποίος είχε αντίθετη άποψη φοβούμενος την νομιμοποίηση της παρακρατικής δραστηριότητας, δεχόταν την εξής επίκαιρη σκέψη: Συνέχεια.

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

Συνέχεια: “η ΑΥΤΟΔΥΝΑΜΗ δράση του πολίτη για την προστασία κοινωνικών αγαθών (λ.χ. για την απόκρουση καταστροφής κοινωφελών εγκαταστάσεων), όχι μόνον δεν είναι επικίνδυνη και πρόσφορη για παρακρατικές δραστηριότητες, αλλά επιβάλλεται από την κοινωνική αλληλεγγύη και τη σωστή κοινωνική (αντιατομιστική) αγωγή. Εξάλλου, η άμυνα αποτελεί μηχανισμό αυτοπροστασίας των εννόμων αγαθών διαμέσου των φορέων τους. Φορέας των κοινωνικών αγαθών δεν είναι όμως η κρατική εξουσία αλλά το κοινωνικό σύνολο. Και αυτό το αποτελούν όλοι οι πολίτες και ο καθένας ως συν-πολίτης. Έτσι η άποψη που αποκρούει τη δυνατότητα άμυνας σε προσβολή κοινωνικών αγαθών αποστερεί κατά κάποιον τρόπο τα αγαθά αυτά από τους φυσικούς φορείς τους, έστω και αν αυτοί δεν αναγνωρίζονται ως “νομικοί” φορείς” [Ποινικό Δίκαιο, Επιτομή Γενικού Μέρους, δεύτερη έκδοση, 1989, σελίδες 438-439]. Συμπέρασμα: εύστοχα ο νομοθέτης επεξέτεινε το δικαίωμα υποβολής μήνυσης σε οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο, ανεξαρτήτως τόπου τέλεσης περιβαλλοντικού εγκλήματος. Αρκεί να διαβάσει-προς πληρέστερη κατανόηση του, ιδίως ο μη νομικός- ο αναγνώστης το ιστορικό που αντιμετώπισε η Τριμελούς Εφετείου Αθηνών 2391/ 2008 [Παπαθεοδώρου]. Η αποκρουόμενη άποψη έχει υπέρ αυτής το ποινικό δόγμα, δεν ισχύει όμως η απαγόρευση του άρθρου 7 του Συντάγματος στο χώρος της ποινικής δικονομίας ως γνωστόν.

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

Με τη διάταξη 57 εδ. α ΑΚ προστατεύεται το δικαίωμα προσωπικότητας, που αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι μεταξύ άλλων α) τα σωματικά αγαθά (η ζωή, η υγεία, η σωματική ακεραιότητα), β) τα ψυχικά αγαθά (η ψυχική υγεία, ο συναισθηματικός κόσμος), γ) η τιμή κάθε ανθρώπου που αντικατοπτρίζεται στην αντίληψη που έχουν άλλοι γι` αυτόν, δ) η ελευθερία που περιλαμβάνει τη δυνατότητα ακώλυτης ανάπτυξης κάθε ενέργειας, ε) η σφαίρα του απορρήτου και στ) το άσυλο της κατοικίας (ΕφΑθ 12154/1990, Δ 32.1673, Μπαλή, Γεν. Αρχές, έκδ. Η, παρ. 12). Στην έννοια του δικαιώματος επί της προσωπικότητας περιλαμβάνονται όλα τα άυλα αγαθά, τα οποία είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα με το πρόσωπο και ανήκουν σ` αυτό, όπως είναι η σωματική, η ψυχική υγεία και η κοινωνική ατομικότητα του ανθρώπου.
Από τα ανωτέρω απορρέει και το δικαίωμα χρήσης των αναφερομένων ενδεικτικά στα άρθρα 966, 967 ΑΚ κοινών σε όλους και κοινοχρήστων πραγμάτων, όπως είναι ο ατμοσφαιρικός αέρας, η θάλασσα, τα γλυκά νερά που εντάσσονται στην ευρύτερη έννοια του περιβάλλοντος (γήινο, υδάτινο και αέρινο) και συμπίπτουν σε μεγάλο βαθμό με τα σημαντικότερα περιβαλλοντικά αγαθά. Το δικαίωμα χρήσης των ενλόγω πραγμάτων αποτελεί έκφανση του ιδιωτικού δικαίου, του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος στο περιβάλλον (άρθρο 24 του Συντάγματος), όπως τούτο έμμεσα τριτενεργεί μέσω των διατάξεων των άρθρων 57 και 966 επ. ΑΚ). Η προστασία του δικαιώματος αυτού μέσω των παραπάνω διατάξεων του ΑΚ απαιτεί τη συνδρομή των εξής προϋποθέσεων: α) προσβολή του δικαιώματος χρήσης που συνίσταται στη διατάραξη από τρίτους κάποιου περιβαλλοντικού στοιχείου κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αλλοιώνεται ή να καταργείται η κοινή ωφέλεια που πηγάζει από τη χρήση του συγκεκριμένου πράγματος, β) ο παράνομος χαρακτήρας της προσβολής, δηλαδή ύπαρξη συμπεριφοράς που προσβάλλει την κοινή χρήση ή την κοινή ωφέλεια κοινού σε όλους ή κοινόχρηστου πράγματος. Η προστασία του ίδιου δικαιώματος, όταν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, επιτυγχάνεται με τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, εφόσον υπάρχει κατεπείγουσα περίπτωση ή επικείμενος κίνδυνος, στοιχεία που θεωρούνται ότι υφίστανται διαρκώς στην περίπτωση παρεμπόδισης της χρήσης κοινοχρήστου πράγματος, γιατί η αντίστοιχη ανάγκη χρήσης του είναι διαρκής, απρόβλεπτη και πολυπρόσωπη (ΜονΠρΠατρ 3421/2000 Περιβ. Δίκ. 1/2001, σελ. 88). Η αξίωση που απορρέει από την προσβολή του δικαιώματος αυτού συνίσταται μεταξύ άλλων στην άρση της τελευταίας και την παράλειψή της στο μέλλον, εφόσον υπάρχει βάσιμη απειλή επικείμενης προσβολής (προληπτική αξίωση για παράλειψη), με την επιβολή οποιουδήποτε από τις περιστάσεις πρόσφορου ασφαλιστικού μέτρου για την εξασφάλιση της άσκησης του δικαιώματος χρήσης του κοινοχρήστου πράγματος ή τη ρύθμιση της κατάστασης που δημιουργήθηκε από την αυθαίρεση χρήση του.
Για την άσκηση των παραπάνω αξιώσεων νομιμοποιείται ο χρήστης του συγκεκριμένου πράγματος που υπέστη την προσβολή, ο οποίος θα πρέπει να βρίσκεται σε κάποια τυπική σχέση με το αντίστοιχο περιβαλλοντικό αγαθό. Το δικαίωμα δικαστικών ενεργειών προστασίας του περιβάλλοντος πρέπει να αναγνωρισθεί εκτός των φυσικών και στα νομικά πρόσωπα ή άλλους συλλογικούς φορείς, όταν αυτοί ενεργούν ως εκπρόσωποι των ατομικών δικαιωμάτων των μελών τους (ΕφΑθ 1711/1991, Αρμ 35.484, ΜονΠρΝαυπλ 163/1991, ΝοΒ 39. 786, Λ. Καράκωστα, Η προστασία των περιβαλλοντικών αγαθών κλπ., στο ΝοΒ 41.45).

Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης 16242/ 2003

Addthis