Σάββατο, 13 Ιουνίου 2015

Ηθική βλάβη. Προσβολή τιμής. Προσβολή και η περιθωριοποίηση και η οικονομική ένδεια!

Περίληψη. ΙΚΑ. Μη νόμιμη απόρριψη αιτήματος συνταξιοδοτήσεως χήρας ασφαλισμένου και μεταγενέστερη επανόρθωση. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης της χήρας, η οποία, λόγω της παράλειψης συνταξιοδοτήσεως της επί δεκατρία χρόνια, περιήλθε (η ίδια και τα έξι τέκνα της), σε κατάσταση απόλυτης ένδειας. Χρόνος έναρξης της παραγραφής της αξιώσεως για χρηματική ικανοποίηση.

Συμβούλιο της Επικρατείας, Α’  τμήμα, 1696/ 2003.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 28 Ιανουαρίου 2002, με την εξής σύνθεση: Π. Χριστόφορος, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, ελλείποντος Προέδρου του Τμήματος και σε αναπλήρωση του αρχαιοτέρου του Συμβούλου, που είχε κώλυμα, Δ. Μαρινάκης, Ι. Μαντζουράνης, Σύμβουλοι, Π. Μπραΐμη, Χρ. Ντουχάνης, Πάρεδροι.
2. Επειδή με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 1761/1998 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος Ιδρύματος κατά της 211/1996 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ρόδου. Με την απόφαση αυτή είχε γίνει εν μέρει δεκτή αγωγή της αναιρεσίβλητης και τής είχε επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ύψους 20.000.000 δραχμών νομιμοτόκως από παράνομη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος Ιδρύματος.
3. Επειδή το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα ορίζει ότι : «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τούς έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος . . .». Εξ άλλου, το άρθρο 106 του ίδιου νομοθετήματος ορίζει ότι : «Οι διατάξεις των δύο προηγουμένων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους. Τέλος, το άρθρο 932 του Αστικού Κώδικα ορίζει ότι : «Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης».
4. Επειδή, όπως δέχεται, εν προκειμένω, το Διοικητικό Εφετείο, με την Χ.17/25.6.1979 αίτησή της προς το Περιφερειακό Υποκατάστημα Ρόδου του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η αναιρεσίβλητη ζήτησε τη συνταξιοδότησή της από το Ι.Κ.Α. λόγω του θανάτου του συζύγου της, ο οποίος έλαβε χώρα στις 24.5.1979 λόγω ατυχήματος. Στις 5.3.1982, δηλαδή μετά την πάροδο σχεδόν τριών ετών, ο Διευθυντής του ως άνω Υποκαταστήματος χαρακτήρισε το ατύχημα του συζύγου της αναιρεσείουσας ως εκτός εργασίας, εκδόθηκε δε τελικώς η 3840/21.4.1982 πράξη του Διευθυντή, με την οποία απορρίφθηκε το συνταξιοδοτικό αίτημα της αναιρεσίβλητης με την αιτιολογία ότι δεν συνέτρεχαν οι απαιτούμενες χρονικές προϋποθέσεις στο πρόσωπο του συζύγου της. Κρίθηκε, ειδικότερα, ότι ο σύζυγος της αναιρεσίβλητης είχε πραγματοποιήσει 1.674 ημέρες εργασίας, από 5.4.1952 μέχρι 30.11.1978, στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α. και 1.200 ημέρες εργασίας, από 15.11.1963 μέχρι 22.11.1967, στην ασφάλιση του γερμανικού ασφαλιστικού φορέα L.V.A. Wuerttemberg, δηλαδή 2.874 ημέρες εργασίας συνολικώς, οι οποίες δεν ήταν αρκετές για την ικανοποίηση του αιτήματος της αναιρεσίβλητης. Στο σώμα της πράξεως αυτής γινόταν μνεία της δυνατότητας ασκήσεως από την αναιρεσίβλητη ενδικοφανούς προσφυγής ενώπιον της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του εν λόγω Υποκαταστήματος. Η ενδικοφανής αυτή προσφυγή πράγματι ασκήθηκε (5737/15.6.1982), δεν εκδικάσθηκε δε μέχρι το 1995, όπως προέκυψε από το 5523/14.4.1995 έγγραφο του Τμήματος Συντάξεων του Υποκαταστήματος Ρόδου του Ι.Κ.Α. Σχεδόν ταυτοχρόνως με την άσκηση της ενστάσεως ενώπιον της Τ.Δ.Ε., η αναιρεσίβλητη υπέβαλε την από 2636/17.6.1982 αναφορά προς τον Υπουργό Κοινωνικών Υπηρεσιών, με την οποία παρεπονείτο για την απόρριψη της αιτήσεώς της, ζητούσε δε επανεξέταση της υποθέσεώς της. Η αναφορά αυτή διαβιβάσθηκε, αρχικώς μεν, στη Διοίκηση του αναιρεσείοντος Ιδρύματος, η οποία, με το 245619/Φ.19/7.7.1982 έγγραφό της, διεβίβασε τελικώς την αναφορά αυτή στο Υποκατάστημα Ρόδου του Ι.Κ.Α. Η αναφορά περιήλθε στις 2.8.1982 στο Τμήμα Συντάξεων του Υποκαταστήματος, και την 1.11.1982 στο Τμήμα Εσόδων, με το εν λόγω δε έγγραφο της Διοικήσεως του Ι.Κ.Α. απευθυνόταν η εντολή να θεωρηθεί η αναφορά της αναιρεσίβλητης, αφ’ ενός μεν ως αίτηση θεραπείας κατά της προαναφερόμενης 3840/21.4.1982 απορριπτικής του αιτήματος συνταξιοδοτήσεως πράξεως του Διευθυντή, αφ’ ετέρου δε ως αίτηση αναγνωρίσεως πλασματικών ημερομισθίων οικοδόμων. Με το προαναφερόμενο 5523/14.4.1995 έγγραφο του Τμήματος Συντάξεων του Υποκαταστήματος Ρόδου του Ι.Κ.Α. έγινε δεκτό ότι ούτε τη φορά αυτή ολοκληρώθηκε η έρευνα επί της υποθέσεως της αναιρεσίβλητης. Το μήνα Φεβρουάριο του 1995 το Ίδρυμα οχλήθηκε εκ μέρους του υιού της αναιρεσίβλητης. Τη φορά αυτή ανευρέθηκε ο φάκελλος της και διαπιστώθηκε ότι το αίτημα συνταξιοδοτήσεως της αναιρεσίβλητης είχε απορριφθεί μη νομίμως, για τους ειδικότερους λόγους που αναφέρονται στο ίδιο αυτό έγγραφο. Στις 8.2.1995, συντάχθηκε έκθεση ερεύνης της αρμόδιας υπηρεσίας του αναιρεσείοντος Ιδρύματος, από την οποία προέκυψε ότι ο σύζυγος της αναιρεσίβλητης είχε πραγματοποιήσει, από το έτος 1956 μέχρι το 1975, 1.343 ημέρες σε οικοδομικές εργασίες, εκδόθηκε δε αυθημερόν η 7353/8.2.1995 απόφαση του Διευθυντή του Υποκαταστήματος, με την οποία αναγνωρίσθηκαν σε αυτόν 512 ημέρες εργατοτεχνίτη οικοδόμου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 629/1977. Ύστερα από την, κατά τα ανωτέρω, διαπίστωση κρισίμων για τη συνταξιοδοτική υπόθεση της αναιρεσίβλητης πραγματικών περιστατικών, η τελευταία υπέβαλε την 240/28.2.1995 νέα αίτηση περί συνταξιοδοτήσεώς της, επί της οποίας εκδόθηκε η 580/21.7.1995 πράξη του Διευθυντή του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Ρόδου. Με την πράξη αυτή χορηγήθηκε σύνταξη στην αναιρεσίβλητη λόγω θανάτου του συζύγου της, ως χρόνος ενάρξεως καταβολής της οποίας ορίσθηκε η 24.8.1982, έγινε δε ειδική ρύθμιση ως προς το αρχικό ποσό συντάξεως και τις περαιτέρω αυξήσεις του και τις κρατήσεις, στις οποίες θα υπόκειται. Στη συνέχεια η αναιρεσίβλητη άσκησε αγωγή αποζημιώσεως ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ρόδου, διεκδικώντας την ανόρθωση της υλικής ζημίας που υπέστη από την μη καταβολή της συντάξεως που εδικαιούτο κατά τον προσήκοντα χρόνο, η οποία ανερχόταν, κατά τους υπολογισμούς της, σε 4.301.097 δραχμές, και 20.000.000 δραχμές ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία συνίσταται στην περιέλευσή της επί δεκατρία έτη σε κατάσταση απόλυτης ένδειας, στην αδυναμία της να συντηρήσει τα ανήλικα και ορφανά από πατέρα τέκνα της και στην ψυχική της ταλαιπωρία που προκάλεσε η εκτροπή της στην επαιτεία και σε εντελώς ευκαιριακές απασχολήσεις, οι οποίες εθεωρούντο υποτιμητικές με βάση τις αντιλήψεις της κλειστής κοινωνίας της περιοχής Ολύμπου της νήσου Καρπάθου, όπου διέμενε. Το σχετικό με την υλική ζημία αγωγικό αίτημα της αναιρεσίβλητης απορρίφθηκε πρωτοδίκως, η αγωγή, όμως, έγινε δεκτή ως προς το αίτημα της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Η κρίση αυτή του Διοικητικού Πρωτοδικείου επικυρώθηκε από το Διοικητικό Εφετείο, το οποίο απέρριψε έφεση του Ι.Κ.Α., στρεφόμενη κατά του σχετικού με την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης της αναιρεσίβλητης κεφαλαίου της πρωτόδικης αποφάσεως. Κρίθηκε, ειδικότερα, από το Διοικητικό Εφετείο ότι η επίμαχη αξίωση της αναιρεσίβλητης δεν είχε καταστεί δικαστικώς επιδιώξιμη από το μήνα Αύγουστο 1982, το χρόνο, δηλαδή, κατά τον οποίο λογίζεται ότι άρχισε να καταβάλλεται τελικώς στην αναιρεσίβλητη η σύνταξή της, όπως είχε προβάλει το αναιρεσείον Ίδρυμα, αλλά από τις 21.7.1995, οπότε εκδόθηκε, κατά τα ανωτέρω, η 580/21.7.1995 πράξη του αρμόδιου Διευθυντή, με την οποία χορηγήθηκε η σύνταξη, με συνέπεια η εν λόγω αξίωση να μην έχει υποκύψει στην πενταετή παραγραφή, την οποία προβλέπουν οι οικείες διατάξεις, που το Διοικητικό Εφετείο έκρινε ως, εν προκειμένω, εφαρμοστέες.
5. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, προβάλλεται, κατ’ επίκληση του άρθρου 932 του Αστικού Κώδικα, ότι, στην προκείμενη περίπτωση, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, δεδομένου ότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε επικαλεσθεί με την αγωγή της βλάβη του σώματος ή της υγείας της. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι, κατά την έννοια του άρθρου 932 Α.Κ., το οποίο περιέχει ενδεικτική απαρίθμηση των περιπτώσεων κατά τις οποίες μπορεί να επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η επιδίκαση παρόμοιας χρηματικής ικανοποιήσεως προβλέπεται και για την, ρητώς αναφερόμενη, άλλωστε, στην εν λόγω διάταξη, περίπτωση προσβολής της τιμής ενός προσώπου συνιστά δε βλάβη της τιμής του προσώπου η περιέλευση σε κατάσταση πλήρους οικονομικής ένδειας και η κοινωνική περιθωριοποίηση που αυτή συνεπάγεται. Ο ίδιος λόγος δεν ευσταθεί ούτε κατά το μέρος που προβάλλεται κατ’ επίκληση του άρθρου 929 του Αστικού Κώδικα, το οποίο πράγματι προβλέπει, μεταξύ άλλων, αποζημίωση σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας του θιγομένου προσώπου, αφού το γεγονός ότι στην επίδικη περίπτωση δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της τελευταίας αυτής διατάξεως, δεν αποκλείει την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 932 του Αστικού Κώδικα.
6. Επειδή προβάλλεται ότι το δικόγραφο της αγωγής της αναιρεσίβλητης ήταν αόριστο ως προς τη θεμελίωση της ηθικής βλάβης της αναιρεσίβλητης. Ο λόγος, όμως, αυτός, ανεξαρτήτως του ότι δεν προβάλλεται παραδεκτώς για πρώτη φορά με το αναιρετήριο, είναι και επί της ουσίας αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι στο δικόγραφο της αγωγής περιγράφεται σε τί συνίσταται η ηθική βλάβη της αναιρεσείουσας κατά το διάστημα κατά το οποίο μη νομίμως, κατά τα γενόμενα δεκτά, δεν συνταξιοδοτείτο. Ο ίδιος, εξ άλλου, λόγος, κατά το μέρος που πλήσσει την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς το κατά πόσον πράγματι η συμπεριφορά του Ι.Κ.Α. προκάλεσε στην αναιρεσίβλητη ηθική βλάβη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι το Διοικητικό Εφετείο αναφέρει σαφώς ότι η παράλειψη συνταξιοδοτήσεως της αναιρεσίβλητης επί δεκατρία χρόνια την περιήγαγε σε κατάσταση απόλυτης ένδειας, εν όψει και της οικογενειακής της καταστάσεως (χήρα με έξη παιδιά), με συνέπεια να είναι αναγκασμένη να εργάζεται σε ευκαιριακές απασχολήσεις, οι οποίες την μείωσαν κοινωνικώς και ηθικώς λόγω του κλειστού χαρακτήρα της κοινωνίας του ορεινού χωριού Ολύμπου της νήσου Καρπάθου, η κρίση δε αυτή περί επελεύσεως ηθικής βλάβης κινείται εντός των πλαισίων που αναγνωρίζει σχετικώς ο νόμος, και τα οποία οριοθετούνται από τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής (πρβλ. Α.Π. 829/ 1999).
7. Επειδή προβάλλεται ότι η κρίση περί του ότι η αναιρεσίβλητη υπέστη ηθική βλάβη από την παρανομία, συνεπεία της οποίας δεν συνταξιοδοτήθηκε επικαίρως, είναι αναιτιολόγητη και σε σχέση με τον αριθμό των ανηλίκων τέκνων της ασφαλισμένης. Πλήσσεται, ειδικότερα, η σκέψη του δικαστηρίου, κατά την οποία, κατά το θάνατο του συζύγου της η αναιρεσίβλητη είχε έξη παιδιά, εκ των οποίων τα τρία ήσαν ανήλικα, και προβάλλεται ότι τα τέκνα αυτά είχαν όλα ενηλικιωθεί κατά το χρόνο θανάτου του πατέρα τους. Ο λόγος αυτός, με τον οποίο πλήσσεται ευθέως η κρίση του Διοικητικού Εφετείου περί πραγμάτων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου, άλλωστε, ότι με το ίδιο το δικόγραφο της εφέσεως το αναιρεσείον Ίδρυμα είχε προβάλει ότι τρία από τα παιδιά της αναιρεσίβλητης ήταν, κατά το χρόνο εκείνο, ανήλικα.
8. Επειδή, περαιτέρω, προβάλλεται ότι μη νομίμως η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση δεν θεωρήθηκε παραγεγραμμένη λόγω παραγραφής της κύριας αξιώσεως επί τα ποσά συντάξεων. Ο λόγος αυτός, ο οποίος έχει ως βάση την αντίληψη ότι η, κατ’ άρθρο 932 του Αστικού Κώδικα, απαίτηση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης τελεί σε σχέση παρεπομένου προς κύριο με την απαίτηση για την ανόρθωση, τυχόν, περιουσιακής ζημίας, πρέπει να απορριφθεί, διότι η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης είναι ανεξάρτητη από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία του θιγέντος λόγω δε της αυτοτελείας αυτής είναι δυνατή η κίνηση του χρόνου παραγραφής της καθεμιάς από τις εν λόγω απαιτήσεις από διαφορετικό χρονικό σημείο.
9. Επειδή, περαιτέρω, ο ως άνω προβαλλόμενος λόγος έχει και την έννοια ότι η αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως της αναιρεσίβλητης λόγω ηθικής βλάβης είχε ούτως ή άλλως - ανεξαρτήτως, δηλαδή, του συνδέσμου της προς την αξίωση περιουσιακής αποζημιώσεως από την παράνομη παράλειψη του Ι.Κ.Α. να συνταξιοδοτήσει την ασφαλισμένη - υποκύψει σε παραγραφή ήδη από το μήνα Αύγουστο 1987, μετά πενταετία, δηλαδή από το χρόνο κατά τον οποίο λογίζεται ότι όφειλε να αρχίσει η συνταξιοδότηση. Ο λόγος αυτός, με τον οποίο τίθεται ως χρόνος εκκινήσεως της παραγραφής ο μήνας Αύγουστος του 1982, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφ’ ενός μεν, διότι, κατά το χρόνο αυτό, εκκρεμούσε αίτηση θεραπείας (ένσταση) της αναιρεσίβλητης ενώπιον της οικείας Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής, με συνέπεια η απορριπτική του αιτήματος συνταξιοδοτήσεώς της απόφαση του Διευθυντή του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Ρόδου να μην έχει ακόμη οριστικοποιηθεί (πρβλ. Σ.τ.Ε. 2282/ 2000 Ολομ.), αφ’ ετέρου δε διότι η πάροδος μακρού χρόνου από το θάνατο του συζύγου της αναιρεσίβλητης συνιστά στοιχείο θεμελιωτικό και πάντως επιτατικό της ηθικής βλάβης, την οποία επικαλείται, αφού η περιέλευσή της σε κατάσταση απόλυτης ένδειας και η κοινωνική ταπείνωση και περιθωριοποίησή της δεν έλαβαν χώρα αυτομάτως μόλις απορρίφθηκε το αίτημα συνταξιοδοτήσεώς της, αλλά, από τη φύση τους, στοιχειοθετήθηκαν βαθμιαία και επιτάθηκαν με την πάροδο των ετών, εξ άλλου με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως δεν προβάλλεται ότι προβλήθηκαν με την έφεση ειδικοί ουσιώδεις ισχυρισμοί σχετικοί με το χρόνο κατά τον οποίο συγκροτήθηκε, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος Ι.Κ.Α., η ηθική βλάβη της αναιρεσίβλητης, οι οποίοι δεν αντιμετωπίσθηκαν από το Διοικητικό Εφετείο.
10. Επειδή, τέλος, με το από 21.8.2000 δικόγραφο προσθέτων λόγων προβάλλεται, μεταξύ άλλων, αναιτιολόγητο της προσβαλλομένης αποφάσεως από την άποψη του προσδιορισμού του ύψους της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποιήσεως, καθώς και παράβαση των διατάξεων του άρθρου 300 του Αστικού Κώδικα περί συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος, το οποίο, εν προκειμένω, συνίσταται στην παράλειψη της ίδιας της αναιρεσίβλητης να ασκήσει προσφυγή κατά της σιωπηρής απορρίψεως εκ μέρους της οικείας Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής της ενστάσεώς της κατά της απορριπτικής του αιτήματος συνταξιοδοτήσεώς της πράξεως του Διευθυντή, αφού, κατά το αναιρεσείον Ίδρυμα, η δικαστική διεκδίκηση της καταβολής συντάξεως προς αυτήν θα είχε προλάβει την ηθική της βλάβη. Το εν λόγω, όμως, δικόγραφο προσθέτων λόγων δεν επιδόθηκε εγκύρως προς την αναιρεσίβλητη, αφού στην 5098 Β΄/ 25.9.2000 έκθεση του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρόδου, Μιχαήλ Καρακατσάνη η αναιρεσίβλητη μνημονεύεται ως κάτοικος Καρπάθου, εν τούτοις, όμως, η επίδοση έγινε στη Ρόδο και η αναιρεσίβλητη αναζητήθηκε σε κατοικία της που ευρίσκεται στην οδό Αγ. Γεωργίου 63, στη Ρόδο και ενόψει του ότι η ίδια δεν ανευρέθηκε εκεί, το εν λόγω δικόγραφο επιδόθηκε στον υιό της, Κωνσταντίνο Χαρτοφύλακα, φερόμενο ως σύνοικό της. Υπό τα δεδομένα αυτά, καταλείπεται αμφιβολία ως προς τον τόπο κατοικίας της αναιρεσίβλητης, με συνέπεια η επίδοση του δικογράφου σε φερόμενο ως σύνοικο συγγενή της να μην είναι νόμιμη, όπως προβάλλει η αναιρεσίβλητη με το από 30.1.2002 εμπροθέσμως κατατεθέν υπόμνημά της. Κατόπιν αυτών, οι προβαλλόμενοι με το εν λόγω δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως δεν μπορούν να εξετασθούν (άρθρο 25 παρ. 1 του Π.Δ. 18/1989, ΦΕΚ 8 Α΄).
11. Επειδή, κατόπιν τούτων, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
Διά ταύτα
Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση.
Επιβάλλει στο αναιρεσείον Ίδρυμα τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ανέρχεται σε τριακόσια ογδόντα (380) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου και 19 Ιουνίου 2002

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis