Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2015

Ηχορύπανση, προσβολή προσωπικότητας.

Περίληψη. Ηχορύπανση - Εκπομπή θορύβου από συνήθη χρήση - Βλάβη υγείας - Προσβολή προσωπικότητας - Ένσταση κατάχρησης δικαιώματος -. Εκπομπή θορύβου από καφετέρια κλπ απαγορευόμενη κατά ειδικές διατάξεις. Συνιστά προσβολή της προσωπικότητας των βλαπτομένων γειτόνων. Άρση του παράνομου δεν χωρεί κατά ΑΚ 1003 (για την ανοχή εκπομπών).
Άρειος Πάγος, Πολιτικό Τμήμα Α’, 718/ 2001.
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Στέφανο Ματθία, Πρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Γκιάφη-Εισηγητή, Γεώργιο Κάπο, Παναγιώτη Φιλιππόπουλο και Δημήτριο Λινό, Αρεοπαγίτες.

ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 1003 ΑΚ συνάγεται ότι η εκπομπή θορύβου από ακίνητο που παραβλάπτει σημαντικά τη χρήση άλλου ακινήτου από τον κύριο τούτου, όπως μπορεί να συμβαίνει αν καθιστά το ακίνητο τούτο ανθυγιεινό, είναι πράξη παράνομη και γι' αυτό δεν έχει υποχρέωση ο κύριος αυτός να την ανέχεται. Το παράνομο όμως τούτο αίρεται αν η εκπομπή προέρχεται από χρήση συνήθη για τα ακίνητα της περιοχής του ακινήτου από το οποίο προέρχεται η βλάβη, σ' αυτή δε την περίπτωση ο κύριος αυτός έχει υποχρέωση να ανέχεται την εν λόγω εκπομπή. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 εδ. α ΑΚ συνάγεται ότι όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει από τον προσβολέα να μην επαναληφθεί η προσβολή στο μέλλον. Το παράνομο της συμπεριφοράς του προσβολέα καθορίζεται από άλλες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Έτσι από την ως άνω διάταξη σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 1 και 3 του Α.Ν. 2520/1940, εκείνες της Α5/3010/14.8.1985 Υγειονομικής Διατάξεως (ΦΕΚ Β593), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του προαναφερόμενου Α.Ν., εκείνη του άρθρου 417 ΠΚ και εκείνες της Αστυνομικής Διατάξεως 1/1991 (ΦΕΚ Β621), που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 3 β του Ν. 1481/1984, συνάγονται τα εξής: Εκείνος που σε αστική περιοχή διατηρεί κατάστημα, όπως καφετέρια - μπαρ, εφόσον α) από το κατάστημα προέρχονται θόρυβοι που προκαλούν όχληση σε ένοικο ακινήτου της περιοχής του καταστήματος, ή β) από τα ηχητικά όργανα του καταστήματος, που βρίσκονται εκτός αυτού, προέρχονται θόρυβοι που προκαλούν όχληση σε τέτοιον ένοικο, ή γ) παράγει δημόσια θορύβους με τους οποίους διαταράσσει την ησυχία τέτοιου ενοίκου κατά τις νυκτερινές ώρες κοινής ησυχίας, που είναι κατά τη θερινή περίοδο (Απρίλιος - Σεπτέμβριος) από 23.00 έως 07.00 ώρα και κατά τη χειμερινή περίοδο από 22.00 έως 07.30 ώρα, πράττει παρανόμως, στοιχειοθετώντας μάλιστα την αντικειμενική υπόσταση εγκλημάτων, σε περίπτωση δε που με την κατά τα ανωτέρω όχληση ή διατάραξη βλάπτει την υγεία του ενοίκου, προσβάλλει συνάμα παράνομα την προσωπικότητα τούτου και γι' αυτό έχει έναντι τούτου την υποχρέωση να μην επαναλάβει την προσβολή στο μέλλον. Οι περί του παρανόμου της προεκτιθέμενης συμπεριφοράς ως άνω διατάξεις, προστατεύοντας έννομα αγαθά διαφορετικά εκείνων που προστατεύονται από την ως ανωτέρω διάταξη του άρθρου 1003 ΑΚ, δεν προβλέπουν και εντεύθεν, κατά το πνεύμα τους, αποκλείουν την άρση του παρανόμου, η οποία προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 1003 ΑΚ, δηλονότι αποκλείουν την άρση του παρανόμου εκ του ότι η εκπομπή του θορύβου προέρχεται από χρήση συνήθη για τα ακίνητα της περιοχής του καταστήματος.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμησή της, το Εφετείο δέχθηκε, πλην άλλων, τα ακόλουθα: Από τις αρχές του 1994 έως την άσκηση της αγωγής (της 10.11.1994) στην αστική περιοχή του Δήμου Ραφήνας Αττικής και ειδικότερα στην πλατεία Δ. διατηρούσαν ο μεν εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσείων καφετέρια - μπαρ σε ακίνητό του, οι δε εναγόμενες και ήδη δεύτερη και τρίτη αναιρεσείουσες άλλη καφετέρια - μπαρ σε μισθωμένο κτίριο, διέθεταν δε εντός των καταστημάτων μηχανήματα αναπαραγωγής μουσικής και ήχων, είχαν δε τοποθετήσει εκτός των καταστημάτων ηχητικά όργανα περαιτέρω μεταδόσεως της μουσικής και των ήχων, έθεταν δε σε λειτουργία τα εν λόγω μηχανήματα σε πολύ μεγάλη ένταση, με αποτέλεσμα να εκπέμπεται από τα καταστήματα και από τα εκτός εκείνων ηχητικά όργανα εκκωφαντικός θόρυβος ακόμη και κατά τις νυκτερινές ώρες της κοινής ησυχίας, ο οποίος προκαλούσε όχληση των εναγόντων, που διέμεναν πλησίον σε άλλα ακίνητα της ίδιας πλατείας, καθώς και διατάραξη της ησυχίας τους κατά τις ως άνω νυκτερινές ώρες, αυτές δε η όχληση και η διατάραξη έβλαπταν την υγεία αυτών και έτσι εκείνοι προσέβαλλαν την προσωπικότητα αυτών. Έκρινε ακολούθως ότι η αγωγή, με την οποία επιδιωκόταν, πλην άλλων, να υποχρεωθούν εκείνοι να παραλείπουν στο μέλλον τέτοιες προσβλητικές της προσωπικότητας αυτών πράξεις, έπρεπε κατ' αρχήν να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν. Επιλαμβανόμενο δε το Εφετείο της από το άρθρο 1003 ΑΚ ενστάσεως των ως άνω εναγομένων, που επανέφεραν εκείνοι με την έφεσή τους και που συνίστατο, όπως προκύπτει και από την έφεση, στο ότι οι εκπομπές των προαναφερόμενων θορύβων προέρχονταν από χρήση συνήθη για τα ακίνητα της περιοχής των προμνημονευόμενων καταστημάτων, ώστε να έχουν την υποχρέωση οι ενάγοντες, που ήταν ιδιοκτήτες των ακινήτων στα οποία διέμεναν, να ανέρχονται τις εν λόγω εκπομπές και εντεύθεν να καθίσταται η αγωγή απορριπτέα κατ' ουσίαν, έκρινε την ένσταση αυτήν απορριπτέα ως μη νόμιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προδιαλαμβανόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και γι' αυτό ο από τον αριθ. 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος, μέρος δεύτερο, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙV. Όπως προκύπτει από τις ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προτάσεις των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων της πρώτης πρωτοβάθμιας συζητήσεως της αγωγής (στις 7.12.1995), οι ως άνω διάδικοι προέτειναν, κατ' ορθή εκτίμηση εκείνων των προτάσεων, την από το άρθρο 281 Ακ ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος, η οποία στηριζόταν στους ακόλουθους δύο ισχυρισμούς, όπως αυτοί επαναφέρθηκαν νομίμως ενώπιον του Εφετείου με την έφεσή τους, καθώς τούτο από αυτήν προκύπτει: α) ότι, καίτοι στην πλατεία Δημητρακού, εκτός από τις προαναφερόμενες καφετέριες υπήρχαν και όμοια καταστήματα τρίτων, όλα δε τα εν λόγω καταστήματα εξέπεμπαν θορύβους ενοχλητικούς για τους ενάγοντες, καθώς επίσης, εκτός από τις προαναφερόμενες καφετέριες και το οβελιστήριο του εναγομένου και ήδη τέταρτου αναιρεσείοντος, υπήρχαν και όμοια καταστήματα τρίτων, όλα δε τα εν λόγω καταστήματα διέθεταν καθίσματα που καταλάμβαναν ορισμένο κοινής χρήσεως οδόστρωμα και έτσι παρεμπόδιζαν την από το οδόστρωμα διέλευση των εναγόντων, οι τελευταίοι έστρεψαν την αγωγή όχι κατά των τρίτων, ένας των οποίων, μάλιστα, είχε μισθώσει κατάστημα ιδιοκτησίας του τελευταίου των εναγόντων, αλλά μόνο κατά των ήδη αναιρεσείοντων, και β) ότι, καίτοι οι μεν εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες διατηρούσαν τα προμνημονευόμενα καταστήματα στην πλατεία Δ. οι δε ενάγοντες διέμεναν σε ακίνητα της ίδιας πλατείας επί μακρό χρόνο πριν από την άσκηση της αγωγής, οι τελευταίοι άσκησαν κατ' εκείνων την αγωγή αντί να ασκήσουν κατ' εκείνων αίτηση λήψεως του ασφαλιστικού μέτρου της προσωρινής ρυθμίσεως της σχετικής με τους θορύβους και την κατάληψη του οδοστρώματος καταστάσεως. Όπως προκύπτει δε από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμησή της, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ως άνω δύο ισχυρισμούς, κρίνοντας στη συνέχεια την ένσταση απορριπτέα ως μη νόμιμη. Συνεπώς ο από τον αριθ.8 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος, μέρος πρώτο, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η στον ίδιο λόγο αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη και άλλους ισχυρισμούς, ήδη αναφερόμενους στο αναιρετήριο, που στήριζαν την ίδια ένσταση, καθιστώντας την μάλιστα νόμιμη και που οι αναιρεσείοντες του προέτειναν νόμιμα με την έφεση, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι οι εν λόγω ισχυρισμοί, ως μη περιεχόμενοι στις προμνημονευόμενες προτάσεις της πρώτης πρωτοβάθμιας συζητήσεως, δεν προτάθηκαν νόμιμα στο Εφετείο (άρθρα 269 και 527 ΚΠολΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 8 Ιουλίου 2000 αίτηση των Σ.Γ. κλπ. για αναίρεση της 1643/2000 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των πρώτης, δεύτερης, τέταρτου, πέμπτης, έκτου και έβδομου αναιρεσιβλήτων εκ δραχμών διακοσίων ογδόντα (280.000).
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2001.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Απριλίου 2001. 
Παρατήρηση. Θυμήσου και την υπ'  αριθμό 6/ 2013 Εγκύκλιο Εισαγγελίας Αρείου Πάγου η οποία υπάγει-ορθότατα!-την ηχορύπανση στην προσβολή του περιβάλλοντος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis